Πενηντατέσσερα χρόνια μετά την 21η Απρίλη του 1967, η χούντα έχει μεταμορφωθεί σε ένα μακρινό και περίπου ανώδυνο επεισόδιο της σύγχρονης Ιστορίας του τόπου


Δεν πρόκειται απλώς για τη λογική άμβλυνση της ιστορικής μνήμης, αλλά για μια βολική συλλογική λήθη, που επιτρέπει σε κάποιους να ξαναγράφουν ανενόχλητοι την πρόσφατη Ιστορία.

Είναι βέβαιο ότι η ιστορία της χούντας υπήρξε εξ αρχής αντικείμενο άμεσης ιδεολογικής χρήσης, καθώς τη συγγραφή της ανέλαβαν από την επομένη ήδη της Μεταπολίτευσης τα κόμματα, οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι.

Σε προηγούμενες ωστόσο φάσεις, η επιλεκτική ανάγνωση των δεδομένων της χουντικής περιόδου εξυπηρετούσε κυρίως τις πολιτικές σκοπιμότητες της στιγμής: ηρωοποίηση ή απαξίωση προσώπων και γεγονότων, κάλυψη συνεργατών της δικτατορίας, μονοπώληση της τότε ακόμη θετικά σημασιοδοτούμενης Αντίστασης.

Σήμερα, το κλίμα εμφανίζεται σαφώς διαφοροποιημένο: επί δεκαετίες γίνεται όλο και εμφανέστερη μια τάση «εξωραϊσμού» της χούντας, ενώ την τελευταία δεκαετία έχουν πληθύνει εκείνοι που δύσκολα κρύβουν τη νοσταλγία τους για τη γραφική πλην τιμία Ελλάδα των συνταγματαρχών.

Μια ιστορία που δεν γράφτηκε

Δεν είναι δίχως συνέπειες το γεγονός ότι η χούντα δεν έχει απασχολήσει έστω και στοιχειωδώς την επιστήμη της Ιστορίας, παρά τα πρόσφατα ανοίγματα της ιστοριογραφίας σε άλλες, εξίσου κοντινές, εποχές.

Η χουντική επταετία μοιάζει με μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην αμέσως προηγούμενή της περίοδο, τη μεταπολεμική, που τελευταία άρχισε να κινεί το ενδιαφέρον των ιστορικών, και την επόμενη, τη μεταπολιτευτική, που αποτελεί ήδη αντικείμενο κοινωνιολόγων και πολιτικών επιστημόνων. Και δεν είναι αδιάφορο το γεγονός, εως μια πενταετία νωρίτερα,η χούντα εξαντλούνταν σε δύο μόλις προτάσεις στο βιβλίο ιστορίας της Γ’ Λυκείου – κι αυτές στο τέλος του, που δεν διδάσκεται ποτέ.

Αποκλεισμένη από την Ιστορία, εκείνη που γράφεται και εκείνη που διδάσκεται, η περίοδος της χούντας παραμένει έτσι έκθετη σε πλαστογραφήσεις, που επιδιώκουν την άμεση ή έμμεση αποκατάστασή της.

Σπανίως βέβαια τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους: την πλήρη ιστορική δικαίωση του πραξικοπήματος τολμούν να διεκδικήσουν μόνον οι αμετανόητοι χουντικοί και οι έως πρόσφατα, σχετικά ολιγάριθμοι εκπρόσωποί τους στο Κοινοβούλιο και διάφοροι σε μέσα ενημέρωσης,χαμηλής τηλεθέασης.

Οι άλλοι, οι πολλοί, περιορίζονται σε έναν κατ’ επίφαση κριτικό λόγο, ο οποίος επιμένει ότι έφτασε πια η ώρα να «απομυθοποιηθεί» η μεταπολιτευτική «δαιμονολογία» για τη χούντα και το ίδιο το γεγονός, ένα ανελεύθερο διάλειμμα στην ούτως ή άλλως αμφίβολης δημοκρατικότητας πορεία του τόπου, να τοποθετηθεί επιτέλους στις πραγματικές του διαστάσεις. Το περίφημο «τέλος της Μεταπολίτευσης» μεταφράζεται έτσι για αρκετούς σε ιστορική (οπότε και πολιτική) αμνήστευση της χούντας.

Βρισκόμαστε άραγε μπροστά σε μια εγχώρια εκδοχή ιστορικής «αναθεώρησης»; Και ναι και όχι. Οχι, γιατί η «αναθεώρηση», όπως τουλάχιστον τη γνωρίσαμε στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος, προϋποθέτει την κατασκευή ενός ψευδοεπιστημονικού εξηγητικού σχήματος που φιλοδοξεί να κλονίσει τις τρέχουσες ιστορικές βεβαιότητες. Στην περίπτωσή μας, μια ιστορία που δεν γράφτηκε, δύσκολα μπορεί να αναθεωρηθεί. Αν όμως εκλάβουμε ως ιστορία της χούντας το σώμα των κειμένων -και είναι πολλά- που δημοσιεύτηκαν τις τρεις τελευταίες δεκαετίες για την περίοδο του πραξικοπήματος, τότε ναι, μπορούμε κάλλιστα να μιλήσουμε για αναθεώρηση: ορισμένες πρόσφατες νύξεις για τη χούντα αμφισβητούν την κυρίαρχη εικόνα που συγκροτήθηκε στο πέρασμα των χρόνων για την επταετία, ακυρώνουν τα βιώματα εκείνων που την έζησαν και προτείνουν μια νέα, θετικότερη αυτή τη φορά, νοηματοδότησή της.

Η δυσφήμηση της πολιτικής

Η υπόγεια αυτή αναθεώρηση πραγματοποιείται προφανώς σε μια εποχή που επιτρέπει τη μετατροπή της αυθόρμητης, σχεδόν ανακλαστικής, συλλογικής απόρριψης της χούντας σε ένα μεσοβέζικο «ναι μεν αλλά», σε μια άρρητη σύγκριση του τότε με το τώρα, που δεν αποβαίνει υποχρεωτικά σε βάρος της δικτατορίας. Το κλίμα έχει προετοιμαστεί από καιρό. Ο χαρακτηρισμός του αντιπάλου, του οιουδήποτε αντιπάλου, ως χουντικού, αποτελεί εδώ και χρόνια τη μόνιμη επωδό κάθε πολιτικής αντιπαράθεσης: «Χουντική» η τηλεόραση κατά τον Ανδρέα Παπανδρέου (27/10/89), «χουντική» η νοοτροπία που παρεμποδίζει την αποκρατικοποίηση κατά τον Γιάννη Μαρίνο (27/2/92), «χουντικοί» οι «εργατοπατέρες» της ΠΟΣΠΕΡΤ κατά τον «Ελεύθερο Τύπο» (23/11/93), «χουντική υπόθεση» το κόμμα Σαμαρά κατά τον Βασίλη Λεβέντη (8/8/93), «Απριλιανή χούντα» ο Antenna κατά την «Αυριανή» (20/1/95), αλλά και «χουντικό» το εισιτήριο στα μαγαζιά κατά τον Γιώργο Σκούρτη (12/7/94). Δεν χρειάζεται να πολλαπλασιαστούν τα παραδείγματα. Αν όλοι και όλα θυμίζουν χούντα, τότε η χούντα δεν θυμίζει πλέον τίποτε.

Την ίδια ώρα, πολύτιμες είναι οι υπηρεσίες στην αποκατάσταση της χούντας που προσφέρει η γενικευμένη απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών και η οποία επιτυγχάνεται τα τελευταία χρόνια χάρη στην αγαστή συνεργασία δημοσιογράφων της μόδας και των «επωνύμων» -και σταθερών- φιλοξενουμένων τους (ηθοποιών, τραγουδιστών, αθλητών, γραφικών πανεπιστημιακών κ.ο.κ.). Στο στόχαστρο βρίσκονται έτσι συχνά τα «δημοκρατικά ταμπού» της μεταπολιτευτικής περιόδου και οι πολίτες μιας κάποιας ηλικίας καλούνται να απελευθερωθούν από τις κοινωνικά «ξεπερασμένες» και ατομικά «επιζήμιες» εμμονές της νιότης τους. «Την ιστορία τη γράφει όποιος πουλάει», ανακάλυπτε ο Πέτρος Κωστόπουλος τον Δεκέμβριο του ’94, δύο χρόνια μετά την αποστομωτική αυτοκριτική του για το πολιτικό του παρελθόν: «Το σκέφτομαι και κοκκινίζω από ντροπή. Τόσο μαλάκας ήμουνα;» («Κλικ», Φεβρουάριος 1992).

Το «κριτικό» αυτό κλίμα διευκόλυνε ασφαλώς την εθνικιστική έξαρση του ’90-92, μια από τις σοβαρότερες που έχει γνωρίσει ο τόπος σε εποχή ειρήνης. Τα χρόνια αυτά, οι μεταμοντέρνοι αμφισβητίες της πολιτικής, επέτρεψαν στις «αιρετικές» τους φωνές να συνταχθούν ανεπιφύλακτα με τις πιο ακραίες ακροδεξιές θέσεις, αναμάσησαν ατόφια τα χουντικά ιδεολογήματα. Τα ίδια αυτά χρόνια, η χούντα ήταν καθημερινά παρούσα: το κιτς της αναβίωσε στα μακεδονικά συλλαλητήρια, στρατός και παπάδες χρίστηκαν και πάλι ταγοί του έθνους εν κινδύνω και οι αντιλήψεις περί του περιουσίου λαού και της φυλετικής του ανωτερότητας έγιναν καραμέλα στα δελτία ειδήσεων, ενώ οι «αντιφρονούντες» απομονώθηκαν από τον «υγιή εθνικό κορμό» ως ξενόδουλοι προδότες της πατρίδας.

