Nίκος Βούτσης: Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής επί του νομοσχεδίου για τη συνεπιμέλεια (video)

Posted on 19 Μαΐου, 2021, 10:16 μμ
10 secs
• Ανδροκρατικές, πατριαρχικές και εξουσιαστικές σχέσεις ενυπάρχουν οριζόντια στις κοινωνίες και προστίθενται στις ανισότητες που αναπαράγονται και οξύνονται από τις επάλληλες κρίσεις και λόγω της πανδημίας.
• Ο πυρήνας είναι ότι προφανώς δεν υπάρχει ισότητα γυναικών και ανδρών γιατί υπερισχύουν ανδροκρατικές και πατριαρχικές αντιλήψεις και δομές που παράγουν σχέσεις που επικαθορίζουν και υπονομεύουν την ουσιαστική ισότητα.
• Επιθετικά λόμπι αρνούνται τις ανισότητες και επιδιώκουν να σταματήσουν οι εγγυήσεις και οι θεσμίσεις υπέρ των αδυνάτων σε κάθε χώρο. Έχει διεθνώς αναπτυχθεί ένα επιθετικό κίνημα που διεκδικεί την ανατροπή και την άρση εγγυήσεων για διακρίσεις και ανισότητες.
• Θεωρούν λοιπόν, και γι’ αυτό είναι τόσο επιθετικές αυτές οι απόψεις, ότι ήρθε ο καιρός να τελειώνουμε, να τελειώνει ο κόσμος με την υποστήριξη, την ενίσχυση, τη θεσμική προσφορά εγγυήσεων προς όλους οι οποίοι βρίσκονται από την πλευρά του αδυνάτου στις υπάρχουσες ανισότητες, οι οποίες επαναλαμβάνω ότι οξύνονται, δεν αμβλύνονται.
• Κατατείνουν στην ελάχιστη θωράκιση, εγγύηση, του αδυνάτου σε μια σχέση, του υφισταμένου σε ενυπάρχουσες ανισότητες, είτε λόγω της οικονομικής κατάστασης είτε του κυρίαρχου συστήματος, είτε –και αυτό αφορά τους άνδρες και τις γυναίκες, γιατί τα πατριαρχικά μοντέλα είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τα οικονομικά συστήματα, τα οποία επικυριαρχούν.
• Θα έπρεπε και το πολιτικό σύστημα, οι συναδέλφισσες νυν και πρώην βουλεύτριες ή οι άντρες Βουλευτές να συμμετέχουν, εάν το θέλουν βεβαίως και αν έχουν τέτοια βιώματα ή οποιοδήποτε βίωμα, πολύ πιο ουσιαστικά στο σημαντικό κίνημα «MeToo» στην ελληνική περίπτωση, έτσι όπως τους τελευταίους μήνες έχει έρθει στην επιφάνεια με εκρηκτικό τρόπο και σε κρίσιμες πλευρές της δημόσιας ζωής, όχι μόνο του πολιτισμού, του αθλητισμού, της κοινωνίας μας, αφήνει το αποτύπωμά του. Πρέπει και σε αυτά τα ζητήματα να είμαστε παρούσες και παρόντες.
• Μπορεί να καθυστέρησε αυτή η δημοσιότητα και αυτό το κίνημα στην Ελλάδα και να βρήκε αφορμή από την γενναία παρουσίαση που έκανε η Σοφία Μπεκατώρου να ξετυλιχθεί τους τελευταίους μήνες, αλλά έχει το λίπασμά του, τις απαρχές του εδώ και χρόνια στο ότι η κοινωνία συνεγέρθη και για τη δολοφονία της Τοπαλούδη και όλη τη συζήτηση ύστερα που έγινε μέχρι τη δίκη, για τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου και όλα τα θέματα τα οποία άνοιξαν.
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΟΜΙΛΙΑ:
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συζητάμε ένα πάρα πολύ κρίσιμο, πάρα πολύ σοβαρό νομοσχέδιο και οι πλευρές των ενστάσεων, των διαφοροποιήσεων, των ευθέων διαφοροποιήσεων αναλύθηκαν, πιστεύω, με πληρότητα και από τον εισηγητή της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, τον κ. Ξανθόπουλο, αλλά και από τις εισηγήτριες, απ’ ό,τι παρακολούθησα, των κομμάτων της Αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα την κ. Γιαννακοπούλου και την κ. Αδαμοπούλου.
