Ένα μεγάλο ερώτημα (‘φάντασμα’, θα έλεγε ο Μαρξ) πλανάται πάνω από την Ευρώπη, ίσως και τον κόσμο όλο, αυτόν τον καιρό.

 

Του Αντώνη Μακρυδημήτρη*

Δεν έχει να κάνει τόσο με τη διαχείριση της πανδημίας και τους εμβολιασμούς, που βοηθούσης και της τεχνολογίας τα πράγματα μοιάζει να βαίνουν καλώς, σε γενικές γραμμές.

Εξίσου σοβαρό, αν και πιο δυσεπίλυτο, είναι το ζήτημα της αντιμετώπισης προσφύγων και μεταναστών, ίσως και άλλων μειονοτήτων, δηλαδή κοινοτήτων ανθρώπων που αισθανόμαστε ότι διαφέρουν από εμάς και δεν μας συνδέουν πολλά πράγματα μαζί τους, πλην της κοινής ανθρώπινης μοίρας μας.

Πώς θα αντιμετωπίσουμε τα πλήθη φτωχών και δυσπραγούντων, συνήθως, ανθρώπων (ανδρών, γυναικών και παιδιών) που συρρέουν στα σύνορα (θαλάσσια και χερσαία) πιο πλούσιων χωρών επιχειρώντας να τα διαβούν και να εισέλθουν σε αυτές; Ορθώνοντας αδιαπέραστα τείχη ή ανοίγοντας διάπλατα την αγκαλιά μας σ’ αυτούς/ές; Και υπάρχει άραγε κάποια ενδιάμεση λύση, που θα ήταν πιο σωστή (‘μεσότης είναι η αρετή’, έλεγε από παλιά ο Αριστοτέλης);

Η απάντηση που δίνεται από την ιστορική εμπειρία δεν είναι, κατά κανόνα, ενθαρρυντική, ούτε αισιόδοξη. Η ιστορία, παλαιά και πρόσφατη, βρίθει παραδειγμάτων όχι ειρηνικής συνύπαρξης ανθρώπινων κοινωνιών, αλλά πολέμων και βίας μεταξύ τους, όσο και εντός αυτών.

Η λογική της περιχαράκωσης, της άρνησης του διαφορετικού και της απόρριψης του ‘άλλου’ φαίνεται να επικρατεί παλαιόθεν, όπως και σήμερα, urbi et orbi. Μια αίσθηση ‘ταυτότητας’ (φυλετικής, εθνικής, ταξικής, πολιτισμικής, κ.λπ.) περισσότερο ως όραμα παρά ως πραγματικότητα ασκεί συχνά σαγηνευτική γοητεία στους λαούς και τις ηγεσίες τους· γίνεται γι’ αυτούς ένα είδος ‘fata morgana’.

Δεν έχουν λείψει, όμως, και τα αντίθετα παραδείγματα· όχι τόσο στην πράξη, όσο στη θεωρία, αλλά έχει κι αυτή την αξία και τη σημασία της (που για ορισμένους είναι μεγάλη). Θα περιοριστώ σε δύο μόνο εξ αυτών.

Στα τέλη του 18ου αιώνα στις βόρειες ακτές της Ευρώπης, στην Καινιξβέργη (που τώρα ανήκει στη Ρωσία και ονομάζεται, ατυχώς, ‘Καλίνινγκραντ’), ένα από τα λαμπρότερα πνεύματα που γεννήθηκαν ποτέ επί ευρωπαϊκού εδάφους (ισάξιο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη), ο Immanuel Kant, εξυφαίνοντας το σχέδιο του ‘Διαφωτισμού’, διατύπωνε στο σχετικό πυκνό δοκίμιό του ορισμένες από τις προϋποθέσεις της Αιώνιας Ειρήνης.

Ειδικότερα, επεσήμαινε ο Γερμανός σοφός ότι η ειρήνη δεν θα επικρατήσει στις σχέσεις μεταξύ των λαών, παρά μόνο αν αυτοί καταφέρουν κάποτε να κυβερνώνται κατά τρόπο μη αυταρχικό και με βάση το δίκαιο.

Έτσι, το πρώτο ‘οριστικό άρθρο για την Αιώνια Ειρήνη’, όπως το χαρακτήριζε, προέβλεπε ότι για να επιτευχθεί το αγαθό της ειρήνης «το πολιτειακό καθεστώς κάθε κράτους θα είναι ρεπουμπλικανικό»· δηλαδή, αβασίλευτη δημοκρατία, όπου η εξουσία ασκείται με τη συναίνεση των πολιτών. Αν συμβαίνει αυτό, τότε κατά πάσα πιθανότητα οι λαοί θα ευημερούν, κατά το μάλλον ή ήττον, στον τόπο τους και δεν ξεσηκώνονται αναζητώντας καλύτερη μοίρα αλλού.

