Κώστας Σερδάρης*: Ευρώπη σε κρίση,το κενό αλληλεγγύης απειλεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα

Posted on 12 Απριλίου, 2020, 10:47 πμ
7 secs

Οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή σε μία οικονομία της αγοράς βασίζεται στην παροχή μιας χρηματικής μονάδας ως αντάλλαγμα για την λήψη ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας

Για παράδειγμα, ένα νοικοκυριό λαμβάνει χρήματα υπό τη μορφή μισθού ή σύνταξης τα οποία χρησιμοποιεί για να πληρώσει έναν προμηθευτή που του παρέχει ένα αγαθό ή μια υπηρεσία. Αντίστοιχα, οι πληρωμές που λαμβάνουν οι επιχειρήσεις αυτές χρησιμοποιούνται για την αποπληρωμή των προμηθευτών τους, την πληρωμή φόρων καθώς και την καταβολή των μισθών των υπαλλήλων τους και ούτω καθ’ εξής.

Υπό την έννοια αυτή, ο καθένας είναι ο πελάτης, προμηθευτής, εργαζόμενος, δανειστής κάποιου άλλου και αυτή η σύνδεση δεν είναι γραμμική αλλά αντίθετα επεκτείνεται κάθετα και οριζόντια μεταξύ των ατόμων, των επιχειρήσεων, καθώς και των κρατικών υπηρεσιών και φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, οι πηγές εσόδων κάθε οικονομικού παράγοντα βασίζονται στην εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων κάποιου άλλου ο οποίος με τη σειρά του βασίζεται σε κάποιον τρίτο για τον ίδιο λόγο, σε ένα πλήρως αλληλένδετο οικονομικό σύστημα.

Από τη στιγμή που γίνει πλήρως κατανοητή η έκταση της οικονομικής αυτής αλληλεξάρτησης, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τις δραματικές επιπτώσεις της πανδημίας στην εγχώρια και διεθνή οικονομία και συνακόλουθα την επιτακτική ανάγκη λήψης ενός ρηξικέλευθου μείγματος πολιτικών πρωτοβουλιών προς την κατεύθυνση της χρηματοδότησης της οικονομικής ανάπτυξης και της διατήρησης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.  Τα μέτρα δε αυτά θα πρέπει να κατευθύνονται τόσο στη διατήρηση της αναγκαίας ρευστότητας, ήτοι της δυνατότητας των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να  εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις, όσο και την εξασφάλιση της φερεγγυότητας, ήτοι της διατήρησης του ενεργητικού των οικονομικών παραγόντων σε ένα επίπεδο που θα υπερβαίνει το παθητικό τους και θα τους εξασφαλίζει τη δυνατότητα αντίδρασης ενόψει μιας μελλοντικής ύφεσης.

Αν και το συνολικό πακέτο χρηματοδοτικής στήριξης που θα χρειαστεί για την επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής οικονομίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί με απόλυτη ακρίβεια, είναι βέβαιο πως θα απαιτηθούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια ή ακόμα και τρισεκατομμύρια ευρώ, γεγονός που θα αυξήσει τις δανειακές ανάγκες όλων των κρατών μελών. Όπερ σημαίνει ότι το κόστος δανεισμού θα είναι ιδιαίτερα υψηλό για τις περισσότερες χώρες, ιδίως τις αδύναμες οικονομικά χώρες της Νότιας Ευρώπης οι οποίες όχι μόνον πλήττονται ασύμμετρα από τις συνέπειες της πανδημίας (βλ. Ιταλία και Ισπανία) αλλά ταυτόχρονα, εξαιτίας της δεκαετούς οικονομικής κρίσης, δυσκολεύονται να καταφύγουν με ευκολία στις διεθνείς αγορές ομολόγων. Ενόψει αυτού, η διατήρηση της συνοχής της Ένωσης εξαρτάται από την εύρεση ενός αξιόπιστου ευρωπαϊκού μηχανισμού ο οποίος θα λειτουργήσει ως ασπίδα προστασίας των πληττόμενων χωρών.