Επιτρέψτε μου πριν ξεκινήσω, αγαπητέ κύριε Υπουργέ, να επισημάνω το εξής. Πιστεύω εκ παραδρομής χθες σε μια ραδιοφωνική εκπομπή αναφερθήκατε στο ότι οι ενστάσεις των συναδέλφων βουλευτριών της Νέας Δημοκρατίας οφείλονται σε βιωματικές καταστάσεις, σε βιώματα. Επειδή αυτό, όπως αντιλαμβάνεστε, δεν είναι ψόγος αλλά είναι έπαινος κατά τη γνώμη μου και έτσι θα έπρεπε να εκληφθεί, αλλά ο λόγος που χρησιμοποιήσατε δεν κατατείνει προς τα εκεί, θα ήθελα να σας το σημειώσω και θα βρείτε την ευκαιρία ενδεχομένως να αποκαταστήσετε.
Και είναι έπαινος, διότι θα ήθελα από του Βήματος της Βουλής να κάνω την επισήμανση ότι θα έπρεπε και το πολιτικό σύστημα, οι συναδέλφισσες νυν και πρώην βουλεύτριες ή οι άντρες Βουλευτές να συμμετέχουν, εάν το θέλουν βεβαίως και αν έχουν τέτοια βιώματα ή οποιοδήποτε βίωμα, πολύ πιο ουσιαστικά στο σημαντικό κίνημα «MeToo» στην ελληνική περίπτωση, έτσι όπως τους τελευταίους μήνες έχει έρθει στην επιφάνεια με εκρηκτικό τρόπο και σε κρίσιμες πλευρές της δημόσιας ζωής, όχι μόνο του πολιτισμού, του αθλητισμού, της κοινωνίας μας, αφήνει το αποτύπωμά του. Πρέπει και σε αυτά τα ζητήματα να είμαστε παρούσες και παρόντες. Δεν μπορώ και ούτε θέλω να πω κάτι περισσότερο. Νομίζω ότι έγινε αντιληπτή η επισήμανση την οποία έκανα. Διότι μπορεί να καθυστέρησε αυτή η δημοσιότητα και αυτό το κίνημα στην Ελλάδα και να βρήκε αφορμή από την γενναία παρουσίαση που έκανε η Σοφία Μπεκατώρου να ξετυλιχθεί τους τελευταίους μήνες, αλλά έχει το λίπασμά του, τις απαρχές του εδώ και χρόνια στο ότι η κοινωνία συνεγέρθη και για τη δολοφονία της Τοπαλούδη και όλη τη συζήτηση ύστερα που έγινε μέχρι τη δίκη, για τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου και όλα τα θέματα τα οποία άνοιξαν.
Είμαστε, λοιπόν, σε μια εποχή, γι’ αυτό λέω θα αναφερθώ ίσως σε επιπλέον ζητήματα πέραν αυτών που οι και εισηγήτριες έχουν θέσει, είμαστε σε μια εποχή όπου η πανδημία -όλοι το αναγνωρίζουν και όλες και η Κυβέρνηση- έχει δημιουργήσει ένα επιπλέον δυσμενές περιβάλλον για ζητήματα ενδοοικογενειακής βίας. Διεθνώς οι τέσσερις ή και οι περισσότερες κρίσεις που συνυπάρχουν και αλληλοεπικαλύπτονται, η κλιματική κρίση, η οικονομική, η κοινωνική, οι εκφάνσεις της μεταναστευτικής προσφυγικής κρίσης φέρνουν στην επιφάνεια το κρίσιμο ζήτημα της παραγωγής νέων ανισοτήτων και όξυνσης των ανισοτήτων σε παγκόσμια, σε διεθνή κλίμακα.
