Επιμέλεια: Γιάννης Κυπαρισσιάδης

Η κυβέρνηση του Μάριο Ντράγκι, του πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, χαίρει ευρύτατης κοινοβουλευτικής στήριξης, παρ’ ότι ευαγγελίζεται νέο κύκλο «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» και λιτότητας, με τις γνωστές συνταγές της Κομισιόν. Σε αυτήν συμμετέχει μέχρι και η (ακροδεξιά) Λέγκα, μέχρι πρότινος εξοργισμένη με τις Βρυξέλλες. Πώς εξηγείται μια τέτοια ανατροπή;

Δέκα χρόνια μετά τον Μάριο Μόντι και την κυβέρνηση τεχνοκρατών του, ένα άλλο πρώην στέλεχος της Goldman Sachs εγκαταστάθηκε πρόσφατα στο Παλάτσο Τσίτζι, την επίσημη κατοικία των Ιταλών πρωθυπουργών. Όπως ο προκάτοχός του, όπως και ο Εμανουέλ Μακρόν κατά την προεκλογική εκστρατεία για τη γαλλική προεδρία το 2017, ο Μάριο Ντράγκι ισχυρίζεται ότι υπερπηδά το χάσμα μεταξύ της Δεξιάς και της Αριστεράς, θέτοντας τον εαυτό του υπεράνω κομμάτων και φέρνοντας μαζί του το φωτισμένο όραμα του ειδήμονα, ενώ παραμένει ταυτόχρονα προσηλωμένος ευλαβικά στους κανόνες που έχουν θέσει οι Βρυξέλλες: δημοσιονομική ορθοδοξία και νεοφιλελευθερισμό. Ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) κατάφερε να συνενώσει όλους τους σχηματισμούς της Ιταλίας, από την Αριστερά ώς την άκρα Δεξιά, όπως κι εκείνους που είχαν αναπτυχθεί αντιτιθέμενοι σε αυτό το πρόγραμμα. Έλαβε πράγματι την κοινή υποστήριξη του Κινήματος 5 Αστέρων (Κ5Α) και της Λέγκας, δύο κομμάτων που, τρία χρόνια νωρίτερα, είχαν κερδίσει τις βουλευτικές εκλογές υποσχόμενα να έρθουν σε ρήξη με τη λιτότητα και να αντιταχθούν στις ευρωπαϊκές προσταγές.

Το γεγονός ότι υπάρχουν ακροδεξιοί υπουργοί στην κυβέρνηση του Ντράγκι δεν έχει συγκινήσει πολύ κόσμο, ούτε στις ευρωπαϊκές καγκελαρίες ούτε στα μέσα ενημέρωσης, όπου αυτός ο εθνικός συνασπισμός παρουσιάζεται ως υπόδειγμα κοινής λογικής. Και ούτε κανείς δυσαρεστείται πλέον από την τόσο ιδιαίτερη Ιταλική Δημοκρατία, στην οποία οι ψηφοφόροι μπορούν να καταψηφίσουν κατά πλειοψηφία, τον Μάρτιο του 2018, τις επιβληθείσες από τις Βρυξέλλες πολιτικές λιτότητας και κατόπιν, χωρίς καν να ζητηθεί εκ νέου η γνώμη τους, να βρεθούν, τον Φεβρουάριο του 2021, με μια κυβέρνηση που υπερασπίζεται τις ίδιες πολιτικές. Η ιστορία αυτής της μεταστροφής αποτελεί ένα πολιτικό δράμα σε τρεις πράξεις.

