ΗΠΑ- Ιράν: 40 χρόνια ανταγωνισμού στη Μέση Ανατολή

Posted on March 16, 2020, 9:21 am
18 secs

ΗΠΑ- Ιράν: 40 χρόνια ανταγωνισμού στη Μέση Ανατολή

Νεκτάριος Μπουγδάνης

-Από όλες τις αντιπαραθέσεις, τουλάχιστον του μεταπολεμικού κόσμου, αυτή της Μέσης Ανατολής σίγουρα αποτελεί την κορωνίδα των διενέξεων. Στο ήδη πλούσιο μωσαϊκό ήρθε να προστεθεί και η «Αραβική Άνοιξη», μια διαδικασία εξεγέρσεων και επαναστάσεων εναντίον καθεστώτων που δέσποζαν για χρόνια και έμοιαζαν πολύ γερά θεμελιωμένα, αλλά τελικά κάποια από αυτά κατέρρευσαν υπό το βάρος της λαϊκής κινητοποίησης.

Τα τελευταία 40 χρόνια, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί της στην περιοχή, ανταγωνίζονται ουσιαστικά ένα σιιτικό τόξο στη Μέση Ανατολή. Αυτή η κατάσταση δημιουργήθηκε από τον ανταγωνισμό μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στα πλαίσια της νέας τάξης πραγμάτων, που αναδείχθηκε στη Μέση Ανατολή με την υπογραφή της Συνθήκης του Καμπ Ντέϊβιντ (Σεπτέμβριος 1978) και την επανάσταση του Χομεϊνί στο Ιράν (Ιανουάριος 1979). Εν μέσω αλλαγών στη περιοχή, ο ανταγωνισμός αυτός αποκτάει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία.

Έτσι λοιπόν, με χρονολογική σειρά από το 1978 έως σήμερα, ας εξετάσουμε κάθε κομβικό γεγονός που επηρέασε και συνεχίζει να διαμορφώνει την παρούσα κατάσταση

 

Η Συνθήκη του Καμπ Ντέϊβιντ

Το Σεπτέμβριο του 1978 ο Πρωθυπουργός του Ισραήλ Μεναχέμ Μπέγκιν υπέγραψε στο Καμπ Ντέϊβιντ, με τη διαμεσολάβηση του Τζίμι Κάρτερ, ειρηνευτική συμφωνία με τον πρόεδρο της Αιγύπτου Ανουάρ Σαντάτ. Παράλληλα με την ελπίδα της ειρήνης, γεννήθηκαν και πολλές αντιδράσεις, όπως ήταν φυσικό. Τελικά ο Σαντάτ πλήρωσε με τη ζωή του αυτή τη συμφωνία. Ύστερα από δύο πρόσφατους -τότε- αραβο-ισραηλινούς πολέμους (1967,1973), ήταν επιτακτική για τις ΗΠΑ μια συμφωνία του Ισραήλ με τους Άραβες. Μια Συνθήκη με τη μεγαλύτερη αραβική δημοκρατία, αυτή της Αιγύπτου, έμοιαζε ως η ιδανική λύση που θα τοποθετούσε το Ισραήλ σε πλεονεκτική θέση, ώστε να εξυπηρετήσει καλύτερα τα αμερικανικά συμφέροντα. Επιπτώσεις υπήρχαν σε δύο επίπεδα: Αφενός, στην ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στο περιφερειακό πλαίσιο, αφετέρου στις ενδο-αραβικές σχέσεις. Από τη μία, οι ΗΠΑ κατάφεραν να πετύχουν την ανάσχεση της αιγυπτιακής απειλής εναντίον του ισχυρού συμμάχου τους, από την άλλη, άλλες αραβικές χώρες δεν συμμερίστηκαν τη στάση του προέδρου Σαντάτ για τη διευθέτηση του Μεσανατολικού, με αποτέλεσμα να προχωρήσει ο Αραβικός Σύνδεσμος στην αποπομπή της Αιγύπτου.