Αν και σημαντικός, ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προς την κατεύθυνση αυτή είναι περιορισμένος. Και τούτο διότι οι παρεμβάσεις της ΕΚΤ περιορίζονται κατά κύριο λόγο στη λήψη διορθωτικών μέτρων και την παροχή εγγυήσεων για τη στήριξη των πιστωτικών ιδρυμάτων και του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Συνεπώς, μόνο έμμεσα μπορεί να βοηθήσει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ενώ αδυνατεί να χρηματοδοτήσει απευθείας δημόσια έργα και επενδύσεις. Από την άλλη μεριά, η αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) που προκρίθηκε στο Eurogroup της 9ης Απριλίου μετά από πιέσεις της Γερμανίας και της Ολλανδίας αποτελεί μια λύση σημαντικά κατώτερη των περιστάσεων και αποδεικνύει ότι η ΕΕ δεν έχει καταλάβει ούτε το μέγεθος της κρίσης αλλά ούτε και τα λάθη του πρόσφατου παρελθόντος. Και τούτο διότι οι -κατά την εγχώρια πείρα- ταπεινωτικοί όροι (‘conditionality’) που συνδέονται με την παροχή οικονομικής βοήθειας από τον ESM, όχι μόνον καθιστούν την επιλογή αυτή πολιτικά μη αποδεκτή, αλλά ταυτόχρονα ανοίγουν διάπλατα την πόρτα για μια νέα κρίση χρέους στην Ευρωζώνη -δεδομένου ότι τα δάνεια αυτά δεν εγγυώνται προφανώς από την ΕΚΤ ή κάποιον άλλο θεσμικό παράγοντα ούτε φυσικά αμοιβαιοποιούνται ώστε να ευθύνονται από κοινού όλες οι χώρες για την αποπληρωμή τους. Καθείς μόνος του, δηλαδή, και μάλιστα χωρίς τη δυνατότητα έκδοσης νέου χρήματος που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την κάλυψη των αυξημένων παροχών της κεντρικής διοίκησης.

Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται επιβεβλημένη η εύρεση μιας πιο ριζοσπαστικής λύσης η οποία θα μπορεί να αντιμετωπίσει το κενό της θεσμικής ανεπάρκειας στο επίπεδο της Ευρωζώνης και τις αναμενόμενες οικονομικές και κατ’ επέκταση πολιτικές επιπτώσεις της προδιαγραφόμενης κρίσης. Προς αυτήν την κατεύθυνση, ως μόνη αξιόπιστη λύση φαίνεται ο διαμοιρασμός των βαρών από όλα τα κράτη μέλη μέσω της έκδοσης ενός ευρωομολόγου σε συνδυασμό με τη δημιουργία ενός Αναπτυξιακού Ταμείου που θα είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει άμεσα τα αναγκαία έργα ανασυγκρότησης. Αφήνοντας στην άκρη το πολιτικό ζήτημα που η αμοιβαιοποίηση του χρέους δημιουργεί για τις χώρες του Βορρά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι διεθνείς αγορές θα χαιρετούσαν θερμά μια κοινή πολιτική και οικονομική δράση των κρατών μελών της Ευρωζώνης, υπό τη σκέπη και στήριξη της ΕΚΤ που έχει δείξει επανειλημμένα ότι είναι σε θέση να κάνει οτιδήποτε χρειαστεί (‘whatever it takes’) για να διατηρήσει τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στην Ευρωζώνη. Ο χρόνος μετράει αντίστροφα αλλά η ευκαιρία δε χάθηκε ακόμα. Διαφορετικά πολύ φοβάμαι ότι θα βρεθούμε σύντομα ενόψει εξελίξεων που ενδεχομένως θα θέτουν υπό αμφισβήτηση το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αν όχι την ίδια τη Δημοκρατία.

 

*O Κώστας Σερδάρης είναι Yπ. Διδάκτωρ Νομικής, Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Φλωρεντίας

independentnews.gr

...