Με δήλωσή το, μέσω του Αθηναϊκού – Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων ο Αρχιεπίσκοοπος παρεμβαίνει στο ζήτημα της συνάθροισης στις εκκλησίες, χωρίς ωστόσο να δίνει μια λύση, αλλά αναφερόμενος στην ουσία στο αίσθημα ευθύνης των πολιτών.

Ο κ. Ιερώνυμος όπως και η πολιτεία αντί να κάνουν ξεκάθαρο ότι το μέτρο της μη συνάθροισης σε κλειστούς χώρους, αφορά όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, μέχρι να ξεπεραστεί η κρίση του κορονοϊού, αφήνουν στους πιστούς να κρίνουν από μόνοι τους αν θα πρέπει να ασκήσουν το δικαίωμα της προσευχής στο χώρο της εκκλησίας.

Αντί αυτού ο Αρχιεπίσκοπος τονίζει στο μήνυμά του ότι: “Η εκκλησία ούτε μετρητή πίστης διαθέτει ούτε οι κληρικοί μας τηρούν “παρουσιολόγιο” στους Ιερούς Ναούς. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ζουν και ενεργούν σε πνεύμα ελευθερίας του προσώπου, διαθέτοντας, ταυτόχρονα, ανεπτυγμένο το αίσθημα τόσο της εθνικής όσο και της ατομικής ευθύνης”.

Αναλυτικότερα, η δήλωση του Προκαθημένου της Ελλαδικής Εκκλησίας έχει ως εξής:

«Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, με αίσθημα ευθύνης έναντι του Θεού και του ελληνικού λαού, στάθηκε από την πρώτη στιγμή αρωγός και συμπαραστάτης στην εθνική προσπάθεια αποτροπής της εξάπλωσης του κορονοϊού, ενημερώνοντας, σύμφωνα με τις οδηγίες της Πολιτείας, τους πολίτες. Επίσης, από την πρώτη στιγμή, τάχθηκε πλήρως με τις αποφάσεις των αρμοδίων υπευθύνων κρατικών φορέων σχετικά με τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προφύλαξη της δημόσιας υγείας, αποφάσεις τις οποίες εφάρμοσε και εφαρμόζει.

Η Εκκλησία μας όλους τους αγκαλιάζει, όλους τους αγαπά και για όλους προσεύχεται. Ούτε μετρητή πίστης διαθέτει ούτε οι κληρικοί μας τηρούν “παρουσιολόγιο” στους Ιερούς Ναούς. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ζουν και ενεργούν σε πνεύμα ελευθερίας του προσώπου, διαθέτοντας, ταυτόχρονα, ανεπτυγμένο το αίσθημα τόσο της εθνικής όσο και της ατομικής ευθύνης. Και για την Εκκλησία μας, είναι προφανές ότι όσοι ανθρωπίνως ανησυχούν και φοβούνται και όσοι ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού είναι το ίδιο πιστοί Χριστιανοί με όλους τους υπόλοιπους.

Η Εκκλησία μας ουδέποτε στάθηκε απέναντι στην Επιστήμη και ουδέποτε επιχείρησε να την υποκαταστήσει. Όμως, ούτε η Επιστήμη επιχείρησε ποτέ να υποκαταστήσει την Εκκλησία στα θέματα Πίστης.

Προκαλεί, πάντως, αφάνταστη λύπη και βαθιά πικρία η απόπειρα ορισμένων, δήθεν ελιτίστικων, κέντρων που αγνοούν και τα στοιχειώδη της Πίστεως και τα δεδομένα της ελληνικής πραγματικότητας, να μετατοπίσουν, δολίως και τεχνηέντως, τη συζήτηση σε καθαρά πνευματικά ζητήματα, διότι προφανώς αυτοσυντηρούνται ή δικαιολογούν την ύπαρξή τους από διχαστικές λογικές, οι οποίες τορπιλίζουν την ίδια την εθνική συναίνεση και ομοψυχία, που η Πατρίδα μας, αυτές τις στιγμές, έχει τόσο ανάγκη».