 

ΗΠΑ- Ιράν: 40 χρόνια ανταγωνισμού στη Μέση Ανατολή

Η Ιρανική Επανάσταση

Τον Ιανουάριο του 1979 το μοναρχικό καθεστώς του Σάχη ανατρέπεται και εγκαθιδρύεται το καθεστώς του Χομεϊνί. Η νέα Αρχή του κράτους έβαλε ως στόχο τη προώθηση της Ισλαμικής Επανάστασης και σε άλλες χώρες της ευρύτερης περιοχής. Η ανάληψη της εξουσίας στο Ιράν από τους κληρικούς είχε ως αποτέλεσμα ποικίλες επιπτώσεις. Το πετρελαιοπαραγωγό Ιράν, έφυγε από τα χέρια των δυτικών εταιρειών και ανατράπηκε έτσι η ισορροπία δυνάμεων στο περιφερειακό επίπεδο. Εκτός αυτού, συνέβησαν αλλαγές τόσο στις ιρανο-αραβικές, όσο και στις ιρανο-τουρκικές σχέσεις. Από τη μία, τα αραβικά καθεστώτα, κυρίως του Κόλπου όπου υπάρχουν σιιτικές μειονότητες, φοβήθηκαν το ντόμινο εξεγέρσεων που μπορούσε να προκληθεί, εξαιτίας του ιρανικού παραδείγματος, από την άλλη, η σταθερή σύμμαχος των ΗΠΑ και μέλος του ΝΑΤΟ, Τουρκία, απέκτησε έναν ισχυρό ανταγωνιστή στη περιοχή, ο οποίος μάλιστα είχε ως σημαία το Ισλάμ. Οι ανατροπές αυτές πυροδότησαν αντιδράσεις τόσο σε διεθνές επίπεδο, όσο και περιφερειακά. Με αφορμή την κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας από οπαδούς του Χομεϊνί, οι ΗΠΑ εφάρμοσαν οικονομικό αποκλεισμό, ο Κάρτερ έχασε τις εκλογές από τον Ρήγκαν και στο Λευκό Οίκο εγκαταστάθηκαν οι νεοσυντηρητικοί, που είχαν στο πρόγραμμά τους μεγάλες ανατροπές τόσο στην οικονομία, όσο και στην εφαρμογή της αμερικάνικης ισχύος σε γεωπολιτικό επίπεδο. Η πολιτική Ρήγκαν στη Μέση Ανατολή συνδέθηκε με τις περιφερειακές αντιδράσεις, όπως την ίδρυση του Συμβουλίου των Κρατών του Κόλπου υπό την ηγεμονία της Σαουδικής Αραβίας. Το 1980, ξεκίνησε ο πόλεμος του Ιράν με το Ιράκ, το οποίο στήριξε η Δύση. Σε αυτόν τον πόλεμο, όπου οι δύο πλευρές τον αντιμετώπισαν ως ανάσχεση ή προώθηση της Ισλαμικής Επανάστασης, αναδύθηκε ο ρόλος που έπαιξαν οι ΗΠΑ και η Συρία.

 

Η Ισραηλινή Εισβολή στο Λίβανο (1982)

