Νίκος Σκοπλάκης
*…«Κάθε μέρα που ξημέρωνε […] υπήρχε πάντα μια αγωνία. Θα γίνει μπλόκο, κάτι ψιθυριζόταν, όλοι έλεγαν κάτι θα γίνει. Περνούσε εκείνη η μέρα, βράδιαζε, ε, ήμασταν ήσυχοι. Την άλλη μέρα πρωί σηκωνόμαστε να δούμε τι θα γίνει, περιμέναμε να γίνει μία…και κάθε μέρα αυτό ήτανε. Πάντα δηλαδή, πολλές ημέρες πριν το μπλόκο, είχαμε μεγάλην αγωνία. Στις 15 Αυγούστου έγινε μάχη. Στη μάχη πολεμούσε ο γιός μου, γιατί ο γιός μου ήταν στην ΕΠΟΝ. Και όλες οι μάνες ήταν αναστατωμένες και άμα άργιζε το παιδί λιγάκι, άραγε πού είναι, άραγε τι έγινε. Πρωί πρωί ξημερωνόντουσαν, αχ εχθές περάσαμε καλά, να δούμε σήμερα τι θα γίνει […]. Κάθε βράδυ, είχαμε αυτό το φόβο, ξημέρωνε, αχ, μήπως θα γίνει τίποτε, ε, δόξα σοι ο Θεός, δεν είναι σήμερα τίποτε. Βραδιάζει πάλαι, πάλαι τα ίδια, άραγε τι θα γίνει αύριο, αύριο θα γίνει. Ο γιός μου λέγει, αυτές τις μέρες θα γίνει μπλόκο, λέει, και μια γειτόνισσά μας παίρνει τα παιδιά της και πάει στην Αθήνα και γλίτωσαν τα παιδιά. Πάντοτε το λένε, ο Γιώτης μάς έσωσε. Πήγαν στην Αθήνα. Εγώ δεν μπορούσα να φύγω, είχα τον άρρωστο, πού να φύγω… Εκείνονα τον είπα, ένας ήταν, ένα παιδί, φίλος του γιού μου, θα πήαινε στην Βέροια. Κοιμόταν στο σπίτι μου, με τον γιό μου, επειδής εγώ κοιμόμουνα πάνω, με τον αδερφό μου, και λέω, Γιώτη, δεν πας και συ στην Βέροια; Τον λέω και δεν ήθελε να πάει.
, Mπλόκο Κοκκινιάς, 17 Αυγούστου 1944/ Μαρτυρίες, INDEPENDENTNEWS
Δρόμος της Κοκκινιάς (μάλλον η σημερινή οδός Μπελογιάννη), λίγο πριν από την κατοχή
[…] Σηκώθηκα το πρωί κι ακούω τα χωνιά. Βγαίνω έξω και τι είναι; τι είναι; Λέει όλοι οι άνδρες να μαζευτούνε στην πλατεία. Μπαίνω μέσα και λέω, Γιώτη, αυτό κι αυτό. Ε, λέει, δεν είναι τίποτα, μαμά, μην ανησυχείς, Ε, πώς να μην ανησυχώ, γιατί μόνον οι άνδρες, λέω, πώς να μην ανησυχώ! Έλεγε ότι να μην πας εσύ. Καλά μαμά. Μπαίνει σε ένα κοτέτσι που είχα τις κατσίκες κι είχε κάτι χαρτιά. Έκαψε εκείνα τα χαρτιά, τα ‘σχισε και τα ‘καψε και βγήκε∙ λέει, μαμά, θα πάω και θα ‘ρθω, μην ανησυχείς. […] Πριν το μεσημέρι, πήρα ένα μπουκάλι νερό, όπως κι οι άλλοι, και πηγαίναμε να δώσομε. Μόλις πήαμε στην πλατεία, μας ύβριζαν και μας έδιωχναν και παρακαλούσαμε, βρε παιδιά, εσείς αν ήσασταν στον μπλόκο, οι μάνες σας τι θα έκαμναν; Αυτό το νερό να δώσομε. […] Το νεκροταφείο∙ χτυπούσαμε στο νεκροταφείο, δεν ξέρω τι, από μέσα έθαβαν τα παιδιά, εκείνη η πλατεία που ήταν, ήταν όλο αίματα, τα πλύνανε και κείνα. Ήρθαν, άνοιξαν το νεκροταφείο. Άνοιξαν, μπήκαμε μέσα, βλέπομε τους τάφους, στη σειρά. Ε, τότε, τι να κάνομε, δεν ξέρω τι, κλάμα, κακό, όλοι πήραμε…πήραμε από ένα…πήραμε ένα τάφο…βάλαμε στο καθένα…ένας στο παιδί τ’ όνομα, εκεί ήταν αλλουνού παιδί και γω έβαλα τον σταυρό και το όνομα του παιδιού μου και…ήταν όλοι τους παιδιά μας…έκλαιγε εκείνη για το παιδί της…έκλαιγα εγώ…».
Μαρτυρία της Τασίας Μεταξά, μητέρας του 16χρονου ΕΠΟΝίτη, Παναγιώτη (Γιώτη) Μεταξά, ο οποίος εκτελέστηκε στην Κοκκινιά, στις 17 Αυγούστου 1944.