Η νέα και πανίσχυρη διαχωριστική γραμμή «εθνικόφρονες/αντεθνικά στοιχεία» έθετε πλέον επισήμως σε δεύτερη μοίρα τις άλλες επιμέρους αντιθέσεις (για παράδειγμα: χουντικοί/αντιχουντικοί). Η διάχυση του εθνικιστικού λόγου, λόγου φύσει ανιστορικού (δηλαδή ανιστόρητου), επανέφερε σε μαζική κλίμακα τα προσφιλέστερα συνθήματα της χούντας και τα κοινωνούσε αυτούσια στους νεότερους. Κι αν δεν ακούστηκε καθαρά το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», ήταν επειδή άλλες, πιο «μαχητικές», εκδοχές του το αντικαθιστούσαν επαξίως.

Στην ατμόσφαιρα αυτή, η χρονίζουσα συζήτηση για την αποφυλάκιση των αρχιπραξικοπηματιών προσέφερε -και συνεχίζει να προσφέρει- την αφορμή για να εκφραστεί μια κάποια συμπάθεια προς τους «αναξιοπαθούντες αξιωματικούς». Τα επιχειρήματα υπέρ της αποφυλάκισης είχαν ήδη διατυπωθεί κατά την αμέσως προηγούμενη φάση: ιστορικά από τον Ανδρέα Λεντάκη (από το 1989), νομικά από τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο («Ακρόπολις» 4/1/87), ανθρωπιστικά από τους ίδιους και άλλους. Σε αυτά θα έρχονταν να προστεθούν και τα εθνικά («η έξωθεν απειλή κατά του εθνικού μας χώρου, οπότε απαιτείται η μέγιστη ομοψυχία και ενότητα πέρα από τις κομματικές πολιτικές μας διαφορές», όπως έγραφε ο Α. Λεντάκης στην «Ε» στις 13/4/95). Το ίδιο αυτό «εθνικό συμφέρον» θα επικαλούνταν και οι Παττακός, Μακαρέζος, Λαδάς και Ζωιτάκης στην αίτηση χάριτος που υπέβαλαν τον Ιανουάριο του 1993, καθώς και ο Μακαρέζος τον Ιανουάριο του 1996 («έτσι προωθείται ακόμη περισσότερο το πνεύμα της ομοψυχίας που πρέπει να διέπει τον ελληνικόν λαόν κατά τας σημερινάς δυσκόλους καταστάσεις»).

Περί τιμιότητας

Ύστερα απ’ όλα αυτά, οι περιπέτειας της υγείας των γηραιών εγκλείστων θα αντιμετωπίζονταν από μερίδα του Τύπου με τη δέουσα προσοχή και συχνούς υπαινιγμούς για την αδιαμφισβήτητη τιμιότητά τους. Ας περιοριστούμε στα παρακάτω: «Ο άνθρωπος που έγινε βασιλιάς και πέθανε στην ψάθα» τιτλοφορείται το ρεπορτάζ του «Τύπου της Κυριακής» για τον θάνατο του Γ. Ζωιτάκη. Και αναφέρει μεταξύ άλλων: «Αδοξο τέλος για τον ανθυπολοχαγό πεζικού που αποφοίτησε το 1932 μετ’ επαίνων από τη Σχολή Ευελπίδων, πολέμησε στο Τεπελένι και διετέλεσε διοικητής διαφόρων στρατιωτικών μονάδων του Α’ και του Γ’ Σώματος Στρατού μέχρι τη μοιραία νύχτα της 21ης Απριλίου του 1967» (27/10/96). Όσο για την ασθένεια του Παπαδόπουλου, οι πληροφορίες περί διασωλήνωσης και τραχειοστομίας θα οδηγούσαν σε άλλους συνειρμούς: «Ο 77χρονος αρχηγός της 21ης Απριλίου από το Ελαιοχώρι Αχαΐας δίνει πραγματικά μάχη ζωής, σε ένα τοπίο χωρίς κάμερες, χωρίς δηλώσεις υπουργών, χωρίς Γιακούμπ και Ράιτ, χωρίς τα πλήθη που αλαλάζουν για τον αρχηγό που χάνει το μονοπάτι της ζωής» («Ελεύθερος Τύπος» 1/11/96).

Καθώς η «αποδαιμονοποίηση» της δικτατορίας προχωρούσε, η επιστροφή κάποιων χουντικών φαντασμάτων ήταν απλώς ζήτημα χρόνου. Μέσα σε λίγο καιρό, τα κανάλια γέμισαν χουντικούς πρόθυμους να τεθούν και πάλι στην υπηρεσία του Ελληνισμού.

Η υπόθεση Μαστοράκη είχε κλείσει προ πολλού. Η θύελλα που ξεσήκωσε το 1981 η προβολή της περιβόητης συνέντευξης στο ΚΕΒΟΠ-ΥΕΝΕΔ έμοιαζε ήδη μακρινή τόσα χρόνια αργότερα, και ο «εμπειρότερος περί τα τηλεοπτικά Ελληνας» δοκίμαζε από καιρό τις ικανότητές του στη διοργάνωση εθνικά προσανατολισμένων καλλιστείων, στα οποία έμελλε να δοξαστεί η μακεδονική ομορφιά. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι χουντικοί που θα εμφανίζονταν και πάλι στο προσκήνιο είχαν άλλες, αμιγώς πολιτικές, περγαμηνές.

Ανάμεσά τους ο «φύρερ της 4ης Αυγούστου» και δεξί χέρι του Λαδά Κώστας Πλεύρης, ο «σπουδαίος πνευματικός άνθρωπος», που, ασφυκτιώντας στη μικρή οθόνη του Tele-City του Γ.Καρατζαφέρη, έπαιρνε σβάρνα τα σχολεία για να διδάξει «κατά τρόπο μοναδικό τις αξίες της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς» («Καθημερινή» 16/2/92).

Ο εκοφίτης και υμνητής της χούντας Λάκης Ιωαννίδης, πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Ελληνοαμερικανικής Φιλίας, που αναλάμβανε να αναπτύξει ενώπιον πολυπληθούς ακροατηρίου τον προβληματισμό του για «τις παγκόσμιες ανακατατάξεις σε συσχετισμό με τα εθνικά μας θέματα» (18/2/92).

Ο συντονιστής προπαγάνδας των χουντικών γραφείων Τύπου του εξωτερικού Δημήτρης Πετρουνάκος, που τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς οριζόταν εκπρόσωπος της χώρας στην Επιτροπή Προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ.

Ο υπερασπιστής της χούντας από τις στήλες αμερικανικών εντύπων Νικ Γκέιτζ, που την ίδια στιγμή διοριζόταν σύμβουλος του πρωθυπουργού Κων.Μητσοτάκη σε ζητήματα παιδείας. Και προφανώς το ελληνικό κακέκτυπο του Γκαίμπελς, ο Γεώργιος Γεωργαλάς, ο οποίος διάλεγε την ίδια εποχή για να «σπάσει τη σιωπή του» («Τύπος της Κυριακής» 27/12/92) και να ξεκινήσει μια δεύτερη καριέρα, που θα τον οδηγούσε από τον ραδιοσταθμό του Κατσίκη στο «Ονομα» του Ψωμιάδη και από εκεί στο «Τηλε-Τώρα» αλλά και στην «καλτ» συνέντευξη του «Εψιλον» (17/11/96).

Αφού οι άνθρωποι της χούντας επανέκαμπταν δριμύτεροι, το έδαφος για το «ξέπλυμα» της δικτατορίας ήταν ασφαλώς έτοιμο από καιρό. Τώρα, κάποιες «εκκεντρικές» δημοσιογραφικές αναλύσεις τολμούν να αμφισβητήσουν ανοιχτά τις κρατούσες «συλλογικές αυταπάτες».

Σε μια από τις προσπάθειες με τίτλο «Αντίσταση και μύθος», ο Ανδρέας Παπανδρέου ενοχοποιείται ευθέως για την επιβολή της δικτατορίας, η Αντίσταση θεωρείται αποκλειστικό περίπου έργο της «φιλελεύθερης παράταξης» και το καθεστώς της 21ης Απριλίου εμφανίζεται να εμφορείται από «τάσεις σοσιαλιστικές και προσανατολισμούς τριτοκοσμικούς».

Εξάλλου, ο Παπαδόπουλος είχε το ψευδώνυμο «Νάσερ», τον Ιωαννίδη τον φώναζαν «Καντάφι», ο Μακαρέζος «δεν έκρυβε ότι ήταν οπαδός του σοσιαλισμού», ενώ «σοσιαλιστές ήταν οι περισσότεροι υπουργοί και υφυπουργοί της “Εθνικής Κυβερνήσεως”» (Δημ. Ζαννίδης, «Απογευματινή της Κυριακής» 24/1/91).

Ο «μύθος του Πολυτεχνείου»

Στα επόμενα χρόνια, οι επέτειοι θα δώσουν την αφορμή για αρκετές ακόμη ρηξικέλευθες δημοσιογραφικές αναγνώσεις αυτού του τύπου. Και όπως κάθε αναθεώρηση που σέβεται τον εαυτό της, η αναθεώρηση της Ιστορίας της χούντας δεν θα αμφισβητήσει το συνολικό οικοδόμημα αλλά θα επιλέξει ένα συγκεκριμένο γεγονός για να ξεκινήσει από αυτό το «ξήλωμα» του υποτιθέμενου μύθου. Προφανής στόχος, το Πολυτεχνείο.

