Με τόσες αυτοκτονίες που συμβαίνουν τον καιρό της πανδημίας, αν ζούσαμε έναν αιώνα πριν, οι δημοσιογράφοι θα χρησιμοποιούσαν κατά κόρον την ορολογία «Επιδημία αυτοκτονιών». Ήταν μια φράση συνηθισμένη, που εμφανιζόταν με παχιά γράμματα στις εφημερίδες κάθε φορά που συνέπεφταν αρκετοί αυτόχειρες μαζί. Ωστόσο δεν γνωρίζουμε -ούτε τότε ούτε και τώρα- αν η αύξηση που υπονοεί η συγκεκριμένη φράση οφείλεται σε πραγματικά νούμερα ή είναι φαινομενική και στηρίζεται απλώς στην επιλογή της δημοσιοποίησής τους από τον τύπο ως μέρος μιας περισσότερο ευαίσθητης δημοσιογραφικής ατζέντας.

Άλλωστε, τα πραγματικά ποσοστά αυτοκτονιών σε τούτη τη χώρα δεν ευτύχησαν για πολλούς λόγους. Η απόκρυψη της πράξης από την οικογένεια που μένει πίσω (μη φανέρωση του αποχαιρετιστήριου σημειώματος π.χ.) είναι συχνή καθότι διευκολύνει την εκκλησιαστική ταφή ενώ κατασιγάζει την περιρρέουσα παραφιλολογία που καταλήγει με ακρίβεια στον κοινωνικό στιγματισμό. Δεν είναι και λίγες οι φορές που ο ίδιος ο αυτόχειρας σκηνοθετεί τον θάνατό του με τρόπο που αφήνει να εννοηθεί πως πρόκειται για ατύχημα.

Σε κάθε περίπτωση η υποκαταγραφή πρέπει να θεωρείται βέβαιη, όσο βέβαιη είναι και η μη καταγραφή των αποπειρών αυτοκτονίας (σχεδόν 20 φορές περισσότερες από τις καταγεγραμμένες αυτοκτονίες).

Για παράδειγμα, μόνο εχτές η ενημέρωση του τύπου περιελάμβανε δύο βουτιές θανάτου, στο Μεταξουργείο και στην Κεφαλονιά, που θα καταγραφούν επίσημα ως ατυχήματα ή πτώσεις ενώ το πιθανότερο είναι πως πρόκειται για αυτοκτονίες.

Επιπλέον οι στατιστικές υπηρεσίες δεν φημίζονται για την απόλυτη ανεξαρτησία τους μέσα στα χρόνια, και συχνά τα αποτελέσματα που δημοσιεύουν, αν το κάνουν, αποτελούν ένα μέσο χειραγώγησης της κοινής γνώμης ή επιβεβαίωσης πολιτικού κλίματος, πολιτικών θέσεων, προγραμμάτων κλπ.

Και είναι αλήθεια πως ένα από τα στατιστικά διακυβεύματα της εποχής της πανδημίας (όπως διακύβευμα αποτέλεσαν και οι «αυτόχειρες της κρίσης» λίγα χρόνια πριν) είναι κατά πόσο οι αυστηρές πολιτικές των λοκντάουν οδηγούν σε αύξηση των αυτοκτονιών παγκοσμίως. Υπάρχει μια διάχυτη αίσθηση γύρω μας πως η απαγόρευση κυκλοφορίας και το κλίμα κοινωνικής αποστασιοποίησης δημιουργεί μια συνθήκη επιβαρυντική για την ψυχική και συναισθηματική υγεία, γεγονός που οδηγεί ευκολότερα σε σκεπτικά φυγής από τη ζωή. Είναι η ίδια η ιογενής υπόσταση της καθημερινότητας που στενεύει τη θέληση και μαγνητίζει την τοξική απαισιοδοξία.

Το Παρατηρητήριο Αυτοκτονίας στην Ελλάδα επιβεβαιώνει για τον Γενάρη του 2021 την αυξητική τάση. Στην Ιαπωνία, μόνο για τον μήνα Οκτώβριο του 2020, αυτοκτόνησαν περισσότεροι άνθρωποι από εκείνους που έχασαν τη ζωή τους όλο το 2020 εξαιτίας του Covid-19. Στις Βρυξέλλες αυξήθηκαν κατά 20%. Στο Λας Βέγκας συζητιέται το άνοιγμα των σχολείων ως καταπολέμηση των αυτοκτονιών σε μαθητές.

Στην πραγματικότητα ουδείς γνωρίζει τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της πανδημίας. Ούτε οι ίδιες οι στατιστικές δεν πιστεύουν στην αλήθεια τους. Και όσο η εποχή γίνεται δέσμια ποσοστών και καμπύλων τόσο οι στατιστικές θα αποτελούν ένα προπαγανδιστικό όπλο στα χέρια των κυβερνήσεων ή της αντιπολίτευσης. Γιατί όλα τα παραπάνω δεδομένα εκδηλώνουν μια τάση μα δεν επιβεβαιώνουν και τίποτα, εκτός από το γεγονός πως τα ποσοστά των αυτοχείρων περισσότερο αποτελούν ηθικοπλαστικό δείκτη κυβερνητικής επιτυχίας ή αποτυχίας παρά εκφράζουν την επιθυμία μιας συγκροτημένης καταπολέμησης και επούλωσης χρόνιων τραυμάτων στο κοινωνικό σώμα.

Ας μην το ξεχνάμε αυτό: κάθε αυτοκτονία αφορά έναν μοναδικό άνθρωπο, που κουβαλά μιαν απαρομοίαστη ζωή, υπηρετώντας τις δικές του προσλαμβάνουσες, εκπροσωπώντας εν τέλει έναν εαυτό ξεχωριστών ελπίδων, ακατάτακτων αναμνήσεων, και αποκλειστικών φόβων.

Όσο περισσότερο η έκφραση τούτης της μοναδικότητας εν ζωή θα γίνεται κοινωνικά σεβαστή χωρίς προαπαιτούμενα και προσδοκίες τόσο η κοινωνία θα αποστιγματοποιείται ταχύτατα, και η θέληση για φυγή απ’ τα εγκόσμια θα χάνει το ενδιαφέρον της.

 

Πρώτη δημοσίευση: ΑΣΣΟΔΥΟ.