Άγγελος Ελεφάντης* (1991): Στον αστερισμό του λαϊκισμού

Posted on 07 Μαΐου, 2020, 3:18 μμ
58 secs

Η περίοδος είναι μεταβατική. Οι ανακατατάξεις στο πολιτικό σύστημα της χώρας δεν έχουν βρει ακόμα τις αποκρυσταλλωμένες τους μορφές, εκείνες που θα επικρατήσουν στη νέα δάση, ενόψει του 1992. Οι τάσεις ωστόσο είναι ευδιάκριτες. Ουσιαστικά τείνουμε σε ένα νέο δικομματικό σύστημα όπου από τη μια μεριά θα υπάρχει το υπό σοσιαλδημοκρατικοποίηση ΠΑΣΟΚ και η υπό σοσιαλδημοκρατικοποίηση Αριστερά σε αντιστοιχία με τις ευρωπαϊκές, ανατολικές και δυτικές, σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις. Από την άλλη η φιλελεύθερη συντηρητική παράταξη της ΝΔ με τους συμμάχους της


Αποσπάσματα από το Επίμετρο του Άγγελος Ελεφάντης (1991), Στον αστερισμο του λαϊκισμού, Αθήνα:Εκδόσεις Γκόνη, σελ. 331-352


Άγγελος Ελεφάντης

[…]Η προγραμματική ομοιότητα των δυο μπλοκ θα αποτρέπει την πόλωση, θα επιτρέπει την εναλλαγή, θα διευκολύνει τη συνεργασία, θα καλλιεργεί τη συναίνεση. Αν η αντιπροσωπευτική δημοκρατία προϋποθέτει και συνεπάγεται κόμματα που είναι σε θέση να εκφράζουν όλη τη διαφορετικότητα και την πολυφωνία των κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων, αλλά και τη θεσμοποιημένη σύγκρουση μεταξύ τους, η συναινετική δημοκρατία προς την οποία τείνουμε, ακριβώς επειδή απορρέει από τη συναίνεση, την ενσωμάτωση και την κοινωνική ειρήνευση και την υποβάθμιση των αντιπροσωπευτικών στρωμάτων (Βουλή, τοπική αυτοδιοίκηση, συνδικάτα κλπ) προϋποθέτει κόμματα και διαμορφώνει τα κόμματα της συναίνεσης, της ενσωμάτωσης, της κοινωνικής ειρήνευσης. Κόμματα «διαλόγου», δηλαδή, ενός διαλόγου όχι με την κοινωνία, γιατί από κει μπορεί να προκύψουν και κακοφωνίες∙ διαλόγου μεταξύ τους βέβαια, που αναγορεύει σε θεμελιώδη αν και άτυπο θεσμό, τα κομματικά και διακομματικά διευθυντήρια. Διευθυντήρια στηριγμένα σε ισχυρές κομματικές γραφειοκρατίες που προεκτείνονται μέσα στην κρατική γραφειοκρατία εγκαθιδρύοντας μια οργανική σχέση συμπληρωματικότητας και επιβάλλοντας μιαν υψηλού βαθμού πολιτική αδιαφάνεια. Κόμματα χωρίς λειτουργούσα βάση εξάλλου, αλλά με πειθήνια συναινούσα βάση. Αν η βάση δεν συναινεί και ενίοτε επιδεικνύει σημάδια απείθειας ή ρέπει προς υπερβολικές αξιώσεις που τις υπαγορεύουν το συντεχνιακό πνεύμα, η κοινωνική ανασφάλεια ή η συσσώρευση κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων, ο αυταρχισμός της δημοκρατίας αυτής είναι εδώ για να προλαβαίνει, να καταστέλλει και, προπάντων, να ενσωματώνει. Η εικόνα και η καλωδιωμένη ζωή θα διδάσκουν την ουσία του εκσυγχρονισμού. Από κάτω, ο από κάτω κόσμος, θα σιγοβράζει όπως πάντα. Θα χρειαστούν πολλές αντιφάσεις και αντιστάσεις ώστε το σιγοβράσιμο να γίνει βρασμός. Τίποτα δεν έρχεται μόνο του, τίποτε δεν είναι νομοτελειακό.

Χρειάστηκε μια ολόκληρη δεκαπενταετία για να φτάσουμε στο σημείο αυτό. Από την ηγεσία της Δεξιάς ως την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ και τη σημερινή αβέβαιη μεταξύ τους ισορροπία ο δρόμος ήταν μακρύς. Δρόμος γεμάτος προβλήματα που έμειναν άλυτα μεσοστρατίς και νέα που περιέπλεξαν ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Η Ελλάδα έζησε εφτά χρόνια διδκτατορίας, άλλα επτά κάτω από μιαν αφερέγγυα ΝΔ κι άλλα οκτώ χρόνια με οργανώτρια δύναμη τον πασοκικό λαϊκισμό. Ξεστρατισμένη μια ολόκληρη ζωή. Τέτοιο πλήγμα θα μπορούσε να τσακίσει ακόμη και τον διαυγέστερο και τον ανθεκτικότερο λαό∙ πολύ περισσότερο που αυτό το παρατεταμένο ξεστράτισμα γινόνταν σε μια εποχή που η κοινωνία μας άλλαζε ριζικά. Από φτωχή γίνεται πλούσια, από καθυστερημένη σύγχρονη, από απομονωμένη χώρα της καπιταλιστικής περιφέρειας κομπάζει κι αυτή στη χορεία της ευρωπαϊκής μητρόπολης.

Ωστόσο, την επιφάνεια της ευμάρειας συνόδευε η ιδεολογική ευτέλεια και η πολιτιστική αποπτώχευση, που χαράχτηκαν βαθιά στα κύτταρα της κοινωνία, τόσο ώστε να ξεχάσει τις καταβολές της, το δικό της τέλος πάντων τρόπο να υπάρχει, που, όσο κι αν αντιμετώπιζε τα προβλήματα με τα μέσα των κατ’οικονομία λύσεων, με μπαλώματα δηλαδή, δεν είχε παρά ταύτα την αίσθηση της ιδιαιτερότητας και της ιστορικότητάς της. Πριν από τη στρατιωτική δικτατορία, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο τόπος έβγαινε βασανιστικά από την μετεμφυλιοπολεμική τραγωδία και τη μετεμφυλιοπολεμική λευκή τρομοκρατία, ανίχνευε τους δρόμους μιας νέας πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής προοπτικής. Τα σημάδια της νέας ανθοφορίας ήταν πολλά. Η εθνικοφροσύνη, ως κυρίαρχη τότε ιδεολογία με αποπνικτικές πρακτικές, που καθοδηγούσε τα βήματα των νικητών του Εμφυλίου, χρεωκοπούσε σε όλα τα επίπεδα στη συνείδηση του κόσμου. Αυτή ήταν η μεγάλη νίκη της αριστεροδημοκρατικής παράταξης, όπου το βαθύ αίτημα του πολιτικού εκδημοκρατισμού συνόδευε και ενδυνάμωνε ένα βαθύ αίτημα του πολιτιστικής αναγέννησης. Το μαρτυράν η μουσική, το μυθιστόρημα, το θέατρο, ο κινηματογράφος, λόγιες και λαϊκές εκφράσεις που προδικτατορικά θα γνωρίζουν μια ελπιδοφόρα άνθιση. Ήρθαν ύστερα η σιωπή και οι βαθιές στρεβλώσεις της δικτατορίας.

Μεταδιδακτορικά ζήσαμε με κραυγές και συνθήματα. Επείσακτες ιδεολογίες καταχώνιασαν για τα καλά τα αυτόχθονα στοιχεία. Αν τα δεύτερα αντιπροσώπευαν το πνεύμα της αντίστασης που έλεγε ο Νίκος Σβορώνος, τα πρώτα είναι το πνεύμα της ευκολίας, του πανικού, που βιώνεται ως βασική νεοελληνική αρετή. «Να τη βρούμε», να η ιαχή. Ο δημοκρατικός κόσμος, καίγοντας τα φανάρια, πήρε το δρόμο για «το σοσιαλισμό στις 18» που του υπεδείκνυαν τα ανδρεοπαπανδρεϊκά λαϊκιστικά  ιδεολογήματα πριν ακόμα κατοχυρώσει το δημοκρατικό θεσμό. Άρκεσαν τα πλαστικά σημαιάκια προς τούτο. Ο αριστερός κόσμος ακολουθούσε προσφέροντας αφυδατωμένες αναμνήσεις, αντάρτικα τραγούδια, απομνημονεύματα, λαϊκότροπες κατασκευές καθώς και τις τεχνικές του ιστορικού του σταλινισμού που τροφοδότησαν τον πασοκικό λαϊκισμό. Δεν πρόσφερε η Αριστερά σ’αυτή τη φάση την ιδεολογία της, τη σοσιαλιστική προοπτική. Ίσως γιατί δεν την είχε, ίσως γιατί είχε βαθιά αλλοιωθεί. Κάτω από τη λαϊκιστική ιδεολογία εκφυλίστηκε και αυτή. Χάθηκε έτσι το νόημα της αιματοκυλισμένης περιόδου 1940-’50, το νόημα μιας επανάστασης που χάθηκε, όπως έλεγε ο Θανάσης Χατζής. Οι κεντρώοι που την καταπολέμησαν, σε αγαστή συνεργασία με τους βασιλοδεξιούς, όταν επέστρεψαν στην εξουσία το 1981, οικειοποιήθηκαν και την εαμική και την αντιδικτατορική δράση. Αντάλλαξαν την απουσία και την ενοχή με τις συντάξεις στους αντιστασιακούς, οργανώνοντας εθνικές γιορτές στο Γοργοπόταμο και μετονομάζοντας τους δρόμους που έφεραν το όνομα «Ιωάννου Μεταξά» σε «Άρη Βελουχιώτη», «Εθνικής Αντίστασης» και «Ηρώων Πολυτεχνείου». Η Αντίσταση μεταβαπτιστηκε σε εθνική. Ήταν εύκολο το πέρασμα αυτό αφού εκμηδενίστηκε το αντιστασιακό πνεύμα της Αριστεράς, άλλης κοινωνικής και πολιτικής φοράς αυτό.