Πράξη 1η, Αύγουστος 2011. Άρτι διορισθείς πρόεδρος της ΕΚΤ, ο Ντράγκι απευθύνει μια επιστολή στον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, τον επικεφαλής της ιταλικής κυβέρνησης. Του παραθέτει μια σειρά μέτρων που είναι απαραίτητα προκειμένου να λάβει τη βοήθεια της θεσμικής τράπεζας: περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και στις συντάξεις, φιλελευθεροποίηση στον τομέα των υπηρεσιών, αναθεώρηση των κανόνων στις απολύσεις, μείωση των μισθών των δημόσιων υπαλλήλων. Ο Ιταλός πρωθυπουργός δεν έχει τρόπους να εναντιωθεί σε αυτά, καθώς, χωρίς τη βοήθεια της ΕΚΤ, τα επιτόκια του χρέους θα αυξάνονταν και η κατάσταση γρήγορα θα γινόταν μη βιώσιμη. Ωστόσο, η πλειοψηφία της Δεξιάς παραείναι διχασμένη για να αφοσιωθεί σε ένα τέτοιο πρόγραμμα. Τρεις μήνες μετά την επιστολή, ο προϋπολογισμός που προτείνει ο Μπερλουσκόνι απορρίπτεται στο Κοινοβούλιο και εκείνος που παίρνει τη σκυτάλη είναι ο Μόντι, ένας «ειδήμων» χωρίς πολιτική ταμπέλα.

Ξεκινά τότε μια περίοδος διαρκείας επτά ετών, κατά την οποία θα υπάρξει η διαδοχή τεσσάρων πρωθυπουργών: μετά τον Μόντι θα έρθουν οι Ενρίκο Λέτα, Ματέο Ρέντσι και Πάολο Τζεντιλόνι. Η δράση αυτών των κυβερνήσεων, αφιερωμένη εξ ολοκλήρου σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, στηρίζεται στη συμφωνία μεταξύ του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος και της Δεξιάς του Μπερλουσκόνι. Η υποστήριξη προέρχεται από τις εύπορες τάξεις και από ένα σημαντικό τμήμα των μεσαίων τάξεων, σε μια πρωτοφανή υπερπήδηση των πολιτικών εντάξεων που έχουν θεμελιωθεί στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς: είναι το «αστικό μπλοκ»,1 ένας κοινωνικός συνασπισμός παρόμοιος με εκείνον που θα σχηματιστεί, λίγα χρόνια αργότερα, από τον Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία.

Πράξη 2η: Τα κόμματα που είχαν ακολουθήσει τον οδικό χάρτη της ΕΚΤ τιμωρούνται αυστηρότατα. Το αστικό μπλοκ καταρρέει εξαιτίας της ανικανότητας να αυξήσει τα ποσοστά του σε σημαντική μερίδα των λαϊκών τάξεων, την ίδια στιγμή που οι μεσαίες τάξεις απομακρύνονται από αυτό. Το Forza Italia, το κόμμα του Μπερλουσκόνι, και το Δημοκρατικό Κόμμα, τα οποία πριν από δέκα χρόνια συγκέντρωναν το 70% των ψήφων, δεν αντιπροσωπεύουν πλέον παρά το 32%. Παράλληλα, όσοι βρίσκονταν σταθερά στην αντιπολίτευση πετυχαίνουν ένα αξιοσημείωτο αποτέλεσμα. Η Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι επιβάλλεται, γεγονός πρωτοφανές, ως η κύρια δύναμη στη Δεξιά και στην Ακροδεξιά, ενώ το Κ5Α γίνεται το πρώτο κόμμα της χώρας, αγγίζοντας το ένα τρίτο των ψήφων.

Πράξη 3η, Φεβρουάριος 2021. Παρ’ ότι οι ισορροπίες στο Κοινοβούλιο δεν έχουν αλλάξει από τις εκλογές του Μαρτίου του 2018, χρειάζεται να οριστεί μια τρίτη κυβέρνηση. Οι δύο προηγούμενες (η συμμαχία ανάμεσα στη Λέγκα και το Κ5Α και κατόπιν εκείνη μεταξύ Κ5Α και Δημοκρατικού Κόμματος) «ξεφούσκωσαν», με την καθεμιά να έχει διαρκέσει μόλις και μετά βίας πάνω από έναν χρόνο. Τότε ο Ντράγκι, ο ίδιος που είχε υπογράψει την επιστολή η οποία χρησίμευσε ως ευαγγέλιο στο αστικό μπλοκ, αναλαμβάνει τον σχηματισμό κυβέρνησης. Κατά μάλλον παράδοξο τρόπο, ο πρώην τραπεζίτης καλωσορίζεται ως θεόσταλτος άνθρωπος, όχι μόνο από τα κόμματα που, εφαρμόζοντας το πρόγραμμά του, κατατροπώθηκαν στις κάλπες, αλλά κι από εκείνα που, εναντιούμενα σε αυτό, επικράτησαν στο πολιτικό προσκήνιο.2