Οι χουντικοί προετοίμασαν και εδώ το έδαφος, διακηρύσσοντας σε όλους τους τόνους ότι τα περί νεκρών του Πολυτεχνείου αποτελούν μυθεύματα των πάσης φύσεως «προοδευτικών». Τον Νοέμβριο του ’94, στην επέτειο του Πολυτεχνείου, ο Χρήστος Πασαλάρης παρουσίαζε μια νέα εκδοχή της εξέγερσης, φροντίζοντας μάλιστα να βάλει τη λέξη σε εισαγωγικά: Μπορεί οι Ελληνες να «νανουρίζονται ακόμη από αυτό το “αντιστασιακό” παραμύθι», αλλά στην πραγματικότητα το Πολυτεχνείο δεν ήταν παρά μια πράξη σκηνοθετημένη από «σκοτεινούς υπερατλαντικούς σκηνοθέτες», που «εργάστηκαν καταχθόνια για να φέρουν στην εξουσία τον Ιωαννίδη και να παραδώσουν τη μισή Κύπρο στους Τούρκους» («Ως πότε το παραμύθι του Πολυτεχνείου;», «Απογευματινή» 18/11/94). Ένα χρόνο αργότερα, τον Νοέμβρη του ’95, ο Μιχάλης Δημητρίου θα προχωρούσε ακόμη περισσότερο: το Πολυτεχνείο, «σύγκρουση και διαμάχη Ελλήνων προς Ελληνες», δεν έχει και πολύ νόημα να γιορτάζεται. «Είναι μια επέτειος “ενδοελληνική” (…) όπως ήταν η εκτέλεση των Εξ, το 1935, τα Δεκεμβριανά, το 1963 και η υπόθεση (sic) Λαμπράκη, η επέτειος της 4ης Αυγούστου και τόσες άλλες επέτειοι που δίχασαν και πόνεσαν τους Ελληνες εξαιτίας Ελλήνων» («Ως πότε Πολυτεχνείο;», «Ελεύθερος Τύπος» 15/11/95).

Έργο σκοτεινών δυνάμεων το Πολυτεχνείο, επέτειος διχαστική, που καλά θα κάνουμε να λησμονήσουμε το συντομότερο δυνατό. Τριάντα χρόνια μετά, την ώρα που η ακόμη άγραφη ιστορία της αρχίζει δειλά να αναθεωρείται, η χούντα είναι και πάλι εδώ. «Αποκαθαρμένη», γιατί η κατάλυση ενός ανυπόληπτου καθεστώτος δεν συνιστά εσχάτη προδοσία. «Γραφική», γιατί κάποια στοιχεία της μπορεί να φανούν διασκεδαστικά σε όσους γυρεύουν την «καλτ» πλευρά των γεγονότων. Και ταυτόχρονα «αόρατη», γιατί αρκετοί δεν αναγνωρίζουν ως υπαρκτό παρά μόνον ό,τι σχετίζεται με τον χρονικό ορίζοντα της γενιάς τους.

Από την άποψη αυτή, οι αναθεωρητικές απόπειρες είναι το μικρότερο κακό. Πολύ σοβαρότερη είναι η γενικευμένη πια αδιαφορία για το τι σημαίνει χούντα, ποιος παραμένει αμετανόητος θιασώτης της και ποιος εμφανίζεται ως νεόκοπος θαυμαστής της. Δεν πρόκειται πια για τις περίφημες «ψήφους των χουντικών»,αυτές βρήκαν τη θέση τους, που κρύβονταν κάποτε πίσω από κάθε κίνηση συμφιλιωτική προς τους πραξικοπηματίες. Τώρα που το κυνήγι της θεαματικότητας απαιτεί όλο και περισσότερο «αιρετικές» φωνές, τη συμφιλίωση σέρνουν οι δημοσιογράφοι, διαπιστώνοντας ότι τίποτα δεν ερεθίζει καλύτερα από έναν πολυλογά χουντικό στο ένα παράθυρο κι έναν αμήχανο απολογητή της δημοκρατίας στο άλλο.

Συνομιλώντας με τους χουντικούς

Το πρόσχημα είναι, προφανώς, ο διάλογος. Ο ανοιχτός και ισότιμος διάλογος με «όλες τις απόψεις». Ετσι, παραμονές εκλογών,μιλάμε πάντα για τη δεκαετία του ’90, ήταν απολύτως θεμιτό να καλείς τον τέως υφυπουργό Ζουρνατζή, ως υποψήφιο της ΕΠΕΝ, να συνομιλήσει με ομολόγους του του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ,κι αυτοί να συμπεριφέρονται σαν να μην τρέχει τίποτε και να ανταλλάσσουν απόψεις για τα χάλια της δημοκρατίας. Και είναι εξίσου θεμιτό, γυναίκες όλου περίπου του πολιτικού φάσματος να διαλέγουν μια «8 του Μάρτη» για να διδάξουν φεμινισμό στους θεατές του «Τηλε-Τώρα». Όπως ήταν θεμιτό να βγάζεις Χρυσαυγίτες στο παράθυρο και να τους ζητάς να εξηγήσουν την οργή τους για τους κυβερνητικούς χειρισμούς στα Ιμια. Την ίδια ώρα, η νέα -έβδομη κατά σειράν- έκδοση του «Επίτομου Συνταγματικού Δικαίου» του χουντικού τέως καθηγητή Κωνσταντίνου Γεωργόπουλου, του συνταγματολόγου που ξιφουλκούσε το ’68 υπέρ του Συντάγματος του Παπαδόπουλου, προτείνεται στους νέους νομικούς ως εγχειρίδιο χρήσιμο για τη δουλειά τους. Αλλά και το έργο κάποιων άλλων χουντικών, με πρώτο ανάμεσά τους τον «ιδεολόγο καθηγητή» με το «επαναστατικό ιδεώδες», υπουργό της χούντας Δημήτριο Τσάκωνα, δέχεται ήδη μια πρώτη «αποκατάσταση» (βλ. ενδεικτικά: Μελέτης Μελετόπουλος, «Η δικτατορία των συνταγματαρχών», Αθήνα 1996). Εξάλλου, το κλίμα στον χώρο των πανεπιστημίων δεν υπήρξε ποτέ απαγορευτικό για τέτοιου είδους «επανορθώσεις»: «Τιμωρημένοι και ατιμώρητοι συνεργάτες της χούντας όχι μόνο διδάσκουν στα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αλλά και εκλέγονται κοσμήτορες και ακαδημαϊκοί, προεδρεύουν σε συνέδρια, συμμετέχουν σε επιτροπές, μας μιλούν από την τηλεόραση, απονέμουν ή και οι ίδιοι παίρνουν κρατικά και άλλα βραβεία και τιμές», έγραφε ο Φάνης Κακριδής πριν από δέκα ακριβώς χρόνια («Κάθαρσις», περ. «Η Λέξη», τεύχος 63-64, Απρίλης-Μάης ’87, σ. 297).

Με τούτα και με κείνα, οι χουντικοί έγιναν και πάλι της μόδας. Πριν από χρόνια, η φαεινή ιδέα του Γιώργου Κοντονή, να εμφανίσει τον «πρόεδρο» Παττακό στο «Tele-City» κατά την επέτειο του Πολυτεχνείου και να του ζητήσει τη δική του εκδοχή των γεγονότων ξεσήκωνε θύελλα αντιδράσεων (17/11/94).

Οταν όμως ο Γιάννης Πρετεντέρης έβαλε τον Πλεύρη και τον Χρυσαυγίτη Μιχαλολιάκο δίπλα σε Ελληνες επιζώντες του Ολοκαυτώματος και ο Πλεύρης αποκάλεσε τον επίσης παρόντα Πάγκαλο «σαπιοκοιλιά» και λιμπίστηκε τον «όγκο του για σαπούνι», ο εθισμός των τηλεθεατών είχε προχωρήσει αρκετά, ώστε να εισπράξει τη χουντική πρόκληση ως ιδιότυπη γραφικότητα. Έτσι, ενώ ο πρύτανης Αιμ. Μεταξόπουλος θα έκρινε το θέμα «ανύπαρκτο», κατά τη συζήτηση που επακολούθησε στο Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, αποστομωτική θα ήταν και η αντίδραση του υπευθύνου της εκπομπής: «Θα ξανάκανα μια εκπομπή με τους ίδιους προσκεκλημένους. Και τζόγο είχε και καλή θεαματικότητα» (10.5.95).


(Ελευθεροτυπία, 18/4/1997)

Το Χρονικό – «Μα, πως είναι δυνατόν να βιάσεις μία πόρνη;..»

Το Στρατιωτικό κίνημα, που εξερράγη τα ξημερώματα τις 21ης Απριλίου 1967, με επικεφαλής τον ταξίαρχο Στυλιανό Παττακό και τους συνταγματάρχες Γεώργιο Παπαδόπουλο και Νικόλαο Μακαρέζο. Κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα στην Ελλάδα και επέβαλλε μία στυγνή δικτατορία, που διήρκεσε επτά χρόνια.

