Mariana Mazzucato*: Η τριπλή κρίση του Καπιταλισμού

Posted on April 16, 2020, 6:27 pm
14 secs

Μετά την οικονομική κρίση του 2008, μάθαμε με τον σκληρό τρόπο τι συμβαίνει όταν οι κυβερνήσεις πλημμυρίζουν την οικονομία με άνευ όρων ρευστότητα, αντί να θέτουν τα θεμέλια για μια βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάκαμψη. Τώρα που βρίσκεται σε εξέλιξη μια ακόμη πιο σοβαρή κρίση, δεν πρέπει να επαναλάβουμε το ίδιο λάθος.


Ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει τουλάχιστον τρεις μεγάλες κρίσεις. Μια κρίση υγείας που προκαλείται από πανδημία πυροδότησε γρήγορα μια οικονομική κρίση με άγνωστες ως τώρα συνέπειες για τη οικονομική σταθερότητα και όλα αυτά παίζουν με φόντο μια κλιματική κρίση που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν «business as usual». Μέχρι πριν από μόλις δύο μήνες, τα ΜΜΕ ήταν γεμάτα τρομακτικές εικόνες από εξαντλημένους πυροσβέστες , όχι από εξαντλημένους εργαζόμενους της υγειονομικής περίθαλψης.

Αυτή η τριπλή κρίση αποκάλυψε πολλά προβλήματα με τον τρόπο που λειτουργεί ο καπιταλισμός, τα οποία πρέπει να επιλυθούν ταυτόχρονα με την αντιμετώπιση της άμεσης έκτακτης ανάγκης για την υγεία. Διαφορετικά, απλώς θα λύσουμε προβλήματα σε ένα μέρος, δημιουργώντας νέα προβλήματα αλλού. Αυτό συνέβη με την οικονομική κρίση του 2008. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πλημμύρισαν τον κόσμο με ρευστότητα χωρίς να τον κατευθύνουν προς καλές επενδυτικές ευκαιρίες. Σαν αποτέλεσμα, τα χρήματα κατέληξαν σε έναν χρηματοπιστωτικό τομέα που ήταν (και παραμένει) ακατάλληλος για τέτοιους σκοπούς

Η κρίση του COVID-19 αποκαλύπτει ακόμη περισσότερα ελαττώματα στις οικονομικές μας δομές, ιδίως την αυξανόμενη επισφάλεια της εργασίας, λόγω της αύξησης της gig economy και την , από 10ετίας, επιδείνωση της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων. Η τηλεργασία απλώς δεν είναι μια επιλογή για τους περισσότερους εργαζόμενους, και παρόλο που οι κυβερνήσεις παρέχουν κάποια βοήθεια στους εργαζόμενους με κανονικές συμβάσεις, οι αυτοαπασχολούμενοι μπορεί να βρεθούν σε άσχημη κατάσταση.

Ακόμη χειρότερα, οι κυβερνήσεις χορηγούν τώρα δάνεια σε επιχειρήσεις σε μια εποχή που το ιδιωτικό χρέος είναι ήδη ιστορικά υψηλό. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το συνολικό χρέος των νοικοκυριών λίγο πριν από την τρέχουσα κρίση ήταν 14,15 τρις δολάρια, δηλαδή 1,5 τρις υψηλότερα από ό, τι το 2008 (σε ονομαστικούς όρους). Και για να μην ξεχνιόμαστε, ήταν το υψηλό ιδιωτικό χρέος που προκάλεσε την παγκόσμια οικονομική κρίση.