Ο Ντράγκι πολλαπλασίασε τα μηνύματα που δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τη βούλησή του να επιστρέψει στην οδό της νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης. Έτσι, επέλεξε ως οικονομικό σύμβουλο τον Φραντσέσκο Τζαβάτζι, ο οποίος συμπεριλαμβανόταν ήδη μεταξύ των «ειδημόνων» που είχαν επιφορτιστεί από την κυβέρνηση Μόντι να εντοπίσουν τις δημόσιες δαπάνες προς περικοπή.3 Κατά τη διάρκεια της πρώτης ομιλίας του ενώπιον της Γερουσίας, στις 17 Φεβρουαρίου, δήλωσε ότι σύντομα θα ανακοινωθούν νέες μεταρρυθμίσεις: θα πρέπει να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός, να «απλοποιηθεί» το φορολογικό σύστημα, να μειωθούν οι εισφορές, να γίνει πιο αποτελεσματικό το Δημόσιο και να ευνοηθεί η ανάδειξη πόλων αριστείας στην έρευνα. Κυρίως όμως, γνωστοποίησε ότι η χρήση της ευρωπαϊκής βοήθειας που προβλέπεται από το σχέδιο ανάκαμψης «Επόμενη Γενιά Ε.Ε.» («Next Generation EU»), που τέθηκε σε εφαρμογή στο πλαίσιο της πανδημίας Covid-19, θα είναι επιλεκτική και θα διατεθεί κατά τη διακριτική ευχέρεια της κυβέρνησής του.

Η βοήθεια αυτή δεν θα μοιάζει διόλου με τη βροχή χρήματος που προαναγγέλλουν τα μέσα ενημέρωσης, κάνοντας λόγο για ποσά μεγαλύτερα των 200 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ο σκόπιμα ψευδής αυτός αριθμός προκύπτει από την πρόσθεση -χωρίς κανένα οικονομικό νόημα- της επιχορήγησης που προέρχεται από ένα ταμείο το οποίο η Ιταλία θα πρέπει να τροφοδοτεί με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τις υπόλοιπες χώρες της Ένωσης και από δάνεια που η Κομισιόν θα μπορεί να λάβει στο όνομα της Ιταλίας, επιτρέποντας στη χώρα να πληρώνει μικρότερους τόκους απ’ ό,τι εάν ελάμβανε απευθείας δάνειο. Στην πραγματικότητα, στην καλύτερη των περιπτώσεων, η βοήθεια θα είναι 66 δισεκατομμύρια ευρώ, κατανεμημένη σε έξι χρόνια:4 11 δισεκατομμύρια ετησίως, δηλαδή μικρότερη από το 0,7% ενός ΑΕΠ που το 2020 βυθίστηκε σχεδόν κατά 9%.

Πρόκειται λοιπόν για μια μέτρια βοήθεια, που δεν έχει σχέση με το εύρος της οικονομικής ύφεσης και δεν θα επιτρέψει καμία ανάκαμψη της δραστηριότητας. Η χρήση της επιχορήγησης και των όποιων δανείων θα υπόκειται αυστηρά σε ένα σχέδιο για το οποίο θα πρέπει να γίνει διαπραγμάτευση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Στην ομιλία του στη Γερουσία, ο νέος πρωθυπουργός άφησε να εννοηθεί ότι η διαπραγμάτευση δεν θα είναι περίπλοκη: η αντίληψή του για μια «αποτελεσματική» χρήση της βοήθειας συμπίπτει σε όλα τα σημεία με εκείνη της Κομισιόν.