Η χώρα την εποχή εκείνη βρισκόταν ουσιαστικά σε προεκλογική περίοδο. Οι εκλογές είχαν προκηρυχθεί για τις 28 Μαΐου και την εξουσία ασκούσε από τις 3 Απριλίου η ΕΡΕ, με πρωθυπουργό τον αρχηγό της Παναγιώτη Κανελλόπουλο, έχοντας τη συναίνεση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γεωργίου Παπανδρέου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου. Γεγονός των ημερών ήταν η συναυλία των Rolling Stones στο γήπεδο του Παναθηναϊκού (17 Απριλίου), που όμως διαλύθηκε από την Αστυνομία, προς μεγάλη απογοήτευση των αθηναίων ροκάδων, που θα έβλεπαν ένα συγκρότημα – θρύλο στην ακμή της δημιουργικότητάς του.

Διάχυτη ήταν η πεποίθηση ότι τις επερχόμενες εκλογές θα κέρδιζε η Ένωση Κέντρου και θα επανερχόταν θριαμβευτικά στην εξουσία υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Πολλοί ήλπιζαν ότι θα ετίθετο ένα τέλος στη διετή πολιτική ανωμαλία, που έμεινε στην ελληνική ιστορία ως «Αποστασία» και σηματοδοτήθηκε με την παραίτηση του λαοπρόβλητου πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου (είχε λάβει το 52,2% στις εκλογές του 1964) στις 15 Ιουλίου 1965, μετά τη σύγκρουσή του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο.

Στα δεξιότερα του πολιτικού φάσματος, ένα τμήμα της ΕΡΕ ζητούσε ένα «λοχία» για να σώσει τη χώρα από τον αναρχοκομμουνισμό. Για τη μετεμφυλιακή Δεξιά της προδικτατορικής περιόδου, κομμουνιστές ήταν εν ευρεία εννοια και οι κεντρώοι και οπωσδήποτε ο απρόβλεπτος Ανδρέας Παπανδρέου, που ήταν το ανερχόμενο αστέρι στην πολιτική σκηνή και εκινείτο αριστερότερα από το κόμμα του, την Ένωση Κέντρου.

Οι στρατηγοί, το Παλάτι, κάποιοι πολιτικοί της Δεξιάς και οι Αμερικανοί καλόβλεπαν μία μικρής διάρκειας συνταγματική εκτροπή, που θα επανέφερε την πολιτική κατάσταση στη σωστή ρότα, δηλαδή στην εναλλαγή στην εξουσία της Δεξιάς και ενός μετριοπαθούς Κέντρου. «Η Χούντα των Στρατηγών» έμεινε στα σχέδια, καθώς τους πρόλαβαν με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου οι μικροί αξιωματικοί, με πρόσχημα τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Τέτοια περίπτωση δεν διαφαινόταν στον ορίζοντα, καθώς η ΕΔΑ, που εκπροσωπούσε την κομμουνιστική Αριστερά (το ΚΚΕ ήταν εκτός νόμου), κινούνταν στο 11,80% των ψήφων στις εκλογές του 1964, σε σχέση με το 24,43% του 1958.

Πρέπει, όμως, να συνυπολογίσουμε ότι βρισκόμασταν 17 χρόνια από τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου και στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, όσον αφορά τον διεθνή περίγυρο. Ο στρατός ήταν πανίσχυρος, με παράδοση επεμβάσεων τον 20ο αιώνα, οι Αμερικανοί θεωρούσαν φέουδό τους την Ελλάδα, το δεξιό παρακράτος ήταν ισχυρό (Δολοφονία Λαμπράκη) και το Παλάτι ήταν ένας αυτόνομος πόλος εξουσίας, «που δεν βασίλευε, αλλά κυβερνούσε». Οι πολιτικοί που κυβέρνησαν αυτά τα 17 χρόνια (Πλαστήρας, Παπάγος, Καραμανλής και Παπανδρέου), ασχολήθηκαν κυρίως με την ανοικοδόμηση της χώρας και την οικονομική ανάπτυξη, παρά με το «βάθεμα και το πλάτεμα» των δημοκρατικών θεσμών και την εξάλειψη των μνημών του Εμφυλίου.

Το πραξικόπημα, «Επανάσταση» για τους θιασώτες του, εκδηλώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Απριλίου. Λίγες ώρες πριν, είχε ολοκληρωθεί η συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου και τα μέλη του αποχώρησαν για τα σπίτια τους, χωρίς να έχουν ιδέα για το τι θα επακολουθούσε. Ανάμεσά τους και ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, Παναγιώτης Παπαληγούρας.

Η τριάδα των Παπαδόπουλου, Παττακού και Μακαρέζου, μπορεί να ήταν άσοι στη συνωμοσία, αλλά εκμεταλλεύτηκαν τον βαθύ ύπνο των δημοκρατικών κυβερνήσεων και φρόντισαν να τοποθετήσουν στις πιο νευραλγικές θέσεις του στρατεύματος ανθρώπους μυημένους στα σχέδιά τους. Τους βοήθησε, επίσης, το γεγονός ότι μέσα στην Αθήνα υπήρχαν μεγάλες μάχιμες μονάδες, όπως το Κέντρο Εκπαιδεύσεως Τεθωρακισμένων, που βρισκόταν στη σημερινή Πολυτεχνειούπολη, με διοικητή τον ταξίαρχο Παττακό.

Από εκεί βγήκαν τα πρώτα τανκς στις 2 τα ξημερώματα, για να καταλάβουν όλα τα στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας (Βουλή, Υπουργεία, ΕΙΡ, ΟΤΕ, Ανάκτορα). Την ίδια ώρα, ο συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς εξαπέλυε πιστές στο κίνημα δυνάμεις για να συλλάβουν το σύνολο της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Οι πραξικοπηματίες έβαλαν σε εφαρμογή το ΝΑΤΟικό σχέδιο «Προμηθεύς», για την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου, με αποτέλεσμα να κινηθούν όλες οι στρατιωτικές μονάδες της Αττικής. Μεγάλη ήταν η συμβολή του διοικητή της Σχολής Ευελπίδων, Δημήτρη Ιωαννίδη, ο οποίος κινητοποίησε το τάγμα της σχολής και τη Στρατιωτική Αστυνομία (ΕΣΑ).

Μία από τις πρώτες ενέργειες των συνωμοτών ήταν να συλλάβουν τον αρχηγό του ΓΕΣ αντιστράτηγο Σπαντιδάκη και να τον αντικαταστήσουν με τον ομοιόβαθμό του Οδυσσέα Αγγελή, που ήταν μυημένος στο κίνημα. Ο νέος αρχηγός του Στρατού έδωσε εντολή σε όλους του μεγάλους στρατιωτικούς σχηματισμούς να εφαρμόσουν το σχέδιο «Προμηθεύς» κι έτσι να εξασφαλισθεί η υπακοή του στρατεύματος σε όλη τη χώρα.

Η μοναδική ενέργεια για να αντιμετωπιστεί εγκαίρως το πραξικόπημα έγινε από την πλευρά του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, Γεωργίου Ράλλη, ο οποίος προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον ταξίαρχο Ορέστη Βιδάλη για να κινητοποιήσει το Γ’ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη. Δεν πρόλαβε, αφού το σχέδιο «Προμηθεύς» είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή, με αποτέλεσμα ο ταξίαρχος Βιδάλης να μην λάβει ποτέ το σήμα του Γεωργίου Ράλλη.

Ο αιφνιδιασμός ήταν πλήρης και στις 3:30 τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου το στρατιωτικό κίνημα είχε επικρατήσει και μάλιστα αναίμακτα. Νωρίς το πρωί, το ραδιόφωνο ΕΙΡ έπαιζε εμβατήρια και δημοτικά άσματα και οι αγουροξυπνημένοι Έλληνες άκουγαν τα πρώτα «Αποφασίζομεν και Διατάζομεν» των δικτατόρων, που ήταν η απαγόρευση των συγκεντρώσεων άνω των τριών ατόμων. Με συντακτική πράξη κατά τη διάρκεια της ημέρας ανεστάλησαν οι διατάξεις του Συντάγματος και ματαιώθηκαν οι εκλογές της 28ης Μαΐου 1967.

Αιφνιδιασμένοι από τις εξελίξεις φαίνεται να ήταν και οι Αμερικανοί, που δεν περίμεναν την κίνηση του Παπαδόπουλου. Τον πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Αθήνα Φίλιπ Τάλμποτ ξύπνησε ο ανιψιός του πρωθυπουργού Κανελλόπουλου, Διονύσης Λιβανός, και του ανακοίνωσε την είδηση. Όταν μετά από λίγες μέρες ο Τάλμποτ είπε στο σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα, Τζακ Μέρι, ότι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ήταν ο βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας, αυτός του απάντησε κυνικά: «Μα, πως είναι δυνατόν να βιάσεις μία πόρνη;..»

Μόνο δύο πρωινές εφημερίδες πρόλαβαν να περιλάβουν στην ύλη τους την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Η «Καθημερινή» στην πρώτη της σελίδα είχε ένα μονόστηλο με τίτλο «Την 2αν πρωινήν εξερράγη στρατιωτικόν κίνημα. Συνελήφθησαν πολιτικοί άνδρες», ενώ η «Αυγή» πάνω από τον τίτλο της έγραφε: «Συνελήφθησαν από στρατιωτικούς οι Μ. Γλέζος, Λ. Κύρκος, Α. Παπανδρέου. Ασυνήθιστες κινήσεις στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων».

