«Dance me to the end of love»: Η ιστορία πίσω από το ερωτικό τραγούδι των κρεματορίων του θανάτου

Posted on 21 Σεπτεμβρίου, 2020, 10:02 πμ
47 secs

Ο Λέοναρντ Κοέν, Καναδός τροβαδούρος, με κριτική και εμπορική επιτυχία σε παγκόσμιο επίπεδο, γεννήθηκε σαν σήμερα στις 21 Σεπτεμβρίου 1934.

Οι στίχοι του, συχνά εξομολογητικοί και γεμάτοι εσωτερική ομορφιά, μιλούν για την πολιτική, τη θρησκεία, τη μοναξιά και τις προσωπικές σχέσεις. Οι ελκυστικές μελωδίες του και η αξιοπρόσεκτη, αν και κάπως μονότονη φωνή του, ήταν στοιχεία που δημιούργησαν τον μύθο του κι ένα διεθνές κοινό πιστό στο έργο του. Μαζί με τον Μπομπ Ντίλαν θεωρούνται οι κορυφαίοι ποιητές – στιχουργοί, που ανέδειξε η ροκ μουσική.

Ο Λέοναρντ Κοέν γεννήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1934 στο Μόντρεαλ, στους κόλπους μιας μεσοαστικής εβραϊκής οικογένειας, με καταγωγή από την Πολωνία και τη Λιθουανία. Ο πατέρας του ήταν έμπορος ρούχων και η μητέρα του κόρη ιουδαίου θεολόγου.

Σπούδασε στο ονομαστό πανεπιστήμιο ΜακΓκιλ της γενέτειράς του και ξεκίνησε την καλλιτεχνική του διαδρομή ως ποιητής το 1954, με ποιήματα βασισμένα σε βιβλικά θέματα. Το 1963 δημοσίευσε το μυθιστόρημα «The Favorite Gap» (1963) και ακολούθησε το «Beautiful Loosers» (1966), που υφολογικά είναι αρκετά συγγενικά με το κίνημα των «beat».

Στη μουσική πέρασε απαγγέλοντας στίχους του με συνοδεία τζαζ συνόλου. Μετά την επιτυχία που γνώρισε η Τζούντι Κόλινς ηχογραφώντας τη δική του σύνθεση «Rosanne», αποφάσισε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στο τραγούδι. Η εμφάνισή του στο Φεστιβάλ Φολκ του Νιούπορτ το 1967 οδήγησε στο πολύ επιτυχημένο δισκογραφικό του ντεμπούτο «Songs Of Leonard Cohen» (1967).

Άλλα έργα – σταθμοί της πορείας του ήταν οι δίσκοι «Various Positions» (1985) και το «I’m Your Man» (1988) με τη μεγάλη επιτυχία «First We Take Manhattan», τα οποία του χάρισαν ένα νέο, ευρύ κύκλο οπαδών, καθώς και το στοχαστικό και κριτικό «The Future» (1992). Το άλμπουμ «Old Ideas», το 12ο της καριέρας του, ήταν το πιο εμπορικό του, καθώς άγγιξε την κορυφή των τσαρτ σε πολλές χώρες, κοντράροντας συχνά αρκετά δημοφιλείς καλλιτέχνες. Στις 21 Οκτωβρίου 2016 κυκλοφόρησε το κύκνειο άσμα του, το άλμπουμ «You Want It Darker», που απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 ο Κοέν έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Ύδρα μαζί με τη νορβηγίδα φίλη του Μαριάνε Ίλεν (1935-2016), για την οποία έγραψε το γνωστό τραγούδι του «So Long, Marianne» μετά τον χωρισμό τους και της αφιέρωσε τηn ποιητική του συλλογή «Flowers to Hitler».

Ο Λέοναρντ Κοέν πέθανε στις 7 Νοεμβρίου 2016 στο Λος Άντζελες, σε ηλικία 82 ετών. Από τη σχέση του με τη Σούζαν Έλροντ απέκτησε δύο παιδιά.

«Dance me to the end of Love»

Ο Λέοναρντ Κοέν κυκλοφόρησε το 1984 το τραγούδι «Dance me to the end of Love», ένα πραγματικό αριστούργημα το οποίο έκτοτε έχει «ντύσει» χιλιάδες ερωτικές στιγμές της ανθρωπότητας και της Τέχνης.

Σε συνέντευξη του όμως ο θρυλικός Κοέν είχε αποκαλύψει την έμπνευση του πίσω από αυτό το τραγούδι, η οποία είναι πολύ πιο τραγική από ότι θα πίστευε κανείς.

