Hasta la victoria siempre, Comandante

Posted on 14 Ιουνίου, 2020, 10:36 πμ
17 secs

Ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα (Ernesto Guevara de la Serna) γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 14 Ιουνίου 1928, στο Ροσάριο της Αργεντινής.
Γνωστός ως Τσε Γκεβάρα, ήταν Αργεντινός γιατρός, κομμουνιστής μαρξιστής-λενινιστής επαναστάτης, ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών στην Κούβα και πολιτικός.


Συμμετείχε στο κίνημα της 26ης Ιουλίου που πέτυχε την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος του Φουλχένσιο Μπατίστα στην Κούβα, αρχικά προσφέροντας τις ιατρικές γνώσεις του και αργότερα ως διοικητής των ανταρτών, ενώ υπήρξε μέλος της επαναστατικής κουβανικής κυβέρνησης προωθώντας ριζικές μεταρρυθμίσεις. Το 1965, πιστός στη νίκη της επανάστασης στην Κούβα, έφυγε με στόχο την οργάνωση νέων επαναστατικών κινημάτων στο Κονγκό και αργότερα στη Βολιβία, όπου τραυματίστηκε, συνελήφθη και δολοφονήθηκε στις 9 Οκτωβρίου του 1967 στη Λα Ιγκέρα (La Higuera).

Ο Ερνέστο Γκεβάρα γεννιέται σε μια εύπορη οικογένεια στην Αργεντινή το 1928. Μια ζωή κουβαλάει μαζί του και το σοβαρό πρόβλημα του άσθματος που συμβάλλει σημαντικά στην εξέλιξη της προσωπικότητάς του, καθώς τον σκληραγωγεί από τη μία και από την άλλη του δίνει πολύ χρόνο για μελέτη, αφού για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν μπορεί ούτε να βγει από το σπίτι. Σπουδάζει Ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες και παίρνει το πτυχίο του το 1953. Αντί όμως να μείνει εκεί και να ζήσει μια άνετη και καλή ζωή στη χώρα του, αποφασίζει να ταξιδέψει, να γνωρίσει τις συνθήκες ζωής και την ιστορία της περιοχής του, της Λατινικής Αμερικής.

Καθοριστικά είναι τα δύο ταξίδια που κάνει στη Λατινική Αμερική το 1952, με τη μηχανή «Λα Ποδερόσα» («Η ισχυρή») και το φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο, και το 1953-54  με τον Κάρλος Καλίκα Φερέρ. Στην αρχή αυτών των ταξιδιών ο Τσε έχει το ρόλο του παρατηρητή, παρατηρεί τις κοινωνικές συνθήκες, τις κατακρίνει, αλλά δε συμμετέχει ενεργά για να τις αλλάξει. Με τον καιρό όμως, ο επαναστατικός αγώνας τον τραβάει όλο και περισσότερο, μέχρι που φτάνει στο σημείο να θυσιάσει και τη ζωή του για αυτόν. Βλέπει με τα ίδια του τα μάτια την αδικία που βιώνουν οι ιθαγενείς και οι φτωχοί εργάτες και αγρότες και γεμίζει με αγανάκτηση. Στην Αντοφαγάστα, στη Χιλή, συγκλονίζεται από τις συνθήκες εκμετάλλευσης των μεταλλωρύχων από τις αγγλικές εταιρείες και γράφει «η επιβλητικότητα των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων βασίζεται στα δέκα χιλιάδες πτώματα που βρίσκονται στο νεκροταφείο». Eκεί γνωρίζει και κάποιους κομμουνιστές μεταλλωρύχους που του κάνουν έντονη εντύπωση. Ζει επαναστατικές διαδικασίες στη Βολιβία, παρακολουθεί τους κοινωνικούς αγώνες στο Περού, και καταλήγει στη Γουατεμάλα.

Τα μαθήματα από τη Γουατεμάλα

Το Δεκέμβρη του 1953 η Γουατεμάλα συνταράσσεται από τις αλλαγές που προωθεί η κυβέρνηση του φιλελεύθερου Χάκομπο Άρμπενς, που έρχονται σε σύγκρουση με τα αμερικανικά μονοπώλια και την άρχουσα τάξη της χώρας. Η εθνικοποίηση της αμερικάνικης πολυεθνικής United Fruit Company είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι για το κατεστημένο που υποκινεί την ανατροπή της κυβέρνησης. Ο Άρμπενς δε δίνει όπλα στους εργάτες, δίνοντας έτσι χρόνο στους καπιταλιστές να οργανωθούν και τελικά να τον ανατρέψουν, με ένα οργανωμένο από την CIA πραξικόπημα, που δεν ήταν το πρώτο ούτε το τελευταίο προωθούμενο από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ πραξικόπημα σε όλη την Λατινική Αμερική. Δεν είναι τυχαίο ότι η έκφραση «μπανανία» βγήκε για να περιγράψει τις χώρες στη Λατινική Αμερική που είχε ως αποικία η United Fruit Company και η αμερικάνικη κυβέρνηση.