Το 1982 το Ισραήλ εισβάλλει στον Λίβανο, αποφασισμένο να προχωρήσει στην εκδίωξη των Παλαιστινίων ανταρτών και της ηγεσίας της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ), η οποία έδρευε στον Λίβανο, ώστε να σχηματίσει μετέπειτα μια ζώνη ελέγχου εντός λιβανικού εδάφους. Οι επιπτώσεις αυτής της εισβολής αντικατοπτρίζουν τη νέα φάση που εισέρχεται η περιοχή. Το πολιτικό σκηνικό στον Λίβανο αλλάζει, με την αποχώρηση της ΟΑΠ και την αναταραχή στην ενδοκοινοτική ισορροπία από το γεγονός της εισβολής και του νέου σκηνικού που διαμορφώνεται. Ξεκινάει έτσι, η ισραηλινή κατοχή του νοτίου Λιβάνου που θα διαρκέσει 18 χρόνια. Οι αντιδράσεις που προκαλεί η εισβολή, είναι σοβαρές τόσο στον αραβικό χώρο, όσο και περιφερειακά, στις όμορες μουσουλμανικές χώρες της Τουρκίας και του Ιράν. Η κατοχή του νοτίου Λιβάνου και μια σειρά άλλων παραγόντων θα γεννήσουν τη λιβανέζικη σιιτική οργάνωση της Χεζμπολλάχ (Κόμμα του Θεού) και την ανάληψη από πλευράς της, μιας ορκισμένης αντίστασης του σιιτικού πληθυσμού του Λιβάνου. Στην ίδρυση και επέκταση – πνευματική, πολιτική, αλλά και υλική – της οργάνωσης ο ρόλος του Ιράν και της Συρίας είανι σημαντικός. Άλλωστε, από εκείνο το σημείο και μετά είναι ορατή η προσπάθεια της δημιουργίας ενός συμμαχικού τόξου στη περιοχή (Ιράν, Συρία, Χεζμπολλάχ), απέναντι στα σχέδια των ΗΠΑ και του Ισραήλ . Η δράση της Χεζμπολλάχ είναι από την αρχή δυναμική, ενώ εμφανίζει από την αρχή μια τάση περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησης.

 

Ο Πόλεμος του Κόλπου (1991)

Τον Αύγουστο του 1990, ο Σαντάμ Χουσεΐν, σαν Πρόεδρος του Ιράκ, αποφασίζει την εισβολή στο Κουβέιτ. Ο άλλοτε σύμμαχος, περνάει τη «κόκκινη γραμμή» της Δύσης, με αποτέλεσμα τον Πόλεμο του Κόλπου στις αρχές του 1991 και την ανακύρηξη από τον Πρόεδρο Μπους τον πρεσβύτερο, της «νέας Τάξης Πραγμάτων». Γεωπολιτικά συμφέροντα σε συνδυασμό με την πρόσφατη, τότε, κατάρευση του Ανατολικού Μπλοκ, οδήγησαν στη στρατιωτική σύγκρουση. Οι επιπτώσεις σε περιφερειακό επίπεδο ήταν σημαντικές, καθώς τα αραβικά κράτη βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα της εύνοιας των ΗΠΑ από τη μία, αλλά και του γεγονότος της συμμετοχής από την άλλη, σε έναν πόλεμο της Δύσης ενάντια σε μια αραβική χώρα. Ο Πόλεμος του Κόλπου σηματοδότησε την αναδιάταξη των συμμαχιών της περιοχής. Το Ιράκ αποδυναμώθηκε, τη στιγμή που αντίστοιχα ενδυναμώθηκε η θέση του Ιράν. Οι ΗΠΑ, κατόρθωσαν να εγκαταστήσουν μια μόνιμη στρατιωτική παρουσία στον Κόλπο, κατορθώνοντας έτσι να ασκούν από κοντά τον απαραίτητο έλεγχο για τα συμφέροντά τους, και να έχουν έναν σταθερό μοχλό πίεσης και επιβολής της αμερικάνικης ισχύος. Η αναδιάταξη των συμμαχιών και η εφαρμογή της πολιτικής της «νέας Τάξης Πραγμάτων», οδήγησε στην επίτευξη της Συμφωνίας του Όσλο μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων, αλλά και στην έναρξη της στρατηγικής συμμαχίας Ισραήλ-Τουρκίας. Υπό το πρίσμα του Πολέμου, αλλά και των συνεπακόλουθων επιπτώσεών του, παρακολουθούμε τον ρόλο και την αντίδραση του Ιράν, της Συρίας και της Χεζμπολλάχ, οι οποίοι διέβλεψαν την προσπάθεια των ΗΠΑ -σε συνεργασία με το Ισραήλ-, να εγκαταστήσουν έναν λίγο-πολύ μόνιμο μηχανισμό ελέγχου στη περιοχή, τόσο με αυτόνομη στρατιωτική και οικονομική παρουσία, όσο και με τη διαμόρφωση ενός άξονα αραβικών κρατών, που είτε πιέζονταν οι ηγεσίες τους να μην αντιδρούν στα σχέδια των ΗΠΑ, είτε ήταν φανερά υπό τον αμερικανικό έλεγχο. Κομβικό σημείο στο τέλος της δεκαετίας του ’90, αποτελεί η αποχώρηση του Ισραήλ από το Λίβανο (2000). Αυτή η αποχώρηση δημιουργεί πολιτικο-στρατηγικά προβλήματα, τόσο ενδοκρατικά όσο και περιφερειακά: παρατηρούμε έτσι την ενίσχυση της Χεζμπολλάχ στο Πολιτειακό σχήμα του Λιβάνου, την περαιτέρω υποστήριξη της σιιτικής αντίστασης από τη Συρία και το Ιράν, με τελικό αποτέλεσμα να οδηγήσουν οι εξελίξεις στο Δεύτερο Πόλεμο του Λιβάνου (2006), μεταξύ του Ισραήλ και της Χεζμπολλάχ.