Δυστυχώς, την τελευταία δεκαετία, πολλές χώρες έχουν επιδιώξει τη λιτότητα, σαν να ήταν το δημόσιο χρέος το πρόβλημα . Το αποτέλεσμα ήταν να διαβρώσουμε τους ίδιους τους δημόσιους οργανισμούς που χρειαζόμαστε για να ξεπεράσουμε κρίσεις όπως η πανδημία του COVID-19. Από το 2015, το Ηνωμένο Βασίλειο μείωσε τους προϋπολογισμούς για τη δημόσια υγεία κατά 1 δις λίρες (1,2 δις δολάρια), μειώνοντας τους εκπαιδευόμενους γιατρούς (πολλοί από τους οποίους εγκατέλειψαν το Εθνικό Σύστημα Υγείας) και μειώνοντας τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις που απαιτούνται για να εξασφαλιστούν οι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία σε ασφαλείς, σύγχρονες και πλήρως στελεχωμένες εγκαταστάσεις. Και στις ΗΠΑ – που δεν είχαν ποτέ ένα σωστά χρηματοδοτούμενο σύστημα δημόσιας υγείας – η κυβέρνηση Τραμπ προσπαθεί επίμονα να μειώσει τη χρηματοδότηση και την ικανότητα για τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, μαζί με άλλα κρίσιμης σημασίας  ιδρύματα.

Στην κορυφή αυτής της αυτοκαταστροφής, ένας υπερβολικά «χρηματοδοτούμενος» επιχειρηματικός τομέας που παίρνει αξία έξω από την οικονομία επιβραβεύοντας τους μετόχους μέσω προγραμμάτων επαναγοράς μετοχών, αντί να αντισταθμίσει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη επενδύοντας σε έρευνα και ανάπτυξη, μισθούς, και εκπαίδευση εργαζομένων. Σαν αποτέλεσμα, τα νοικοκυριά έχουν εξαντληθεί, καθιστώντας πιο δύσκολη την πρόσβαση των βασικών αγαθών όπως η στέγαση και η εκπαίδευση.

Τα κακά νέα είναι ότι η κρίση COVID-19 επιδεινώνει όλα αυτά τα προβλήματα. Τα καλά νέα είναι ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την τρέχουσα κατάσταση έκτακτης ανάγκης για να αρχίσουμε να οικοδομούμε μια πιο περιεκτική και βιώσιμη οικονομία. Το θέμα δεν είναι να καθυστερήσουμε ή να αποκλείσουμε την κυβερνητική υποστήριξη, αλλά να την δομήσουμε σωστά. Πρέπει να αποφύγουμε τα λάθη της εποχής μετά το 2008, όταν οι επιχειρήσεις διάσωσης επέτρεψαν στις εταιρείες να αποκομίσουν ακόμη υψηλότερα κέρδη όταν τελείωσε η κρίση, αλλά απέτυχαν να θέσουν τα θεμέλια για μια ισχυρή και χωρίς αποκλεισμούς ανάκαμψη.

Αυτή τη φορά, τα μέτρα διάσωσης πρέπει απολύτως να συνοδεύονται από όρους. Τώρα που το κράτος επέστρεψε στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτό σημαίνει την παροχή άμεσων λύσεων, αλλά να γίνει ο σχεδιασμός τους κατά τρόπο που να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον μακροπρόθεσμα.

Για παράδειγμα, μπορούν να τεθούν προϋποθέσεις για κυβερνητική υποστήριξη σε επιχειρήσεις. Οι εταιρείες που λαμβάνουν κεφάλαια διάσωσης πρέπει να κληθούν να διατηρήσουν τους εργαζόμενους και να διασφαλίσουν ότι μόλις τελειώσει η κρίση, θα επενδύσουν στην κατάρτιση των εργαζομένων και σε βελτιωμένες συνθήκες εργασίας. Ακόμα καλύτερα, όπως στη Δανία, η κυβέρνηση θα πρέπει να υποστηρίζει τις επιχειρήσεις για να συνεχίσουν να πληρώνουν μισθούς ακόμα και όταν οι εργαζόμενοι δεν εργάζονται – βοηθώντας ταυτόχρονα τα νοικοκυριά να διατηρήσουν τα εισοδήματά τους, αποτρέποντας την εξάπλωση του ιού και διευκολύνοντας τις επιχειρήσεις να συνεχίσουν την παραγωγή όταν η κρίση τελειώσει.