Η εμπειρία της Γουατεμάλας είναι καθοριστική για τον Τσε. Δηλώνει τη στήριξή του στην κυβέρνηση του Άρμπενς και κατατάσσεται επίσημα ως γιατρός του αποσπάσματος ενάντια στο πραξικόπημα, αλλά την ίδια στιγμή βλέπει τα όρια της ρεφορμιστικής πολιτικής που θεωρεί ότι δε χρειάζεται να ανατραπεί ο καπιταλισμός προκειμένου να κερδίσουν την ελευθερία τους οι εργάτες και οι αγρότες. Τελικά το στρατιωτικό πραξικόπημα κερδίζει, η επανάσταση μένει στα μισά του δρόμου και ο Τσε παίρνει το δρόμο της φυγής για το Μεξικό όπου γνωρίζεται με τους πρώτους εξόριστους Κουβανούς του μετέπειτα Κινήματος της 26ης Ιουλίου (που πήρε το όνομά του από την αποτυχημένη απόπειρα ανατροπής του καθεστώτος του Μπατίστα στην Κούβα στις 26 Ιουλίου του 1953) και τον Φιντέλ Κάστρο.

Κριτική στα Λαϊκά Μέτωπα

Μετά από την εμπειρία της Γουατεμάλας ο Τσε κάνει κριτική και στην πολιτική των Λαϊκών Μετώπων, των συμμαχιών δηλαδή με τμήματα της ντόπιας αστικής τάξης που υιοθετούν εκείνη την περίοδο τα Κομμουνιστικά Κόμματα, με καταστροφικές συνέπειες για τους αγώνες των εργαζομένων.

Τα ΚΚ υποστηρίζουν ότι η συμμαχία με την «προοδευτική» πτέρυγα των αστικών κομμάτων είναι απαραίτητη για τον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, για την υπεράσπιση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, κτλ. Σύμφωνα με τη σταλινικής έμπνευσης θεωρία των σταδίων, ένα «στάδιο καπιταλιστικής δημοκρατίας και οικονομικής ανάπτυξης» είναι αναγκαίο πριν η εργατική τάξη πάρει την εξουσία και προχωρήσει στο σοσιαλισμό. Το αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης είναι οι ίδιοι οι ηγέτες των ΚΚ να περιορίζουν τους αγώνες της εργατικής τάξης και να γίνονται ουρά των αστικών κομμάτων, που φυσικά προδίδουν με την πρώτη ευκαιρία αυτές τις συμμαχίες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της πολιτικής των Λαϊκών Μετώπων είναι η Ισπανία του ’36 αλλά και εδώ η Βάρκιζα του ΚΚΕ.

Ο Τσε δεν αντιτάσσει σε αυτή την πολιτική κάποια συνολική εναλλακτική λύση, αντιλαμβάνεται όμως πως με αυτό τον τρόπο τα ΚΚ απομακρύνονται από τις μάζες προκειμένου να συμμετέχουν σε καπιταλιστικές κυβερνήσεις συνασπισμών.

Κούβα- κίνημα 26ης Ιουλίου

Το Κίνημα της 26ης Ιουλίου του Κάστρο, στο οποίο συμμετέχει και ο Τσε, είναι αρκετά πλατύ σε αυτή την περίοδο πριν την επανάσταση στην Κούβα. Υπάρχει για παράδειγμα μέσα σε αυτό μια φιλελεύθερη αστική πτέρυγα που θέλει την ανατροπή του Μπατίστα προκειμένου υποτίθεται να δημιουργηθεί στην Κούβα μια σύγχρονη, βιομηχανική καπιταλιστική δημοκρατία που θα εξασφαλίζει τα στοιχειώδη δικαιώματα στην εργατική τάξη και τους φτωχούς. Υπάρχουν όμως και πιο ριζοσπαστικά στοιχεία, στα οποία ανήκει και ο Τσε.