Είμαστε επίσης σε μια Βουλή η οποία έπεται της προηγούμενης Περιόδου της Βουλής, για να πιάσω το νήμα από αυτό που ακούστηκε προηγούμενα και για τη μεγάλη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου το ’83, αλλά και η προηγούμενη Βουλή είχε καταθέσει με δυσκολίες, διότι θυμάστε και γνωρίζετε ότι δεν είχαμε την απόλυτη πλειοψηφία για να περνάμε τέτοιου είδους νομοθεσίες, προώθησε πολύ σημαντικές νομοθεσίες που αφορούν στην ταυτότητα του φύλου, στην αντιμετώπιση των έμφυλων διακρίσεων, στην αντιμετώπιση όλων των μορφών των διακρίσεων, στην –επιτέλους- κύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, στις οριζόντιες πολιτικές για τα φύλα και τα λοιπά.
Ερχόμαστε, λοιπόν, στη σημερινή Βουλή να κατατεθεί αυτό το νομοσχέδιο, το οποίο –και θα ήθελα να το τονίσω αυτό- δεν έχει καμία υποχρεωτικότητα ως προς εναρμόνιση ενδεχομένως με ευρωπαϊκές συνθήκες και με ευρωπαϊκούς κώδικες. Διότι είναι σαφές ότι για υποχρεωτική συνεπιμέλεια καμία ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν κατατείνει σε μια τέτοια αντίληψη έτσι όπως αφήνεται ευθέως μέσα από το «εξίσου» και τα λοιπά και γι’ αυτό γίνεται αυτή η συζήτηση, να σπρώχνετε εσείς μια τέτοια διαδικασία, ενώ είναι κοινά αποδεκτό και από το ελληνικό δίκαιο και από τις ευρωπαϊκές νομοθεσίες ότι μετά το διαζύγιο από κοινού ασκείται η γονική μέριμνα, εκτός αν υπάρχει μεγάλη διαφωνία, που τα ποσοστά δεν είναι και πολύ μεγάλα. Όλοι θα πρέπει να βοηθήσουμε για να είναι τα μικρότερα, για να υπάρχουν πραγματικές συναινέσεις, οπότε υπάρχει καταφυγή στα δικαστήρια.
Το δε θέμα της επιμέλειας και της επικοινωνίας, που είναι διαφορετικό και δεν πρέπει να συγχέεται -τονίστηκε προηγούμενα- η επιμέλεια με τη γονική μέριμνα, η συνεπιμέλεια και τα λοιπά, ασκείται με βάση συμφωνίες, συνεννοήσεις που γίνονται εν πάση περιπτώσει μετά με βάση τη νομοθεσία της εκάστης χώρας και όχι στη βάση μιας υποχρεωτικής ευρωπαϊκής Οδηγίας. Αυτό είναι κοινός τόπος, είναι εναρκτήρια για τη συζήτησή μας.
Δεν θα αναφερθώ, λοιπόν, σε αυτά τα οποία επισημάνθηκαν και είναι πολύ σοβαρά, παραδείγματος χάρη, για επιλεκτικές εξαιρέσεις στις κακοποιητικές συμπεριφορές και σε χρόνους που αφήνουν απροστάτευτα παιδιά, για το ζήτημα των ομόφυλων ζευγαριών, που είναι μία από τις μορφές σύγχρονης οικογένειας που είναι ως αόρατοι γονείς, διότι δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το νομοσχέδιο ή εν πάση περιπτώσει για οριζόντιες ρυθμίσεις και για τις συγχύσεις που αναφέρθηκα προηγουμένως.
Θέλω να τονίσω κάτι γενικότερο, ότι στη φάση ακριβώς που βρισκόμαστε, ταυτόχρονα με την όξυνση των ανισοτήτων σε όλα τα επίπεδα και την ανάγκη επιπλέον εγγυήσεων, επιπλέον θωράκισης, επιπλέον δικαιωμάτων, επιπλέον ελεγκτικών μηχανισμών υπέρ των αδυνάτων στο πλαίσιο αυτών των ανισοτήτων, σε πάρα πολλές εκφάνσεις της κοινωνικής, της οικονομικής, της προσωπικής ζωής, αντί αυτής της μέριμνας, έχει διεθνώς αναπτυχθεί ένα επιθετικό κίνημα που διεκδικεί την ανατροπή, αντίθετα, των όποιων θεσμικών εγγυήσεων, την άρση εγγυήσεων για διακρίσεις και ανισότητες.