[…] Στα πρόθυρα του 1992 και του 1996, μέσα στην καρδιά της Ευρώπης και μεις, ζούμε χωρίς την αίσθηση της ταυτότητας και την επίγνωση της διαφοράς. […] Πολύ πριν από την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» καταστράφηκε στον τόπο μας η πίστη στο σοσιαλισμό, ό,τι πολυτιμότερο δηλαδή είχε φτιάξει η ιστορική Αριστερά για και με το λαϊκό κόσμο, παρά τις ήττες, τις στρεβλώσεις της και τους αναχρονισμούς της. Δεν ήταν το τείχος που γκρεμίστηκε στο Βερολίνο που γκρέμισε και την πίστη των αριστερών στο σοσιαλισμό. Οι κατεδαφίσεις είχαν προηγηθεί καθώς τα ανδρεοπαπανδρεϊκά ιδεολογήματα κατακτούσαν τον τόπο και τον κόσμο. Το ΠΑΣΟΚ παρέλαβε κόσμο δημοκρατικό και αριστερό, δεν τον έκανε ούτε πιο αριστερό ούτε πιο δημοκρατικό. Τον έκανε κυνικό. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη υπηρεσία του λαϊκισμού στο μεγάλο του αφέντη, τον αστισμό.

Στο πλαίσιο των πολιτικών και κοινωνικών ανακατατάξεων που κάλυψαν τη μακρά μεταπολιτευτική περίοδο η διεκδίκηση μεριδίου του λέοντος στην εθνοσωτήριο εξόντωση της δικτατορίας από επώνυμους και ανώνυμους, η ορμητική είσοδος των νεομικροαστών στο πολιτικό προσκήνιο που, αφού έδωσαν το παρτώον ακίνητο σε αντιπαροχή, τους έλαχε ο κλήρος στη συνέχεια να βάλουν τάξη σ’αυτόν τον τόπο χτίζοντας το ένα πάνω στο άλλο τα πανωσηκώματα, η παρατεταμένη κρίση της Αριστεράς που υποτονθόριζε για το «παραπέρα βάθεμα και πλάτεμα της δημοκρατίας», το ανεχόρταγο τέρας της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η αχόρταγη βουλιμία για εξουσία μιας Δεξιάς που φύλαγε τις νέες ιδέες σε θαστερικά σαμσονάιτ, έκοψαν τις γέφυρες με όλες εκείνες τις ζωηφόρες ιστορικές αναφορές που έρχονταν από παλιότερες δοκιμασίες, πολτοποίησαν προθέσεις, διαθέσεις και διαθεσιμότητες. Τη λαχτάρα για μιαν αναγέννηση της ελληνικής κοινωνίας ροκάνισαν λαϊκότροπα είδωλα και νεοπαγείς φαντασιώσεις. Κι έτσι φτιάχτηκε το γενικό μπέρδεμα. Μπαίνοντας στη δημοκρατική φάση βρεθήκαμε από τη μια στιγμή στην άλλη φορτωμένοι του κόσμου τις αλλαγές και την αλλαγή του κόσμου, χωρίς μέτρα και κριτήρια, κι αρχίσαμε το ποδοβολητό μέσα στην περιδίνηση ενός αχαλίνωτου ακτιβισμού προς το πουθενά.

Τώρα, φυραίνουν όχι μόνο οι στατιστικές των οικονομικών μεγεθών αλλά, κυρίως, μέσα στη γενική αρρυθμία, παραδέρνει καθετί που εννοηματώνει τη συλλογική ζωή, καθετί που καθιστά την πολιτική συμμετοχή απόλαυση, πάθος, κίνδυνο, επικοινωνία δημιουργία. Καταναλώνουμε το απείκασμα του εαυτού μας, χορταίνουμε τις συνέπειες των ερήμην μας πολιτικών δρώμενων. Οι αιτίες είναι καλά κρυμμένες και τις σκεπάζουμε ακόμα περισσότερο γιατί η αυτογνωσία συνήθως αποκαλύπτεται σαν το τρομερό πρόσωπο της Μέδουσας.

Η μακρά μεταπολιτευτική περίοδος είχε τελικό αποτέλεσμα να χαθεί η πίστη των ανθρώπων στο σοσιαλισμό. Σε ετούτη τη νέα φάση οι αλλαγές θα πραγματοποιούνται κάτω από την ηγεμονία του νεοσυντηριτισμού. Γινόμαστε και μεις Ευρώπη. Άοπλος ο δημοκρατικός και αριστερός κόσμος βγήκε από τη δικτατορία, άοπλο το ρωμέικο «αποχουντοποιήθηκε» για να εξαχρειωθεί μέσα στον πασοκικό λαϊκισμό. Άοπλο μουλιάζει τώρα μέσα στο νέο συντηρητισμό.

Δεν ήταν νομοτέλεια αυτή η εξέλιξη∙ έτσι παίχθηκαν τα πράγματα.


Διαβάστε τη βιβλιοκριτική που ακολουθεί για τον “Αστερισμό του λαϊκισμού”


Τέλος, σας ενημερώνουμε πως., Ο Πολίτης (1976-2008), το εμβληματικό περιοδικό που σφράγισε την ελληνική μεταπολίτευση και διαμόρφωσε τη σκέψη και τη δράση της Ανανεωτικής Αριστεράς, είναι πλέον προσβάσιμο σε ψηφιακή μορφή. Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) προσφέρουν τη δυνατότητα σε όλους και όλες να θυμηθούν ή να γνωρίσουν το συναρπαστικό πεδίο των πολιτικής και πολιτισμικής παρέμβασης που σηματοδότησε ο Πολίτης ευελπιστώντας με τον τρόπο αυτό να συμβάλλουν στις πολιτικές, διανοητικές και επιστημονικές αναζητήσεις.


Για την ολοκλήρωση του έργου συνεργάστηκαν από τα ΑΣΚΙ οι: Ιωάννα Βόγλη, Γιάννης Παπακονδύλης, Στάθης Παυλόπουλος, Μελπομένη Στογιάννου και Χρήστος Τριανταφύλλου

Ο Πολίτης (1976-1995 & 1998-2008)

Δεκαπενθήμερος Πολίτης (1983-1986 & 1995-1998)

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ

 

Ξαναδιαβάζοντας τον Άγγελο Ελεφάντη σήμερα

 

Η ΕΠΟΧΗ

Του Γιώργου Φουρτούνη

Η επανέκδοση ενός τόσο σημαντικού βιβλίου, όπως είναι το «Στον αστερισμό του λαϊκισμού», του Άγγελου Ελεφάντη, μοιάζει να νοηματοδοτείται από δύο φαινομενικά αντιθετικές θέσεις σχετικά με τη φύση και την ιστορικότητα των κειμένων. Από τη μια πλευρά, η επανέκδοση έχει μια ιστορική διάσταση, ειδικά όταν καθιστά εκ νέου διαθέσιμο ένα κάποτε καθοριστικό κείμενο. Το κείμενο εδώ αντιμετωπίζεται ως ντοκουμέντο, ως ίχνος μιας παρελθούσας συγκυρίας, η οποία καθόρισε το νόημά του. Η θέση εδώ, με άλλα λόγια, είναι μια θέση ιστορικότητας: το νόημα ενός κειμένου φέρει ανεξίτηλα τη σφραγίδα της συγκυρίας που το γέννησε. Και η συγκυρία, εν προκειμένω, ήταν η ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ κατά την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης, που το έφερε ορμητικά στην εξουσία, αλλά και καθόρισε τις συντεταγμένες της πολιτικής ζωής για πολύ περισσότερο, την έννοια της οποίας προσπαθεί να συγκροτήσει θεωρητικά ο Ελεφάντης συγκεφαλαιώνοντάς την με τον όρο λαϊκισμός.

Νέα ερωτήματα

Από την άλλη, ωστόσο, και αυτό το ξέρουμε πια αρκετά καλά, κανένα κείμενο δεν είναι περίκλειστο, δεν περιέχει και δεν περικλείει το νόημά του εσαεί. Το νόημα του κειμένου δεν είναι εξαντλητικά παρόν στο εσωτερικό του, αλλά διασπείρεται σε μια αλυσίδα παραπομπών, αναφορών και διαφορών, που βεβαίως εκτείνεται και στον ιστορικό χρόνο. Υπό το πρίσμα αυτής της δεύτερης θέσης, όταν επανεκδίδεται ένα βιβλίο, σε μια νέα πολιτική και θεωρητική συγκυρία, από μια σημαντική άποψη δεν είναι το ίδιο βιβλίο. Η πρωτοβουλία της επανέκδοσης (εδώ από τις Εκδόσεις Γκόνη) συνιστά πρόταση για αναπλαισίωση του κειμένου, για εκ νέου ανάγνωση, για αναδιάρθρωση των παλαιών διαχωριστικών γραμμών και συμμαχιών. Επερωτά την αρχειοθέτηση του κειμένου, ως οριστικά διαβασμένου και ερμηνευμένου. Σε αυτήν την πρόκληση καλούμαστε να απαντήσουμε, δοκιμάζοντας τις άλλοτε βεβαιότητές μας. Οι παλιές μας σημειώσεις ίσως να μην είναι επαρκείς πια.
Υπό αυτό το πρίσμα, το βιβλίο του Ελεφάντη θέτει σήμερα μια σειρά νέων ερωτημάτων -ή, αν θέλετε, το σήμερα θέτει στο βιβλίο τα δικά του, πρωτότυπα ερωτήματα. Ανάμεσα σε πολλά άλλα, θα εστίαζα σε δύο, απολύτως αλληλένδετα: Πρώτον, πώς τοποθετείται το κείμενο του Ελεφάντη απέναντι στην πληθωριστική καταγγελία του «λαϊκισμού», που συνέχει ιδεολογικά το συνασπισμένο συγκρότημα εξουσίας των τελευταίων δεκαετιών; Και, δεύτερον, πώς τοποθετείται το βιβλίο απέναντι στις θεωρητικές απόπειρες συγκρότησης μιας εναλλακτικής έννοιας λαϊκισμού, θετικά νοηματοδοτημένης και αξιολογημένης, από δυνάμεις της αριστεράς και της ριζοσπαστικής σκέψης; Η εύκολη απάντηση και στα δύο θα ήταν ότι, δεδομένου ότι ο Ελεφάντης εκφέρει έναν λόγο κριτικό προς τον λαϊκισμό, εν δυνάμει εντάσσεται στην αντι-λαϊκιστική ομοφωνία και αντιτίθεται στην αιρετική εκ νέου κατανόηση του λαϊκισμού. Θα υποστηρίξω ότι αυτή η διπλή απάντηση είναι λανθασμένη, θεωρητικά και πολιτικά.