 

Ο Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας

Η άνοδος των νεοσυντηρητικών στην ηγεσία των ΗΠΑ, το 2001, υπό τον Τζωρτζ Μπους το νεώτερο, σηματοδότησε την εφαρμογή ενός προγράμματος, που μιλούσε για τον «Αμερικάνικο 21ο αιώνα», μέσω της διάδοσης των «δυτικών αρχών και αξιών» σε παγκόσμια κλίμακα. Η διάθεση της επιβολής της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής με τη χρήση βίας, σε όποιον δεν συμβάδιζε με τις πολιτικές του Λευκού Οίκου, ήταν εμφανής. Η επίθεση της αλ-Κάιντα σε αμερικανικό έδαφος, έδωσε την ευκαιρία στις ΗΠΑ να εισβάλλουν, αρχικά στο Αφγανιστάν και μετέπειτα στο Ιράκ και να θέσουν υπό την κατοχή τους τις δύο χώρες τοποθετώντας φίλα προσκείμενες κυβερνήσεις, που τις προστάτευε ο αμερικανικός στρατός. Οι συνέπειες του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας», όπως ονομάστηκε από τον Τζ. Μπους, στη περιοχή, φάνηκαν γρήγορα από την άνοδο των σιιτών του Ιράκ και την παγίωση του σιιτικού τόξου με τη συμμετοχή του Άσαντ της Συρίας και της Χεζμπολλάχ. Οι σουννίτες αντέδρασαν στις εξελίξεις με τη δημιουργία καταρχήν αντάρτικων ομάδων στο υπό κατοχή Ιράκ. Αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν σε θρησκευτικές συγκρούσεις ολόκληρη τη δεκαετία, το αποτύπωμα των οποίων ήταν και είναι έντονο και στον σημερινό συριακό εμφύλιο πόλεμο, με την παρουσία και τζιχαντιστών ανταρτών στη χώρα. Οι οργανώσεις του Τζιχάντ, εξέλαβαν τον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας», ως μία νέα Σταυροφορία, που απειλεί το σύνολο του Ισλάμ. Έτσι, κήρυξαν με τη σειρά τους τον πόλεμο, τόσο στη Δύση, όσο και σε αραβικά καθεστώτα, αποσκοπώντας στη δημιουργία θρησκευτικών κρατών στη περιοχή. Η άνοδος του ριζοσπαστικού Ισλάμ στον σουννιτικό χώρο, διέγειρε έντονα θρησκευτικά αισθήματα στο σιιτικό χώρο και πυροδότησε τη σεχταριστική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.

