Γεράσιμος Μοσχονάς*
Στο Μάτι, όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Κατακλυσμικά. Και η τελική αποτυχία, με 102 νεκρούς και πολλούς επικοινωνιακούς ακροβατισμούς, φάνηκε απόλυτη. Και πολιτικά ήταν. Εφέτος, τα πύρινα μέτωπα ήταν πολλά, διήρκεσαν πολύ, οι άνεμοι δεν ήταν βίαιοι. Υπήρξε καλύτερη κινητοποίηση των αστυνομικών δυνάμεων (κυρίως στην οργάνωση των εκκενώσεων) σε σχέση με το 2007 και το 2018. Τα δε παρατεταμένα μέτωπα δημιούργησαν την αίσθηση ότι οι δυνάμεις της πυρόσβεσης δίνουν μάχη. Ήταν παρούσες, ή περίπου, στον πόλεμο, με την εξαίρεση φυσικά της Εύβοιας. Ίσως η κινητοποίηση των δυνάμεων πυρόσβεσης να ήταν καλύτερη από ό,τι στο παρελθόν. Δεν είμαι ειδικός.
ΑΝΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΤΕΣ
Ωστόσο, σε ότι αφορά την αποτελεσματικότητα, οι καθυστερήσεις, οι αστοχίες και οι αποτυχίες ήταν ιδιαίτερα μεγάλες. Οι μαρτυρίες από τα πεδία της φωτιάς υπήρξαν τόσο πολλές και τόσο συστηματικά συγκλίνουσες ώστε να μην επιτρέπεται να αγνοηθούν. Όπως και οι μαρτυρίες έγκυρων και έμπειρων δημοσιογράφων (όπως ο Τάσος Τέλλογλου και ο Βασίλης Λαμπρόπουλος). Όπως και οι γνώμες ανθρώπων που γνωρίζουν τη φωτιά. Η δε Εύβοια θυσιάστηκε. Για την έλλειψη μακράς πνοής στρατηγικών πρόληψης, ας μην αναφερθώ, έχουν γράψει εκτεταμένα οι ειδικοί.
Ο Sorel είχε πει πως οι ορθόδοξοι μαρξιστές «κάνουν εξαιρετικές [extraordinary] ασκήσεις φαντασίας για να μην δουν αυτό που είναι καθαρό σε όλους». Αυτό περίπου έκαναν πολλοί αριστεροί αναλυτές το 2018, μετά την τραγωδία στο Μάτι. Στις πρόσφατες πυρκαγιές, την ίδια επιείκεια, τηρουμένων των αναλογιών (δεν υπήρξαν νεκροί – κεφαλαιώδης διαφορά), έδειξαν οι αναλυτές της «άλλης πλευράς». Πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, συγγραφείς κλπ., τοποθετούμενοι δεξιά και εν μέρει αριστερά του κέντρου, συνήθως εκσυγχρονιστές, μεταρρυθμιστές και ευρωπαϊστές, άλλοι νεοφιλελεύθεροι και άλλοι λιγότερο, υπήρξαν ιδιαίτερα ήπιοι απέναντι στα τεράστια ελλείμματα επίδοσης του κρατικού μηχανισμού.
Η στάση τους εκπλήσσει λίγο περισσότερο από ότι η αντίστοιχη στάση των αριστερών σχολιαστών. Οι αριστεροί, στο μέτρο που διαμόρφωσαν τις ιδέες τους στις δεκαετίες 1990 και 2000, επηρεασμένοι από την τότε επέλαση του αντι-κρατικού οικονομικού φιλελευθερισμού, υιοθέτησαν αμυντική στάση, υπερασπιζόμενοι οτιδήποτε κρατικό. Γενικότερα, υποτίμησαν τον στόχο της κρατικής μεταρρύθμισης. Στο όνομα του αντι-νεοφιλελευθερισμού και ευρύτερων ριζοσπαστικών στόχων, αντιμετώπιζαν τις νοσηρές ανεπάρκειες και τη μεταρρύθμιση του ελληνικού δημόσιου τομέα σαν «ταπεινά» και «ρεφορμιστικά» θέματα συγκρινόμενα με τους δικούς τους, όποιοι και όσο σεβαστοί και αν ήταν αυτοί, «υψηλούς» αντισυστημικούς στόχους.
H πλειοψηφία όμως των αναλυτών και θεωρητικών της «άλλης πλευράς», νεοφιλελεύθερων και μη – πλειοψηφία που στήριξε, περισσότερο από τον μέσο όρο, τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Ελλάδας ή την άποψη «χρειαζόμαστε μια κανονική χώρα» – ήταν συχνά (όχι πάντα) στην πρωτοπορία της ανάδειξης των κρατικών αδυναμιών και της μεταρρύθμισης των κρατικών δομών. Στη μεγαλύτερη περίοδο της μεταπολίτευσης, οι πνευματικοί εκφραστές του εκσυγχρονιστικού/μεταρρυθμιστικού/ ευρωπαϊκού ρεύματος (τους διαχωρίζω από τις κεντρικές κομματικές εκπροσωπήσεις του ιδίου ρεύματος, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, οι οποίες αποδείχτηκαν παραγωγοί καταστροφής – βλ. χρεοκοπία) ήταν, ακριβώς γιατί εμπνέονταν από δυτικά πρότυπα, πιο μεταρρυθμιστές στο θέμα των κρατικών δομών και δράσης από αντίπαλα ρεύματα.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΕΡΟΛΗΨΙΑ: ΚΑΤΕΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΗΧΗ
Σήμερα, η sotto voce προσέγγιση στο εσωτερικό αυτού του (ετερόκλητου) ρεύματος δίνει τον τόνο. Εξαιρετικές γραφίδες, διεισδυτικές και αιχμηρές (από τις οποίες μαθαίνω, παρότι συχνά διαφωνώ μαζί τους), έδωσαν έμφαση στη κατανόηση των δυσκολιών, στην αξιοδότηση των εκκενώσεων και στους εξωγενείς παράγοντες (κλιματική αλλαγή, καύσωνας στην Μεσόγειο). Τίποτε εκ των ανωτέρω δεν είναι λάθος. Ελάχιστα όμως λόγια για την αναποτελεσματικότητα της πρόληψης και πυρόσβεσης. Ελάχιστα λόγια για τις οικολογικές και κοινωνικές παρενέργειες των εύκολων εκκενώσεων. Λέξη (ή σχεδόν λέξη) – κατά τη γνώμη μου: όχι τυχαία – για την κενή συγγνώμη του πρωθυπουργού. Από αυτή την ομάδα, που έτεινε, από κουλτούρα, να δίνει έμφαση στους ενδογενείς παράγοντες μιας κρίσης (βλ. κρίση χρέους), τα παραπάνω εκπλήσσουν. Εκπλήσσουν πολύ.