Η αιχμή της αντι-λαϊκιστικής ιδεολογίας

Αλλά ας αρχίσουμε από το πρώτο: Αθροίζεται, έστω και αναδρομικά, η παρέμβαση του Ελεφάντη στο σημερινό αντι-»λαϊκιστικό» μέτωπο, και στην επιθετικότητά του εναντίον της αριστεράς, και ειδικότερα του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο πριν όσο και μετά την ανάρρησή του στην κυβερνητική εξουσία, αλλά επίσης και εναντίον κάθε μορφής λαϊκών κινητοποιήσεων και διεκδικήσεων (προς αυτές τις τελευταίες ομολογουμένως με λιγότερη ένταση, μετά την ανάληψη της κυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ). Ή, ακόμα σοβαρότερα: μήπως η παρέμβαση του Ελεφάντη τότε συντέλεσε στην εκκίνηση του σημερινού γενικευμένου αντι-»λαϊκισμού», υπήρξε ένα διορατικό προανάκρουσμά του, που του δίνει σήμερα μια εξ αριστερών, νομιμοποιητική καταγωγή; Το ερώτημα γίνεται ακόμα πιο πιεστικό καθώς σε αυτό το μέτωπο έχουν από καιρό προσχωρήσει δυνάμεις που προέρχονται ή αναφέρονται στην ανανεωτική αριστερά. Κατά μείζονα λόγο, λοιπόν, είναι αυτή η λεγόμενη αντι-»λαϊκιστική» αριστερά που προσπαθεί να αναγάγει τη σημερινή πολιτική στάση της στο επιχείρημα του Ελεφάντη τότε.
Από αυτήν τη διπλή αναγωγή, θα προέκυπταν δύο συνεπαγωγές: να προσδοθεί στον λόγο περί «λαϊκισμού» η ιστορική, πολιτική, θεωρητική και ηθική υπεραξία που θα εξασφάλιζε η καταγωγική αναφορά στον Ελεφάντη και στον Πολίτη, και να κατασκευαστεί εκ των υστέρων η ιστορική συνέχεια μιας ανανεωτικής Αριστεράς που υποτίθεται ότι εξαρχής και καταγωγικά αντιπάλευε τον λαϊκισμό, πράγμα που θα έκανε ακόμα πιο κάθετη, και ιστορική, τη διχοτομία μεταξύ «λαϊκιστικής» και «αντι-λαϊκιστικής» αριστεράς.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το επιχείρημα βρίσκει αναπάντεχους συμμάχους από τα αριστερά. Με αφετηρία την αναδρομική κριτική προς τον Ελεφάντη ότι προοικονομεί τον καθεστωτικό αντι-»λαϊκισμό», εκφράζοντας την υπεροψία της ιστορικής ανανεωτικής αριστεράς και την ανετοιμότητά της να κατανοήσει το ατυπικό φαινόμενο του ΠΑΣΟΚ που τελικά την υπερκέρασε, οι αναλύσεις αυτές καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα: εξασφαλίζουν στην τρέχουσα αντι-»λαϊκιστική» συναίνεση μια ψευδώνυμη, εξιδανικευτική καταγωγή που δεν τη δικαιούται.
Και αυτό γιατί η έννοια λαϊκισμού που επεξεργάζεται ο Ελεφάντης είναι τελείως διαφορετική από την τρέχουσα κατάχρηση του όρου. Ο αντι-λαϊκισμός του Ελεφάντη δεν χωρά στον χύδην αντι-»λαϊκισμό» που κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο σήμερα, ακόμα και -ή ίσως κυρίως- όταν αυτός εκφωνείται από την αντι-λαϊκιστική αριστερά. (Πράγμα που μου επιβάλλει, ως έναν τρόπο αποφυγής παρεξηγήσεων, να βάζω σε εισαγωγικά τον «λαϊκισμό» όταν πρόκεται για την τρέχουσα δημοσιολογική χρήση του όρου, και να γράφω απλώς λαϊκισμός όταν πρόκειται για την έννοια του Ελεφάντη.)
Ο τρέχων αντι-»λαϊκισμός», ως ιδεολογική ναυαρχίδα του κυρίαρχου σήμερα νεο-φιλελευθερισμού, κατασκευάζει τον «λαϊκισμό» ως μια ηθική, ή πιο σωστά, ηθικολογική κατηγορία, μια άνωθεν κανονιστική κατηγορία, η οποία ελάχιστα μπορεί να συγκαλύπτει ένα σκληρό εξουσιαστικό πυρήνα: ο αντι-»λαϊκισμός» αποσκοπεί σε μια σκληρή, αυταρχική, εκ των άνω κανονικοποίηση. Ο «λαϊκισμός» δίδεται ως παρέκκλιση από κάποια κανονικότητα, ως παθογένεια προς ίαση, ως υστέρηση προς τον τελεολογικά επικυρωμένο προσανατολισμό των δυτικών κοινωνιών, ένας «ασυγχρονισμός» (απέναντι στον οποίο αντιπαραβάλλεται προφανώς ένας κάποιος «εκσυγχρονισμός»), που έγκειται σε ένα διπλό έλλειμμα: ηθικής και ορθολογισμού. Η πρώτη ύλη του λαϊκισμού θα ήταν έτσι ιδιοτελείς «ομάδες συμφερόντων», οι «συντεχνίες» ή οι «συνδικαλιστές», για να χρησιμοποιήσω μερικές ακόμα αφόρητες κοινοτυπίες της αντι-«λαϊκιστικής» εκφοράς, που επιδιώκουν υπολογιστικά ένα αθέμιτο μερίδιο της κοινωνικής πίτας· από την άλλη, η καθαυτό λαϊκιστική διαδικασία θα συνιστούσε μια ανορθολογική ολοποίηση ή ενοποίηση αυτών των επιμέρους, ανταγωνιστικών διεκδικητικών ορθολογικοτήτων σε «φαντασιακές κοινότητες» (δανείζομαι από τον τίτλο του βιβλίου του Μπ. Άντερσον), και εντέλει στην περικλείουσα φαντασιακή κοινότητα που θα ήταν «ο λαός». Ας σημειωθεί ότι το φαντασιακό εδώ, κατά κανόνα, και με ασύγγνωστη περιφρόνηση των θεωρητικών επεξεργασιών τις οποίες επικαλούνται αυτοί οι λόγοι, εκλαμβάνεται ως οιονεί ψευδές, ψευδαισθητικό, διαστρεβλωτικό —πράγμα που συνεπάγεται, ρητά ή υπόρρητα, την τοποθέτηση ότι ο λαός, κατά κάποιον τρόπο, δεν υπάρχει· υπάρχουν μόνο άτομα, μοναδιαίες εκφάνσεις του homo economicus.
Η αιχμή της αντι-»λαϊκιστικής» ιδεολογίας, λοιπόν, βρίσκεται εδώ: στην εχθρότητα προς το ενδεχόμενο σύνθεσης των επιμέρους αιτημάτων ως λαϊκών διεκδικήσεων· ο αντι-»λαϊκισμός» δηλώνει, πριν από οτιδήποτε άλλο, τη δυσανεξία σε ό,τι θα μπορούσε να σημανθεί ή να νοηματοδοτηθεί ως λαός. Ο αντι-»λαϊκισμός» στοχεύει αυτό που ο Ελεφάντης ονόμαζε «λαϊκές εγκλήσεις»: προσπαθει να ακυρώσει επιτελεστικά κάθε απόπειρα συγκρότησης του λαού. Η θέση ότι «ο λαός δεν υπάρχει» λέει και επιχειρεί «να μην υπάρξει λαός»: ο αντι-»λαϊκισμός» προσπαθεί να αποτρέψει την πολιτική άρθρωση των κοινωνικών διεργασιών, αντιστάσεων, διεκδικήσεων, επιθυμιών, οραμάτων, ουτοπιών κλπ -προσπαθεί να αποτρέψει τη διαδικασία άρθρωσης του λαού (με την πολυσημία αυτής της φράσης: τη διαδικασία με την οποία ο λαός αρθρώνεται και αρθρώνει, αρθρώνεται αρθρώνοντας).