Επιπλέον, η διάσωση τους πρέπει να σχεδιαστεί για να κατευθύνει τις μεγαλύτερες εταιρείες να ανταμείβουν τη δημιουργία αξίας αντί της εξαγωγής αξίας, αποτρέποντας τις επαναγορές μετοχών και ενθαρρύνοντας τις επενδύσεις σε βιώσιμη ανάπτυξη και μείωση ρύπων. Αυτή είναι η ευκαιρία του Business Roundtable να υποστηρίξει τα λόγια του με δράση.

Όσον αφορά τα νοικοκυριά, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να δουν πέρα ​​από τα δάνεια, στη δυνατότητα ελάφρυνσης του χρέους τους, δεδομένου του τρέχοντος υψηλού επιπέδου του ιδιωτικού χρέους. Τουλάχιστον, οι πληρωμές των πιστωτών πρέπει να παγώσουν έως ότου επιλυθεί η άμεση οικονομική κρίση και να δοθούν άμεσα μετρητά για τα νοικοκυριά που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη.

Και οι ΗΠΑ πρέπει να προσφέρουν κυβερνητικές εγγυήσεις για να πληρωθεί το 80-100%  του μισθολογικού κόστους των πιεσμένων εταιρειών, όπως έχουν κάνει το Ηνωμένο Βασίλειο και πολλές χώρες της ΕΕ και της Ασίας.

Είναι επίσης καιρός να επανεξετάσουμε τις συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα. Πολύ συχνά, αυτές οι ρυθμίσεις είναι λιγότερο συμβιωτικές από παρασιτικές. Η προσπάθεια ανάπτυξης ενός εμβολίου COVID-19 θα μπορούσε να γίνει μια ακόμη μονόδρομη σχέση στην οποία οι εταιρείες αποκομίζουν τεράστια κέρδη, πουλώντας στο κοινό ένα προϊόν που γεννήθηκε από έρευνα που χρηματοδοτείται από τους φορολογούμενους. Πράγματι, παρά τις σημαντικές δημόσιες επενδύσεις των φορολογουμένων στις ΗΠΑ για την ανάπτυξη εμβολίων, ο υπουργός Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών των ΗΠΑ, Alex Azar, παραδέχτηκε πρόσφατα ότι οι πρόσφατα αναπτυγμένες θεραπείες ή εμβόλια COVID-19 ενδέχεται να μην είναι προσιτές σε όλους τους Αμερικανούς.

Χρειαζόμαστε απεγνωσμένα επιχειρηματικά κράτη που θα επενδύσουν περισσότερο στην καινοτομία – από την τεχνητή νοημοσύνη ,ως την δημόσια υγεία και τις ανανεώσιμες πηγές. Αλλά όπως μας θυμίζει αυτή η κρίση, χρειαζόμαστε επίσης κράτη που ξέρουν πώς να διαπραγματεύονται, έτσι ώστε τα οφέλη των δημόσιων επενδύσεων να επιστρέφονται στο κοινό.

Ένας δολοφονικός ιός έχει αποκαλύψει τις μεγάλες αδυναμίες στις δυτικές καπιταλιστικές οικονομίες. Τώρα που οι κυβερνήσεις βρίσκονται σε επείγουσα κρίση, έχουμε την ευκαιρία να διορθώσουμε το σύστημα. Αν δεν το κάνουμε, δεν θα έχουμε καμία πιθανότητα ενάντια στην τρίτη μεγάλη κρίση – έναν ολοένα και πιο ακατοίκητο πλανήτη – και όλες τις μικρότερες κρίσεις που θα έρθουν μαζί της τα επόμενα χρόνια και δεκαετίες.

 

(Μετάφραση independentnews.gr)

project-syndicate

 

*Mariana Mazzucato

...