Μια κοινωνία με διευρυμένους πνευματικούς ορίζοντες και κριτικό πνεύμα μπορεί να αντιμετωπίζει καλύτερα τις προκλήσεις που την ταλανίζουν και να διαμορφώνει ρεαλιστικές προοπτικές.

Εχει πολιτικό πρόσημο η επιστημονική έρευνα; Μπορεί να εργαλειοποιηθεί; Είναι προτεραιότητα που καμία κυβέρνηση δεν πρέπει να παραβλέπει έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ανάπτυξη της καινοτομίας μιας χώρας;

Ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Ερευνας και Καινοτομίας, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης και διακεκριμένο μέλος του ΙΤΕ, Κώστας Φωτάκης, θεωρεί ότι η έρευνα δεν είναι ουδέτερη αλλά έχει ιδεολογικό υπόβαθρο και τονίζει πως η σημερινή κυβέρνηση «εργαλειοποιεί» την ερευνητική διαδικασία, αδιαφορεί για τους νέους ερευνητές και μετατρέπει την καινοτομία σε «κενοτομία», ανοίγοντας τον δρόμο για την περαιτέρω συνέχιση του brain drain.

● Κύριε Φωτάκη, θητεύσατε ως υπουργός Ερευνας για περισσότερο από τέσσερα χρόνια. Πώς βλέπετε τον ρόλο της έρευνας σήμερα;

Η επιστημονική έρευνα δεν είναι, ούτε πρέπει να εμφανίζεται ως κάτι εξωτικό και απόμακρο από την κοινωνία. Η νέα γνώση που παράγεται από την έρευνα συνδέεται τόσο με τις μεγάλες κοινωνικές προκλήσεις -αντιμετώπιση της πανδημίας- όσο και με το μεγάλο θέμα της βιώσιμης και δίκαιης οικονομικής ανάπτυξης.

Η παραγωγική διαδικασία έχει βαθύτατα κοινωνικό χαρακτήρα, στον οποίο η αξιοποίηση της έρευνας παίζει καίριο ρόλο. Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση. Είναι η αυταξία της έρευνας ως συντελεστή που προάγει την παιδεία και τη μόρφωση της κοινωνίας. Μια κοινωνία με διευρυμένους πνευματικούς ορίζοντες και κριτικό πνεύμα μπορεί να αντιμετωπίζει καλύτερα τις προκλήσεις που την ταλανίζουν και να διαμορφώνει ρεαλιστικές προοπτικές. Η έρευνα στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, η οποία συχνά υποτιμάται, έχει, μεταξύ άλλων, πολλά να προσφέρει εδώ και γι’ αυτό στηρίχθηκε ισότιμα κατά τη δική μας διακυβέρνηση.

● Μήπως εξιδανικεύετε τον ρόλο της;

Οχι! Η βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη εξαρτάται από τις πολιτικές που ακολουθούνται και το ιδεολογικό υπόβαθρο που τις διέπει. Αντίστοιχα, η επιστημονική έρευνα δεν είναι ουδέτερη, όπως συχνά εμφανίζεται, αλλά έχει πρόσημο ως προς τη χρήση ή την κατάχρησή της, τις πολιτικές και τους στόχους που εξυπηρετεί. Εχει πρόσημο ως προς τον τρόπο που διεξάγεται και τον τρόπο που χρησιμοποιείται. Κι εδώ εγείρονται ευαίσθητα κι επίκαιρα θέματα φιλοσοφίας, ηθικής και πολιτικής.

Ας αναλογιστούμε π.χ. πώς θα είναι ο κόσμος της λεγόμενης 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, με την τεχνητή νοημοσύνη των μηχανών και τα ρομπότ να κυριαρχούν, χωρίς να υπάρχει σοβαρή εμβάθυνση στις επιπτώσεις που μπορεί να υπάρξουν τόσο για το μέλλον της εργασίας όσο και για αυτή την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση.

Η σημασία μάλιστα των επιπτώσεων αυτών αναγνωρίστηκε πρόσφατα από την Ε.Ε., η οποία αναφέρεται με την ορολογία Industry 5.0 στην αναγκαιότητα για μια ανθρωποκεντρική διάσταση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής παραγωγής.