Καταρχάς, τα χρήματα που προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχουν προορισμό τις επιχειρήσεις. Για τα νοικοκυριά που έχουν οδηγηθεί στη φτώχεια λόγω της ιστορικής πτώσης της παραγωγής, ο Ντράγκι περιορίστηκε να επικαλεστεί τη συνήθη νεοφιλελεύθερη άποψη περί «ενεργητικών πολιτικών για την απασχόληση», που θα συνίστανται στην «ενίσχυση της κατάρτισης των εργαζομένων και των ανέργων». Ωστόσο, φρόντισε επίσης να αποσαφηνίσει ότι η κυβέρνησή του θα αναλάβει να ξεχωρίσει, μέσα στη μάζα των επιχειρήσεων στις οποίες η πτώση της δραστηριότητας δημιούργησε δυσκολίες, εκείνες που ούτως ή άλλως θα χρεοκοπούσαν από εκείνες που διατηρούν ικανότητες ανταγωνισμού και καινοτομίας: μόνο οι τελευταίες θα μπορέσουν να επωφεληθούν από το σχέδιο ανάκαμψης. Έτσι, με πρόσχημα την προώθηση της ψηφιακής και της οικολογικής μετάβασης, η κυβέρνηση προετοιμάζει μια βαθιά μεταρρύθμιση του ιταλικού καπιταλισμού. Μια μεταρρύθμιση που δεν θα περάσει από κανένα νομοσχέδιο και θα συνίσταται στην απαλλαγή της παραγωγικής δομής από επιχειρήσεις με εργατικό δυναμικό χαμηλών προσόντων, υπερβολικά προσανατολισμένες προς την εσωτερική αγορά ή αναγκασμένες να συμβιβάζονται με συνδικάτα που θεωρείται πως έχουν υπερβολικά συγκρουσιακό χαρακτήρα.

Αυτός είναι λοιπόν ο (προσωρινός) επίλογος αυτού του δράματος σε τρεις πράξεις: η στρατηγική που είχε καθοδηγήσει την ιταλική πολιτική μεταξύ 2011 με 2018 και αποδοκιμάστηκε ευρέως στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές επιστρέφει μέσω τυμπανοκρουσιών, με τη σχεδόν ομόφωνη υποστήριξη του Κοινοβουλίου και χωρίς να περάσει μέσα από νέες εκλογές. Προκειμένου να εξηγηθεί η εξωφρενική αυτή κατάληξη, επιβάλλεται να κάνουμε ένα άλμα τριάντα χρόνων προς τα πίσω.

Στην αρχή της δεκαετίας του 1990, η Ιταλία παύει να είναι το ξεχωριστό παράδειγμα της πλήρους πολιτικής σταθερότητας μεταξύ των δημοκρατικών χωρών. Η Χριστιανική Δημοκρατία, ένας κεντρώος σχηματισμός που υπήρξε στυλοβάτης όλων ανεξαιρέτως των κυβερνήσεων από το 1948, καταρρέει και εξαφανίζεται, όπως και τα κόμματα – σύμμαχοί της. Είναι η συνέπεια, κατά την επικρατούσα άποψη της εποχής, των ερευνών για τη διαφθορά, οι οποίες υποτίθεται ότι θα οδηγούσαν σε μια ευεργετική ανανέωση της πολιτικής τάξης.

Η συνέχεια έδειξε ότι η κρίση ήταν πολύ βαθύτερη. Απηχούσε τη διάρρηξη ενός ιδιαίτερου κοινωνικού συμβιβασμού, που είχε θεμελιωθεί τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 πάνω στην αύξηση του δημόσιου χρέους και την υποβάθμιση των μισθωτών.5 Την ίδια περίοδο, μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, που για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν και πάντα από τη θέση της αντιπολίτευσης, αποτελούσε τον κυριότερο κομμουνιστικό σχηματισμό της Δυτικής Ευρώπης, εισέρχεται σε μια φάση δογματικής αναθεώρησης. Το αποτέλεσμά της θα είναι μια σειρά αλλαγών ονόματος και η προοδευτική προσήλωση στο σύνολο των αναφορών του «τρίτου δρόμου», που διατυπώθηκε θεωρητικά από τον κοινωνιολόγο Άντονι Γκίντενς6 και εκφράστηκε πολιτικά από τον Τόνι Μπλερ στο Ηνωμένο Βασίλειο και τον Μπιλ Κλίντον στις ΗΠΑ.