Στις 7 το πρωί, η ηγεσία των πραξικοπηματιών επισκέφθηκε στα Ανάκτορα του Τατοΐου τον Κωνσταντίνο και του ζήτησε να ορκίσει την κυβέρνησή τους. Η περιοχή ήταν περικυκλωμένη από τανκς για να μην υπάρξει περίπτωση δυναμικής αντίδρασης από τον άνακτα. Ο βασιλιάς, παρά την προτροπή του συλληφθέντα πρωθυπουργού Παναγιώτη Κανελλόπουλου να αντισταθεί, συμβιβάστηκε μαζί τους «για να μην χυθεί αίμα ελληνικό» και αργά το απόγευμα όρκισε την κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Κόλλια. Επρόκειτο βέβαια για πρωθυπουργό – μαριονέτα, αφού τα νήματα κινούσε ο ισχυρός άνδρας του κινήματος, συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος. Ο συλληφθείς και αποπεμφθείς αρχηγός του ΓΕΣ Γρηγόριος Σπαντιδάκης, άνθρωπος του βασιλιά, όπως και ο Κόλλιας, προσχώρησε στους κινηματίες και ανέλαβε Υπουργός Εθνικής Άμυνας.

Την ίδια μέρα άρχισαν και οι συλλήψεις απλών πολιτών, ενώ είχαμε και τα πρώτα θύματα. Τα όργανα της Χούντας δολοφονούν στον Ιππόδρομο, που είχε μετατραπεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, το στέλεχος της ΕΔΑ Παναγιώτη Ελή, ενώ ένας στρατιώτης πυροβολεί τη νεαρή Αθηναία Μαρία Καλαυρά, γιατί δεν υπάκουσε στις διαταγές του. Δέκα ημέρες αργότερα, η Χούντα ανακοίνωσε ότι οι συλληφθέντες ανέρχονταν σε 6509 άτομα, στη συντριπτική τους πλειονότητα αριστερών πεποιθήσεων.


Η Ελλάδα από την 21η Απριλίου 1967 μπήκε στο «γύψο», κατά την έκφραση του Παπαδόπουλου, για 7 χρόνια, 3 μήνες και 3 μέρες. Η Δικτατορία κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος στις 23 Ιουλίου 1974, μετά το εγκληματικό πραξικόπημα στην Κύπρο και την τουρκική εισβολή στη Μεγαλόνησο. Η κατάργηση των στοιχειωδών ελευθεριών, οι φυλακές, οι εξορίες και τα βασανιστήρια, οι δολοφονίες των αντιπάλων του καθεστώτος, ο πνευματικός και πολιτιστικός μεσαίωνας, αλλά και η Κυπριακή τραγωδία, καταγράφουν τη Χούντα των Συνταγματαρχών ως μία από τις μελανότερες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.


Χούντα : Οι κυριότερες αντιστασιακές οργανώσεις

 

Η Χούντα των Συνταγματαρχών είχε να αντιμετωπίσει μια σειρά από οργανώσεις που αντιστάθηκαν την «μαύρη» Επταετία. Καλό είναι να τις θυμόμαστε.

Επτά «μαύρα» χρόνια της Χούντας, με πολλές αντιδικτατορικές οργανώσεις να μην «βολεύονται» με το… μιστρί του Παττακού και τους χορούς του Παπαδόπουλου. Σύμφωνα με τις ιστορικές καταγραφές περί τις 46 οργανώσεις έδρασαν κατά της δικτατορίας των Συνταγματαρχών.

Οι κυριότερες οργανώσεις ήταν οι παρακάτω:

Η Οργάνωση Ρήγας Φεραίος,

Το Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο ή Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ)

Η Δημοκρατική Άμυνα (ΔΑ) που ιδρύθηκε το Μάιο 1967,

Το Εθνικό Κίνημα Δημοκρατικής Αντιστάσεως (ΕΚΔΑ)

Οι Δημοκρατικοί Σύνδεσμοι (ΔΣ),

Το Αντιδικτατορικό Εργατικό Μέτωπο (ΑΕΜ),

Το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (ΠΑΚ), Το Εθνικό Απελευθερωτικό Κίνημα Κρήτης (ΕΑΚΚ),

Η Ελληνική Αντίσταση, Η Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας (ΚΝΕ),

Το Ελληνικό Δημοκρατικό Κίνημα (ΕΔΚ)

Οι Δημοκρατικές Επιτροπές Αντιστάσεως (ΔΕΑ),

Ο Εθνικός Αντιδικτατορικός Στρατός (ΕΑΣ),

Το Κίνημα 20ης Οκτώβρη, το Αντιδικτατορικό Αγροτικό Μέτωπο της Υπαίθρου (ΑΑΜΥ),

Η Ελληνική Μαχητική Αντίσταση (ΕΜΑ)

Η Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων (ΕΚΙΝ),

Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων (ΕΜΕΠ), Η Αντι-ΕΦΕΕ,

Η Κομματική Οργάνωση Σπουδαστών (ΚΟΣ), Η Προοδευτική Πανσπουδαστική Σπουδαστική Παράταξη (ΠΠΣΠ),

Η Αντιφασιστική Αντιιμπεριαλιστική Σπουδαστική Παράταξη Ελλάδας (ΑΑΣΠΕ),

Το Κίνημα Εθνικής Αντιστάσεως (ΚΕΑ),

Η Λαικη Αντιστασιακη Οργανωση Σαμποταζ (ΛΑΟΣ),

Το Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδας (ΕΚΚΕ),

Οι Φοιτητικές Ενώσεις Αντίστασης (ΦΕΑ).

Η Σοσιαλιστική Φοιτητική Πρωτοπορία (ΣΦΠ),

Το Εθνικό Αντιστασιακό Συμβούλιο (ΕΑΣ), Το Αγωνιστικό Μέτωπο Ελλήνων Εξωτερικού (ΑΜΕΕ),

Η Ένωση Εθνικής Σωτηρίας, οι Ελεύθεροι Έλληνες, Η Ένωση Εθνικής Σωτηρίας, το Απελευθερωτικό Κίνημα Ελλάδας (ΑΚΕ),

Οι Υπερασπιστές της Ελευθερίας, Αντίσταση Απελευθέρωση Ανεξαρτησία (ΑΑΑ),

Οι Αόρατοι Αγωνιστές του Ελληνικού Έθνους, κ.α.

 

Το ιστορικό Κίνημα του Ναυτικού: Α/Τ Βέλος

 

Στις 25 Μαΐου 1973 το αντιτορπιλικό πλοίο «Βέλος» αποχώρησε από άσκηση του ΝΑΤΟ στα ανοιχτά της Σαρδηνίας και κατέπλευσε στο Φιουμιτσίνο της Ιταλίας. Κυβερνήτης του πλοίου ήταν ο Νίκος Παππάς, ο οποίος μαζί με το πλήρωμά του ζήτησαν πολιτικό άσυλο από την ιταλική κυβέρνηση. Ήταν η τελευταία ενέργεια των ναυτικών που έλαβαν μέρος στο κίνημα του ναυτικού, το οποίο είχε στόχο την ανατροπή του καθεστώτος των Συνταγματαρχών. Σκοπός του πληρώματος του «ΒΕΛΟΣ» ήταν να δείξουν την αντίθεσή τους στη χούντα του Παπαδόπουλου και φυσικά να αποφύγουν τις συνέπειες από τη συμμετοχή τους στο αποτυχημένο κίνημα. Η άφιξή τους στην Ιταλία απασχόλησε τα διεθνή μέσα και πήρε μεγάλη δημοσιότητα. Στην Ελλάδα οι λογοκριμένες εφημερίδες της εποχής ανέφεραν σε πρωτοσέλιδα ότι οι στασιαστές ήταν φυγάδες και ζητούσαν την έκδοσή τους. Σύμφωνα με τη συνθήκη του ΝΑΤΟ, τυπικά θεωρούνταν λιποτάκτες. Για τον λόγο αυτό έπρεπε να εκδοθούν στην Ελλάδα, όπου τους περίμεναν στα κελιά της ΕΣΑ για τα καθιερωμένα βασανιστήρια….

Ο κυβερνήτης Νίκος Παπάς είχε μαζί του μια βαλίτσα με τους υπογεγραμμένους όρκους των αξιωματικών που συμμετείχαν στο κίνημα και ξεπερνούσαν τα 200 ονόματα. Η αρχή του κινήματος έγινε μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, καθώς υπήρχε μια γενική δυσαρέσκεια στο πολεμικό ναυτικό. Από το 1968 αξιωματικοί του στρατού, ανάμεσα τους ο Νίκος Παππάς και ο αξιωματικός Ιωάννης Σταθόπουλος, έκαναν μυστικές συναντήσεις για την οργάνωση ενός κινήματος που θα είχε σκοπό να ανατρέψει τη δικτατορία….

Οι περισσότεροι κινηματίες γνωρίζονταν από την περίοδο όπου φοιτούσαν στη σχολή δοκίμων το 1948. Σιγά σιγά μυήθηκαν και άλλοι ναυτικοί και σε ένα χρόνο το κίνημα αριθμούσε 80 αξιωματικούς. Όσοι συμμετείχαν υπέγραφαν έναν όρκο. Για να μην αποκαλυφθούν δεν μιλούσαν στο τηλέφωνο και έκαναν συναντήσεις πεζοί μακριά από τα αυτοκίνητά τους….