Ο ορίζοντας του λαϊκισμού

Αν αυτή είναι η αρνητική, ηθικολογκή και κανονιστική σημασία του «λαϊκισμού», όπως τη σκιαγραφεί ο κυρίαρχος σήμερα αντι-»λαϊκισμός», ποιά είναι η σχέση του με τον λαϊκισμό για τον οποίο μιλούσε τότε ο Ελεφάντης, δηλαδή τον λαϊκισμό δια του οποίου ηγεμόνευσε το ΠΑΣΟΚ κατά την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης; Το πολύ σημαντικό στοιχείο που έχει να συνεισφέρει το κείμενο του Ελεφάντη σήμερα είναι ότι αναδεικνύει μια αναπάντεχη συνέργεια, μια βαθύτερη αλληλεγγύη πίσω από τη φαινομενική αντιπαλότητα ανάμεσα στον τρέχοντα αρνητικό λόγο περί «λαϊκισμού» και σε εκείνο τον «θετικό» λαϊκισμό που ηγεμόνευε τότε, ο οποίος απετέλεσε και τον κύριο στόχο του: τη θετική αναφορά στον λαό, ως μια διαχρονική, ιστορική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, με θετικό πρόσημο ως προς την αγωνιστικότητά του («οι αγώνες του λαού»), ως ένα εσαεί αγωνιζόμενο υποκείμενο. Απέναντι στην αρνητική ουσιολογία περί λαού («δεν υπάρχει λαός») έχουμε εδώ τη θετική ουσιολογία του λαού («υπάρχει λαός, ως δεδομένη πραγματικότητα»), ουσιώδες χαρακτηριστικό της οποίας είναι η ενδιάθετη αντιστασιακότητά του, ένα αντι-εξουσιαστικό δυναμικό, ένας εγγενής ανταγωνισμός προς το εκάστοτε συγκρότημα εξουσίας.
Είναι υπό αυτή τη θετική κατανόησή του, θα πει ο Ελεφάντης, που μπόρεσε να υποστηριχθεί ότι ο ορίζοντας του λαϊκισμού είναι ο σοσιαλισμός · ή, ακόμα ισχυρότερα, ότι ο λαϊκισμός αποτελεί συνθήκη του σοσιαλισμού: ο σοσιαλισμός δεν θα ήταν έτσι παρά η ιστορική πραγμάτωση του απελευθερωτικού και χειραφετητικού δυναμικού που ουσιωδώς ενέχεται στον «λαό» και στις εκδηλώσεις του. Εδώ βρίσκεται ο κόμβος του επιχειρήματος του Ελεφάντη, ο πυρήνας της παρέμβασης του, που έχει έναν απολύτως προσδιορισμένο στόχο: το ΠΑΣΟΚ. Η αντίθεση του Ελεφάντη προς τον «θετικό» λαϊκισμό είναι η αντίθεσή του προς το ΠΑΣΟΚ, και η διπλή αυτή αντίθεση στόχευε στην αποδόμηση της σοσιαλιστικής αξίωσης του ΠΑΣΟΚ. Ο λαϊκισμός συγκροτείται εννοιολογικά από τον Ελεφάντη ως θεωρητική βάση για να μπορέσει να πει, ήδη από την εποχή της ανόδου του ΠΑΣΟΚ, τότε που φίλοι και εχθροί του, για καλό ή για κακό, έβλεπαν τον σοσιαλισμό να έρχεται πλησίστιος (πράγμα που αποτελούσε ήδη ένδειξη της ηγεμονίας του) ότι το ΠΑΣΟΚ, ως λαϊκιστικό, δεν είναι σοσιαλιστικό. Η διάζευξη λαϊκισμού και σοσιαλισμού αποτέλεσε τον διάμεσο για τη διάζευξη ΠΑΣΟΚ και σοσιαλισμού, συνεπώς για την αντίσταση στην ηγεμονία του πρώτου.
Με δυο λόγια, η κριτική στον λαϊκισμό από τον Ελεφάντη συμπυκνώνει τη φράση, που έγινε εμβληματική ολόκληρου του κύκλου του Πολίτη, ήδη από το 1977, ότι «από τη σκοπιά του σοσιαλισμού, το ΠΑΣΟΚ μας αφήνει παγερά αδιάφορους». Όπως ο ίδιος ο Ελεφάντης σημειώνει, στην πορεία παραγνωρίστηκε αυτή η επεξηγηματική φράση: «από τη σκοπιά του σοσιαλισμού». Το αποτέλεσμα ήταν διπλό: πρώτον, δόθηκε η εντύπωση μιας εν γένει αδιαφορίας απέναντι στο φαινόμενο ΠΑΣΟΚ, η εντύπωση ενός πολιτικού και θεωρητικού ελιτισμού εκ μέρους του Ελεφάντη και του Πολίτη, και δεύτερον, βοήθησε στο να παραβλεφθεί ότι η κριτική του Ελεφάντη στον λαϊκισμό γινόταν από τη σκοπιά του σοσιαλισμού, δηλαδή της αναδιοργάνωσης του κοινωνικού παραδείγματος υπό την προοπτική των υποτελών τάξεων και στρωμάτων, δηλαδή υπό την προοπτική του «λαού» -πράγμα που επιβεβαιώνει ξανά ότι αυτή η κριτική δεν μπορεί να χωρέσει στην τρέχουσα αντι-»λαϊκιστική» κενολογία.
Αλλά τι μπορεί σημαίνει στο επιχείρημα του Ελεφάντη «λαός», με βάση όλα τα προηγούμενα; Με αυτό μπαίνουμε ήδη στο δεύτερο ερώτημα, που τέθηκε πιο πάνω: ο Ελεφάντης αντιμάχεται, εν προκειμένω, τόσο τη θετική όσο και την αρνητική ουσιοκρατία περί λαού: ο λαός δεν είναι ούτε δεδομένη, «αντικειμενική» πραγματικότητα, μια κοινωνική και ιστορική «υπόσταση», ούτε και «υποκειμενική», ανορθολογική προβολή επί των μόνων πραγματικοτήτων που εν τέλει «υπάρχουν», τα (οικονομικά) άτομα. Ο λαός είναι, κάθε φορά, πολιτικό και ιδεολογικό διακύβευμα -μπορεί να συγκροτηθεί, και συγκροτείται κάθε φορά διαφορετικά, ως έκβαση πολιτικών και ιδεολογικών αγώνων. Αυτή η οιονεί νομιναλιστική, αντι-ουσιοκρατική αντίληψη περί λαού επιφέρει μια αναλόγως νομιναλιστική, αντι-ουσιοκρατική προσέγγιση στον ίδιο τον λαϊκισμό: έτσι, ο Ελεφάντης κατά κανόνα προσέχει να μην εκφέρει καθολικές κρίσεις για τον λαϊκισμό εν γένει, να μην υποστασιοποιεί τον λαϊκισμό, πράγμα που θα συστοιχούσε με την υποστασιοποίηση του λαού, και να περιορίζεται στον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος υπήρξε μια, συγκεκριμένη και ιστορικά ενική, πολιτική και ιδεολογική συνάρθρωση του λαού, υπό την ηγεμονία της νέας μικροαστικής τάξης, στις ιδεολογικές προκείμενες της μεταπολίτευσης, η οποία όχι μόνο δεν μπορούσε να ενταχθεί σε μια σοσιαλιστική προοπτική, αλλά την ανέστελλε. Το σημαντικό όμως εν προκειμένω η θέση αυτή αναγνώριζε τη δυνατότητα μιας διαφορετικής συνάρθρωσης, τη δυνατότητα ενός άλλου λαού, που θα ήταν αποτέλεσμα της ηγεμονίας της σοσιαλιστικής ιδεολογίας. Η θέση αυτή καμία σχέση δεν έχει με τη θρυλούμενη αριστοκρατική καχυποψία του Ελεφάντη απέναντι στην κοινωνική «πρώτη ύλη» αυτού που ονόμαζε λαϊκισμό, την οποία κατ’ αντιδιαστολή ονόμαζε «λαϊκότητα», καχυποψία που υποτίθεται ότι απηχούσε τον ελιτισμό της ανανεωτικής αριστεράς. Αντιθέτως: από τη μια πλευρά, επιζητούσε μια άλλη πολιτική και ιδεολογική συνάρθρωση αυτών των λαϊκών «διαθεσιμοτήτων», της «νέας λαϊκής ριζοσπαστικότητας» της μεταπολίτευσης· από την άλλη, η Αριστερά, και ειδικά η ανανεωτική Αριστερά, που θα ήταν η μόνη αρμόδια να διεκδικήσει, να παλέψει και να φέρει σε πέρας αυτή την εναλλακτική συγκρότηση του λαού ήταν απούσα: αδυνατώντας να ηγεμονεύσει, ηγεμονεύθηκε η ίδια από τον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ, υπάχθηκε σε αυτόν, συμμετείχε από θέση υποτέλειας στον λαϊκισμό, τον «αγόρασε» άκριτα και δευτερογενώς τον επανεξέπεμψε η ίδια.

Διαφορά τύπων λόγου

Μπορούμε εδώ να προσμετρήσουμε τη διαφορά μεταξύ της προβληματικής του Ελεφάντη περί λαϊκισμού και του θορύβου περί «λαϊκισμού» της τρέχουσας δημοσιολογίας. Η τοποθέτηση του Ελεφάντη δεν συνιστά άνωθεν ηθικολογική και κανονιστική απαξίωση της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, αλλά εγχείρημα κατανόησης αυτής της πραγματικότητας εν όψει της πολιτικής αντιμετώπισής της. Δεν απαξιώνει την πραγματικότητα από ένα υπερβατικό σημείο θέασης, αλλά την αντιμάχεται πολιτικά και επιχειρεί να την κατανοήσει θεωρητικά, συγκροτώντας την αντίστοιχη έννοια, από την εμμενή προοπτική στην οποία ο Ελεφάντης απροϋπόθετα προσμετρούσε τον εαυτό του, την προοπτική της Αριστεράς και του σοσιαλισμού. Πρόκειται κυρίως για μια διαφορά τύπων λόγου, μια διαφορά στη σχέση των λόγων με αυτό για το οποίο μιλούν. Γι’ αυτό και οι δύο λόγοι δεν είναι απλώς ασύμπτωτοι ή ασύμμετροι, λόγοι που θα μπορούσαν να συνυπάρξουν παράλληλα. Η κριτική στον λαϊκισμό του Ελεφάντη και ο ενεστώς αντι-»λαϊκισμός» δεν είναι απλώς διαφορετικοί αλλά και δυνητικά αντίπαλοι: η ειδική διαφορά τους προεξοφλεί την ιδιάζουσα, πρωθύστερη ρηξη του πρώτου προς τον δεύτερο· η αντίθεση του Ελεφάντη προς τον λαϊκισμό όχι μόνο δεν ταυτίζεται με τον αντι-«λαϊκισμό» του συρμού, όχι μόνο δεν αποτελεί την καταγωγή ή τη θεωρητική θεμελίωσή του, αλλά εν δυνάμει τον ανασκευάζει. Σε αντίθεση λοιπόν με την ευκολία με την οποία πολλοί, εκ δεξιών και εξ αριστερών, πιστώνουν τον Ελεφάντη στον τρέχοντα αντι-»λαϊκισμό», ή χρεώνουν τον δεύτερο στον πρώτο, το ίδιο το κείμενο παρέχει σοβαρά εφόδια για μια κριτική του λόγου περί «λαϊκισμού» που μας κατακλύζει.

Το διακύβευμα της επανέκδοσης

Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα για μια τελευταία κουβέντα σχετικά με το ερώτημα της ένταξης του βιβλίου στα σημερινά θεωρητικά συμφραζόμενα. Θα έλεγα, αρχικά, ότι στο μέτρο ακριβώς που το κείμενο του Ελεφάντη είναι σε θέση να αποδομήσει την ανυπόστατη κατηγορία του «λαϊκισμού», συνεπώς να ασκήσει κριτική στην αντι-»λαϊκιστική» ιδεολογική κυριαρχία, συνομιλεί εξ αντικειμένου με όλες εκείνες τις κατοπινές εννοιολογικές επεξεργασίες του λαϊκισμού που επίσης επιχειρούν να απελευθερώσουν την έννοια από τούτη την ιδεολογική μέγγενη. Το σημαντικότερο όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι η αντι-ουσιοκρατική στάση του Ελεφάντη περί λαού, ως διακυβεύματος πολιτικών και ιδεολογικών αγώνων συνάρθρωσης, και όχι ως υποστασιακής κατηγορίας, θέτει εν αμφιβόλω το υποτιθεμενο ασυμβίβαστο μεταξύ του Ελεφάντη και των πιο πρόσφατων θεωρητικών εγχειρημάτων που διεκδικούν ευθαρσώς τη δυσφημισμένη και δυσφημιστική κατηγορία του λαϊκισμού στο όνομα της Αριστεράς, της απελευθερωτικής και χειραφετητικής πολιτικής και, εν τέλει, του σοσιαλισμού, από θεωρητικούς όπως ο Ερνέστο Λακλάου, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, κ.ά.
Και αυτό είναι το διακύβευμα της επανέκδοσης του βιβλίου: προσφέρει έναν πολύτιμο συνομιλητή σε αυτή τη σημαντική προβληματική, φέρνει από το παρελθόν μια ακόμα συνεισφορά στο επίκαιρο μέλημα για μια άλλη σοσιαλιστική πολιτική, και αφαιρεί έναν καταχρηστικό σύμμαχο από την υστερική ιερή συμμαχία εναντίον κάθε σοσιαλιστικής προοπτικής, υπό την ιδεολογική σκέπη της αφόρητης πλέον κοινοτυπίας περί «λαϊκισμού». Αλλά προς τούτο θα πρέπει να ανασυντεθούν οι ιστορικές πολιτικές, ιδεολογικές και θεωρητικές αντιπαλότητες και διαχωρισμοί, και να αναθεωρηθούν εκατέρωθεν ναρκισιστικές εμμονές σε διαμάχες μιας εποχής της Αριστεράς που θέλουμε να ξεπεράσουμε. Με άλλα λόγια, το κείμενο του Ελεφάντη έρχεται να αποτελέσει επιμέρους διακύβευμα στους σημερινούς αγώνες ηγεμονίας και συνάρθρωσης.