Η ιστορία που ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είναι εκείνη της απόπειρας να οικοδομηθεί μια δημοκρατία με εναλλαγή δύο πόλων στην εξουσία – και είναι η ιστορία μιας αποτυχίας. Ο κοινωνικός συνασπισμός που υποστηρίζει τις δεξιές δυνάμεις είναι εξαρχής διχασμένος: από τη μια πλευρά βρίσκονται οι κοινωνικές κατηγορίες που συνδέονται με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις του Βορρά, υπέρ των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων και συνταγμένες με τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Από την άλλη, βρίσκονται οι λαϊκές και επισφαλείς τάξεις, με μεγαλύτερη παρουσία στο κέντρο και στον Νότο της χώρας, οι οποίες υποφέρουν από τη λιτότητα που έχει επιβληθεί από τις ευρωπαϊκές συνθήκες.

Η ύπαρξη ενός κοινωνικού μπλοκ ικανού να στηρίξει την Κεντροαριστερά είναι εξίσου υποθετική. Ο «τρίτος δρόμος» δίνει προτεραιότητα στην ισότητα των ευκαιριών έναντι των συνθηκών ζωής και στηρίζεται σε μια τυφλή πίστη στα οφέλη της ελεύθερης αγοράς: η βούληση ανανέωσης της Αριστεράς σύμφωνα με τις συγκεκριμένες αρχές έχει ως κύριο αποτέλεσμα την απομάκρυνση των λαϊκών τάξεων των μισθωτών. Οι αντιφάσεις που υπονομεύουν τους δύο κοινωνικούς συνασπισμούς μεταφράζονται στην ήττα όλων των κυβερνήσεων που διαδέχονται η μία την άλλη από το 1994 έως το 2011, συχνά αποδυναμωμένες από εσωτερικές διαφωνίες και συστηματικά νικημένες στις κάλπες μετά το τέλος της θητείας τους. Έως την τέταρτη κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, που χάνει τη στήριξη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της τον Νοέμβριο του 2011.

Εκείνη την περίοδο, είναι διάχυτη η συναίσθηση της δυσκολίας να διατηρηθεί στη ζωή ένα διπολικό πολιτικό σύστημα. Στο Δημοκρατικό Κόμμα, η γραμμή Μπλερ είναι ευρέως πλειοψηφική: οι προσδοκίες των εργατών θεωρούνται εμπόδιο στον δρόμο του εκσυγχρονισμού της οικονομίας. Η σύγκλιση με το νεοφιλελεύθερο τμήμα της Δεξιάς καθίσταται γεγονός και ανοίγει ο δρόμος για το πείραμα του αστικού μπλοκ.