Η ένταξη του Τσε στο Κίνημα της 26ης Ιούλη δε γίνεται χωρίς προβλήματα. Μερικά από τα μέλη του έχουν μεσοαστική καταγωγή και το πολιτικό προφίλ του Τσε τους εκνευρίζει γιατί παρόλο που άργησε να ενταχθεί και οργανωτικά στο επαναστατικό κίνημα, φανερώνει πολύ γρήγορα πλευρές του χαρακτήρα του, όπως η απλότητα και η αυτοθυσία του που θα έρχονται στην επιφάνεια ακόμα πιο έντονα στη διάρκεια της μετέπειτα ζωής του. Έτσι μερικοί απ’ αυτούς που τον γνωρίζουν ενοχλούνται, γιατί τον θεωρούν «υπεροπτικό».

Κούβα και επανάσταση

Στις 2 Δεκέμβρη του 1956, 82 άντρες ξεκινούν από το Μεξικό μ’ ένα παλιό καράβι, την «Γκράνμα», και αποβιβάζονται σε μια ακτή της Κούβας. Η όλη επιχείρηση σχεδόν καταλήγει σε καταστροφή, καθώς το ταξίδι που ήταν προγραμματισμένο να διαρκέσει πέντε μέρες, διαρκεί εφτά.

Για την επιτυχία της απόβασης είχε σχεδιαστεί δυο μέρες πριν, στις 30 Νοεμβρίου, να εκδηλωθεί στο Σαντιάγο εξέγερση για αντιπερισπασμό, όμως η εξέγερση απέτυχε και το καθεστώς του δικτάτορα Μπατίστα βρισκόταν σε επιφυλακή. Έτσι όταν επιχειρείται η απόβαση των επαναστατών, οι δυνάμεις του στρατού είναι προετοιμασμένες.

Τελικά μόνο 22 από τους 82 επαναστάτες που αποβιβάστηκαν παραμένουν ζωντανοί, οι 10 πιάνονται αιχμάλωτοι και μόνο μια ομάδα από 12 άτομα καταφέρνει να διαφύγει και να ανέβει στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα, χάρη στις οδηγίες ενός ντόπιου χωρικού. Αυτή είναι μόνο η πρώτη φάση ενός εξαντλητικού πολέμου που θα διαρκέσει περίπου δύο χρόνια, μέχρι το Γενάρη του 1959, όταν ο Μπατίστα εγκαταλείπει τη χώρα παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Έτσι, οι νικηφόρες δυνάμεις του Κινήματος της 26ης Ιούλη, μπαίνουν θριαμβευτικά στην Αβάνα, που είναι παραλυμένη από μία γενική απεργία των εργατών.

Ήταν η εξέλιξη της ίδιας της επανάστασης σε συνδυασμό με άλλους εθνικούς και διεθνείς παράγοντες, που σπρώχνει τους βασικούς ηγέτες προς τα αριστερά και υιοθετούν μια νέα πολιτική και κοινωνική τοποθέτηση, την οποία δεν είχαν καν φανταστεί όταν ξεκινούσαν. Η επανάσταση προχωράει έπειτα από μια σειρά επεισοδίων και συγκρούσεων με τις ΗΠΑ για τρία χρόνια, πριν τελικά ο καπιταλισμός και η φεουδαρχία ανατραπούν στη χώρα.

Η εργατική τάξη και οι αγρότες πιέζουν προς αυτή την κατεύθυνση, και σε συνδυασμό με την εχθρική στάση των ΗΠΑ, την κήρυξη εμπάργκο και τις απόπειρες δολοφονίας κατά του Φιντέλ Κάστρο, μια εθνικοποιημένη, κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία εγκαθιδρύεται στην Κούβα. Αυτό ήταν ένα εξαιρετικά θετικό βήμα και είχε μεγάλο αντίκτυπο σε όλη τη Λατινική Αμερική αλλά και διεθνώς.

Η θεωρία για το αντάρτικο

Ο Τσε αναμφισβήτητα πιστεύει στην ιδέα της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης. Όσον αφορά όμως τον τρόπο με τον οποίο μπορεί αυτή να επιτευχθεί, εκεί το σκεπτικό του εμφανίζει κατά την γνώμη μας αδυναμίες. Στρέφεται στον ανταρτοπόλεμο ως μέσο κατάληψης της εξουσίας αντί να επικεντρωθεί στην εργατική τάξη στις πόλεις και υποτιμά έτσι το ρόλο που πρέπει να παίξουν οι εργαζόμενοι για να ανατραπεί ο καπιταλισμός.