Όπως είχε πει ο κυβερνήτης του «ΒΕΛΟΣ», Νίκος Παππάς στη «Μηχανή του Χρόνου»: «Η ιδέα ότι έστω και μόνο το ναυτικό μπορεί όχι μόνο να ραγίσει τη δικτατορία, αλλά να την γκρεμίσει, είχε μπει μέσα στην ψυχή μου.» Τα αρχικά σχέδια περιλάμβαναν την απαγωγή ή ακόμα και την δολοφονία του δικτάτορα. Η απαγωγή θα γινόταν κατά τη διάρκεια άσκησης με την επωνυμία «Θρίαμβος», η οποία ήταν προγραμματισμένη στις 20 Αυγούστου 1969. Θα μετέφεραν τον Παπαδόπουλο σε κάποιο πλοίο και θα απαιτούσαν την επαναφορά της δημοκρατίας. Ωστόσο, το σχέδιο διέρρευσε και οι Χουντικοί πήραν τα μέτρα τους. Το 1970 σκέφτηκαν ένα δεύτερο σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο, ο στόλος θα καταλάμβανε την Κρήτη, όπου θα σχηματιζόταν προσωρινή κυβέρνηση. Ωστόσο, ήταν ανέφικτο, καθώς στο νησί είχαν μεταφερθεί ισχυρές δυνάμεις στρατού ξηράς που ήταν υπάκουες στο καθεστώς. Τα επόμενα σχέδια περιλάμβαναν τον αποκλεισμό του Πειραιά και την κατάληψη της Σύρου, με τη βοήθεια του αντιστασιακού φρούραρχου του νησιού, ταγματάρχη Σπύρου Μουστακλή. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό έπρεπε να υλοποιηθεί μέσα στο 1973, πριν γίνουν οι καινούριες μεταθέσεις. Η πρώτη ημερομηνία για την εκδήλωση του κινήματος ορίστηκε στις 3 Απριλίου 1973, εν μέσω της άσκησης του ναυτικού με κωδικό όνομα «καταιγίς». …

Ωστόσο, τελευταία στιγμή αναβλήθηκε και η τελική ημερομηνία ορίστηκε στις 23 Μαΐου, ώρα 2.00 το βράδυ.

Όπως είχε αναφέρει ο ταγματάρχης των ΛΟΚ Στράτης Δεμέστιχας στη «Μηχανή του Χρόνου»: «Είχαμε προγραμματίσει να κινητοποιηθούν οι περισσότερες μεγάλες μονάδες, δηλαδή 8 περίπου από τα αντιτορπιλικά, 4 έως 5 υποβρύχια, περιπολικά, ο μεγαλύτερος αριθμός των πυραυλακάτων και των άλλων ταχέων σκαφών. Άρα θα έλεγα ότι το 80% του στόλου θα μπορούσε να αποπλεύσει»….

Η προδοσία Στις 22 Μαΐου 1973 τα πλοία ήταν έτοιμα να αποπλεύσουν όταν ειδοποιήθηκαν ότι κάποιος τους πρόδωσε και αποφάσισαν αναβολή. Στις 23 Μαίου ο ναύσταθμος περικυκλώθηκε από μονάδες των ΛΟΚ. Η χούντα αντέδρασε με μαζικές συλλήψεις αξιωματικών. Περισσότεροι από 80 αξιωματικοί του ναυτικού οδηγήθηκαν στα κρατητήρια της ΕΑΤ-ΕΣΑ, όπου υπέμειναν ξύλο, απομόνωση και άλλα βασανιστήρια. Ωστόσο, τα πιο φρικτά έγιναν στον ταγματάρχη Σπύρο Μουστακλή, ο οποίος συμμετείχε ως φρούραρχος Σύρου στο κίνημα και έμεινε παράλυτος από τα χτυπήματα των ΕΣΑτζήδων. Στο μεταξύ το αντιτορπιλικό «ΒΕΛΟΣ» με κυβερνήτη τον Νίκο Παππά είχε αποπλεύσει 4 μέρες νωρίτερα για να συμμετάσχει σε άσκηση του ΝΑΤΟ. Ο κυβερνήτης του «Βέλος», Νικος Παπάς ειδοποιήθηκε για την αναβολή του σχεδίου με τη συνθηματική φράση «το παιδί σου αρρώστησε». …

Καθώς περνούσε από το στενό της Μεσσίνης η τηλεόραση του πλοίου έπιασε πρώτη φορά ιταλικό κανάλι και το πλήρωμα πληροφορήθηκε ότι στην Ελλάδα αξιωματικοί του ναυτικού είχαν συλληφθεί. Τότε ο κυβερνήτης Νίκος Παπάς, πήρε μια ιστορική απόφαση. Εγκατέλειψε την άσκηση του ΝΑΤΟ και κατέπλευσε στο Φιουμιτσίνο της Ιταλίας…

 

Σπύρος Μουστακλής: Ο ήρωας ταγματάρχης που βασανίστηκε από τη Χούντα

 

Η Δημοκρατία είχε καταλυθεί και η χώρα είχε μπει για επτάμιση χρόνια στον «γύψο». Το αίσθημα της ελευθερίας θα αντικατασταθεί από αυτό του φόβου, χιλιάδες άνθρωποι θα φυλακιστούν και θα υποστούν βασανιστήρια στο κολαστήριο του ΕΑΤ – ΕΣΑ και άλλοι θα πληρώσουν με τη ζωή τους το δημοκρατικό τους φρόνημα.

Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο ηρωικός ταγματάρχης Σπύρος Μουστακλής.

, Χούντα,εξορία,αντίσταση – «Μα, πως είναι δυνατόν να βιάσεις μία πόρνη;..», INDEPENDENTNEWS

Ο Μουστακλής ήταν ένα από τα πρόσωπα που βασανίστηκε από το καθεστώς της Χούντας με αποτέλεσμα να μείνει παράλυτος μέχρι το τέλος της ζωής του. Βαθιά δημοκράτης συμμετείχε ενεργά στο Κίνημα του Ναυτικού που προδόθηκε πριν την εκδήλωσή του, το καλοκαίρι του 1973 και συνελήφθη.

Κρατήθηκε στα κρατητήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ για 47 ημέρες όπου βασανίστηκε άγρια. Κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων, ένα βίαιο χτύπημα στην καρωτίδα στάθηκε ικανό να του προκαλέσει εγκεφαλικό με αποτέλεσμα να διακομιστεί (με καθυστέρηση πολλών ωρών) στο 401 Γ.Σ.Ν.Α., όπου εισήλθε με το ψευδώνυμο «Μιχαηλίδης» και αιτιολογία εισαγωγής «τρακάρισμα στον Ιππόδρομο».

Το εγκεφαλικό τού προκάλεσε ολική παράλυση των δεξιών του άνω και κάτω άκρων. Η αρχική διάγνωση ήταν «αφασία κινητικού τύπου, με μπλοκαρισμένο το κέντρο της κίνησης και της ομιλίας, εξαιτίας του εγκεφαλικού που προκλήθηκε από βίαιο χτύπημα στην καρωτίδα». Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Πολυκλινική Αθηνών και ακολούθως στο ΚΑΤ, όπου παρέμεινε για δυο χρόνια, υποβαλλόμενος σε εντατικές φυσικοθεραπείες. Ύστερα από προσπάθειες πολλών μηνών, ο Μουστακλής κατάφερε να σταθεί όρθιος και να περπατήσει, αλλά δεν μπόρεσε να ξαναμιλήσει.

Τα κολαστήρια και η εξορία

 

«Διότι δε συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις. Πέρα από το γαλάζιο κύμα, το γαλάζιο ουρανό…Χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει, μες στο σύρμα περπατώ. Αλικαρνασσός, Παρθένι, Ωρωπός, Κορυδαλλός ο λεβέντης περιμένει της ελευθεριάς το φως». Οι στίχοι αυτοί του Μίκη Θεοδωράκη γράφτηκαν όταν ήδη οι συνταγματάρχες είχαν κλέψει την άνοιξη, στις 21 Απριλίου του 1967 και προσπάθησαν να αλλάξουν τη σχέση του Έλληνα με το φως.

Νησιά του Αιγαίου, της θάλασσας του πολιτισμού, μετατράπηκαν σε νησιά του διαβόλου, όπου στέλνονταν όλοι αυτοί οι οποίοι αρνούνταν το μηδέν και το σκοτάδι καθώς ήξεραν πως αυτό δεν υπάρχει και ότι είναι μόνο απουσία του φωτός.

Όμως, κάτω από αυτό το φως, η πέτρα καίει και οι σκιές δεν μπορεί παρά να είναι οι πιο έντονες, δεν υπάρχει γκρίζο, μόνο σύγκρουση.

΄Έτσι ο τόπος μας έγινε κολαστήριο με κάτεργα και στρατόπεδα συγκέντρωσης. Χιλιάδες αντιφρονούντες της χούντας γέμισαν ακατοίκητα νησιά του τόπου μας για να τα καθαγιάσουν.

Βέβαια τις εκτοπίσεις δεν τις εμπνεύσθηκε το καθεστώς των στρατιωτικών, ήδη από τον Μεταξά τα νησιά του Αιγαίου ήταν τόπος εξορίας.

Εκτιμάται ότι μεταξύ 1928 και 1971, χρησιμοποιήθηκαν συνολικά 29 νησιά του Αιγαίου ως τόποι εξορίας και φυλακής. Πρόκειται για τα νησιά: Άγιος Ευστράτιος, Αίγινα, Αλόννησος,Αμοργό, Ανάφη, Αντικύθηρα, Αντίπαρος, Γαύδος, Γυάρος, Θήρα, Ικαρία, Ίος, Κίμωλος, Κύθηρα, Λέρος, Λήμνος, Μακρόνησος, Μήλος, Νάξος,Πάρος, Σαμοθράκη, Σέριφος, Σίκινος, Σίφνος, Σκύρος, Τρίκερι, Φολέγανδρος, Φούρνοι, Χίος. Επίσης, για μικρότερο χρονικό διάστημα έχουν φιλοξενήσει μικρό αριθμό εξορίστων τα νησιάΆνδρος, Τήνος, Σύρος, Κύθνος, Μύκονος και Σκιάθος.