Έτσι, το αστικό μπλοκ δεν ανταποκρίνεται μόνο σε μια στρατηγική που αποβλέπει στον σχηματισμό μιας ειδικής κοινωνικής συμμαχίας, όπου οι μεσαίες και οι ανώτερες τάξεις, διαιρεμένες μέχρι πρότινος λόγω της διαχωριστικής γραμμής Αριστεράς – Δεξιάς, συσπειρώνονται προκειμένου να στηρίξουν τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις: είναι εξίσου ένα πολιτιστικό και ιδεολογικό σχέδιο που έχει ως στόχο την πλήρη αναδιάρθρωση του πολιτικού χώρου. Ένα σχέδιο που βλέπουμε στην πράξη σε πολλά κράτη και του οποίου η επιτυχία στην Ιταλία ήταν πλήρης. Στη χώρα αυτή, η τοποθέτηση των πολιτικών παραγόντων και οι προσδοκίες των ψηφοφόρων δεν οργανώνονται πια γύρω από τους πόλους της Δεξιάς και της Αριστεράς, αλλά σε έναν χώρο που ορίζεται από τις αντιθέσεις μεταξύ ευρωπαϊστών και εθνικιστών, μεταξύ κηρύκων του κοσμοπολιτισμού και υπερμάχων της εθνικής ταυτότητας, μεταξύ οπαδών της ευρωπαϊκής ομοσπονδοποίησης και προασπιστών της εθνικής κυριαρχίας. Μια μιντιακή εκστρατεία έχει αναλάβει να διαχωρίζει διαρκώς τα «υπεύθυνα» πολιτικά προγράμματα (που συμμορφώνονται δηλαδή με τη νεοφιλελεύθερη μετάβαση) από τις «λαϊκίστικες» θέσεις (χαρακτηρισμός που προορίζεται για όλους εκείνους που της αντιτίθενται).

Με νικητές το Κ5Α και τη Λέγκα, οι βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου 2018 σφράγισαν ταυτόχρονα τόσο την εκλογική αποτυχία του αστικού μπλοκ όσο και την παγίωση της ηγεμονίας του, που μεταφράζεται στην ικανότητα να κατευθύνει τη στρατηγική των αντιπάλων του. Εν όψει της εκλογικής αναμέτρησης, η Λέγκα προέβαλε την (πλαστή) εικόνα ενός κόμματος εθνικιστικού και εναντίον του ευρώ, ενώ το Κ5Α αντιετίθετο στην «κάστα» των πολιτικών και στις προνομιούχες «ελίτ»: τα δύο κινήματα ισχυρίζονταν ότι τοποθετούνταν στον πολιτικό χώρο πέρα από τη Δεξιά και την Αριστερά, όπως ακριβώς είχε οριστεί από το αστικό μπλοκ. Στον έναν από τους πόλους που συνθέτουν τον συγκεκριμένο χώρο βρίσκεται μια σχετικά ομοιογενής συμμαχία, η οποία θεωρεί εαυτήν ανοιχτή, ευρωπαϊστική, προοδευτική και που έχει την τάση να αποκρύπτει τον κατά τ’ άλλα κεντρικό ρόλο της νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης στο πολιτικό σχέδιό της. Όμως, η συγκεκριμένη συμμαχία, το αστικό μπλοκ, είναι κοινωνικά μειοψηφική. Στον αντίθετο πόλο, υπάρχει μια ετερόκλητη κοινωνική πλειοψηφία που συσπειρώνεται με ρευστό τρόπο γύρω από θέματα όπως η απόρριψη της πολιτικής κάστας, η εχθρότητα απέναντι στο ευρώ ή ακόμα και γύρω από έναν εθνικιστικό ζήλο ανάμεικτο με ξενοφοβία.

Η πρώτη κυβέρνηση του Τζουζέπε Κόντε, στηριγμένη στη συμμαχία μεταξύ των δύο νικητών του 2018, έδειξε πόσο δύσκολο είναι να προσδιοριστεί μια στρατηγική διαμεσολάβησης ικανή να μετατρέψει την κοινωνική πλειοψηφία σε συμπαγές μπλοκ. Όμως, η διόλου πιο ένδοξη μοίρα της δεύτερης κυβέρνησης Κόντε (Κ5Α – Δημοκρατικό Κόμμα) αποδεικνύει ότι, όταν υπάρχουν σχέσεις με ηγεμονικές δυνάμεις που οδηγούν στην άρνηση της ουσίας του διαχωρισμού μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, οι πιθανότητες να ανοικοδομηθεί η Αριστερά, έστω και σε μια πολύ ξεθωριασμένη ροζ εκδοχή, είναι σχεδόν μηδενικές.