Για ιδιαίτερους ιστορικούς λόγους, στην Κούβα το αντάρτικο είχε επιτυχή έκβαση, όμως και πάλι κομβικό ρόλο στην πτώση του σάπιου καθεστώτος του Μπατίστα έπαιξε η κίνηση των εργατικών μαζών που κατέβηκαν στους δρόμους. Το βασικό πρόβλημα με το αντάρτικο ως μέθοδο πάλης είναι ότι απευθύνεται κυρίως στον αγροτικό πληθυσμό, ότι προϋποθέτει μια οργάνωση του αγώνα κυρίως στρατιωτικού τύπου (και άρα όχι μαζική και δημοκρατική), ότι ενέχει τον κίνδυνο απομόνωσης από τις πόλεις και την πλειοψηφία των εργαζομένων. Μόνο τυχαίο δεν είναι εξάλλου πως τα καθεστώτα που προέκυψαν μετά από την κατάληψη της εξουσίας από αντάρτικα κινήματα είτε είχαν εξ’ αρχής παραμορφωμένα- γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά (Κούβα, Κίνα, κα) είτε δεν κατάφεραν να ανατρέψουν τον καπιταλισμό και άνοιξαν τον δρόμο για την επιστροφή της αντίδρασης (Νικαράγουα, κα). Δυστυχώς, ο ίδιος ο Τσε θα βιώσει με τον σκληρότερο τρόπο τα προβλήματα και τις αδυναμίες της τακτικής του αντάρτικου μετά την αποχώρηση του από την Κούβα, και τελικά θα τα πληρώσει με την ίδια του την ζωή.

Παρά όμως τη λαθεμένη του προσέγγιση σε αυτά τα ζητήματα, η πίστη του στην αναγκαιότητα του σοσιαλισμού παίζει καίριο ρόλο στις μετέπειτα διεργασίες στην Κούβα.

«Εγώ τσακώθηκα αρκετές φορές εκεί στη Μόσχα…»

Όταν ο Τσε γνωρίζει την ΕΣΣΔ από πρώτο χέρι στρέφεται ενάντια σ’ αυτό το εκφυλισμένο δικτατορικό καθεστώς, που κυβερνά τη χώρα στο όνομα του σοσιαλισμού, χωρίς όμως αυτό να επηρεάσει καθόλου το μίσος του ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό.

Όταν επισκέπτεται τη Μόσχα το 1964 για τον εορτασμό της 47ης επετείου της Ρώσικης επανάστασης διαμαρτύρεται έντονα για τον τρόπο ζωής των Ρώσων αξιωματούχων, σε αντίθεση με το πώς ζει ο υπόλοιπος πληθυσμός και κάνει κριτική στη γραφειοκρατία. Αυτό προκαλεί την εχθρική στάση της Μόσχας απέναντί του που τον θεωρεί «τυχοδιώκτη» αλλά και «τροτσκιστή». Ο ίδιος αναφερόμενος στις κατηγορίες για τροτσκισμό γράφει:

«Αυτή η άποψη, που υποτίθεται ότι πρέπει να τσακίσουμε, είναι μια άποψη που δίνει το πλεονέκτημα σε εμάς. Δεν είναι δυνατόν να τσακίσει κανείς μια άποψη και ίσα ίσα αυτό είναι που σκοτώνει την εξέλιξη της διανόησης… Είναι σαφές ότι από τη συλλογιστική του Τρότσκι μπορεί κανείς να βγάλει μια σειρά από χρήσιμα συμπεράσματα…».

Δεν είναι τυχαίο πως σε όποια κρατικά πόστα ανέλαβε υπεύθυνος μετά την επανάσταση (μεταξύ των οποίων ήταν και Υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας) ο Τσε πάλεψε ενάντια στις γραφειοκρατικές τάσεις που αναπτυσσόταν στην Κούβα.

Κονγκό και Βολιβία

Βασισμένος στην εμπειρία της Κούβας ο Τσε θέλει να προχωρήσει με τη μέθοδο του ανταρτοπόλεμου στην Αφρική και έπειτα στη Λατινική Αμερική, σε χώρες με συνθήκες εντελώς διαφορετικές από της Κούβας, όπου η εργατική τάξη έχει κεντρικό ρόλο και παραδόσεις αγώνων.