Στο νομοσχέδιο το οποίο θα φέρετε σε λίγο καιρό για τα εργασιακά, παραδείγματος χάριν, έρχεται στην επιφάνεια η πρωτοφανής έννοια της ισότητας, της ισοδυναμίας του απλού εργαζόμενου, του νέου εργαζόμενου με τον εργοδότη και θεωρείται μεταρρύθμιση το να υπάρχει μια προσωπική διαπραγμάτευση και διευθέτηση για τους ρόλους εργασίας, για τις εγγυήσεις πάνω στην εργασία, ακόμα και για μισθολογικά ζητήματα. Είναι πραγματικά εντελώς έξω από οποιαδήποτε αντίληψη, όταν ξέρουμε πολύ καλά ποιος έχει το πάνω χέρι. Δεν μιλάω σε αυτήν την περίπτωση για θύμα και θύτη, αλλά ποιος έχει το πάνω χέρι σε αυτήν την σχέση.
Το ίδιο γίνεται και το ίδιο έχετε κάνει μέσα από την κυβερνητική σας πρακτική στη διετία για κρίσιμα ζητήματα όπου υπάρχουν άλλες μεγάλες ανισότητες, παραδείγματος χάριν, για το περιβάλλον, για την κλιματική αλλαγή, για εγκλήματα που γίνονται στο περιβάλλον, στη χώρα μας, όπου η συρρίκνωση των μηχανισμών των επιθεωρήσεων σε όλους τους τομείς, ακόμα και στο θέμα του περιβάλλοντος, τελικά μπαίνει σε βάρος αυτών που υφίστανται τις δυσμενείς συνέπειες από την περιβαλλοντική καταλήστευση.
Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε πάρα πολλά ζητήματα, διότι θέλω να έρθω στον πυρήνα. Ο πυρήνας είναι ότι προφανώς δεν υπάρχει ισότητα γυναικών και ανδρών. Προφανώς δεν υπάρχει ισότητα γονέων με την έννοια του άνδρα και της γυναίκας. Πρέπει να πούμε κάτι και το λέω. Δεν ακούστηκε σήμερα από Βήματος, είμαι σίγουρος ότι στις Επιτροπές το συζητήσατε αρκετά από όλες τις πτέρυγες. Ζούμε ακόμα και μάλιστα σε ένα εντεινόμενο με νέους όρους καθεστώς όπου υπερισχύουν -όπου δεν επικρατούν και εντελώς σε άλλες ηπείρους, σε άλλες χώρες- ανδροκρατικές πατριαρχικές αντιλήψεις και δομές που παράγουν σχέσεις που επικαθορίζουν και υπονομεύουν την ουσιαστική ισότητα.
Έχουμε ξεπεράσει αυτή τη φάση; Διότι σας επαναλαμβάνω ότι αναπτύσσονται κάποια κινήματα, όπου κι αυτή η επιθετικότητα, που αναφέρθηκε προηγούμενα από ορισμένες ομάδες αντρών, μπαμπάδων ή οτιδήποτε για το ζήτημά τους –και μάλιστα είναι διεθνές αυτό το κίνημα- έχει να κάνει και σε μεγάλο βαθμό εναρμονίζεται με την αντίστοιχη επιθετικότητα διαφόρων λόμπι παγκοσμίως απέναντι στις υπάρχουσες ανισότητες, δηλαδή όπου θεωρούν ότι λόγω της φάσης της παγκοσμιοποίησης και προ πανδημίας, όπου υπάρχει μια γενίκευση, κατά τη γνώμη τους, προσφοράς αγαθών και μια έκρηξη ισότητας και άρσης των ανισοτήτων, θα πρέπει να φύγουμε από το προηγούμενο καθεστώς, που επί δεκαετίες είχε οικοδομηθεί, με διεθνείς συμβάσεις, ευρωπαϊκές συμβάσεις, ειδικές συμβάσεις ειδικά για τα δικαιώματα των παιδιών, όλα αυτά που ακούστηκαν προηγούμενα, διεθνείς οργανισμοί, εγγυήσεις στα συντάγματα, που τι ήταν; Κατέτειναν στην ελάχιστη θωράκιση, εγγύηση, του αδυνάτου σε μια σχέση, του υφισταμένου σε ενυπάρχουσες ανισότητες, είτε λόγω της οικονομικής κατάστασης είτε του κυρίαρχου συστήματος, είτε –και αυτό αφορά τους άνδρες και τις γυναίκες, γιατί τα πατριαρχικά μοντέλα είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τα οικονομικά συστήματα, τα οποία επικυριαρχούν.
