Την άποψη πως το λεγόμενο «Νέο Σχολείο», δηλαδή το νομοσχέδιο της Νίκης Κεραμέως για την Παιδεία, είναι ένας «κολοσσιαίων διαστάσεων αναχρονισμός και για αντιμεταρρύθμιση ολκής», καταθέτει μιλώντας στο Newsbomb.gr ο Νίκος Φίλης, υποστηρίζοντας πως επιστρέφει την εκπαίδευση στη χαμηλής ποιότητας κατάρτιση και την παιδική εργασία από τα 15.

Ο πρώην υπουργός και νυν τομεάρχης Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ, υποστηρίζει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι εκείνος που προσπαθεί να «δυναμιτίσει και να σαμποτάρει την ενότητα του ελληνικού λαού μπροστά στον κοινό αγώνα του εμβολιασμού και της οικοδόμησης του ασφαλούς υγειονομικού τείχους», ενώ τον καλεί να σταματήσει να επενδύει στο δίπολο εμβολιασμένοι-ανεμβολίαστοι και να ψάξει αλλού για διαχωριστικές γραμμές, αν όντως θέλει να πάει σύντομα σε εκλογές.

Σε ότι αφορά το πολιτικό πεδίο, ο Νίκος Φίλης τονίζει πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει κάθε τρόπο να «κόψει τον όποιο ομφάλιο ρόλο με την πολιτική των μνημονίων», γιατί, αλλιώς, σημειώνει «κινδυνεύουμε να γίνουμε ουρά της ΝΔ σε διάφορα ζητήματα (εξοπλισμοί, Ελληνικό, Fraport κλπ). Κι έτσι αντί να είμαστε στραμμένοι προς τον αντίπαλο, να ψηφίζουμε μαζί του σε κρίσιμα ζητήματα».

Αναλυτικά η συνέντευξη του Νίκου Φίλη στο Newsbomb.gr

  • Κύριε Φίλη, πριν από μερικές ημέρες, η υπουργός Παιδείας παρουσίασε το νομοσχέδιο για το λεγόμενο «Νέο Σχολείο». Ποια είναι η πρώτη σας τοποθέτηση ως προς αυτή τη κυβερνητική πρωτοβουλία;

Νέες ρυθμίσεις για την επιστροφή στο παλιό κακό σχολείο του αυταρχισμού, του ασφυκτικού κομματικού ελέγχου και των διαρκών αποκλεισμών. Με κεντρικό στόχο τον εξοβελισμό από την εκπαίδευση κάθε δημοκρατικής-συμμετοχικής διαδικασίας με άξονα τη λειτουργία του Συλλόγου Διδασκόντων και του Σχολικού Συμβουλίου, που αντικαθίστανται από την «ενός ανδρός αρχή» ή και γυναικός εν προκειμένω. Αναφέρομαι στον κεντρικό ρόλο που το νομοσχέδιο αυτό επιφυλάσσει στον Διευθυντή – «δερβέναγα» και απόλυτο κύριο του σχολείου. Αλλά και σε μια σειρά άλλους μονοπρόσωπους, μονοκομματικά ελεγχόμενους και ιεραρχικά αλληλοεξαρτώμενους θεσμούς ασφυκτικής επιτήρησης και ελέγχου των σχολείων και των εκπαιδευτικών, υπό τον μανδύα της αξιολόγησης. Ακόμη και η επιμόρφωση αντί δικαιώματος του συνόλου των εκπαιδευτικών, στο νομοσχέδιο παρουσιάζεται ως «ποινή» για όσους/ες καταταγούν χαμηλά στην τετραβάθμια κλίμακα ποσοτικής και όχι περιγραφικής αξιολόγησης που καθιερώνεται.

 

Επιστροφή, λοιπόν, με νεογλωσσικούς μοντερνισμούς και hi-tech περιτυλίγματα (περί “μεντόρων”, εποπτών, ανεστραμμένης τάξης, ψηφιακής αναβάθμισης, πολλαπλού βιβλίου κλπ) στο σχολείο του `50 και του ` 60, στον «επιθεωρητισμό» και στον άκρατο ανταγωνισμό, που το δημόσιο σχολείο είχε αποβάλει μετά τη δημοκρατική Μεταπολίτευση.