Εξηγείται από ideational factors η σημερινή στάση επιείκειας; Αποτελεί πολύ ισχυρή συνιστώσα της βαθιάς ταυτότητας αυτού του ρεύματος η κριτική στις αδυναμίες του κράτους και στη «καθυστέρηση» και «αγκυλώσεις» της κοινωνίας για να αποδοθεί η επιείκεια σε αλλαγή αντίληψης. Βλέπουν «κάτι» [=πολύ καλή διαχείριση] που οι πολλοί δεν βλέπουν; Ή κάνουν, κατά Σορέλ, «ασκήσεις φαντασίας» για να μην δουν αυτό που οι πολλοί βλέπουν; Μάλλον η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Αναμφίβολα, θεωρούν τη διαχείριση της παρούσας κρίσης αποτελεσματικότερη από την ολέθρια του 2018. Με δεδομένο ωστόσο το τεράστιο μέγεθος της φετινής οικολογικής καταστροφής, κατεβάζουν υπερβολικά τον πήχη. Αυτό ονομάζεται πολιτική μεροληψία. Νομίζω πως, αν στην εξουσία ήταν σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ, οι ίδιοι άνθρωποι θα έγραφαν, μετά μια τόσο μεγάλη οικολογική καταστροφή, εξόχως αιχμηρά και πλήρη ειρωνείας σχόλια. Ο πολιτικός σαρκασμός θα ήταν κατεδαφιστικός. Ο πήχης θα ήταν υψηλά.
Και κάτι επιπλέον. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα πού ιστορικά έδωσε μεγάλη έμφαση στην οικολογία και είδε τα πρώτα ισχυρά σημάδια της μελλοντικής ανοδικής πορείας του μετά τις φωτιές της Πάρνηθας του 2007, παίζει χωρίς δίχτυ ασφαλείας στο θέμα των πυρκαγιών. Η τραγωδία στο Μάτι (αλλά και το δράμα της Μάνδρας), όπως και η μη πραγματική ανάληψη πολιτικής ευθύνης από τους τότε κυβερνώντες, δεν επιτρέπει στον ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει πλεονέκτημα στο θέμα των πυρκαγιών. Σε αυτή τη θεματική είναι από κάτω. Και θα είναι από κάτω όσο η μνήμη του 2018 παραμένει ενεργή. Αυτό κανονικά θα έπρεπε να διευκολύνει τους αντι-ΣΥΡΙΖΑ παρατηρητές να ασκήσουν «πιο άνετα» κριτική στα διαχειριστικά πεπραγμένα της σημερινής κυβέρνησης. Και, βέβαια, να διευκολύνει τους φίλους του ΣΥΡΙΖΑ να κρίνουν με λίγο μεγαλύτερη απόσταση τις διαχειριστικές ανεπάρκειες της ΝΔ. Ούτε το ένα ούτε το άλλο συνέβη.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΝΟΧΗ ΚΑΙ ΕΜΠΝΕΟΥΣΕΣ ΑΞΙΕΣ
Η πολιτική και πνευματική συνοχή δεν ταυτίζονται. Και συνδυάζονται δύσκολα. Σήμερα η δύναμη του πολιτικού, όπως και τότε, στη κατακλυσμική στιγμή του Ματιού, αποδείχτηκε πιο σημαντική από τη δύναμη των ιδεών. Για όσες και όσους ασκούν μια μορφή πνευματικού επαγγέλματος και ταυτόχρονα παρεμβαίνουν πολιτικά (μέσω και λόγω της ιδιότητάς τους αυτής), το ζητούμενο δεν είναι η αξιακή ουδετερότητα (δεν είμαστε στο πανεπιστήμιο) αλλά το αντίθετο: η απόδοση καίριας προτεραιότητας στις εμπνέουσες αξίες. Η αποτυχία των διανοουμένων του ΣΥΡΙΖΑ, αποτυχία συνδεόμενη με το στενό παραταξιακό πνεύμα που επέδειξαν στην περίοδο μετά το 2012, θα έπρεπε να αποτελέσει μάθημα για το νέο πνευματικό milieu που σήμερα αναπτύσσεται στις παρυφές της ΝΔ. Το μήνυμα δεν ελήφθη από τους περισσότερους εξ αυτών που το συναπαρτίζουν.
Η συνοχή που υπακούει περισσότερο σε πολιτικά κριτήρια έχει αποκτήσει, όπως και στην περίοδο ΣΥΡΙΖΑ, προβάδισμα απέναντι στη συνοχή των ιδεών. Προς βλάβη όλων μας.