Όσον αφορά στα νησιά του Αιγαίου κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας επαναλειτούργησαν τα στρατόπεδα της Γυάρου, και ιδρύθηκαν στρατόπεδα στο Παρθένι και το Λακκί της Λέρου, ενώ μεμονωμένες εκτοπίσεις έγιναν, σε διάφορα νησιά και στην Κρήτη.

Στην Ανάφη η διαβίωση ήταν εξαιρετικά δύσκολη εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων και νερού, όμως από τα χειρότερα κολαστήρια η Γυάρος. Πάντα ήταν.

Ο στωικός φιλόσοφος Μουσώνιος Ρούφος είχε εξοριστεί στη Γυάρο το 65 π.Χ.. Ο μαθητής του Επίκτητος λέει: «Εάν βρεθείς στη Γυάρο, ο νους σου να μην τρέχει στη ζωή της Ρώµης. Είναι προτιμότερο να παραμένεις προσηλωμένος στην πραγματικότητα –διότι αυτός που βρίσκεται στη Γυάρο ζει σαν άνθρωπος του πνεύµατος».

Η Γυάρος λειτούργησε σε τρεις περιόδους, δήλωσε στη HuffPost Greece ο πρόεδρος του συλλόγου «Γυάρος – Ιστορική μνήμη» Κώστας Κατσιμπίνης. Σύμφωνα με τον ίδιο η πρώτη ήταν από το 1947-1953. Τότε τα κτίρια των φυλακών, τα οποία τα είχε σχεδιάσει ένας Βρετανός, τα έκτισαν οι χιλιάδες κρατούμενοι με ιδρώτα και αίμα. Οι 20.000 φυλακισμένοι έμεναν σε αντίσκηνα.

Αφού έκτισαν τη φυλακή το 1952 σταμάτησε να λειτουργεί. Η δεύτερη περίοδος ήταν από το 1954 έως το1961, ενώ λειτούργησε πάλι σαν τόπος εξορίας την περίοδο της χούντας των συνταγματαρχών 1967- 1968. Το 1973 άνοιξε και πάλι για λίγους μήνες όπου ο Ιωαννίδης έστειλε μερικούς κεντρώους.

Το 1974 ο θεσμός των εκτοπίσεων, καταργείται πλέον οριστικά και νομικά.

«Ήταν η μεγαλύτερη φυλακή της Μεσογείου. Απρόσιτη, άνυδρη με δύσκολη επικοινωνία» περιγράφει ο κ. Κατσιμπίνης.

Επίσης, μας αφηγείται, τι συνέβη όταν κατηγορήθηκε το καθεστώς Παπαδόπουλου από το Συμβούλιο της Ευρώπης ότι στην Ελλάδα υπήρχε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

«Ο δικτάτορας το αρνήθηκε, τότε μια δημοσιογραφική αποστολή από το γερμανικό περιοδικό Stern και το γαλλικό Paris Match με ένα ιδιωτικό αεροσκάφος πέταξε πάνω από τη Γυάρο και έβγαλε φωτογραφίες των κρατουμένων. Η αποστολή κατάφερε να περάσει στην Ιταλική επικράτεια, δημοσίευσε τις φωτογραφίες κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να αποβληθεί η Ελλάδα από το Συμβούλιο της Ευρώπης και να εκτεθεί στη διεθνή κοινότητα η χούντα» λέει ο κ.Κατσιμπίνης.

Ο ίδιος, σχολιάζει πως μετά την μεταπολίτευση «διαπράχθηκε ένα έγκλημα» καθώς η Γυάρος κηρύχθηκε πεδίο βολής καταστρέφοντας τα κτίσματα εκείνα που φτιάχτηκαν με το μόχθο των δημοκρατών πολιτικών κρατουμένων, για να στεγάσουν άλλους υπέρμαχους της δημοκρατίας κάποια χρόνια αργότερα.

Έπειτα από παρέμβαση του συλλόγου «Γυάρος – Ιστορική Μνήμη» το 2000 το νησί αποχαρακτηρίστηκε από πεδίο βολής.

Πολιτικοί κρατούμενοι εστάλησαν και στις φυλακές Καλαμίου (Ιτζεδίν), Αλλικαρνασσού Κρήτης, Βούρλων, Αίγινας, Εφταπυργίου και Κορυδαλλού.

Όμως η χούντα, προσπάθησε να μουτζουρώσει κάθε ομορφιά στον τόπο. Οι χιλιάδες κρατούμενοι της Γυάρου μετά το 1968 εστάλησαν σε άλλες περιοχές της χώρας.

Οι περισσότεροι πήγαν στη Λέρο, τόπος εξορίας από την εποχή του Ιουλίου Καίσαρα, ο οποίος εξορίστηκε σε βραχονησίδα κοντά στο νησί.

Στη Λέρο υπήρχε το στρατόπεδο στο Παρθένι και στο Λακκί. Από τον Ιούλιο του 1967 και μέχρι το 1971, αν και δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία, εκτιμάται ότι «φιλοξενήθηκαν» περίπου 4000 άτομα. Ανάμεσα σ’ αυτούς πολλοί επώνυμοι όπως ο Ρίτσος , ο Γλέζος.

Εκεί στην Αγία Κιουρά οι εξόριστοι της Λέρου ζωγράφισαν τις μοναδικές στο είδος τους αγιογραφίες των αγίων χωρίς φωτοστέφανο, με το Χριστό να είναι ο νεότερος εξόριστος και κάθε ζωγραφιά ήταν ένας συμβολισμός του αδύναμου που τρόμαζε τον δυνατό.

«Επίσης πολλούς πολτικούς κρατούμενους τους πήγαν σε διάσπαρτα ορεινά χωριά της Ηπειρωτικής Ελλάδας, στο Καρπενήσι, στην Ευρυτανία, στην Πελοπόννησο, στη Στερεά Ελλάδα, όπου τους είχαν σε αυστηρό κατ΄ οίκον περιορισμό» επισημαίνει ο κ. Κώστας Κατσιμπίνης.

Για παράδειγμα ο Μίκης Θεοδωράκης εξορίστηκε το 1968 από τη χούντα των συνταγματαρχών στο χωριό Ζάτουνα στην Ορεινή Αρκαδία μαζί με τη σύζυγό του Μυρτώ Θεοδωράκη και τα παιδία τους Γιώργο και Μαργαρίτα. Εκεί έμεινε μέχρι τον Οκτώβριο του 1969.

Το πνεύμα όμως δεν φυλακίζεται εκτός και εάν είσαι προσκυνημένος. Έτσι σε αυτή την εξορία εμπνεύστηκε και συνέθεσε έντεκα κύκλους τραγουδιών με τον τίτλο Αρκαδίες, τη μουσική για τη ταινίας Ζ των Κώστα Γαβρά και Βασίλη Βασιλικού.

Δίδαγμα ζωής και οι απλοί άνθρωποι, οι αγωνιστές εκείνοι τα ονόματα των οποίων θυμούνται λίγοι ή κανείς, που υπέφεραν στωικά στο κάθε ξερονήσι που κάποιοι προσπάθησαν να το κάνουν ένα μικρό «Νταχάου» και κράτησαν την άνοιξη στη ψυχή τους.

«Η Γυάρος μας θυμίζει ότι η Αντίσταση είναι η αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ύπαρξης» θυμίζει η επιγραφή που έχει στηθεί στη Γυάρο.

Γυάρος το θανατονήσι…

Τις φυλακές έχτισαν οι κρατούμενοι στον εμφύλιο. Οι χωροφύλακες είχαν πάρει δυσμενή μετάθεση από τη φρουρά της Βουλής που έκλεισε η χούντα …

Η Γυάρος ή Γυούρα όπως την ονόμαζαν οι κρατούμενοι, ήταν ένας από τους μαρτυρικούς τόπους εξορίας, όπου εστάλησαν χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι την εποχή του εμφυλίου, αλλά και αργότερα στα χρόνια της χούντας των συνταγματαρχών. Το σημαντικό είναι ότι ο εκτοπισμός έγινε προληπτικά, καθώς δεν είχε απαγγελθεί κατηγορία σε κανέναν από τους συλληφθέντες. Ήταν μια φρικτή εξορία για άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας που περιορίστηκαν σε ένα νησί το οποίο οι ιστορικοί αποκάλεσαν το «Νταχάου της Μεσογείου».  Υπολογίζεται πως συνολικά πέρασαν από τη Γυάρο περίπου 22.000 εξόριστοι!…
Το νησί είναι άνυδρο και μόνο μια μικρή κοινότητα ψαράδων μπόρεσαν να το κατοικήσουν στην αρχαιότητα. Είναι αλίμενο και τις περισσότερες εποχές του χρόνου είναι εκτεθειμένο στα έντονα καιρικά φαινόμενα. Η πρόσβαση είναι συνήθως μια μεγάλη δοκιμασία, καθώς ο αέρας που πνέει στην περιοχή δημιουργεί έντονες καταστάσεις….