● Τι γίνεται με την έρευνα στην Ελλάδα σήμερα;

Μην ξεχνάμε ότι έγινε πραγματικά μεγάλο άλμα στον ευρωπαϊκό δείκτη καινοτομίας για την Ελλάδα τα έτη 2017-2019.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, φοβάμαι ότι επιστρέψαμε στις γνωστές από το παρελθόν ατελέσφορες αντιλήψεις της μονόπλευρης «χρήσιμης και άμεσα ανταποδοτικής» έρευνας. Οι αντιλήψεις αυτές εργαλειοποιούν την ερευνητική διαδικασία κι έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικές ως προς αυτό που υποτίθεται ότι επιδιώκουν: τη διασύνδεση της έρευνας με την παραγωγή και την προώθηση της καινοτόμου επιχειρηματικότητας.

Υπάρχουν όμως και άλλες παρενέργειες από τη «χρησιμοθηρική» προσέγγιση στην έρευνα. Ο ερευνητής αναγκάζεται να επιδιώκει εύκολες λύσεις που να προσαρμόζονται άμεσα στις ανάγκες της αγοράς, ακόμη και να λειτουργεί και ως επιχειρηματίας (συχνά ατάλαντος επιχειρηματίας), θυσιάζοντας την ακαδημαϊκότητα και την επιστημονική ποιότητα. Απότοκα αυτής της αντίληψης είναι απαράδεκτα φαινόμενα, όπως οι πρόσφατες δηλώσεις κυβερνητικών συμβούλων για τεμπέληδες κατόχους διδακτορικών ή για ιδρυτές μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών ψηφιακής τεχνολογίας που τα κατάφεραν χωρίς σπουδές ή πτυχία. Λες κι η επιδίωξη όλων των νέων που σπουδάζουν ή κάνουν έρευνα στο πλαίσιο ενός διδακτορικού είναι να γίνουν επιχειρηματίες. Λες και οι εταιρείες αυτές δεν στελεχώνονται από κατόχους διδακτορικών. Πρόκειται για αντιλήψεις οι οποίες όχι μόνο συγχέουν αλλά στην ουσία χλευάζουν τις έννοιες της έρευνας και της καινοτομίας.

Ενώ κατά την περίοδο 2015-19, για πρώτη φορά εφαρμόστηκε ένα ολιστικό σχέδιο για την προαγωγή και αξιοποίηση της έρευνας και της καινοτομίας που προκύπτει από αυτήν. Στον πυρήνα του σχεδίου αυτού βρισκόταν η προαγωγή τόσο της έρευνας που συνδέεται με τη ζήτηση και τις σημερινές ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας, όσο και της ελεύθερης ποιοτικής έρευνας που δημιουργεί προϋποθέσεις για τεχνολογικά άλματα και τον μετασχηματισμό της οικονομίας.

Η έμφαση στη στήριξη του ανθρώπινου δυναμικού, με αιχμή τους νέους επιστήμονες κι ερευνητές, ήταν κεντρική επιδίωξη.

● Πώς εξηγείτε αυτά τα φαινόμενα;

Υπάρχει μια ευρύτερη απαξίωση της έρευνας στην κυβερνητική ατζέντα. Η αδιαφορία στην αντιμετώπιση των νέων ερευνητών και οι κυβερνητικές προτάσεις για τη χρηματοδότηση της έρευνας από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης οδηγούν αβίαστα σε αυτό το συμπέρασμα.

Πρόσφατες νομοθετικές ερμηνείες και ρυθμίσεις είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των απολαβών των μεταδιδακτόρων ερευνητών και την εισαγωγή γραφειοκρατικών ρυθμίσεων που τους/τις εξωθούν σε συμβάσεις «ανάθεσης έργου», δηλαδή τα γνωστά από το παρελθόν «μπλοκάκια». Και τα δύο αυτά στοιχεία λειτουργούν αποθαρρυντικά για τους νέους ερευνητές κι αναμένεται να ενισχύσουν το brain drain.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Το Ελληνικό Ιδρυμα Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ), που λειτουργεί από το 2016 ως πυλώνας για τη στήριξη των νέων ερευνητών και της βασικής έρευνας στα ΑΕΙ και τα Ερευνητικά Κέντρα της χώρας, έχει άδηλο μέλλον αφού δεν έχει υπάρξει ακόμη πρόβλεψη για τη μελλοντική οικονομική ενίσχυσή του πέρα από αυτήν που είχε εξασφαλιστεί τελευταία φορά το 2018. Θα έλεγα επίσης ότι οι προτάσεις της κυβέρνησης για τη στήριξη της έρευνας από το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελούν δυστυχώς ακόμη ένα απτό δείγμα για την απαξίωσή της.