*Το κείμενο αυτό βασίζεται σε ομιλία στην εκδήλωση «Ηθικολογική χρήση τη έννοιας του λαϊκισμού και πολιτική σήμερα» που οργάνωσε στις 12 Απριλίου ο Όμιλος Φίλων Θεσσαλονίκης του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου του Άγγελου Ελεφάντη, Στον αστερισμό του λαϊκισμού, από τις Εκδόσεις Γκόνη. Οι άλλοι ομιλητές ήταν ο Χ. Βερναρδάκης, ο Μ. Μπαρτσίδης και ο Γ. Σταυρακάκης.

* Ο Γιώργος Φουρτούνης είναι επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου πανεπιστημίου.


Ο Πολίτης, Αθήνα 1991, σ.σ.359.

Δημήτρης Δημούλης

Το νέο βιβλίο του Α. Ελεφάντη αποβλέπει σε μια συνολική θεώρηση του λαϊκιστικού φαινομένου στην πρόσφατη ελληνική ιστορία. Επιχειρεί να αναλύσει «τις διαδικασίες που το ανέδειξαν, τις ιδεολογίες που το διαπέρασαν, τις επιπτώσεις που είχε η δράση του», θεωρώντας το λαϊκισμό «ιδεολογία των μικροαστών που ανέβαιναν στην εξουσία, ιδεολογία εξουσίας… που φτιάχνεται από τους πάνω και επιβάλλεται, μέσα σε μια ευνοϊκή συγκυρία, στους κάτω» (σ. 12 3).

Είναι γνωστό ότι η θεωρητική προσπάθεια του Α.Ε. (αλλά και η κατεύθυνση του περιοδικού «ο Πολίτης» που εκδίδει), συνδέονται με την κομμουνιστική προοπτική. Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν έχουν ως έρεισμα τη θεμελιώδη ομοιότητα οπτικής και «θέσης». Ας θεωρηθούν ως απόπειρα διαλόγου με αφορμή μια πρόταση ανάλυσης του πολιτικού μας παρόντος.

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου επιχειρείται επισκόπηση των μεταπολεμικών εξελίξεων στην Ελλάδα, για να δειχθεί ο ρόλος της μικροαστικής τάξης και να αναλυθούν οι ιστορικές προϋποθέσεις έκφρασης της μέσα από το λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ. Η οικονομική ανάπτυξη παρουσιάζεται ως «εξαρτημένη εκβιομηχάνιση» (αποτέλεσμα κοινής δράσης ξένων και εγχώριων κεφαλαίων), η οποία οδηγεί, όπως ορθά σημειώνεται, στην «ολοκλήρωση της καπιταλιστικής δομής της ελληνικής κοινωνίας… σε αυτόχθονες παραγωγικές βάσεις» (σ.23). Στα όσα αναφέρονται σχετικά, εντοπίζεται ένα προβληματικό στοιχείο: παρά την εύστοχη κριτική στις μέχρι πρότινος κυριαρχούσες θεωρίες περί «εξάρτησης» του ελληνικού καπιταλισμού (σ.19επ., 153επ.), ο Α.Ε. θεωρεί ότι η πλήρης απόρριψη των θεωριών αυτών ταυτίζεται με την εν γένει εγκατάλειψη της θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό. Για το λόγο αυτό, ασκεί κριτική σε όσους εγκαταλείπουν πλήρως την πρώτη (και, κατά την άποψη του, τη δεύτερη) προβληματική. Ωστόσο, η απόρριψη των περί «εξάρτησης της περιφέρειας» δεν σημαίνει ότι αγνοείται η διαπλοκή και η ιεράρχηση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών και ότι, όπως ισχυρίζεται επικρίνων ο Α.Ε., ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός θεωρείται αυτόνομος, «καταργείται» η αναφορά στον ιμπεριαλισμό και υιοθετούνται «εναλλακτικές» προς το μαρξισμό ιδεολογίες. Η κριτική των θεωριών περί εξάρτησης επιτρέπει τη θεώρηση του διεθνούς συστήματος με τους όρους της «ιεραρχημένης» ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, που αναγνωρίζουν την προτεραιότητα (αλλά όχι αποκλειστικότητα) των εσωτερικών ταξικών ανταγωνισμών, τη λειτουργία των κρατών ως καθοριστικής ενότητας της αστικής εξουσίας.

Στη συνέχεια του βιβλίου γίνεται επισκόπηση του μετασχηματισμού των μικροαστικών τάξεων στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Η αναφορά στις «μερίδες» της μικροαστικής τάξης (που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «οριστική» διότι δεν στηρίζεται σε επαρκή εμπειρικά δεδομένα και αντίστοιχες αναλύσεις), καταλήγει σε ένα προβληματικό συμπέρασμα, θεωρείται ότι από την «ασαφή ταξική σύνθεση» στην Ελλάδα και το «καταπιεστικό πολιτικό σύστημα» αναδεικνύεται ως «γενική γραμμή της πάλης των τάξεων… το ζήτημα του συστήματος της πολιτικής κυριαρχίας», δηλαδή προκύπτει ο πολιτικός «υπερπροσδιορισμός» και ο ταξικός «υποπροσδιορισμός» της ταξικής πάλης (σ.42). Σχετικά με τη θέση αυτή πρέπει να επισημάνουμε τα εξής: πρώτον, υπάρχουν παραδείγματα παρόμοια ανεπτυγμένων χωρών που έχουν διαφορετικό εύρος πολιτικής διαπραγμάτευσης και αλλαγών, χωρίς αυτό να μπορεί να αποδοθεί στην καταπιεστική ή μη υφή του πολιτικού συστήματος ή στην αναλόγως προς την αστάθεια αυξανόμενη ταξική «ασάφεια» (π.χ. η πολιτική σταθερότητα της Αγγλίας σε αντίθεση με την εντυπωσιακή πολιτική μεταβλητότητα στη Γαλλία). Από τέτοια παραδείγματα προκύπτει ότι οι παράγοντες που ο Α.Ε. επικαλείται για τον πολιτικό «υπερπροσδιορισμό» της ταξικής πάλης στην Ελλάδα δεν έχουν γενική ισχύ και δεν ερμηνεύουν επαρκώς τη μεταβλητότητα και το ειδικό βάρος των πολιτικών ανταγωνισμών.

Δεύτερον, η παρατήρηση ότι στην Ελλάδα δεν κυριάρχησε «η πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της ενάντια στους εκμεταλλευτές τους» αλλά η αντιπαράθεση συγκεχυμένων πολιτικών στρατοπέδων, δείχνει μια ανακριβώς στενή αντίληψη για την ταξική πάλη. «Πεμπτουσία» της ταξικής πάλης σε μια σταθεροποιημένη καπιταλιστική κοινωνία αποτελεί η «δράση» και όχι η υπό όρους αντίδραση: η επίθεση και νίκη των εκμεταλλευτών και όχι «η πάλη της εργατικής τάξης». Περαιτέρω, οι μορφές της ταξικής πάλης δεν προκύπτουν από τα πολιτικά (επι)φαινόμενα αλλά δομούν έναν κοινωνικό σχηματισμό, ανιχνευόμενες και στη «σιωπή», δηλαδή την ήττα όσων υφίστανται την εκμετάλλευση. Όσον αφορά (και) τη μεταπολεμική Ελλάδα, η ταξική πάλη ταυτίζεται εξ ορισμού με τις κοινωνικές αντιθέσεις. Το ότι δεν αμφισβητήθηκε η δομή της κοινωνίας (δηλαδή οι εμφανείς ανταγωνισμοί περιορίσθηκαν στο πολιτικό επίπεδο – και το οικονομικό που ο Α.Ε. δεν τονίζει επαρκώς), δεν οφείλεται σε ταξική ή πολιτική ιδιομορφία της Ελλάδας (ιδιομορφία από αυτές που επανειλημμένα έχουν επιχειρήσει να διαγνώσουν διάφοροι αναλυτές, συνδυάζοντας το άγχος της θεωρητικής «καινοτομίας» με απολογητικούς στόχους). Προκύπτει από το δεδομένο της έλλειψης επαναστατικής κρίσης και ευθείας αμφισβήτησης των σχέσεων παραγωγής, το οποίο είναι κοινό στις καπιταλιστικές χώρες του μεταπολεμικού «δυτικού κόσμου». Η ταξική ασάφεια και η πολιτική καταπίεση αποτελούν δύο από τους πολλούς λόγους που απέτρεψαν την επαναστατική κρίση, δίνοντας σε όλα τα επίπεδα της ταξικής πάλης ήπιες μορφές. Δεν αποτελούν αποκλειστικές αιτιακές ερμηνείες της περιστροφής των ορατών ανταγωνισμών γύρω από πολιτικά ζητήματα, ούτε και ελληνική ιδιαιτερότητα.

Ανάλογες επιφυλάξεις δημιουργεί και η προσπάθεια ερμηνείας του ελληνικού καπιταλισμού έως τη δεκαετία του ’60 με βάση τις στρεβλώσεις που προκάλεσε η πολιτικοποίηση («οι πολιτικές ανάγκες θα υπαγορεύσουν στο κοινωνικό τις νόρμες τους» – σ.68). Ο Α.Ε. διατυπώνει επικρίσεις για το πολιτικό σύστημα της εποχής, το οποίο θεωρεί αντίθετο στη λογική της καπιταλιστικής συσσώρευσης διότι ευνοούσε τον «παρασιτισμό», τη διόγκωση του δημόσιου τομέα, τους «παράλογους» αποκλεισμούς αριστερών από την κοινωνική ζωή, την παράλυση λόγω προστασίας πολυάριθμης πολιτικής «πελατείας». Με μια λέξη, διατυπώνεται μια «εσωτερική» κριτική στον τρόπο λειτουργίας του ελληνικού κράτους που θεωρείται αντίθετος στις ανάγκες του συστήματος παραγωγής.