Το 1965 αποφασίζει να φύγει από την Κούβα για αυτό το σκοπό. Σε μια επιστολή που διαβάζει ο Φιντέλ στις 3 Οκτωβρίου του 1965 σε δημόσια συγκέντρωση αναφέρει:

«Νιώθω πως έχω πια εκπληρώσει το μέρος εκείνο του χρέους μου που με έδενε με την κουβανική επανάσταση στο έδαφός της και σας αποχαιρετώ, εσένα, τους συντρόφους και το λαό σου που είναι πια και δικός μου. Παραιτούμαι επίσημα από τα καθήκοντά μου στην ηγεσία του κόμματος, από τη θέση του υπουργού, από το βαθμό του κομαντάτε, από την κουβανική υπηκοότητα. Καμιά νομική σχέση δε με συνδέει με την Κούβα, μόνο δεσμοί άλλου είδους που δεν μπορούν να σπάσουν, όπως οι διορισμοί σε κάποιες θέσεις. Κοιτάζοντας τη ζωή μου ως τα τώρα, πιστεύω πως έχω δουλέψει με αρκετή τιμιότητα και αφοσίωση για την εδραίωση της επαναστατικής νίκης (…) Άλλες χώρες του κόσμου ζητάνε τη συμβολή των σεμνών μου προσπαθειών. Εγώ μπορώ να κάνω αυτό που εσένα δεν σου επιτρέπεται, λόγω των ευθυνών σου απέναντι στην Κούβα, και έφτασε η ώρα να αποχαιρετιστούμε».

Πρώτος σταθμός του Τσε Γκεβάρα, μετά τη φυγή του από την Κούβα είναι το Κονγκό για να ενισχύσει και να βοηθήσει οργανωτικά τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό και έπειτα η Βολιβία όπου και τελικά δολοφονείται.

Η εν ψυχρώ δολοφονία του Τσε Γκεβάρα

Βολιβιανοί στρατιώτες, με την υποστήριξη της CIA, εντόπισαν μετά από πληροφορίες χωρικών, τον Τσε Γκεβάρα στις 8 Οκτωβρίου στην τοποθεσία Κεμπράδα Ντελ Ιούρο. Δόθηκε σκληρή μάχη. Οι περισσότεροι από τους 17 συντρόφους του Τσε σκοτώθηκαν, μεταξύ των νεκρών ήταν και οι σωματοφύλακές του, Αντόνιο και Πάντσο. Oι υπόλοιποι, κατάφεραν να διαφύγουν. Ο Τσε τραυματίστηκε από πυρά στο πόδι και συνελήφθη. Όπως θα υποστηρίξουν κάποιοι στρατιώτες, τους είπε: «Μη με πυροβολείτε. Είμαι ο Τσε Γκεβάρα και αξίζω περισσότερο ζωντανός παρά νεκρός», άλλοι θα πουν ότι ο Τσε φώναξε: «Μη με πυροβολείτε. Είμαι ο Τσε Γκεβάρα και απέτυχα».   Μετά τη σύλληψή του στη Βολιβία   Την επόμενη μέρα (9 Οκτωβρίου), ο Τσε μεταφέρθηκε στην αίθουσα ενός εγκαταλελειμμένου σχολείου στο χωριό Λα Χιγκέρα.

Η διαταγή του δικτάτορα Μπαριέντος, ήταν σαφής. Ο Τσε έπρεπε να πεθάνει. Ωστόσο όλα θα έπρεπε να συνηγορούν ότι σκοτώθηκε στη μάχη. Παρά το γεγονός ότι πολλοί ήταν αυτοί που θέλησαν να δώσουν τη χαριστική βολή στον μεγάλο επαναστάτη, ο άνθρωπος από τον οποίο θα έπεφτε νεκρός, ήταν ο λοχίας Μάριο Τεράν. Όταν αντιλήφθηκε τι επρόκειτο να συμβεί, φώναξε:«Πυροβολήστε με δειλοί. Θα σκοτώσετε μόνο έναν άνθρωπο, όχι τις ιδέες μου». Συνολικά 9 σφαίρες “τρύπησαν” τον Τσε, στο θώρακα και το στήθος.   Ήταν 5 το απόγευμα της 9ης Οκτωβρίου στο αεροδρόμιο έξω από τη μικρή πόλη της Βαγιεγκράντε στη νοτιοανατολική Βολιβία. Το σώμα του Τσε μεταφέρθηκε δεμένο στα πέδιλα προσγείωσης ενός ελικοπτέρου. Τον περίμενε ένα αυτοκίνητο μαζί με περισσότερους από τους 10.000 κατοίκους της πόλης Βαγιεγκράντε. Οι Βολιβιανοί στρατιώτες προσπάθησαν να κρατήσουν μακριά το πλήθος, αλλά μόλις το ελικόπτερο προσγειώθηκε, έχασαν τον έλεγχο. Ακόμη και οι ίδιοι έτρεξαν να δουν τον νεκρό. Το σώμα του Τσε μεταφέρθηκε στο αυτοκίνητο και ο οδηγός κατευθύνθηκε γρήγορα στο νοσοκομείο της Βαγιεγκράντε, προκειμένου να επιδειχθεί η σορός στους εκπροσώπους του Τύπου.