Πρόκειται για κολοσσιαίων διαστάσεων αναχρονισμό και για αντιμεταρρύθμιση ολκής. Επιστρέφει αναπαλαιωμένο το συντηρητικό και έμπλεο ανισοτήτων και διακρίσεων σχολείο, που περιγράφεται στο «Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο», όπου «ξύλο» και «κόλαση», δυστυχώς, θα είναι πλέον μια σειρά από ψηφιακά μέσα φακελώματος του φρονήματος και των επιδόσεων των εκπαιδευτικών και των μαθητών. Το ίδιο ο διαχωρισμός των σχολείων σε «καλά», «μέτρια» και «κακά», ανεξαρτήτως κοινωνικοοικονομικών παραμέτρων.

Έτσι, ώστε, αφού η περίφημη «αυτονομία» συνδεθεί με την αυτοχρηματοδότηση των σχολείων σε βάρος της δημόσιας χρηματοδότησης, η οποία θα βαίνει μειούμενη και θα συνδέεται με τις επιδόσεις κάθε σχολείου, να μπει τέλος σε μια μεγάλη κατάκτηση που είναι το δημόσιο σχολείο της γειτονιάς. Δημιουργείται στη θέση του το «σχολείο της αγοράς». Γι’ αυτό το νέο διοικητικό μοντέλο της εκπαίδευσης προσομοιάζει με την οργάνωση εμπορικών αλυσίδων και υποκαταστημάτων. Ακόμη και οι τάξεις των «μαθητών-πελατών» προτείνεται να οργανώνονται όχι τυχαία με βάση το πρώτο γράμμα του επωνύμου, αλλά, σε σχέση με το μορφωτικό επίπεδο ή άλλο (ακόμη και ρατσιστικού χαρακτήρα) κριτήριο.

Διακρίσεις, φραγμοί, διαρκής ανταγωνισμός, πολλαπλασιασμός του εξεταστικού φορτίου με στόχο τη γιγάντωση των ανισοτήτων και την καθίζηση του συνολικού μορφωτικού κεφαλαίου της χώρας, σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες και στις χώρες του ΟΟΣΑ. Η νέα Δεξιά, πιο παλιά από τη ΝΔ της Μεταπολίτευσης, επαναφέρει το μοντέλο της «φτηνής» ανάπτυξης και της καπιταλιστικής κερδοφορίας που θα βασίζεται στην εκμετάλλευση ενός εργατικού δυναμικού, χαμηλής ειδίκευσης και εξαθλιωμένων συνθηκών εργασίας, όπως είδαμε πρόσφατα με το νόμο Χατζηδάκη. Αυτό αποτυπώνεται στις «μεταρρυθμίσεις» που με κατεδαφιστικό οίστρο φέρνει η ΝΔ στην εκπαίδευση.

  • Αν καταλαβαίνω καλά, εκτιμάτε ότι βρίσκεται στην ίδια κατεύθυνση με τις πρόσφατες αλλαγές στη τριτοβάθμια εκπαίδευση;

Βέβαια, όλα είναι μια αλυσίδα με στόχο την ανακατεύθυνση της εκπαίδευσης και των πόρων προς δύο μεγάλες κατευθύνσεις. Πρώτον: την χαμηλής ποιότητας κατάρτιση και την παιδική εργασία από τα 15, πριν ο έφηβος αποκτήσει στέρεη γνώση και συνείδηση των δικαιωμάτων του ως πολίτης. Γι’ αυτό βάζουν τις επιχειρήσεις τόσο έντονα στο παιχνίδι της κατάρτισης και φέρνουν στο Λύκειο την Τράπεζα Θεμάτων για να αποθαρρυνθούν να συνεχίσουν οι μέτριοι και οι αδύνατοι μαθητές, από τα πιο χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Αδιαφορούν για την τύχη αυτών των παιδιών. Θυμηθείτε με, θα οδηγήσουν έτσι στη σχολική εγκατάλειψη, την οποία με επαίνους από την Ε.Ε. είχε σχεδόν μηδενίσει η Ελλάδα επί κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ.

Δεύτερον: τη θεσμική ενδυνάμωση των Κολλεγίων που απέκτησαν de facto καθεστώς ισότιμο με τα δημόσια Πανεπιστήμια, ώστε, σε συνδυασμό με το νέο σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ, να οδηγούνται εκεί δεκάδες χιλιάδες υποψήφιοι κάθε χρόνο και να «αρμέγουν» οι ιδιοκτήτες τους τις οικογένειες, προσφέροντας, σπουδές κατά πολύ υποδεέστερες των δημόσιων Πανεπιστημίων, αφού τα Κολλέγια βρίσκονται ως και χιλιάδες θέσεις χαμηλότερα από αυτά στις διεθνείς ακαδημαϊκές αξιολογήσεις. Αυτή η κυβέρνηση κάνει κακής ποιότητας business σε όλα τα επίπεδα, αλλά ειδικά στο χώρο της Παιδείας τα deals του κ. Μητσοτάκη με την καταποντισμένη στις μετρήσεις της κοινής γνώμης κυρία Κεραμέως, είναι πραγματικά εξοργιστικά.