Η αντίληψη περί πολιτικοποίησης, αφενός μεν υπερτιμά το ρόλο του κράτους στη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης, αφετέρου δε εκλαμβάνει ανακριβώς τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού ως αντίθετη στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Με τον υπερτονισμό του ρόλου του κράτους (που δεν θεμελιώνεται στο κείμενο με εμπειρικά και δη συγκριτικά στοιχεία)’ και την υποτιθέμενη αντίφαση της λειτουργίας του προς την καπιταλιστική λογική, αγνοείται η κατά βάση – «εξωκρατική» και ταχύτατη καπιταλιστική ανάπτυξη της περιόδου αυτής στην Ελλάδα και, κυρίως, η πολιτική και οικονομική σημασία που είχε το χτύπημα του εργατικού κινήματος μέσω κρατικής τρομοκρατίας. Η «μεροληπτική» δράση του «κράτους των εθνικοφρόνων» δεν φαίνεται παράλογη αν συμβουλευθούμε τα στοιχεία για την πορεία της κεφαλαιακής συσσώρευσης, της κερδοφορίας, των πραγματικών μισθών κοκ.

Το μετεμφυλιακό κράτος δεν χαρακτηρίζεται από «παράλογη» πολιτικοποίηση και δεν λειτούργησε ως εμπόδιο. Εξέφρασε την καπιταλιστική «λογική», δηλαδή την ανάγκη διευρυμένης αναπαραγωγής, η οποία «ικανοποιείται» μέσα από τις ιστορικές ιδιομορφίες της ταξικής πάλης σε κάθε χώρα. Έκανε μια κρατική ανάγνωση της συγκυρίας και παρενέβη με κριτήριο την εξασφάλιση των καπιταλιστικών συμφερόντων που είχαν, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ως ιδεολογικό στήριγμα το θεσμοποιημένο αντικομμουνισμό και τη διαβαθμισμένη δίωξη των φορέων της σοσιαλιστικής απειλής, ανάλογα με την ένταση της σε κάθε χώρα.

Εξαιρετικά εύστοχη είναι αντίθετα η ερμηνεία του Α.Ε. για τους λόγους επιβολής και την πτώση της δικτατορίας, μιας περιόδου που, όπως επισημαίνεται, τείνει να απωθηθεί ως ατυχής παρένθεση σε μια «δημοκρατική χώρα». Η συστηματοποίηση των λόγων κατάρρευσης της δικτατορίας (σ.77επ.), δίνει αφορμή για συνέχιση μιας συζήτησης που τελείωσε πριν καν αρχίσει, εν μέσω των πανηγυρισμών του 1975.

Στη συνέχεια, ο Α.Ε. πραγματοποιεί μια επισκόπηση των μεταδικτατορικών εξελίξεων, η οποία δεν εμφανίζει την αναγκαία επάρκεια και ευρύτητα. Παραγνωρίζεται η οικονομική διάσταση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και το βάρος πέφτει σε θεσμικά χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος (αυταρχικός κρατισμός, ενίσχυση του εκτελεστικού και άλλοι αμφισβητούμενης ορθότητας κοινοί τόποι της επίσημης «πολιτειολογίας»). Η αναφορά στις δυναμικές εκπροσώπησης των κομμάτων δεν προχωρεί πέρα από τα θεσμικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά των δρώντων σχηματισμών, ενώ δεν αναλύονται οι στρατηγικές και η ιστορία των σχέσεων εκπροσώπησης, θα επισημάνουμε απλώς ότι εάν ο «ελληνικός ριζοσπαστισμός» ακολούθησε τον κανόνα της καπιταλιστικής Δύσης (έλλειψη αυτόνομης εκπροσώπησης των λαϊκών μαζών και αποτελεσματικής σύνδεσης του μαρξισμού με τις λαϊκές αντιστάσεις), αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί, όπως θεωρεί ο Α.Ε., σε αδυναμίες ή παρελθοντοπληξία των ηγεσιών. Ένας γενικά επικρατών συσχετισμός δύναμης δεν προκύπτει από «λάθη», αλλά από συγκυρίες που καμιά «συνεπής» ή «σύγχρονη» πολιτική κίνηση δεν μπορεί να ανατρέψει βολονταριστικά, όπως υπαινίσσεται ο Α.Ε. με τις αναφορές σε ελληνικές «ιδιομορφίες».

Περνώντας στην ανάλυση του «φαινομένου ΠΑΣΟΚ» (διαρκής αύξηση της επιρροής ενός «φτωχού πολιτικού λόγου» και τελικά ανάληψη της διακυβέρνησης), ο Α.Ε. προτείνει δύο άξονες ερμηνείας: το ρόλο που έπαιξε ο «αρχηγικός θεσμός» – το πρόσωπο «Α. Παπανδρέου» – και τη σταδιακή δημιουργία ενός πολιτικά αποτελεσματικού λαϊκισμού.

Η περιγραφή του «αρχηγισμού» είναι πολύ γνωστή από τη χρήση του για ερμηνεία των πάντων αναφορικά με το ΠΑΣΟΚ και την ελληνική κοινωνία. Η σχετική αναφορά του Α.Ε. εκφράζει τη λειτουργία του αντιδημοκρατικού μηχανισμού του ΠΑΣΟΚ (αν και με έντονες σχηματοποιήσεις: «αρχή του ενός ανδρός» – σ. 144 – που συγκολλά τις μάζες με «ασπόνδυλη συναίνεση» – σ. 133και με εικονική λειτουργία της οργάνωσης – <j. 134επ.). Δυσκολευόμαστε ωστόσο να εννοήσουμε γιατί η προσωπολατρεία και η προσωπική παντοδυναμία αποτελούν ειδικά χαρακτηριστικά ενός «μικροαστικού λαϊκιστικού» κόμματος (και όχι ενός «σοβαρού» αστικού κόμματος που συσπειρώνει τις δυνάμεις του και παράγει λόγο εξουσίας μέσω ενός «χαρισματικού» συμβόλου, όπως συχνά συμβαίνει) και, περαιτέρω, ποια μπορεί να είναι η θεωρητική σημασία μιας ανάλυσης για τα προνόμια του Λατρευομένου και της Αυλής του, την υποτέλεια του πολιτικού προσωπικού και την (προφανή) ασυμβατότητα ενός τέτοιου κόμματος με τις σοσιαλιστικές επιδιώξεις.

Η εμμονή στο θεσμικό επίπεδο ανάλυσης είναι τυποκρατική νομικιστική (αποφασίζει πάντα – και κατά βούληση ο αρμόδιος και λαοπρόβλητος). Ο επίσημος Λόγος του ΠΑΣΟΚ αναγνωρίζει, από την πλευρά του, την παντοδυναμία του αρχηγού και την ευχέρεια προσωπικών επιλογών, αλλά αυτό δεν μας διαφωτίζει στο ελάχιστο για το είδος και τους πραγματικούς φορείς των επιλογών. Εάν δεν θελήσει κανείς να δει το ΠΑΣΟΚ ως «παράκρουση» μαζών που «επιθυμούν» την «υποδούλωση» και εάν δεν αρκεσθεί στη νομικίστικη ταύτιση μεταξύ φορέα και πραγματικής λήψης απόφασης, τότε κάθε ερμηνεία με όρους προσωπικής βούλησης και ισχύος φαίνεται ανεπαρκής και παραπλανητική. Αυτό δεν προκύπτει μόνο από τις αναλύσεις του μαρξιστικού «αντιανθρωπισμού», ο οποίος καταγγέλλει (χωρίς να εγκαλεί) το Υποκείμενο, αλλά και από τα στοιχειώδη δεδομένα της εμπειρίας. Το ότι ο «Αρχηγός» δεν έδρασε στο κενό προσωπικών φαντασιώσεων εξουσίας, αλλά λειτούργησε ως πολιτικός ηγέτης, οφείλεται στη συμμόρφωση του με τις δεδομένες ανάγκες μιας «ομαλής» λειτουργίας του καπιταλισμού. Εάν οι αποφάσεις της οκταετίας του ΠΑΣΟΚ αποτελούσαν προσωπικές επιλογές του Α. Παπανδρέου (δηλαδή εάν ελήφθησαν με δυνατότητα επιλογής άλλων εξίσου εφαρμόσιμων λύσεων – εάν π.χ. η πολιτική λιτότητας μετά το 1985 ήταν απόφαση του Αρχηγού, ο οποίος μπορούσε, αν ήθελε, να επιβάλλει την αντίθετη ή κάποια τρίτη συνταγή), τότε η συμβατότητα των επιλεχθεισών λύσεων με τις ανάγκες του ελληνικού καπιταλισμού προκαλεί μεγάλη απορία.

Θα επιμείνουμε στην άποψη ότι ο Α. Παπανδρέου αποφάσιζε μεν συμβολικά ως αρχηγός, αλλά η επιλογή γινόταν υπό συνθήκες αντικειμενικών καταναγκασμών, όπως συμβαίνει με κάθε ηγέτη που λατρεύεται ή μισείται για τη δύναμη, τη διορατικότητα, την αυθαιρεσία, τον κυνισμό (ή και την «ανηθικότητα»). Η αναφορά στον αρχηγισμό που επιχειρείται στο βιβλίο του Α.Ε. αποδίδει μεν το οργανόγραμμα του ΠΑΣΟΚ αλλά δεν εξηγεί τι πολιτική ακολουθήθηκε και ποια συμφέροντα ενσωμάτωναν οι «πατριαρχικές» τελετουργίες.

Η αναφορά του Α.Ε. στα ιδεολογικά σχήματα που προέβαλε το ΠΑΣΟΚ περιλαμβάνει κριτική στα σχήματα μητρόπολης-περιφέρειας και συνδέει την «ερμηνεία» αυτή με τις πολιτικές της στοχεύσεις και συνέπειες: την «παραγωγή» αυτού που ο Α.Ε. αποκαλεί εύστοχα «φανταστικό λαό, λαό των μη προνομιούχων», δηλαδή τη διαδικασία πολιτικής εξαργύρωσης των θέσεων περί αντιπαράθεσης μητρόπολης-περιφέρειας με το ιδεολόγημα περί σύγκρουσης «ξένων» με το «λαό» και την έκφραση μικροαστικής αγανάκτησης με την αντιπαράθεση προνομιούχων και μη («η όλη θεώρηση του Α. Παπανδρέου καταλήγει σε μια απλουστευτική και αταξική διχοτομία “κατεστημένο λαός” και μια συνθηματολογία ηθικού εθνικιστικού τύπου… Και απ’ αυτή την άποψη ο λόγος του ΠΑΣΟΚ δεν είναι αντικαπιταλιστικός» – σ.191 2). Εξίσου διεισδυτική είναι η ανάλυση για τη «ρητορική του σοσιαλισμού» που, όπως τονίζεται, δεν αποτελεί υποκρισία ή επιβίωση επαναστατικού παρελθόντος αλλά είναι καθεαυτή υπονομευμένη – κενή και επικίνδυνη: «ένα προς ένα τα ιδεολογήματα του είναι αναγώγιμα στην αστική ιδεολογία» (σ.217).