Θεωρούν λοιπόν, και γι’ αυτό είναι τόσο επιθετικές αυτές οι απόψεις, ότι ήρθε ο καιρός να τελειώνουμε, να τελειώνει ο κόσμος με την υποστήριξη, την ενίσχυση, τη θεσμική προσφορά εγγυήσεων προς όλους οι οποίοι βρίσκονται από την πλευρά του αδυνάτου στις υπάρχουσες ανισότητες, οι οποίες επαναλαμβάνω ότι οξύνονται, δεν αμβλύνονται.
Άρα λοιπόν, και από αυτή την άποψη, που δεν είναι καθόλου φιλοσοφική -είναι μια άποψη η οποία συζητήθηκε επανειλημμένα σε αυτό το Κοινοβούλιο όταν έρχονται τα σχετικά νομοσχέδια και, επαναλαμβάνω, με συγκλίσεις από όλες τις πτέρυγες ή από άλλες πτέρυγες, δεν είναι μια αποκλειστικότητα της Αριστεράς και δεν τις παρουσιάζω σαν τέτοιες- και σε αυτό το ζήτημα το οποίο είναι πάρα πολύ κρίσιμο μέσα στην πανδημία αντιφάσκει. Έρχεται σε αντίθεση η φιλοσοφία, το γράμμα του νομοσχεδίου γύρω από το ζήτημα της συνεπιμέλειας. Και με αυτήν την έννοια πρέπει να εξηγήσει κανείς τα κατατεθέντα έγγραφα, τις ενστάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, τις διαφωνίες ή και ενστάσεις της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, τις καταγγελίες, τις διαφωνίες ή τις ενστάσεις διά των οργανισμών ή νομικών που είναι σε όργανα τέτοια, την απουσία των γυναικείων οργανώσεων από τη σχετική συζήτηση που έγινε, που προφανώς δεν μπορούσαν να συναινέσουν σ’ αυτό το νομοσχέδιο.
Πρέπει δηλαδή να ανακαλύψετε εσείς -κι εμάς από την πλευρά μας το χρέος μας είναι να αποκαλύψουμε, εγώ αυτήν την ψηφίδα ήθελα να βάλω στη συζήτησή μας- ποιο είναι το γενεσιουργό αίτιο. Δεν είναι μια αντίληψη αναχρονισμού, δεν είναι μια αντίληψη να μείνουμε στο τι έγινε το ’83, προς θεού, αναλύθηκε ότι πρέπει να δούμε με σύγχρονο τρόπο, να προσεγγίσουμε προβλήματα που έχουν υπάρξει από την εφαρμογή, στη νομολογία, στη νομοθεσία κ.λπ. Αλλά όλοι αυτοί και όλες αυτές και όλη η αντίρρηση, η οποία έχει συμπυκνωθεί απέναντι στον νόμο, στο νομοσχέδιο που προτείνετε, έχει μια αφετηρία. Κι η αφετηρία είναι ότι, ιδιαίτερα μάλιστα σε αυτές τις συνθήκες της πανδημίας, της διεθνούς παγκοσμιοποίησης κ.λπ., σε αντίθετη κατεύθυνση, με μια σαφήνεια δηλαδή πολύ μεγαλύτερη, θα πρέπει τα δικαιώματα, οι εγγυήσεις, που αφορούν τα ζητήματα αυτά τα οποία συζητάμε, να καταγράφονται, να θεσμοθετούνται και, το κυριότερο, να ελέγχονται και να υποβοηθούνται, να υποβοηθούνται και με τα ειδικά δικαστήρια και κοινωνικά, όπως αναφέρθηκε προηγούμενα από την άλλη Εισηγήτρια, του ΚΚΕ, και κυρίως, όπως έχει αναφερθεί επανειλημμένα από την κ. Φωτίου, με το πακέτο των κοινωνικών στηρίξεων που υπάρχουν για παιδιά κ.λπ.
...