“Πυρετό” στην παγκόσμια οικονομία προκαλεί ο κορονοϊός

Posted on 01 Μαρτίου, 2020, 4:58 μμ
17 secs

Στα 5 τρισ. δολάρια παγκοσμίως ανέβηκαν οι συνολικές απώλειες στην οικονομία αυτήν την εβδομάδα. Το πρακτορείο Bloomberg από την πλευρά του ανεβάζει την χρηματιστηριακή αξία που έχει εξανεμιστεί από τις 20 Ιανουαρίου -δηλαδή από την στιγμή που οι κινεζικές αρχές επιβεβαίωσαν τη μετάδοση του κορονοϊού από άνθρωπο σε άνθρωπο- σε πάνω από 6 τρισ. δολάρια.

Η μεγαλύτερη από 10% πτώση που κατέγραψε αυτήν την εβδομάδα η Wall Street – όπως και η πλειονότητα των άλλων αγορών του πλανήτη- θεωρείται η ταχύτερη βουτιά που έχει σημειωθεί ποτέ στην Ιστορία και βέβαια η μεγαλύτερη μετά το κραχ του 2008 και την κατάρρευση της Lehman Brothers.

Ο πανικός κυριάρχησε στην αγορά καθώς οι επενδυτές προσπαθούσαν να αποτιμήσουν μέχρι πού θα φτάσει η βαλίτσα με τον κορονοϊό. Κανείς δεν γνωρίζει τι πραγματικά συμβαίνει αυτή τη στιγμή στις ΗΠΑ και σε όλες τις μεγάλες οικονομίες -εκτός Ασίας- και έτσι ο πανικός είναι πολύ εύκολο να εξαπλωθεί.

Πόσο μάλλον όταν τις προηγούμενες μέρες μεγάλα ονόματα του παγκόσμιου επιχειρείν μπήκαν στην αυξανόμενη λίστα με τις εταιρίες που προειδοποιούν για σοβαρές επιπτώσεις στα κέρδη και τη δραστηριότητα τους εξαιτίας του κορονοϊού.

Μεταξύ αυτών οι Microsoft, PayPal and Standard Chartered προέβλεψαν απογοητευτικά κέρδη, η Facebook ακύρωσε ετήσιο συνέδριό της στην Καλιφόρνια όπου συνήθως ανακοινώνει τα νέα της προϊόντα, η Goldman Sachs προειδοποίησε για μηδενική κερδοφορία των αμερικανικών επιχειρήσεων φέτος, η Aston Martin προέβλεψε πτώση πωλήσεων και διακοπή της αλυσίδας εφοδιασμού, η ABInBev, παραγωγός της γνωστής μπίρας Budweiser, ανακοίνωσε ζημιές 170 εκατ. δολαρίων, η L’Oreal απαγόρεψε τα ταξίδια στους 86.000 υπαλλήλους της και η Crocs εκτιμά ότι θα έχει απώλειες εσόδων 30 εκατ. δολαρίων.

Νωρίτερα σε ανάλογες προειδοποιήσεις για το κόστος της επιδημίας είχαν προβεί επιχειρηματικοί κολοσσοί, όπως οι Apple, McDonalds και Starbucks, αλλά και ολόκληροι κλάδοι όπως ο τουριστικός, οι μεταφορές και οι αυτοκινητοβιομηχανίες.

Την ίδια στιγμή οι εκτιμήσεις για μια γρήγορη ανάκαμψη από το επόμενο τρίμηνο -που κυριάρχησαν στην αρχή της εκδήλωσης του κορονοϊού στην Κίνα- σπανίζουν όλο και περισσότερο πια. Αντίθετα, η αναπόφευκτη όπως φαίνεται πανδημία κάνει αρκετούς να μιλούν για σοβαρές αναταράξεις στο παγκόσμιο εμπόριο, τις αγορές και τα νομίσματα σε επίπεδο ανάλογο με αυτό που η παγκόσμια οικονομία βίωσε στην τελευταία κρίση της μετά το κραχ του 2008. Καθώς το χρέος των επιχειρήσεων αγγίζει τα 13 τρισ. δολάρια, ο μεγάλος φόβος που υπάρχει πλέον είναι η αδυναμία αποπληρωμής ή αναχρηματοδότησης και τα πιθανά «κανόνια». Σε μια τέτοια περίπτωση η κρίση θα περάσει και στις μεγάλες τράπεζες του πλανήτη επαναφέροντας μέρες του 2008.

Σε αντίθεση με τότε, οι κεντρικές τράπεζες δείχνουν σήμερα αδύναμες να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις που θα προκληθούν από το στοπ τόσο πολλών επιχειρήσεων. Οσες φορές και να μειώσει ακόμα τα ήδη μηδενικά της επιτόκια τη ΕΚΤ ή η αμερικανική FED, τα δικά της δεν μπορούν να αναστρέψουν το σοκ που θα υποστούν οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού στην περίπτωση πανδημίας. Η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να κρατήσει ανοιχτά τα εργοστάσια και τα καταστήματα που κλείνουν λόγω της επιδημίας.

Ανάλογη αδυναμία εμφανίζουν όμως και οι κυβερνήσεις. Εκτός τόπου και χρόνου, απόλυτα «κολλημένος» με την υστεροφημία της θητείας του και την επανεκλογή του, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ χαιρέτισε την περασμένη Τετάρτη την «τεράστια επιτυχία» στον περιορισμό του… ιού. Λίγο μετά η πρώην πρόεδρος της αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, Τζάνετ Γέλεν, τον προσγείωνε, προειδοποιώντας ότι η αμερικανική οικονομία θα μπορούσε να διολισθήσει φέτος σε ύφεση.

Στην Ευρώπη ενδεικτική είναι η στάση της γερμανικής κυβέρνησης. Σοσιαλδημοκράτες και Χριστιανοδημοκράτες του κυβερνητικού συνασπισμού τσακώνονταν εδώ και εβδομάδες για το πώς θα διαθέσουν το πλεόνασμα-ρεκόρ, προκειμένου να δοθεί ώθηση στη λιμνάζουσα οικονομία της Γερμανίας. Οι πρώτοι ήθελαν να διατεθεί σε μορφή φοροελαφρύνσεων -προς χάριν υψηλών εισοδημάτων και επιχειρήσεων- ενώ οι δεύτεροι σε δαπάνες για υποδομές. Απ’ ό,τι φαίνεται επικρατεί η πρώτη επιλογή.

ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

...