Το τέταρτο κεφάλαιο εξετάζει το λαϊκισμό ως ιδεολογία εξουσίας των μικροαστών. Ο Α.Ε. αναφέρεται στην ιστορία επικράτησης του όρου, επισκοπεί τις ερμηνείες περί λαϊκισμού, ασκεί κριτική στις θεωρητικές προϋποθέσεις και τα συμπεράσματα τους και, τέλος, επισημαίνει τον κίνδυνο του «πανλαϊκισμού», δηλαδή της ισοπεδωτικής αναφοράς σε λαϊκισμό κάθε φορά που εμφανίζεται ένα κίνημα αμφισβήτησης.

Επιχειρώντας τη διατύπωση της ερμηνευτικής του πρότασης, ο Α.Ε. επισημαίνει ότι ο λαϊκισμός εκφράζει μια διάχυτη αντίθεση των λαϊκών στρωμάτων προς το σύστημα εξουσίας, ενσωματώνοντας τη δυσαρέσκεια προς τη «Δεξιά» και την επιθυμία για «Αλλαγή». Καίρια σημασία έχει ο τρόπος (και ο φορέας) μετασχηματισμού της αντίδρασης σε πολιτική ιδεολογία και πρόταση: «ο λαϊκός ριζοσπαστισμός μετασχηματίσθηκε μέσω ενός νέου ιδεολογικού και πολιτικού υποκειμένου, του ΠΑΣΟΚ. Οι πρωτογενείς αντιθέσεις αρθρώθηκαν σε ένα συνεκτικό πολιτικό λόγο του οποίου ο ιδεολογικός χρωματισμός ακύρωνε τις ταξικές αναφορές και τα σαφέστερα κοινωνικά περιεχόμενα, μετατοπίζοντας συνεχώς τα προβλήματα στη σφαίρα της πολιτικής σύγκρουσης ΠΑΣΟΚ ΝΔ» (σ.299). Στη διαδικασία αυτή (που μπορούμε να ονομάσουμε πολιτική συγκρότηση και ουδετεροποίηση του λαϊκού ριζοσπαστισμού), ο Α.Ε. επισημαίνει τον καίριο ρόλο της «ηγετικής ομάδας» του ΠΑΣΟΚ και της «νέας μικροαστικής τάξης» που στελέχωσε το μηχανισμό και φάνηκε κοινωνικά έτοιμη να ασπασθεί τις θέσεις του.

Ο λαϊκισμός θεωρείται ιδεολογία μη λαϊκή, προσίδια στους μικροαστούς και ιδίως στη νέα μικροαστική τάξη που αποτέλεσε «εργαστήρι» και αναμεταδότη του (σ.310). Οικοδομούμενη στο κενό ηγεμονίας που προκάλεσε η μεταδικτατορική κατάρρευση της «εθνικοφροσύνης» (ο Α.Ε. θεωρεί ότι «η αστική ιδεολογία έτσι όπως την είχε αλλοιώσει η εθνικοφροσύνη δεν άντεξε στο χρόνο, δεν λειτουργούσε πλέον ως συνεκτικός ιστός» – σ.310), η μικροαστική ιδεολογία γίνεται νέο «κοσμοείδωλο». Ταυτίζεται με την προσωπικότητα, την ιστορική θέση και τις αντιλήψεις του Α. Παπανδρέου (σ.312) και ενσωματώνει λαϊκές αντιστάσεις, μνήμες και αιτήματα στο μοτίβο του αντιστεκόμενου λαού και της ανάγκης για το «νέο». Με πρόσχημα το σοσιαλισμό, αποτελεί το πρώτο «πολιτικό ρεύμα λαϊκισμού» στη σύγχρονη Ελλάδα (σ.326).

Ο λαϊκισμός δημιουργείται με φτηνή απομίμηση του λαϊκού πολιτισμού (π.χ. σ.322επ.) και παραχάραξη λαϊκών διεκδικήσεων, εξυπηρετώντας τις ανάγκες των «νέων ηγετικών ομάδων» και ανταποκρινόμενος στη μικροαστική ιδεολογία. Στο σημείο αυτό (που είναι το κεντρικό του βιβλίου), ο Α.Ε. δέχεται με αυτοκριτική ειρωνεία το, από μαρξιστική άποψη, «αιρετικό» της θέσης ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, «η μικροαστική ιδεολογία μπορεί να γίνει κυρίαρχη» και μέσω αυτής ο «μικροαστισμός έρχεται και εγκαθίσταται στην εξουσία» (σ.316, 319).

Κατά τον Α.Ε., η επιβολή του λαϊκισμού εν ονόματι και απουσία του λαού, οδηγεί στην επικράτηση αυταρχισμού, «ανομίας», περιφρόνησης προς το «κράτος δικαίου» κοκ. (βλ. το κατηγορητήριο των σ.321 2). Αυτή η κατάσταση οδήγησε σε «επιστροφή στη Δεξιά» της «σιδηροδέσμιας» Ελλάδας. Ο κύκλος του λαϊκισμού κλείνει αφήνοντας τις συνέπειες της πορείας: «ποτέ δεν βρεθήκαμε πιο μακριά από τους συντοπίτες μας της Ευρώπης» (σ.351). Η επικράτεια Κοσκωτά θεωρείται άμεση συνέπεια του λαϊκισμού που έκανε δυνατή την ανάπτυξη ενός τέτοιου φαινομένου στο διαβρωμένο «λαϊκό υποσυνείδητο» και πολιτικό πεδίο.

Για να θεμελιώσει την ερμηνεία περί λαϊκισμού, ο Α.Ε. επικαλείται τα ακόλουθα επιχειρήματα: (α) τη μεγάλη ανάπτυξη των μικροαστικών στρωμάτων στην Ελλάδα, (β) την αφερεγγυότητα της αστικής ιδεολογίας και (γ) τον εν γένει καθοριστικό ρόλο των κυριαρχούμενων και ιδίως των μικροαστικών τάξεων στο σύστημα της αστικής ιδεολογίας’ (σ.316 7). Για τους λόγους αυτούς θεωρεί ότι «άνθισε» στην Ελλάδα ο μικροαστικός λόγος που εναρμονιζόταν με την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ.

Τέτοια ιστορικιστικά και «ποσοτικά» επιχειρήματα συντηρούν παρανοήσεις για την έννοια της ιδεολογίας που δεν είναι εύλογες για όσους επικαλούνται τον Μαρξ και, εγγύτερα, τον Αλτουσέρ. Η διαμόρφωση της ιδεολογίας δεν αποτελεί ένα είδος ψηφοφορίας για να υπερισχύσει η προσίδια στην πολυαριθμότερη τάξη και η αστική ιδεολογία δεν διαθέτει μια και μόνη εκδοχή για να αντικατασταθεί από κάτι «άλλο» αν «αποτύχει», ενώ, ο χαρακτήρας της ιδεολογίας δεν κρίνεται από τη θέση των κυριαρχούμενων. Αν οι τελευταίοι είναι απαραίτητοι ως ηρέμως συναινούντες και αναπαράγοντες, αν δηλαδή βρίσκονται στο κέντρο του συστήματος εκμετάλλευσης, αυτό δεν σημαίνει ότι καθορίζουν τις εξελίξεις. Όπως λέει ο Ε.Μπαλιμπάρ στο παραπεμπόμενο απόσπασμα, «μόνο η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης μπορεί να οργανωθεί σε πλήρες σύστημα». Όσοι υφίστανται την εκμετάλλευση συμβάλλουν στο μετασχηματισμό και την αναπαραγωγή της, αλλά δεν την αντικαθιστούν, παρά με τίμημα επαναστατικούς αγώνες που δεν διεξήχθησαν στην περίπτωση εγκαθίδρυσης της «μικροαστικής ιδεολογίας» που διαβλέπει ο Α.Ε..

Ο αστικός χαρακτήρας της ιδεολογίας κρίνεται «υλιστικά» από το ότι παράγεται και διαδίδεται μέσω του πολύμορφου ιδεολογικού μηχανισμού του αστικού κράτους και συμβάλλει στη διατήρηση της εκμετάλλευσης, σε ένα σύστημα που όλο και λιγότεροι αποκαλούν καπιταλισμό. Η επιβαλλόμενη σε όλους περιήγηση στον ιδεολογικό αυτό λόγο, δηλαδή στις απειράριθμες πρακτικές του, δείχνει ότι, «επί ΠΑΣΟΚ», στα σχολεία, στην οικογένεια, στα MME, στους χυδαίους πανηγυρικούς της εξουσίας, ακούγονταν μονότονα αυτά που έπρεπε να ακουστούν: πίστη και αγάπη στην πατρίδα, τη δημοκρατία και την ελευθερία, υποταγή στους νόμους, σεβασμός στην οικογένεια, πίστη στην αξιοκρατία, ανάγκη θρησκευτικότητα? και αγάπης για την «παράδοση», ενίσχυση της αδύνατης οικονομίας με λιτότητα, παραγωγικότητα και εργασιακή ειρήνη – και άλλα επικινδύνως γνωστά. Παρότι ο αφρός των ημερών ευνοούσε το ρεμπέτικο και παρότι ορισμένοι υπουργοί είχαν λαϊκότερες προτιμήσεις από τους προκατόχους τους, τα αμέτρητα συμπτώματα του παγόβουνου της αστικής ιδεολογίας ήταν «προφανή» στην οκταετία του ΠΑΣΟΚ. Η κάπως διαφορετική διαμόρφωση της «κορυφής» του επίσημου λόγου ήταν συνεπώς ασήμαντη – και αυτό δείχνει ότι όχι μόνο δεν υπήρξε αλλαγή ιδεολογίας με την αλλαγή κυβερνώντος κόμματος αλλά και ότι κάθε προσπάθεια να θρυμματισθεί ο πάγος της αστικής ιδεολογίας θα είναι εξαιρετικά οδυνηρή.