Ένας στρατιωτικός γιατρός τού ακρωτηρίασε τα δύο χέρια ως αποδεικτικό στοιχείο και στη συνέχεια το υπόλοιπο της σορού του τάφηκε σε άγνωστο σημείο. Ο τάφος του αποκαλύφθηκε το 1997 κοντά στο αεροδρόμιο του Βαγιεγκράντε από μια ομάδα κουβανών ιατροδικαστών. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Κούβα και τάφηκαν στο Μαυσωλείο της Σάντα Κλάρα. Στην τελετή παρευρέθηκε ο Πρόεδρος Φιντέλ Κάστρο και χιλιάδες Κουβανοί.

Συνέντευξη του ουρουγουανού δημοσιογράφου και συγγραφέα Εδουάρδο Γκαλεάνο στον Iosu Perales, δημοσιεύθηκε στο βιβλιαράκι με τίτλο «Αγαπημένε Che»

– Ας αρχίσουμε την συζήτηση μιλώντας για την προσωπικότητα του Τσε. Ο αντάρτης της Σιέρα Μαέστρα, ο μύθος της Βολιβίας, είναι ίσως ο πιο γνωστός παγκοσμίως. Ωστόσο ο Τσε έχει μια πολύπλευρη συνεισφορά, που επικεντρώνεται στην ανάδειξη του υποκειμενικού παράγοντα της επανάστασης. Αναδεικνύεται δηλαδή, στα γραπτά του, στην συμπεριφορά του, ο ρόλος του ανθρώπου στον μετασχηματισμό της κοινωνίας , η σταθερή του προσήλωση στην ουτοπία του κομμουνισμού …

Ε.Γ: Τον κατηγόρησαν για βολονταρισμό επειδή επέμενε πολύ στον παράγοντα άνθρωπο. Εγώ πιστεύω ότι αυτό δεν είναι βολονταρισμός, με την αστική έννοια, αλλά απλή επαναφορά στην πραγματικότητα αυτού που είναι αυτονόητο, γιατί οι αιτιοκρατικές μηχανιστικές αντιλήψεις, για τις οποίες ο Μαρξ δεν ευθύνεται, θέτουν την ελευθερία έξω από τον άνθρωπο, όπως ο Πλεχάνοφ που σε ορισμένα γραπτά του, μοιάζει να υποβαθμίζει την ελευθερία του ανθρώπου, στην ελευθερία που έχει το φεγγάρι να περιστρέφεται γύρω από την γη. Ο Τσε τοποθετεί την ελευθερία στην συνείδηση και στον πρωταγωνιστικό ρόλο που αυτή παίζει στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι οικονομίστικες αντιλήψεις προδίδουν τον μαρξισμό, και τον υποβαθμίζουν σε έναν απλό ωρολογιακό μηχανισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο σοσιαλισμός είναι εφικτός επειδή ήρθε η ώρα του και έχει ήδη καθοριστεί τι πρέπει να συμβεί. Ακόμα και με το άσθμα του ήταν ολοκληρωμένος. Θα πρέπει να σημειώσουμε το ιστορικό γεγονός ότι στον Τσε δεν υπήρχε αντίφαση σε αυτό που είπε και σε αυτό που έκανε, και αυτό είναι που δεν του συγχωρούν οι δογματικοί. Αμφισβήτησε την εξουσία και το χρήμα και έπαιξε τη ζωή του κορώνα-γράμματα. Τοποθετήθηκε ενάντια σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα με δύο μέτρα και σταθμά. Ο Τσε προειδοποιούσε για τον κίνδυνο της απληστίας, λέγοντας «προσέξτε τους κινδύνους της απληστίας» και γι αυτό, αυτοσαρκαζόταν που τα χαρτονομίσματα είχαν την υπογραφή του, όταν ήταν πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας. Έλεγε, προσέξτε τις παραχωρήσεις που κάνουν τον εγωισμό κινητήριο μοχλό της επανάστασης και της ζωής, γιατί αυτές οι παγίδες με έναν μαγικό τρόπο βάζουν τέλος στην επανάσταση , εμπεριέχονται μέσα στην κοινωνική επανάσταση και επιβιώνουν στον καπιταλισμό, σαν ένα δηλητήριο που μπορεί να γαμήσει την διαδικασία οικοδόμησης της νέας κοινωνίας.