 

Το Ιρανικό Πυρηνικό Πρόγραμμα

Το Ιράν, φιλοδοξώντας να διαδραματίσει ηγεμονικό ρόλο στη περιοχή, αλλά και διεθνώς, θέλησε να ολοκληρώσει το πυρηνικό του πρόγραμμα, επιμένοντας ότι αφορά καθαρά ειρηνικούς ενεργειακούς σκοπούς. Διεκδικεί για τον εαυτό του, την είσοδο στον όμιλο των κρατών που παράγουν πυρηνική ενέργεια, ξέροντας ότι αυτό θα το κατατάξει σε σημαντικό παράγοντα. Από την άλλη, το Ισραήλ φοβάται ότι απώτερος σκοπός του Ιράν είναι η ίδια η αμφισβήτηση της ασφάλειας του κράτους του. Έτσι, προσπαθεί να πείσει τις ΗΠΑ για μια πιο σκληρή αντιμετώπιση, θέτοντας ως ενδεχόμενο ακόμα και το προληπτικό στρατιωτικό πλήγμα των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων. Οι ΗΠΑ, ξέρουν ότι ένας πόλεμος με το Ιράν, θα ήταν ασύμφορος αλλά και αδιέξοδος αυτή τη στιγμή και με μέσα διπλωματικής πίεσης, προσπαθούν να καθυστερήσουν το Ιράν στην εφαρμογή του προγράμματός του, μέσα σε ένα πλαίσιο δεδηλωμένης στήριξης προς το Ισραήλ. Ο ΟΗΕ δυσκολεύεται να διαδραματίσει το ρόλο που πρέπει με βάση τον διεθνή καταστατικό του χάρτη, μιας και είναι αποδυναμωμένος από καιρό. Η πολυεθνική Συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν τον καιρό της Διοίκησης Ομπάμα, γέννησε ελπίδες και προσδοκίες για την ειρηνική διευθέτηση της μακροχρόνιας σύγκρουσης ΗΠΑ- Ιράν. Το τέλος της σύγκρουσης θα σήμαινε την αρχή της διεθέτησης των προβλημάτων μιας σειράς διενέξεων στην περιοχή, ενώ ενδεχομένως να άνοιγε και τον δρόμο για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών Ισραήλ- Παλαιστινιακής Αρχής και PLO. Δυστυχώς, αυτές οι προσδοκίες κατέπεσαν με την καταγγελία της Συμφωνίας από τη Διοίκηση Τραμπ.

 

Η Ισραηλινή εισβολή στον Λίβανο (2006)

Το 2006, το Ισραήλ εισβάλλει στο Λίβανο με αποτέλεσμα το Δεύτερο Πόλεμο του Λιβάνου. Εκεί συναντάει τη λυσσαλέα αντίσταση της Χεζμπολλάχ, η οποία κατορθώνει και αποκρούει την ισραηλινή στρατιωτική μηχανή σε έναν πόλεμο που κρατάει 33 ημέρες. Το Ισραήλ, φιλοδοξούσε με αυτή την επιχείρηση να διαλύσει ή έστω να αποδυναμώσει σοβαρά τη Χεζμπολλάχ, έτσι ώστε να μην έχει έναν εχθρό στα μετόπισθεν στη περίπτωση που αποφάσιζε να κινηθεί πολεμικά εναντίον του Ιράν. Ταυτόχρονα, με τη διάλυσή της Χεζμπολλάχ, θα αδυνάτιζε αρχικά τη Τεχεράνη, η οποία θα έχανε τον σύμμαχό της στη περιοχή. Οι ΗΠΑ, ήθελαν να δημιουργήσουν έναν νέο οδικό χάρτη στη Μέση Ανατολή, με την αδρανοποίηση της Χεζμπολλάχ και τη δημιουργίας μιας κυβέρνησης στη Βηρυτό, υπό τον έλεγχό της Ουάσιγκτον. Έτσι, με την επίτευξη αυτού του σκοπού, θα άνοιγε ο δρόμος για ενδεχόμενη επέμβαση των ΗΠΑ, ώστε να αλλάξουν τα καθεστώτα σε Δαμασκό και Τεχεράνη.