«Παραθερισμό» το ονόμασε ο Στυλιανός Παττακός, αλλά η αλήθεια είναι ότι επρόκειτο για μια σκληρή εξορία με άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Ο αποκλεισμός και τα ψυχολογικά βασανιστήρια ήταν η καθημερινότητα των εξόριστων. Τις εγκαταστάσεις είχαν χτίσει οι ίδιοι οι φυλακισμένοι της περιόδου του εμφυλίου, κάτω από απάνθρωπες συνθήκες που είναι ντροπή για το σύγχρονο πολιτισμό μας. Σήμα κατατεθέν των φυλακών το χαρακτηριστικό κόκκινο τούβλο που το συγκολλούσαν με τσιμέντο και νερό από τη θάλασσα….

Η προπαγάνδα του λογοκριμένου τύπου της εποχής ήταν ανεξέλεγκτη. Σε διάφορα δημοσιεύματα ανέφεραν πως οι εξόριστοι της Γυάρου ζουν σε ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες και αρκετοί από αυτούς έχουν πάρει 3-4 κιλά από την καλοπέραση….

Οι περισσότεροι φύλακες που έφτασαν στο νησί βρέθηκαν εκεί με δυσμενή μετάθεση. Η παραμονή στο θανατονήσι ήταν και για αυτούς, τιμωρία. Είναι εντυπωσιακό είναι ότι «εξορία» έκαναν στο νησί και οι χωροφύλακες που υπηρετούσαν στη Γυάρο ως δεσμώτες. Ήταν η φρουρά της Βουλής των Ελλήνων και όταν καταλύθηκε η δημοκρατία τιμωρήθηκαν με δυσμενή μετάθεση επειδή προφανώς κρίθηκε ότι δεν ήταν άξιοι να υπηρετήσουν το καθεστώς της 21ης Απριλίου….

ΕΞΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΧΟΥΝΤΑ

Εξορία ονομάζεται η απομάκρυνση, εν είδει ποινής, κάποιου από την περιοχή ή το κράτος στο οποίο μένει, χωρίς να επιτρέπεται να επιστρέψει, η ζωή έξω από τα όρια της πατρίδας. Εφαρμόζεται από παλαιοτάτων χρόνων μέχρι και σήμερα σε περιπτώσεις όπου δεν είναι επιθυμητές άλλες, πιο δραστικές(φυλάκιση) ή εγκληματικές (δολοφονία) λύσεις απομάκρυνσης των ανθρώπων από ορισμένο μέρος. Π.χ., η εξορία προτιμάται σε περιπτώσεις επιφανών προσώπων, όπου η φυλάκιση δεν είναι επιθυμητή ή θεωρείται ότι δε θα γίνει αποδεκτή από το κοινό αίσθημα. Σε περιπτώσεις επιθυμητής απομάκρυνσης μεγάλου αριθμού ατόμων, όπου η φυλάκιση είναι αντιοικονομική, έχει επίσης χρησιμοποιηθεί η εξορία/εκτοπισμός ως αποδεκτή λύση. Στην αρχαία Αθήνα πολίτες με υπερβολικά μεγάλη επιρροή εξορίζονταν μετά από ψηφοφορία, η οποία ονομαζόταν εξοστρακισμός. Ο χρόνος εξορίας ήταν 10 έτη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η εξορία γίνεται χωρίς τη θέληση του εξοριζόμενου. Όταν η εξορία είναι ενσυνείδητη απόφαση ενός ανθρώπου, λέγεται ότι αυτός είναι αυτοεξόριστος. Φωτεινό παράδειγμα αυτοεξόριστου ο Σόλων ο οποίος μετά τη θεσμοθέτηση των νόμων του, έφυγε από την Αθήνα, για να μην του ζητήσουν οι Αθηναίοι να τους αλλάξει. Σε αρκετές περιπτώσεις η εξορία ταυτίζεται με κακουχίες και ταλαιπωρία. Σε άλλες περιπτώσεις, η εξορία μπορεί να είναι ζωή με πολύ καλές συνθήκες, αν και μακριά από την πατρίδα του εξορισμένου.

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Κατά τη δικτατορία του Μεταξά πολλοί διαφωνούντες πολιτικοί εκτοπίστηκαν σε απομακρυσμένα μέρη της Ελλάδας(Π. Κανελλόπουλος, Γ. Παπανδρέου, πολλοί κομμουνιστές κ.ά.) Μετά τη λήξη του Εμφυλίου εφαρμόστηκε συστηματικά η μέθοδος της εξορίας των θεωρουμένων ως επικίνδυνων για τη δημόσια ασφάλεια πολιτών με κομμουνιστική ή φιλοκομμουνιστική δράση και των αντιρρησιών συνείδησης. Γνωστότεροι τόποι εξορίας: Μακρόνησος, Ικαρία, Άγιος Ευστράτιος(Άη Στράτης), Γαύδος. Στην επταετία, η κυβέρνηση της δικτατορίας είχε ως συνήθη πρακτική τον εκτοπισμό των αντικαθεστωτικών, σε άγονα νησιά και μακρινές περιοχές, ώστε να μην έχουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν ανατροπή του καθεστώτος.

ΤΟΠΟΙ ΕΞΟΡΙΑΣ

Ως τόποι εξορίας χρησιμοποιήθηκαν, σε περιόδους εμφύλιων ή πολιτικής καταπίεσης, πολλά νησιά κυρίως του Αιγαίου. Ο εκτοπισμός ως αστυνομικό μέσο υπήρξε από την εποχή του Όθωνα. Εκτοπισμοί σημειώθηκαν και κατά τη διάρκεια της ταραγμένης περιόδου 1914-8, κυρίως στον Εθνικό Διχασμό. Σε μεγαλύτερη έκταση το μέτρο χρησιμοποιήθηκε μετά την ψήφιση του νόμου 4229/1929(«ιδιώνυμο»). Με το ιδιώνυμο(ψηφίστηκε 25/07/1929), θεσπίστηκε η ποινή της δικαστικής εκτόπισης και όλο και περισσότερα νησιά άρχισαν να χρησιμοποιούνται ως τόποι εξορίας. Ο αριθμός των πολιτικών εξόριστων αυξήθηκε πολύ την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά. Υπολογίζεται ότι οι εξόριστοι αυτή την περίοδο ξεπέρασαν τις 5.000. Πολύ μεγαλύτερος αριθμός πολιτικών εξόριστων υπήρξε την περίοδο του Εμφυλίου, οπότε και δημιουργούνται νέα και μεγαλύτερα στρατόπεδα εξορίας. Το μέτρο του εκτοπισμού παρέμεινε σε ισχύ κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της μετεμφυλιακής περιόδου. Μέχρι το 1967 είχε αρχίσει να αδρανοποιείται, όμως την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών χρησιμοποιήθηκε ξανά σε μεγάλο βαθμό. Καταργήθηκε οριστικά μετά την πτώση της δικτατορίας(1974). Τα νησιά που δέχτηκαν το μεγαλύτερο πλήθος κρατουμένων: Μακρόνησος, Γυάρος, Άγιος Ευστράτιος, Ανάφη και Ικαρία.

  • Μακρόνησος: τόπος εξορίας για 1η φορά το 1947 έως το τέλος της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Από το νησί πέρασαν περισσότεροι από 27.000 στρατιώτες που υπηρέτησαν εκεί θεωρούμενοι από το καθεστώς αντιφρονούντες και πάνω από 30.000 πολίτες. Το 1989 ανακηρύχθηκε ιστορικός τόπος(1989).
  • Γυάρος(Γιούρα): τόπος εξορίας 1η φορά το 1947. Λειτούργησε ως το 1974 με μικρά διαστήματα παύσης λειτουργίας. Ανακηρύχθηκε ιστορικός τόπος(2002). Η απόφαση μεταβλήθηκε(2011) ώστε ο χαρακτηρισμός να μην περιλαμβάνει ολόκληρο το νησί αλλά μόνο 2500 στρέμματα.
  • Άγιος Ευστράτιος(Αη Στράτης): τόπος εξορίας το 1928-62. Πολλοί Έλληνες της διανόησης βρέθηκαν εξόριστοι
  • Ικαρία: τόπος εξορίας το 1947-9. Εκτοπίστηκαν συνολικά 7.283 άνθρωποι
  • Ανάφη: τόπος εξορίας από το 1923 ως την Απριλιανή δικτατορία
  • Νησιά που δέχτηκαν μικρότερο αριθμό εξόριστων ήταν:
  • Χίος, λειτούργησε στο νησί στρατόπεδο κρατουμένων
  • Παλαιό Τρίκερι, χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας γυναικών την περίοδο του εμφυλίου
  • Αίγινα
  • Αλόννησος
  • Αμοργός
  • Αντικύθηρα
  • Αντίπαρος
  • Γαύδος
  • Θήρα
  • Ίος
  • Κίμωλος
  • Κύθηρα
  • Λέρος, το μοναδικό από τα Δωδεκάνησα. Τόπος εξορίας στην Απριλιανή δικτατορία(1967 74)
  • Λήμνος
  • Μήλος
  • Νάξος
  • Πάρος
  • Σαμοθράκη
  • Σέριφος
  • Σίκινος
  • Σίφνος
  • Σκύρος, την περίοδο του Μεσοπολέμου
  • Φολέγανδρος, την περίοδο του Μεσοπολέμου
  • Φούρνοι
  • Οθωνοί
  • Μικρό αριθμό εξόριστων, για μικρό χρονικό διάστημα έχουν φιλοξενήσει επίσης τα νησιά Άνδρος, Τήνος, Σύρος, Κύθνος, Μύκονος και Σκιάθος