  • Δηλαδή, τι πρέπει να γίνει για να αναβαθμιστεί η δημόσια Παιδεία;

Ο ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας ως στρατηγική επιλογή την κοινωνία της γνώσης και την οικονομία της ισχυρής προστιθέμενης αξίας, προτείνει την αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης της εκπαίδευσης στο μέσο ευρωπαϊκό όρο, του 4,5% του ΑΕΠ. Αγωνίστηκε επίσης ως κυβέρνηση και πέτυχε τους 15.000 διορισμούς που με τεράστια καθυστέρηση και μετά την έντονη πίεση που ασκήσαμε υλοποιεί επιτέλους η κυβέρνηση. Χρειάζεται, μετά την εμπειρία της πανδημίας γενναία ενίσχυση του μόνιμου ανθρώπινου δυναμικού της εκπαίδευσης, ενώ πρέπει να τεθεί το ζήτημα της μισθολογικής καθήλωσης των εκπαιδευτικών σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, σε συνάρτηση βέβαια με το σύνολο του δημόσιου τομέα.

Σε συνθήκες διαρκούς υγειονομικής κρίσης και συναγερμού, οφείλουμε να ανασχεδιάσουμε τις εκπαιδευτικές μας δομές και να αξιοποιήσουμε σε αυτή την κατεύθυνση τους ευρωπαϊκούς πόρους και ειδικά το Ταμείο Ανάκαμψης. Να γίνει πράξη η 14χρονη εκπαίδευση. Να εκπονηθούν ή να αναμορφωθούν σε όλες τις βαθμίδες τα Προγράμματα Σπουδών. Να εκδοθούν τα νέα βιβλία και τα κατάλληλα συμπληρωματικά της διά ζώσης διδασκαλίας ψηφιακά μέσα και ο απαραίτητος εργαστηριακός εξοπλισμός.

Να επανέλθει η Κοινωνιολογία, οι Πολιτικές Επιστήμες και τα Καλλιτεχνικά Μαθήματα, καθώς και τα νέα αναλυτικά προγράμματα στην Ιστορία και τα Θρησκευτικά, που έριξε στην πυρά η ΝΔ και η Ιεραρχία. Να ισχύσει το αξιοκρατικό σύστημα διοίκησης της εκπαίδευσης που είχε καθιερώσει ο ΣΥΡΙΖΑ, μακριά από πελατειακά και κομματικά πρότυπα, καθώς και το εξεταστικό σύστημα με την ελεύθερη πρόσβαση σε σημαντικό αριθμό τμημάτων που εμείς καθιερώσαμε, ενδυναμώνοντας το απολυτήριο Λυκείου. Να συνεχιστεί η ενίσχυση των ΕΠΑΛ, του θεσμού της Μαθητείας που εμείς δημιουργήσαμε. Να λειτουργήσουν τα διετή Προγράμματα Τεχνικής Εκπαίδευσης στα ΑΕΙ που ο ΣΥΡΙΖΑ θέσπισε. Να επανέλθει η Έρευνα στο Υπουργείο Παιδείας και να ενισχυθούν πρωτοποριακοί θεσμοί του ΣΥΡΙΖΑ, όπως το ΕΛΙΔΕΚ για την ανάσχεση του brain drain.