Οι επιπτώσεις αυτής της εισβολής αποτυπώθηκαν σε όλα τα επίπεδα. Στο ενδοκρατικό, το αποτέλεσμα ήταν εκ διαμέτρου αντίθετο. Όχι μόνο δεν αποδυναμώθηκε η Χεζμπολλάχ, αλλά ενισχύθηκε και μάλιστα συμμετείχε πλέον και στη κυβέρνηση, στερώντας έτσι από Ισραήλ και Δύση το επιχείρημα της τρομοκρατικής οργάνωσης. Αντίστοιχα, ενισχύθηκαν και οι φωνές των σκληροπυρηνικών του Ιράν, απέναντι στους μετριοπαθείς, υποστηρίζοντας ότι οι συμβιβασμοί θα βλάψουν το Ιράν, αφού η άλλη πλευρά δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει όπλα. Έτσι, μόνο μια ισχυρή κυβέρνηση χωρίς δισταγμούς, στη Τεχεράνη, είναι σε θέση να εργαστεί για τα ιρανικά συμφέροντα. Σε περιφερειακό επίπεδο, το Ισραήλ έχασε το συγκρητικό πλεονέκτημα του «αήττητου» κράτους και επιδεινώθηκαν οι σχέσεις του με τη Τουρκία. Έτσι, γεννήθηκε μια νέα τουρκική πολιτική ση περιοχή, υπό τον ισλαμιστή Πρωθυπουργό Ερντογάν και οι σχέσεις με το Ισραήλ έφτασαν στο ναδίρ, μετά την εισβολή των ειδικών δυνάμεων του ισραηλινού στρατού, σε πλοίο του «Στόλου της Ελευθερίας», που είχε σκοπό την άρση του ναυτικού αποκλεισμού της Γάζας και τη προσφορά ανθρωπιστικής βοήθειας. Οι εννέα Τούρκοι ακτιβιστές που πέθαναν, έθεσαν σε αδιέξοδο τις σχέσεις Άγκυρας- Τελ-Αβίβ ενώ, με τη μεσολάβηση του Προέδρου Ομπάμα, φάνηκε κάποια στιγμή να υπάρχει διάθεση για διευθέτηση των ζητημάτων μεταξύ των δύο κρατών. Διάθεση, που σχετίζεται και με τους ενεργειακούς δρόμους της Ασίας προς την Ευρώπη. Η Διοίκηση Τραμπ όμως με τις πολιτικές της ακύρωσε και αυτό το ενδεχόμενο. Η νίκη της Χεζμπολλάχ, ουσιαστικά ενίσχυσε τον συμμαχικό άξονα με το Ιράν και τη Συρία και οδήγησε στην αύξηση της επιρροής Τεχεράνης και Δαμασκού στη περιοχή. Το ενωμένο σιιτικό τόξο που εμφανίστηκε, έδειξε στους αραβικούς και ευρύτερους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της περιοχής, ότι υπάρχει μοντέλο αντίστασης, ικανό να αναχαιτίσει τόσο τη παρέμβαση των ΗΠΑ, όσο και την επιθετικότητα του Ισραήλ.

 

Η Αραβική Άνοιξη (2011) και δημιουργία Νέας Τάξης Πραγμάτων

Στην ήδη ταραγμένη περιοχή, ήρθε και ένα γεγονός ιστορικής σημασίας: H Αραβική Άνοιξη. Έφτανε μια σπίθα. Η αυτοπυρπόληση ενός νέου στην Τυνησία, έφερε εξεγέρσεις και επαναστάσεις σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο. Στη Τυνησία και την Αίγυπτο, ο Μπεν Αλί και ο Μουμπάρακ ανατράπηκαν, ο Καντάφι λιντσαρίστηκε και η Λιβύη ουσιαστικά διασπάστηκε, η Υεμένη ζει έναν τραγικό εμφύλιο, η Συρία επίσης βυθίστηκε στον εμφύλιο και εκατομμύρια έχουν χάσει τη ζωή τους ή έχουν γίνει πρόσφυγες. Ακόμα και σε χώρες που δεν υπήρξε βία, οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις και ταυτόχρονα να τις διαφημίσουν, προκειμένου να μην κινδυνεύσει η εξουσία τους, όπως έγινε στην Ιορδανία. Αυτό που ξεκίνησε ως «Αραβική Άνοιξη» μετατράπηκε σε «Ισλαμική Άνοιξη», με αποτέλεσμα να οξύνεται η σεχταριστική σύγκρουση μεταξύ σουννιτών και σιιτών.