Ενα μόνο θα πω: υπό τον τίτλο «Στήριξη βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας» προβλέπονται 140 εκατ. € για πέντε χρόνια για την υλοποίηση ποικίλων ετερόκλητων έργων που προτάθηκαν χωρίς καμία διαβούλευση με τα αρμόδια συμβουλευτικά όργανα, όπως το Εθνικό Συμβούλιο Ερευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ), η Σύνοδος Προέδρων Ερευνητικών Κέντρων και η Σύνοδος Πρυτάνεων ΑΕΙ. Αν ληφθεί υπόψη ότι την περίοδο 2017-2021 μόνο για τη στήριξη της βασικής έρευνας από το ΕΛΙΔΕΚ είχαν εξασφαλιστεί 300 εκατ. €, είναι εμφανές ότι οι προτάσεις είναι μη ρεαλιστικές και το εγχείρημα ανέφικτο.

● Τι απαντάτε στους ισχυρισμούς για την υστέρηση της καινοτομίας στην Ελλάδα;

Πράγματι, κάθε τόσο ακούγονται μεμψίμοιρες φωνές από επαΐοντες και μη για την υστέρηση της Ελλάδας στους ευρωπαϊκούς δείκτες έρευνας και καινοτομίας, λησμονώντας ότι με την αποτελεσματικότητα της συνεπούς και ολιστικής ερευνητικής πολιτικής που εφαρμόστηκε εν μέσω μνημονίων κατά την περίοδο 2015-2019, η χώρα, από ουραγός, κατέστη μέρος του ευρωπαϊκού χάρτη καινοτομίας. Σίγουρα το αποτύπωμα δεν είναι ακόμη βαθύ, θα ήταν άλλωστε παράλογο να το αναμένει κανείς δεδομένης της διαχρονικής έλλειψης στήριξης της καινοτόμου επιχειρηματικότητας, αλλά είναι πλέον σαφώς ανιχνεύσιμο.

Αυτή η ολιστική προσέγγιση απουσιάζει σήμερα. Αντίθετα, προβάλλονται αποσπασματικά πρωτοβουλίες επενδύσεων στην καινοτόμο επιχειρηματικότητα, οι οποίες μάλλον αφορούν μεγαλεπήβολα και αμφίβολης αποτελεσματικότητας -κυρίως real estate- εγχειρήματα, χωρίς ξεκάθαρη αναφορά στην επιστημονική έρευνα που διεξάγεται σε Ερευνητικά Κέντρα και Πανεπιστήμια. Προς το παρόν λέω, «οψόμεθα»!

Να τονίσω εδώ ότι η ποιότητα της επιστημονικής έρευνας που διεξάγεται είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη για την άνθηση της πραγματικής καινοτομίας. Της επιστημονικής έρευνας που έχει βάθος κι όχι ευκαιριακό χαρακτήρα. Αυτό υπήρξε γνώμονας της πολιτικής που εφαρμόσαμε. Βλέπουμε, όμως, σήμερα να εγκαταλείπεται από όψιμους ταγούς μιας ψευδεπίγραφης νεοφυούς επιχειρηματικότητας, οι οποίοι ευτελίζουν την καινοτομία σε «κενοτομία».

● Να κλείσουμε με ένα πολύ επίκαιρο θέμα. Ποια η γνώμη σας για την εκχώρηση των δικαιωμάτων πατέντας από τις εταιρείες παρασκευής εμβολίων;

Σίγουρα, η πρόσβαση στα δικαιώματα πατέντας είναι αναγκαία συνθήκη για την αύξηση της παραγωγής εμβολίων. Ομως, αυτό δεν είναι και ικανή συνθήκη, δεν αρκεί για να καλυφθεί άμεσα το πρόβλημα της παραγωγής. Κι αυτό γιατί υπάρχουν σημαντική τεχνογνωσία και κρίσιμες τεχνικές λεπτομέρειες στην αλυσίδα παραγωγής που δεν αποτυπώνονται στις πατέντες.

Να σημειώσω εδώ ότι η εταιρεία Moderna προσφέρθηκε αυτοβούλως να εκχωρήσει την πατέντα για το εμβόλιο που παρασκευάζει χωρίς όμως να διασφαλίζεται η μαζική παραγωγή του. Πολιτικά, το αίτημα για εκχώρηση των δικαιωμάτων της πατέντας έχει μεγάλη σημασία, καθώς αποτελεί ένα πρώτο βήμα για μελλοντικές διεκδικήσεις.

efsyn