Γιατί κανείς λογικός άνθρωπος δεν φεύγει από την πατρίδα του, αν ζει καλά σε αυτήν.

Το τρίτο άρθρο της καντιανής αντίληψης για την ‘Αιώνια Ειρήνη’ αναφέρεται, ειδικότερα, στις προϋποθέσεις αλλά και το ‘δικαίωμα’, όπως το χαρακτηρίζει, της ‘γενικής φιλοξενίας’.

Σημειώνει δε ρητά: «Ο λόγος είναι όχι περί φιλανθρωπίας, αλλά περί δικαιώματος. Και φιλοξενία εδώ σημαίνει το δικαίωμα του ξένου να μην υφίσταται, κατά την άφιξή του στο έδαφος κάποιου, εχθρική μεταχείριση από αυτόν».

Μπορεί να μην υπάρχει ‘δικαίωμα του επισκέπτη’, αλλά υπάρχει, προσθέτει εμφατικά, «δικαίωμα επίσκεψης, δικαίωμα εμφάνισης στην κοινωνία, το οποίο έχουν όλοι οι άνθρωποι βάσει της από κοινού κατοχής της επιφάνειας της γης, που πάνω της, καθότι σφαίρα, δεν είναι δυνατόν να εξαπλώνονται επ’ άπειρον, αλλά αναγκάζονται τελικά να ανέχονται να συμβιώνουν ο ένας δίπλα στον άλλο». Ας αναλογιστούμε τη σημασία των λόγων αυτών και ας εξαγάγει ο καθείς τα συμπεράσματά του.

Ο έτερος μείζων στοχαστής η συμβολή του σχετίζεται με την παρούσα προβληματική, εμφανίστηκε 200 περίπου χρόνια μετά τον Καντ στην άλλη όχθη του Ατλαντικού και διαύγασε όσο λίγοι, ελάχιστοι στην εποχή μας το νόημα της ‘δικαιοσύνης’ (στην οποία ‘συμποσούται’ κάθε αρετή, κατά τη σχετική αριστοτελική διατύπωση – «συλλήβδην πάσ’ αρετή ένι»). Είναι πολλά τα πράγματα που έχουν αξία στη ζωή των ανθρώπων και των λαών, επεσήμαινε ο John Rawls (γιατί περί αυτού πρόκειται), και είναι πολύ διαφορετικοί οι τρόποι που οι άνθρωποι τα αντιλαμβάνονται και τα προωθούν.

Ας μην περιμένουμε, λοιπόν, να συμφωνήσουν επ’ αυτών. Αν μη τι άλλο γιατί τούτο θα απλούστευε υπερμέτρως την ποικιλία και την διαφορετικότητα των τρόπων του ζην στο συλλογικό ή το ατομικό επίπεδο. Εκείνο, αντιθέτως, που μπορούν να δεχτούν και να συμφωνήσουν είναι κάποιοι αμοιβαία παραδεκτοί και σεβαστοί τρόποι διευθέτησης των διαφορών, που τυχόν αναφύονται κατά τη συνύπαρξη ατόμων, ομάδων και λαών.

Η αρχή της δικαιοσύνης, όπως την διερμηνεύει ο Rawls, υπαγορεύει ακριβώς την τήρηση ενός πνεύματος και μιας νοοτροπίας ‘δικαιοκρισίας’, ήτοι αμεροληψίας και ακριβοδικίας από μέρους των δημοσίων, ιδιαίτερα, θεσμών και διαδικασιών έναντι των κοινωνικών υποκειμένων, όποια και αν είναι αυτά, σαν κι εμάς ή εντελώς διαφορετικά.

Η ρωλσιανή ακριβοδικία, μάλιστα, δεν περιορίζεται σε μια ουδετερότητα, ψυχρότητα και τυπικότητα απέναντι στους άλλους, αλλά εγκολπώνεται και μια ‘αναδιανεμητική’ διάθεση και επικουρική λογική, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης των λιγότερο ευνοημένων, όποιοι και αν είναι αυτοί.

Η δικαιοσύνη, θύμιζε από παλιά ο Αριστοτέλης, δεν απευθύνεται τόσο προς εαυτόν, αλλά προς τον ‘άλλον’, τον ‘έτερον’· γιατί δεν αδικεί, ούτε βλάπτει κανείς συνήθως τον εαυτό του ή τους οικείους του. Σε άλλους το κάνει αυτό, εκείνους με τους οποίους αισθάνεται πως είναι διαφορετικός.

Όμως (και) απέναντι σε αυτούς οφείλει να είναι δίκαιος κι όχι άδικος. Τότε ιδίως δοκιμάζεται και φανερώνεται η από μέρους του ειλικρινής και σταθερή προσήλωση στο αγαθό και την αρχή της δικαιοσύνης, την οποία μπορεί κατά τα άλλα να επαινούμε και να (λέμε ότι) ασπαζόμαστε.