Αναλυτικά είπε:

«Είναι περίεργο το πώς γράφονται τα τραγούδια γιατί κάθε τραγούδι προέρχεται από ένα «σπόρο» που σου δίνει κάποιος ή που σου δίνει ο κόσμος και αυτό είναι που κάνει τη διαδικασία σύνθεσης ενός τραγουδιού τόσο μυστηριακή. Το συγκεκριμένο τραγούδι προήλθε από πράγματα που άκουσα ή διάβασα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Σε κάποια από αυτά, ακριβώς δίπλα στα κρεματόρια, υπήρχε ένα κουαρτέτο μουσικών το οποίο εξαναγκαζόταν να παίζει κλασσική μουσική ενώ οι άνθρωποι δίπλα τους καιγόταν ζωντανοί. Οπότε ο στίχος «dance me to your beauty with a burning violin» εννοεί την ομορφιά του να είσαι παρών στην ολοκλήρωση μιας ζωής, στο τέλος της ύπαρξης της. Βέβαια, η γλώσσα είναι ίδια με αυτή που θα χρησιμοποιούσε κάποιος για να «παραδοθεί» σε ένα αγαπημένο πρόσωπο. Οπότε, αφού η γλώσσα είναι η ίδια δε χρειάζεται να ξέρει κάποιος την πραγματική σημασία του τραγουδιού, αφού μπορεί εξίσου να χρησιμοποιηθεί για οποιονδήποτε παθιασμένο σκοπό».

Η ιστορία πίσω από το ερωτικό τραγούδι των κρεματορίων του θανάτου

Είναι ένα τραγούδι που πολλοί απ’ όσους το άκουσαν το ερωτεύτηκαν ίσως περισσότερο κι απ’ τον άνθρωπο που του το αφιέρωσαν. Η μυσταγωγία της μελωδίας, η αισθαντικότητα των φωνών, η αναγλυφότητα των συναισθημάτων, ο κραδασμός των αισθήσεων, σε ταξιδεύουν τόσο μακριά απ’ τη λογική, τόσο βαθιά στο κέντρο του σύμπαντος της ανθρώπινης «ολότητας», αυτής της αίσθησης του αέναου, του ανέπαφου, του αμόλυντου, του αθάνατου, που σου υπόσχεται ο έρωτας, τόσο που σε κάνει να νιώθεις πως κανείς ποτέ δεν ανακάλυψε ούτε θα ανακαλύψει, δεν γεύτηκε ούτε θα γευτεί, δεν ρίγησε ούτε θα ριγήσει, δεν διαλύθηκε ούτε θα διαλυθεί για τον έρωτα όπως εσύ. Πως κανείς δεν ένιωσε αυτό το απόκοσμο χάδι, που άλλοτε μοιάζει ουρανός άλλοτε ανάσα της αβύσσου, άλλοτε φωτιά των αισθήσεων άλλοτε σκίρτημα θανάτου, τόσο έντονα όσο εσύ, τόσο έντονα όπως αυτό το τραγούδι σε κάνει να νιώθεις στο πετσί σου καθώς ξορκίζει το θάνατο, αφού κάθε έρωτας, κάθε οργασμός των αισθήσεων, είναι ένας μικρός θάνατος – και γι’ αυτό άλλωστε ο έρωτας αυτή η «ανδρόγυνος» οντότητα είναι η μόνη εν ζωή αθανασία, ο μόνος μάγος που μπορεί πάντα με το ίδιο, με αυτό το ένα και μοναδικό του ξόρκι, να νικάει το φθαρτό.

Και γι’ αυτό ο έρωτας κι ο θάνατος που ξεχειλίζουν από τούτο το απόκοσμης ομορφιάς τραγούδι σε συνεπαίρνουν αμέσως, ρίχνοντάς σε στην αγκαλιά αυτού του παντοτινού ταγκό, του ρυθμού που αναδύθηκε από τα μπορντέλα της Αργεντινής για να κατακτήσει, να αλώσει ολοκληρωτικά, το σώμα της Δύσης.

Όμως σε τούτο το τραγούδι του έρωτα, ο θάνατος είναι πολύ πιο παρών, πιο εφιαλτικά αδυσώπητος, απ’ ό,τι θα φανταζόταν ποτέ κανείς… Η ψυχρή του ανάσα είναι διάχυτη παντού. Η αλήθεια του παγώνει το καυτό φιλί των εραστών, αφυδατώνει την υγρασία των αισθήσεων, επισκιάζει τα χρώματα του πάθους παύει την πανδαισία των αγγιγμάτων.

Γιατί το «Dance me to the end of love» δεν είναι ένα τραγούδι γραμμένο για εραστές όπως νομίζουν όσοι ριγούν στο άκουσμά του…

Το τραγούδι αυτό είναι κυριολεκτικά, ένα ξόρκι θανάτου. Ένα αληθινό αντίδοτο αγωνίας στο δηλητήριο της κτηνωδίας από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ένα βάλσαμο ανάμνησης στο μαρτύριο της φρίκης που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι, όλοι εκείνοι που εξοντώθηκαν στα κρεματόρια του ναζισμού.