Στον τομέα της μάχης για το κλίμα και την υγειονομική ασφάλεια και ανθεκτικότητα που πρέπει να διαπερνά όλες τις πολιτικές. Να εκσυγχρονίσουμε και να μεταβάλλουμε ενεργειακά τα σχολικά κτίρια. Να μειώσουμε τον αριθμό των μαθητών ανά τάξη. Να φτιάξουμε ένα μεγάλο πρόγραμμα φοιτητικών εστιών. Να στήσουμε εθνική υποδομή τηλεκπαίδευσης κι όχι σε μια άλλη κρίση να εξαρτώμαστε από την κάθε Cisco. Οφείλουμε, αντί για αστήρικτους πανηγυρισμούς ότι δήθεν πέτυχε η τηλεκπαίδευση να αναγνωρίσουμε ότι δύο σχολικές χρονιές πήγαν άσχημα για εκατομμύρια παιδιά. Ότι υπάρχουν τεράστια μορφωτικά κενά και ταυτόχρονα μεγάλα ψυχοκοινωνικά προβλήματα στους μαθητές. Αυτά πρέπει να αντιμετωπίσουμε με επιμονή και σχέδιο, κι όχι να εξαντλεί η κυβέρνηση το δυναμισμό της για νεοφιλελεύθερους πειραματισμούς πάνω στα ερείπια που προκαλεί η κρίση. Αυτό είναι το επείγον σε όλες τις χώρες του κόσμου, όπως επισήμανε πρόσφατα «τραβώντας κυβερνητικά αυτιά» ο Αντρέα Σλάιχερ, υψηλόβαθμο στέλεχος του ΟΟΣΑ στον τομέα της εκπαίδευσης.

  • Με τη πανδημία να μην υποχωρεί, ο πρωθυπουργός, με συνέντευξη του στη «Καθημερινή» κατηγόρησε την αντιπολίτευση για «υγειονομικό σαμποτάζ». Πως απαντάτε σε αυτή τη βαριά κατηγορία;

Σωστά ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ δεν απάντησε στους ίδιους τόνους, αλλά, με την παρέμβασή του ο Πρόεδρός του Αλέξης Τσίπρας έκλεισε το λάκκο του διχασμού που προσπάθησε να σκάψει ο κ. Μητσοτάκης. Το ενωτικό κάλεσμα του Αλέξη Τσίπρα και η εκστρατεία του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ υπέρ των εμβολιασμών, έκαψαν το φυτίλι με το οποίο ο κ. Μητσοτάκης επιχείρησε να δυναμιτίσει και να σαμποτάρει την ενότητα του ελληνικού λαού μπροστά στον κοινό αγώνα του εμβολιασμού και της οικοδόμησης του ασφαλούς υγειονομικού τείχους. Αγώνα στον οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη βαθμολογείται με πολύ χαμηλό βαθμό, εξ ου και η πρωθυπουργική επιθετικότητα στην «Καθημερινή».

Αν αληθεύει ότι ο κ. Μητσοτάκης, προβληματίζεται εάν θα κάνει πρόωρες εκλογές το Φθινόπωρο, ας ψάξει αλλού τις διαχωριστικές γραμμές κι όχι στο δίπολο «εμβολιασμένοι-ανεμβολίαστοι» και στις επικίνδυνες για τη Δημοκρατία και την κοινή μας συμβίωση, ρατσιστικές συνδηλώσεις που ενέχει μια τέτοια επιλογή.

Άλλωστε, ο πρωθυπουργός των 13.000 νεκρών και της κυβέρνησης που τα έκανε «μαντάρα» στο 2ο και στο 3ο κύμα, ο πρωθυπουργός του «ξεστοκαρίσματος» ανευθυνότητας και αποτυχημένων προβλέψεων για το τέλος της πανδημίας, ο προκλητικός πρωθυπουργός της Σαντορίνης, της Πάρνηθας, της Ικαρίας, της Τήνου και του ξεφαντώματος σε Αρχαιολογικούς Χώρους, όπως στην Αντίπαρο, είναι ο τελευταίος που μπορεί να μιλάει για σαμποτάζ. Ειδικά, όταν διατηρεί ακόμη στη θέση του τον κ. Χαρδαλιά, μετά τις τελευταίες αποκαλύψεις. Αλήθεια, σε τι εθνικότητας τηλέφωνο μιλάει με τον έμπιστο (;) υφυπουργό του;

  • Πάντως, παρά τη δυσαρέσκεια που εκδηλώνεται σε μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας για τη κυβερνητική πολιτική, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φαίνεται να κερδίζει, τουλάχιστον δημοσκοπικά. Τι πρέπει να κάνετε για να πείσετε τους πολίτες ότι είστε διαθέτετε εναλλακτική πρόταση; Συνέβαλλε η πρόσφατη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ σε μια τέτοια κατεύθυνση;

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στην Πανελλαδική του Συνδιάσκεψη κατέληξε σε σημαντικά πολιτικά και προγραμματικά ντοκουμέντα. Ελπίζω αυτά να αποτελέσουν οδηγούς εφαρμοσμένης πολιτικής. Το έχουμε ανάγκη.