 

Συμπεράσματα

Πάνω στο μωσαϊκό του εξαιρετικά ρευστού περιβάλλοντος της Μέσης Ανατολής, μπορούν να εξαχθούν για το συγκεκριμένο άρθρο κάποια αρχικά συμπράσματα: α) Σαν χρονική έναρξη της 40ετούς διένεξης ΗΠΑ- Ιράν θα θεωρηθεί η συνθήκη του Καμπ Ντεϊβιντ και η Ιρανική Επανάσταση που ακολούθησε. Αυτά τα δύο γεγονότα εμφανίζονται σαν αφετηρία μιας νέας τάξης πραγμάτων στη Μέση Ανατολή. β) Απέναντι στη συμμαχία ΗΠΑ-Ισραήλ δημιουργείται αργά αλλά σταθερά ένας άξονας αντίστασης Ιράν-Συρίας-Χεζμπολλάχ. γ) Οι στρατιωτικές επεμβάσεις ΗΠΑ και Ισραήλ, όπως οι δύο πόλεμοι στο Ιράκ και οι ισραηλινές εισβολές στο Λίβανο θεωρούνται κομβικά σημεία αναδιάταξης συμμαχιών και γεωπολιτικών εξελίξεων. δ) Ο «Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας», όχι μόνο δεν αδυνάτισε, αλλά αντίθετα ενδυνάμωσε το κλίμα αντίστασης των αραβικών και μουσουλμανικών πληθυσμών και ριζοσπαστικοποίησε τις ένοπλες ομάδες. ε) Το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα είναι αποφασιστικής σημασίας για τον έλεγχο της περιοχής. Το Ιράν θέλει να εμφανιστεί ως ηγεμονικός πόλος στη περιοχή, με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ να θεωρούν επικίνδυνη την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου από τη Τεχεράνη, έστω και αν αυτή επιμένει ότι η χρήση δεν έχει παρά ειρηνικούς σκοπούς. στ) Με τον Δεύτερο Πόλεμο του Λιβάνου, το Ισραήλ αποδυναμώθηκε, ενώ ο άξονας Ιράν-Συρίας-Χεζμπολλάχ ενισχύθηκε. ζ) Η Αραβική Άνοιξη και οι εξελίξεις που ταυτίζονται μαζί της, θεωρούνται ως το γεγονός που κλείνει την υπό εξέταση περίοδο και αναδιατάσσει τόσο τις συμμαχίες, όσο και τον συσχετισμό δυνάμεων στη περιοχή. η) είναι σημαντικό να δούμε το αν και κατά πόσο, η «Αραβική Άνοιξη» εξελίχθηκε σε «Ισλαμική Άνοιξη» και πως επηρέασε αυτό τους συσχετισμούς.

Σε κάθε περίπτωση, η έρευνα αυτής της περιόδου δεν είναι στατική, αλλά χαρακτηρίζεται από μια δυναμική ανάλυση, που λαμβάνει υπόψη τις συνεχόμενες και ραγδαίες εξελίξεις που συμβαίνουν στη περιοχή. Η έρευνα των ειδικών ακολουθεί κατά κάποιο τρόπο τις νέες καταστάσεις που τείνουν να διαμορφωθούν και η εξέλιξή τους δεν μπορεί παρά να επηρρεάζει και την πορεία της έρευνας.

 

 

...