– Μιλάτε για έναν εξαιρετικό άνθρωπο. Πολλές φορές όμως αναρωτιέμαι, ότι δεν έχουμε σταματήσει να εξιδανικεύουμε τον Τσε, οικοδομώντας μια θεϊκή εικόνα γι αυτόν, και παρασυρόμαστε σε αυτό, γιατί τελικά έχουμε ανάγκη από έναν νέο θεό.

Ε.Γ: Μετά τον θάνατό του, το σύστημα διαπίστωσε ότι αυτό που αντιπροσώπευε ο Τσε ήταν πολύ επικίνδυνο, και στην συνέχεια προσπάθησε να το ελέγξει. Πώς να το πω ;…. Η προσπάθεια εμπορευματοποίησής του επιχείρησε να λανσάρει ένα είδος Mπούφαλο Μπίλ της αριστεράς. Ταυτίζουν τον Τσε με την ένοπλη βία και προσπαθούν να υποβαθμίζουν το έργο και την σκέψη του, μόνο στο στρατιωτικό τομέα . Ακόμα και η αριστερά το άφησε να πλανάται, δεν έχει βέβαια σημασία, γιατί ένας μύθος αληθινός και όχι ψεύτικος, είναι ένας μύθος επικίνδυνος. Ο Τσε θα μπορούσε να κάνει λάθος σε κάποια ζητήματα. Η αποτυχία στη Βολιβία δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από την προδοσία της αριστεράς εκεί , αλλά θεωρώ ότι ήταν λάθος εκτίμηση του χρόνου και του τόπου. Επέλεξε ένα μέρος αραιοκατοικημένο ,ερημωμένο, που η αγροτική μεταρρύθμιση θα έκανε περισσότερο κακό παρά καλό, και η γενικότερη κατάσταση δεν ήταν αυτή που πίστευε. Εκεί διεξήχθη ένας διάλογων κωφών, για τον αντάρτικο «εστιασμό» και το χώρο , για το αν είναι η υποτιθέμενη σπίθα που θα αναφλέξει το λιβάδι ή αν το λιβάδι ήταν ευνοϊκό για τη σπίθα. Ο Τσε και οι άνθρωποί του βρισκόταν σε απόλυτη μοναξιά. Όμως το ουσιαστικό μήνυμά του δεν ήταν σε λάθος χρόνο και τόπο, παρ ότι αλλοιώθηκε με μια εικόνα του, που εμφανίζεται ως κυρίαρχη και έφτασε σε σημείο να υποβαθμίσει και να αμβλύνει την ουσία, που αναπαράγεται στο χρόνο. Με άλλα λόγια, το μήνυμά του ξεπερνάει την αντίληψή του για τον «εστιασμό» , και μπορεί να συζητηθεί, να αμφισβητηθεί και να τροφοδοτηθεί με επιχειρήματα.

– Θέλετε να πείτε, ότι το σημαντικό είναι η ουσία και όχι το φαινομενικό και συγκυριακό ;

Ε.Γ: Φυσικά, τα γεγονότα ολοκληρώνονται όταν αποδεικνύονται. Η αντίληψή του για την διεύρυνση και όχι την απομόνωση της επανάστασης – αυτό ήταν το δράμα της επανάστασης στην Σοβιετική Ένωση – είναι το σημαντικό. Η αντίληψη του εξειδικεύεται για την επανάσταση σε όλη την ήπειρο (Λατινική Αμερική). Και νομίζω ότι ο Τσε είχε πάντα την ανησυχία να μην καταλήξει η Κούβα ένα είδος «λεκέ στη θάλασσα», μια εξαίρεση στον κανόνα. Δυστυχώς, δεν έζησε για να δει την νίκη της Επανάστασης στη Νικαράγουα, που ήταν μια επιβεβαίωση ότι η Κούβα δεν είναι μόνη. Από το 1979 εκεί κάτω, η ίδια η κουβανική επανάσταση που έπαιξε ζωτικό ρόλο στον θρίαμβο των Σαντινίστας, κατά κάποιο τρόπο τροφοδοτείται από την εμπειρία της Νικαράγουα. Γι αυτό, και σωστά λένε οι Νικοαραγουάνοι ότι δεν πρόκειται να κάνουν μια άλλη Κούβα, αλλά μια άλλη Νικαράγουα. Αλλά αυτή η εμπειρία, η οποία δεν είναι πρότυπο, δεν αντιγράφεται, επηρεάζει την Κουβανική εμπειρία και το αντίστροφο. Είναι αναγκαίος ο διάλογος, και οι διάλογοι που γίνονται με τον καθρέπτη ή τον τοίχο, δεν είναι πραγματικοί. Αυτό που είναι λυπηρό είναι ότι ο Τσε δεν πρόλαβε να δει με τα μάτια του, να αισθανθεί τα νέα επαναστατικά σκιρτήματα της Λατινικής Αμερικής.