Το ίδιο εύχομαι και για τους «όρκους πίστη» όλων μας στις δημοκρατικές-συλλογικές διαδικασίες και για αυτό υπερθεματίζω στην παρότρυνση του Προέδρου να είμαστε στραμμένοι προς τα έξω, προς την κοινωνία και βέβαια προς τον αντίπαλό μας, τη ΝΔ. Αλλιώς, η αντιπαράθεση τού «μέσα» και του «έξω», που επιχειρούν ορισμένες απόψεις και μίντια, καταντάει σάλπισμα σε γενικό σιωπητήριο με το πρόσχημα ότι θα επωφεληθεί ο αντίπαλος. Κάτι ξένο προς την παράδοση της Ανανεωτικής Ριζοσπαστικής Αριστεράς, που έχει βαθιά μέσα της τις αρχές του δημοκρατικού, ιδεολογικού, πολιτικού και προγραμματικού διαλόγου.

Η αντιστροφή των συσχετισμών μπορεί λοιπόν να γίνει πράξη, αν όλο το κόμμα δημιουργικά και με έμπνευση κάνει πράξη τις ομόφωνες σχεδόν αποφάσεις της Συνδιάσκεψης. Αν απευθυνθούμε ενωτικά και στοχαστικά στον κόσμο της Αριστεράς αλλά και ευρύτερα, που μας ασκεί ακόμη και έντονη κριτική για το 2015 ή πλευρές της πολιτικής μας στη διακυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει με κάθε τρόπο να κόψει τον όποιο ομφάλιο ρόλο με την πολιτική των μνημονίων, ακόμη και του 3ου που με «το πιστόλι στον κρόταφο» υποχρεώθηκε να εφαρμόσει μετά την ήττα του 2015. Να απαλλαγούμε από τις «ουρές» και τις επιβιώσεις αυτών των πολιτικών, γιατί, αλλιώς, κινδυνεύουμε να γίνουμε ουρά της ΝΔ σε διάφορα ζητήματα (εξοπλισμοί, Ελληνικό, Fraport κλπ). Κι έτσι αντί να είμαστε στραμμένοι προς τον αντίπαλο, να ψηφίζουμε μαζί του σε κρίσιμα ζητήματα!

Αυτό ζητάει από εμάς ο κόσμος για να μας εμπιστευτεί ξανά. Είναι ο κόσμος της αποχής, η νεολαία και πολλοί άλλοι που πρέπει να φέρουμε πίσω στην κάλπη για να πετύχουμε τη μεγάλη ανατροπή στις εκλογές, όποτε κι αν γίνουν. Για εμάς «μεσαίος χώρος» πρέπει να είναι ο χώρος ανάμεσα σε εμάς και στην αποχή από τις κάλπες.

Έχει λοιπόν δίκιο ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, ότι αυτές οι δυνάμεις μόνο με γερή στροφή του τιμονιού του ΣΥΡΙΖΑ προς τ` Αριστερά μπορούν να συστρατευθούν μαζί μας. Κι όχι με άγονες αναζητήσεις ενός φαντασιακού πολιτικού και κοινωνικού Κέντρου, που καθίστανται υπομόχλιο για τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κεντρώο-συστημικό κόμμα του χρεοκοπημένου αρχηγικού δικομματισμού.

Άλλωστε και η ΝΔ, προβάλλοντας τις πιο ριζοσπαστικές, δεξιές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές της οικοδόμησε το αντι-ΣΥΡΙΖΑ και αντι- Τσίπρα μέτωπο. Επένδυσε, στη μάχη των ιδεών και διεκδίκησε εκεί την ηγεμονία. Στόχος της είναι η επιθετική ανασυγκρότηση του αστισμού σε όλα τα επίπεδα, κάτι που ανακλαστικά μας προσκαλεί σε μια μεγάλη ιδεολογική και πολιτική αναμέτρηση μαζί της και στο επίπεδο των αξιών κι όχι μόνο σε έναν «τιμοκατάλογο» μέτρων και ρυθμίσεων, λες και ζούμε σε «κανονικούς» καιρούς.

Ταυτόχρονα, πρέπει να αντιστοιχήσουμε τις πολιτικές μας πρωτοβουλίες από τώρα με την κυβέρνηση που θέλουμε να προκύψει από την πρώτη Κυριακή με απλή αναλογική, για να κάψουμε το χαρτί του Μητσοτάκη για δεύτερη προσφυγή στις κάλπες με το καλπονοθευτικό σύστημα της Ενισχυμένης.