Είναι ένα τραγούδι γεμάτο επιθανάτιες κραυγές ενός παράλογου μαρτυρίου, στοιχειωμένο από το κλάμα των παιδιών, από τη κραυγή των σημαδεμένων, από τον ψίθυρο των σκελετωμένων που δεν είχαν πια φωνή, από το ανατριχιαστικό σύρσιμο των νεκροζώντανων που περίμεναν μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, μέσα στην εξαθλίωση, την αγωνία, το μαρτύριο, το τέλος τους.

Είναι ποτισμένο από εκείνη τη φρικτή μυρωδιά της καμμένης σάρκας, από τον παραλογισμό του ναζισμού –του ναζισμού που αναβιώνει σήμερα, γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται όχι σαν φάρσα πια αλλά σαν θέατρο του παραλόγου.

Αυτό το τραγούδι είναι η φρίκη της απαίτησης να παίζουν μουσική, οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι, στους διαδρόμους των στρατοπέδων, την ώρα που οι άλλοι περνούσαν μπροστά τους στην ουρά του Άουσβιτς, του Νταχάου, από την ουρά της φρίκης, πηγαίνοντας να θανατωθούν και να καούν στα κρεματόρια. Είναι όλα τα τελευταία βλέμματα που κοίταξαν τον κάθε  Εβραίο μουσικό και το «φλεγόμενο βιολί» του, με την ιστορία ζωής, πόνου, που κουβαλούσε το καθένα απ’ αυτά, την ώρα που εκείνοι βάδιζαν προς το θάνατο, και την ίδια ώρα που οι ναζί υποχρέωναν το συγκρατούμενό τους μουσικό να παίζει κλασική μουσική στους διαδρόμους αυτής της γήινης κόλασης.

Γιατί το «Dance me to the end of love» δεν είναι ένας χορός ως το τέλος της αγάπης, αλλά ένας χορός ως το τέλος της ύπαρξης, που εφορμώντας από τη γενεσιουργό πηγή του πάθους για τη ζωή, μπορεί εντέλει να αγκαλιάζει σφιχτά συμπαρασύροντας ως το θάνατο ακόμα και την ίδια την αγάπη. Γι’ αυτό ενώ είναι ένα τραγούδι που γεννήθηκε από το θάνατο, μπορεί να αγκαλιάζει, να δονεί τον έρωτα και τη ζωή…

Γιατί, σύμφωνα με το δημιουργό του το Leonard Cohen όπως διηγήθηκε κάποτε χαρακτηριστικά γι’ αυτό «Είναι παράξενος ο τρόπος που γεννιέται ένα τραγούδι, κάθε τραγούδι έχει κάποιου είδους σπόρο, που κάποιος βάζει στο χέρι σου ή ο ίδιος ο κόσμος βάζει στο χέρι σου, και γι’ αυτό η διαδικασία είναι τόσο μυστήρια για το πώς γράφεται ένα τραγούδι.  Όμως το συγκεκριμένο ήρθε για μένα απλά επειδή γνώριζα ή άκουγα ότι δίπλα στα κρεματόρια, σε κάποια συγκεκριμένα στρατόπεδα θανάτου υπήρχε μία ομάδα μουσικών, που αποτελούνταν από ένα κουαρτέτο εγχόρδων, οι οποίοι υποχρεώνονταν να παίζουν κάθε φορά που εξελισσόταν η διαδικασία αυτής της φρίκης. Και αυτούς τους ανθρώπους που έπαιζαν, τους περίμενε η ίδια τρομακτική μοίρα.  Και υποχρεώνονταν να παίζουν  κλασική μουσική,την ώρα που οι συγκρατούμενοί τους θανατώνονταν και καίγονταν. Αυτή η μουσική λοιπόν το «χόρεψέ με στην ομορφιά σου με ένα φλεγόμενο βιολί» εννοεί συμβολικά σαν ομορφιά το τέλος της ύπαρξης, και το στοιχείο του πάθους που διέπει κάθε ολοκλήρωση. Όμως αυτή είναι η ίδια γλώσσα που χρησιμοποιούμε για την απόλυτη παράδοση στον αγαπημένο ή στην αγαπημένη μας, έτσι ώστε σ’ ένα τραγούδι να μην είναι σημαντικό εντέλει να γνωρίζει κανείς την απαρχή της γένεσής του, γιατί εάν και η ίδια η γλώσσα προέρχεται απ’ αυτή την γενεσιουργό πηγή πάθους, μπορεί να αγκαλιάσει οποιαδήποτε παθιασμένη ενέργεια».

Έτσι λοιπόν, «χόρεψέ με στην ομορφιά σου, με ένα φλεγόμενο βιολί», μία νότα, έναν ήχο, μια μελωδία, ένα όραμα που να κάψει επιτέλους τη φρίκη αυτού του κόσμου, να κάνει στάχτη την ασκήμια του, τον παραλογισμό του, το μάταιο και άσκοπο πόνο, το θρήνο για την ανθρωπιά που χάνει ξανά και ξανά στο λυκόφως της ντροπής της η ανθρωπότητα…

Dance me to the end of love…

Πηγή: kollectnews.org, Σαν Σήμερα

...