– Μου φαίνεται ελκυστική η ιδέα των κατόπτρων [εστιών αντίστασης], με την έννοια ότι ένα μόνο, δεν είναι αρκετό. Δεν νομίζω ωστόσο ότι η στρατηγική του Τσε για την Λατινική Αμερική ήταν τόσο μονολιθική.

Ε.Γ: Η ιστορία της Λατινικής Αμερικής είναι μία ιστορία τρελή, και η πραγματικότητά της είναι πολύπλευρη και σύνθετη, και απαιτείται πάνω από ένας καθρέπτης για να εξετάσουμε το υπόλοιπό της πρόσωπο. Και γι αυτό, τα συστήματα της Λατινικής Αμερικής βαδίζουν αργά ή γρήγορα στο τέλος τους και θα ναυαγήσουν πάνω στα βράχια της πραγματικότητας. Ο Τσε δεν έκανε λάθος όταν έλεγε ότι οι επιφανειακές αλλαγές δεν θα επιβιώσουν, και οι βαθιές αλλαγές απαιτούν την αναγκαία βία, αλλά είπε επίσης ότι δεν πρέπει να υπάρχει σύγχυση, ότι ο ένοπλος αγώνας για να αποκρυσταλλώσει αυτές τις βαθιές αλλαγές, απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις και όταν υπάρχει ανοικτό πολιτικό πεδίο πρέπει τα βήματά μας να είναι πολύ προσεχτικά. Πολλές γκάφες έγιναν επικαλούμενες τον Τσε, ενάντια στις παραινέσεις του και σε αντίθεση με τις θέσεις του.

 Με σοκάριζε πάντα αυτή η ιδέα του Τσε, ότι ο επαναστάτης πρέπει πάντα να κινείται με συναισθήματα αγάπης. Όταν χρειάζεται να συσσωρευτεί τόσο μίσος, ώστε να πούμε «φτάνει πια !», πως είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτή η αρμονία αγάπης και μίσους ;

Ε.Γ: Πιστεύω ότι η αγάπη και το μίσος πάνε μαζί, είναι απόλυτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Όποιος αγαπά την ελευθερία, μισεί το αντίθετό της, κάθε αγάπη που δεν περιλαμβάνει το μίσος είναι ατελής και υποκριτική. Σε αυτή την ιδέα του Τσε δεν υπάρχει ίχνος πουριτανισμού. Η πραγματικότητα της ζωής δεν έχει καμία σχέση με την υποκριτική ηθική.

– Ο Τσε ζει;

Ε.Γ: Κοίτα, σε μια γη σαν την Λατινική Αμερική, που η ασθένεια της ανικανότητας είναι χρόνια και που στο όνομα του ρεαλισμού κηρύσσουν την παραίτηση και μας καλούν να περιμένουμε και να περιμένουμε, ελπίζοντας να κουραστούμε από την αναμονή, ο Τσε είναι ο ανυπόμονος, ο άνθρωπος της ελπίδας και γι αυτό είναι ένας προφήτης, ένας είδος Ησαΐα της Λατινικής Αμερικής , ένας κήρυκας μιας άλλης εποχής. Ίσως πρέπει να πούμε ότι και εμείς επίσης, έχουμε την υπομονή να περιμένουμε τον Τσε, την επιστροφή του Τσε. Σίγουρα, ο Τσε ζει στον καθένα που πιστεύει σε αυτά που ο ίδιος πίστευε, και ζει μέσα στα μεγάλα λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα, σε αυτή τη γη που δεν την έχει καταδικάσει κανένας θεός σε αυτή την δυστυχία.

Πηγή: guevaristas.net

...