, Mπλόκο Κοκκινιάς, 17 Αυγούστου 1944/ Μαρτυρίες, INDEPENDENTNEWS
Φωτογραφία με απόσπασμα ταγματασφαλιτών (ανάμεσά τους ο Πλυτζανόπουλος, ο Γ. Σγούρος και ο γιός τους Θόδωρος ή «Μπέμπης»). Λέγεται πως η φωτογραφία έχει τραβηχτεί πριν από το μπλόκο στην Κοκκινιά
…«Φωνάξανε: Κατεβάζουν το Βασιλάκη. Και βγήκε η μαμά μου και κόλλησε έτσι στον τοίχο…της σκάλας… Και το είδε. Και φώναξε. Αχ, τον εφίο κατεβαίνει, τον εφίο κατεβαίνει, το παιδί μου το κατεβάζουν σαν εφίο [1], τι τους έκανε, τι τους έκανε, τους κακούργους… […] Στο δικό μας σπίτι και ν’ ακούγατε τη μάνα μου… που ήτανε χαροκαμένη…και φώναζε…Βάαασο μου, αγόρι μου, γιατί παιδί μου, γιατί σ’ το κάνανε αυτό… Το τι γινότανε στο σπίτι μας… Μήνες ολόκληρους… μήνες ολόκληρους είχαμε τα ρούχα του απλωμένα και κλαίγαμε. Μαρτύριο».
, Mπλόκο Κοκκινιάς, 17 Αυγούστου 1944/ Μαρτυρίες, INDEPENDENTNEWS
Ο 16χρονος ΕΠΟΝίτης Παναγιώτης Μεταξάς
Μαρτυρία της αδερφής του 19χρονου Βασίλη Στυλιανίδη, μέλους της ΕΠΟΝ και του ΚΚΕ, που εκτελέστηκε στην Κοκκινιά, στις 17 Αυγούστου 1944.
…«Βγαίνει μετά, Φουρναράκο τον λέγανε, ένας αστυνόμος απ’ το πέμπτο. Και λέει: Ποιος θέλει ν’ ακούσει τα ονόματα των σκοτωμένων, να ‘ρθει αύριο στην αστυνομία. Και λέω εγώ, μέχρι αύριο ποιος έχει υπομονή. Μπορεί να είναι στο Χαϊδάρι, που είδαμε και πήρανε τον κόσμο, την πρώτη αποστολή. Εκείνη την ώρα […] τα φώναξε τα ονόματα. Άκουσα της κυρα-Τασίας τον γιό [2], Κρεμμυδόπουλος, άκουσα Λάβδας [3], μετά άκουσα Κρεμμυδόπουλο, πώς τον λέγανε της Ντόμνας; Ο Γιάννης κι ο Γιώργος [4], άκουσα… Άκουσα το δικό μουου…Έμεινα ξερή εγώ, φώναζα τη νύχτα, μοιρολόγαγα, έκλαιγα. Το πρωί σηκώνομαι, στέλνω την πεθερά μου και την αδερφή μου στο Τρίτο, μήπως δεν τους είχανε θάψει. Κι εγώ θέλω να πάω τώρα στο Χαϊδάρι. Πού να μας αφήσουνε να ζυγώσουμε. Αυτό ήτανε… Τώρα γυρίσαμε στο σπίτι, σκεφτείτε τι κάναμε. Τι κάναμε και τι κάνουμε ακόμα. Όχι τι κάναμε. […] Εγώ για ένα λυπάμαι, που λείπουνε οι μάνες, οι δοκιμασμένες, και δεν ζούνε τώρα να δούνε αυτή τη χαρά για τα παιδιά τους… ποια χαρά…την αναγνώριση».
Μαρτυρία της Μαρίας Χατζηαγγέλογλου, μητέρας του 18χρονου ΕΠΟΝίτη Γιώργου Χατζηαγγέλογλου, που εκτελέστηκε στην Κοκκινιά, στις 17 Αυγούστου 1944.
, Mπλόκο Κοκκινιάς, 17 Αυγούστου 1944/ Μαρτυρίες, INDEPENDENTNEWS
Μεταπολεμικό έργο με σινική, του έξοχου ηθοποιού, ζωγράφου και αγωνιστή της αριστεράς, Μιχάλη Νικολινάκου, με θέμα την εκτέλεση των αγωνιστών στη μάντρα της πλατείας Οσίας Ξένης. Την ημέρα του μπλόκου ταγματασφαλίτες καταζητούσαν τον Μιχάλη Νικολινάκο, αλλά εκείνος κατάφερε να γλιτώσει και να παραμείνει κρυμμένος για πολλές ώρες σε ένα ξεροπήγαδο στο Περιβολάκι.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] το φίδι, ο οικουρός όφις.
[2] Ο 16χρονος ΕΠΟΝίτης Παναγιώτης Μεταξάς.
[3] Ο 18χρονος ΕΛΑΣίτης, Θεόδωρος Λάβδας.
[4] Τα δύο αδέρφια, ΕΠΟΝίτες, Γιώργος και Γιάννης Κρεμμυδόπουλος, 18 και 20 ετών, αντιστοίχως.