Κοντολογίς, αν λάβουμε τις παραπάνω σκέψεις στα σοβαρά, όπως οφείλουμε να κάνουμε αν είμαστε εύλογα και υπεύθυνα κοινωνικά όντα, τότε προκύπτουν ορισμένες βασικές αρχές πολιτικής, που δεν μπορεί να αγνοηθούν σε μια ανοιχτή και ‘φιλελεύθερη’ (στην πράξη κι όχι στα λόγια) δημοκρατία. Αυτές είναι in nuce οι εξής:

α) Ο πρόσφυγας και ο μετανάστης δεν βλάπτει μόνο και μόνο με την παρουσία του ‘εδώ’. Μπορεί να μην διαθέτει, αυτόχρημα, δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης, αλλά διαθέτει δικαίωμα επίσκεψης, κατά την καντιανή αρχή, όπως διαθέτουν και τα εκατομμύρια των τουριστών που κατακλύζουν κάθε χρόνο τις παραλίες και τις περιφέρειες της χώρας και είναι πάντα ευπρόσδεκτοι. Αν δεν βλάπτει, λοιπόν, και δεν παραβιάζει με τη συμπεριφορά του το ισχύον δίκαιο της χώρας, δεν επιτρέπεται να διωχθεί, ούτε να μας ενοχλεί η παρουσία του στους δρόμους, στις πλατείες και στις συνοικίες (διαφορετικά εκκολάπτονται σταδιακά φαινόμενα και νοοτροπίες τύπου Eichmann και Mengele).

β) Επιπλέον, δεν επιτρέπεται να υποστεί αθέμιτες ή καταχρηστικές διακρίσεις, εξ αιτίας του γεγονότος ότι είναι ‘ξένος’. Δεν μπορεί, λοιπόν, να διωχθεί από δημόσιες ή ιδιωτικές υπηρεσίες της χώρας, όπως σχολεία, νοσοκομεία, εκκλησίες, θέατρα, γυμναστήρια, ξενοδοχεία, εστιατόρια, πολυκαταστήματα, παντοπωλεία, εργοστάσια, αγροκτήματα, κ.λπ.. Αρκεί να πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις συμμετοχής και απόκτησης των αντίστοιχων αγαθών (να πληρώσει το αντίτιμο, να εργαστεί, να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, διαδικασίες, κ.λπ.).

γ) Δεν μπορεί, επίσης, να αποκλειστεί, ούτε όμως να επιβληθεί, η από μέρους του επιθυμία να ενταχθεί σταδιακά πιο ενεργά και ουσιαστικά στο σύστημα της οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής υποδομής της χώρας. Έχοντας απομακρυνθεί από τη χώρα προέλευσης δεν μπορεί αυτοί οι άνθρωποι να παραμένουν εσαεί στον ‘προθάλαμο’ της χώρας υποδοχής· σαν τα αβάπτιστα τέκνα μεσαιωνικών αντιλήψεων που αιωρούνται στον αιώνα ‘in limbo’ (μεταξύ παραδείσου και κολάσεως). Αυτό γίνεται ακόμα πιο εξόφθαλμα άδικο ιδίως για τα νεώτερα άτομα (παιδιά, ανηλίκους), που είναι εντούτοις πιο δεκτικά και πρόθυμα να ‘ενταχθούν’ στην κοινωνική ζωή της χώρας υποδοχής.

δ) Ίσως θα πρέπει, εξάλλου, να αναρωτηθούμε γιατί μας ενοχλεί η ποικιλία των πολιτιστικών παραδόσεων και γιατί αυτό είναι κακό για την κοινωνία, που προτιμούμε να την φανταζόμαστε σαν κάτι το συμπαγές και ενιαίο (λες και είναι τοίχος από τσιμέντο). Μα και η Ευρώπη η ίδια, που περηφανευόμαστε ότι ‘ανήκουμε’ (από πεντηκονταετίας, περίπου), δεν είναι ‘πολυπολιτισμική’; Αυτή δεν είναι η ιδιαιτερότητά της; Όχι e pluribus unum, όπως οι Αμερικανοί, αλλά e pluribus pluribum et unum, αυτή είναι η φύση και η προοπτική για την Ευρωπαϊκή κοινοπολιτεία.

Αξίζει, τέλος, να επισημανθεί και να προβληματίσει μια ακόμη παραδοξότητα ως προς το ζήτημα αυτό· μολονότι η διαφορά μας από τους εκάστοτε ‘ξένους’ λέγεται πως είναι κυρίως ‘πολιτιστικής’ φύσεως, συνήθως δεν είναι οι άνθρωποι του πολιτισμού αυτοί που την επικαλούνται, αλλά άτομα που η σχέση τους με τον ‘πολιτισμό’ είναι τουλάχιστον επιφανειακή, αν όχι και τελείως επίπλαστη και υποκριτική.

*Καθηγητής ΕΚΠΑ – Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης 

Anatropinews