Έτσι, μέσα στον χώρο ο οποίος οργανώνεται από την ιδεολογία του αστικού μπλοκ, η μόνη συνεκτική πολιτική στρατηγική είναι εκείνη… του αστικού μπλοκ. Τούτο εξηγεί την απροσδόκητη κατάληξη του ιταλικού τρίπρακτου δράματος, με την εθνική ενότητα να οικοδομείται γύρω από ένα κοινωνικά μειοψηφικό φιλελεύθερο και ευρωπαϊστικό πρόγραμμα. Η κατάληξη αυτή, ωστόσο, είναι πρόσκαιρη. Θα ακολουθήσουν κι άλλες πράξεις και οι τάξεις οι θυσιασμένες στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις -τις προηγούμενες και τις επερχόμενες- θα είναι οι πρωταγωνιστές. Με ποιον ρόλο και υπό ποιες μορφές; Είναι πάρα πολύ νωρίς να το πούμε, όπως είναι πάρα πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε εάν αυτές οι τάξεις θα αναζητήσουν μια νέα δημοκρατική οδό μετά τη διάψευση των ελπίδων από ένα εκλογικό αποτέλεσμα που εξέλαβαν, το 2018, ως μεγάλη νίκη, αλλά κατέληξε να φέρει στα πράγματα τον Μάριο Ντράγκι.

Η συνέχεια της ιστορίας θα εξαρτηθεί κατά μεγάλο μέρος από την ικανότητα των παραγόντων που αντιτίθενται στις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις να ξαναφέρουν στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης τις πρακτικές συνέπειες της εφαρμογής τους, όσον αφορά την επισφαλειοποίηση της σχέσης μισθωτής εργασίας, την έκρηξη των ανισοτήτων, τη μείωση της κοινωνικής προστασίας, την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Η αμφισβήτηση της ηγεμονίας του αστικού μπλοκ από εκεί περνά – όπως επίσης και η πραγματική ήττα του.

 

1 Πρβλ. Bruno Amable, Elvire Guillaud et Stefano Palombarini, L’Économie politique du néolibéralisme. Le cas de la France et de l’Italie, Éditions rue d’Ulm, Παρίσι, 2012.

2 Σχετικά με τις στρατηγικές των ιταλικών κομμάτων, πρβλ. «Avec le gouvernement Draghi, le retour paradoxal du bloc bourgeois», Contretemps, 21 Φεβρουαρίου 2021, http://www.contretemps.eu

3 Πρβλ. το διαφωτιστικό πορτρέτο του Ιταλού οικονομολόγου: Lorenzo Zamponi, «Il governo dei Giavazzi», Jacobin Italia, 25 Φεβρουαρίου 2021, https://jacobinitalia.it

4 Η Ιταλία θα λάβει μεταξύ 2021 και 2026 μια επιχορήγηση 82 δισεκατομμυρίων ευρώ από ένα ταμείο στο οποίο οφείλει να συνεισφέρει 40 δισεκατομμύρια: άρα η καθαρή επιχορήγηση θα είναι 42 δισεκατομμύρια. Για τα ενδεχόμενα δάνεια (127 δισ.), η βοήθεια θα αντιστοιχεί στην εξοικονόμηση των επιτοκίων, που εξαρτώνται από την εξέλιξη της απόκλισης μεταξύ των επιτοκίων της Ιταλίας και εκείνων με τα οποία θα δανείζεται η Κομισιόν. Σε όλα τα υποθετικά σενάρια, αυτή η εξοικονόμηση δεν ξεπερνά τα 24 δισ. ευρώ. Οι υπολογισμοί αυτοί παρουσιάζονται στο Emiliano Brancaccio και Riccardo Realfonzo, «Draghi’s plan needs less Keynes, more Schumpeter», «Financial Times», Λονδίνο, 12 Φεβρουαρίου 2021.

5 Πρβλ. La Rupture du compromis social italien. Un essai de macroéconomie politique, CNRS Éditions, Παρίσι, 2001.

6 Anthony Giddens, Beyond Left and Right: The Future of Radical Politics, Stanford University Press, 1994.

* O Stefano Palombarini είναι λέκτορας στο πανεπιστήμιο Paris 8 

ΜΟΝDE DIPLOMATIQUE