Οι ιδεολογικές πρακτικές της εποχής μας – που από τον περασμένο αιώνα έχουν ονομασθεί αστικές – και η εξυπηρέτηση των αστικών συμφερόντων με τη «φερέγγυα» διαχείριση του ΠΑΣΟΚ (απόδειξη αποτελεί η ιστορική αντοχή τόσο του κόμματος αυτού ως πολιτικού μηχανισμού όσο και του ελληνικού καπιταλισμού που απήλαυσε ευρωπαϊκής υγείας υπό την πασοκική σημαία), δείχνουν ότι η μικροαστική ιδεολογία και πρακτική δεν μπορεί να κυριαρχήσει, ακόμη και αν σε ορισμένη συγκυρία οι μικροαστοί αισθάνονται τον «περήφανο» λόγο του κράτους ως περισσότερο «δικό τους». Με παραχωρήσεις και μετασχηματισμούς ανάλογους με τη συγκυρία, η αστική ιδεολογία επιδιώκει την ελαχιστοποίηση των τριβών.

Στην αστική ιδεολογική πραγματικότητα, ο A.E. υποκαθιστά το σχήμα της «μικροαστικότητας», αντιστρέφοντας ουσιαστικά τον πασοκικό μύθο περί κόμματος και αρχηγού που αρχιερατούντες πλάθουν το Νέο. Στο σχήμα του Α.Ε. υπάρχει απλώς αλλαγή πρόσημου: το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ευάγγελος αλλαγής αλλά άγγελος λαϊκιστικών κακών. Και στις δύο περιπτώσεις «τέμνει», διαπλάθει, δημιουργεί την κατάλληλη ιδεολογία – κάτι που το ΠΑΣΟΚ δεν έκανε, περιοριζόμενο στο να συμβάλλει στη διαχείριση του πολιτικού μηχανισμού και την ενίσχυση του συστήματος εξουσίας, κομίζοντας την ευαισθησία του στη συγκυρία. Συνάρθρωσε τα συστατικά της αστικής διαχείρισης στο νέο σημείο ισορροπίας που ως νικηφόρο αστικό κόμμα εξέφραζε και τα προσάρμοσε στις επί οκταετία μεταβαλλόμενες ανάγκες του ελληνικού καπιταλισμού.

Στην αριστερή κριτική που ασκήθηκε στο ΠΑΣΟΚ έχουν αντιπαρατεθεί δύο οπτικές και αντίστοιχες πολιτικές στρατηγικές. Αφενός η καταγγελία του ως αφερέγγυου, αλλοπρόσαλλου κτλ. και, αφετέρου, η θεώρηση του ως κόμματος που ενσωματώνει τα λαϊκά συμφέροντα στην αστική στρατηγική αναδιάρθρωσης, προτείνοντας μια σοσιαλδημοκρατική εκδοχή διακυβέρνησης με αναδιανομή κυμαινόμενης έντασης.

Η πρώτη – κυρίαρχη – στρατηγική οδήγησε είτε στην εξ αποτελέσματος «κριτική» υποστήριξη της Ν.Δ. και την εντολή προς το ΠΑΣΟΚ να μιμηθεί τη σοβαρότητα της, το σεβασμό στη δημοκρατία, το κράτος δικαίου κοκ. είτε στην έκκληση προς το ΠΑΣΟΚ να μετασχηματισθεί σε συνεπές σοσιαλιστικό κόμμα για την επίτευξη πραγματικής Αλλαγής σε συνεργασία με άλλους επιθυμούντες «ανάληψη διακυβέρνησης».

Η δεύτερη στρατηγική έχει μόνο μία εκδοχή. Την αντιμετώπιση (και καταγγελία) κάθε αστικού κόμματος από μαρξιστικές θέσεις με την ταυτόχρονη ανάλυση του είδους πολιτικής που ακολουθεί ένα αστικό κόμμα, στα πλαίσια και τις δεσμεύσεις του ρόλου του ως ηγεμονικού.

Το εμπόδιο που αντιμετωπίζει η ανάλυση του Α.Ε. για τη μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη γραμμή κριτικής είναι η κεντρική της έννοια: ο «λαϊκισμός» που δεν επιτρέπει την αποσύνδεση από τις αντιλήψεις περί «στρεβλού» και «αναξιόπιστου» χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ, η πρόταξη ενός στοιχείου στρατηγικής και η θεώρηση του ΠΑΣΟΚ με κυρίως ιδεολογικούς και όχι οικονομικούς – πολιτικούς όρους. Η υποτίμηση της οικονομικής διαχείρισης αποτελεί ένδειξη της οπτικής του Α.Ε. (π.χ. σ.215επ., όπου διαφαίνεται η αδιαφορία για τις επιπτώσεις της – και τη σειρά μελετών που αναλύουν το θέμα).

Το ΠΑΣΟΚ έκανε πολλά και ποικίλα, εξ ων μια αρχική «δέσμη» μέτρων σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, όπως η αύξηση των πραγματικών μισθών σε εποχές πανευρωπαϊκής μείωσης τους, οι ποικίλες μορφές έμμεσου μισθού και προπάντων η επιλογή μιας στρατηγικής για αύξηση της ανταγωνιστικότητας που λάμβανε υπόψη την παράμετρο αύξησης της ζήτησης και επιδίωκε τη συναίνεση μέσω «φιλολαϊκών» μέτρων. Αυτά φαίνεται να «διαγράφει» ο Α.Ε. στη ρώμη του λόγου περί λαϊκισμού.

Η ανάλυση του «φαινομένου» ΠΑΣΟΚ οφείλει να διακρίνει δύο επίπεδα ανάλυσης. Πρώτον, την αναφορά στο ΠΑΣΟΚ ως αστικό κόμμα που ενσωματώνει στα γενικά καπιταλιστικά συμφέροντα λαϊκές αντιστάσεις και «συμβατές» επιδιώξεις και, δεύτερον, την αναφορά στην πολιτική του πρακτική ως υλοποίηση μιας συγκεκριμένης πρότασης σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης που γνώρισε τις φραστικές και πρακτικές μεταβολές των συγκυριών και πρέπει να μελετηθεί με ιστορική ακρίβεια και εμπειρικό υλικό.

Ο «φόβος» των διανοουμένων απέναντι σε οτιδήποτε «απρόβλεπτο» είχε ιδιόμορφες συνέπειες στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ. Από τη στάση αυτή προέκυψαν «ερμηνείες» που βασίζονται στην ταύτιση της λαϊκής αντίδρασης με «αγοραίο λαϊκισμό» (άποψη που προϋποθέτει ότι υπάρχει κάτι ορθό, καλόγουστο, σεβόμενο τις οικονομικές και άλλες αναγκαιότητες και οδηγεί στην έκφραση περιφρόνησης προς τους «κατώτερους», τους «υστερικούς αυριανιστές» κοκ.) ενώ, παράλληλα, υπήρξε τάση αποσιώπησης του αστικού χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ με την αναγόρευση του σε «κόμμα μικροαστών», δηλαδή με αναγωγή του «στυλ» σε κύριο στοιχείο και υποβάθμιση των στόχων και της πρακτικής του.

Αν το ΠΑΣΟΚ «ύβρισε», όπως λέει ο Α.Ε., αυτό δεν αποτελεί το πρωταρχικό στοιχείο μιας αριστερής κριτικής. Το ΠΑΣΟΚ ήταν πάνω απ’ όλα κόμμα διαχείρισης της αστικής εξουσίας, εξίσου «σοβαρό» (και απεχθές για τους αριστερούς) με τα υπόλοιπα. Εκείνο που χρήζει ανάλυσης είναι το γιατί (και ως ποιο. βαθμό) το σημείο ισορροπίας που εξέφρασε περιελάμβανε μια (ασταθή και συγκυριακή) εξασφάλιση λαϊκών συμφερόντων, που καθιστούσε το ΠΑΣΟΚ «φιλολαϊκότερο». Χωρίς να εκφράζει αντικαπιταλιστική δυναμική και προοπτική, το ΠΑΣΟΚ κυβέρνησε αποτελεσματικά και εξακολουθεί να προβάλλει πρόταση διακυβέρνησης μετά από τη «νεοδημοκρατική» περίοδο, η οποία χωρίς να υστερεί σε λαϊκισμό και αυταρχικότητα, υπερθεματίζει στην προσπάθεια συντριβής κατακτήσεων, δείχνοντας τις ομοιότητες των αστικών κομμάτων και ακυρώνοντας τα περί λαϊκιστικής ιδιομορφίας του ΠΑΣΟΚ.

Στις αναλύσεις του Α.Ε. συνυπάρχουν τέσσερις θεματικές: (α) ο τρόπος οργάνωσης του ΠΑΣΟΚ και πειθούς των ψηφοφόρων με «λαϊκιστικές» υποσχέσεις, δηλαδή ο τρόπος δημιουργίας σχέσεων λαϊκής αντιπροσώπευσης με τις σύμφυτες στην αστική εξουσία μεθόδους λαϊκισμού, (β) ο επίσημος Λόγος του ΠΑΣΟΚ που αποτελεί παραχάραξη μαρξιστικών αναλύσεων, όταν δεν καταφεύγει σε εκσυγχρονιστικές εκδόσεις στοιχείων του αστικού πολιτικού Λόγου, (γ) οι συμμαχίες που συνήψε το ΠΑΣΟΚ, υποτάσσοντας τις λαϊκές διεκδικήσεις στα αστικά συμφέροντα και (δ) η ανάλυση της πολιτικής του με βάση τα μέτρα που εφαρμόσθηκαν και δίνουν τη δυνατότητα ερμηνείας της οκταετίας 19811989. Δια της αναφοράς στο λαϊκισμό και τη μικροαστικότητα, ο Α.Ε. τείνει να διαχύσει τα συμπεράσματα από την ανάλυση των δύο πρώτων θεματικών στις δύο άλλες που είναι για έναν μαρξιστή οι καθοριστικές – και αυτές που λιγότερο αναλύονται στο βιβλίο του.

Η απόσταση ανάμεσα στο «Καστρί» και τη συσσώρευση του κεφαλαίου δεν γίνεται σαφής, ενώ οι αναφορές σε προσωπική παντοδυναμία, αυταρχισμό, «δεινοπαθήματα» της αστικής δημοκρατίας (σ.217) και έλλειψη κάθε αστικού εκσυγχρονιστικού προγραμματισμού στο ΠΑΣΟΚ (σ.224), δείχνουν τη μη κατανόηση της αστικής διαχείρισης που έκανε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο κέρδισε δύο φορές την εκλογική πλειοψηφία, ανταποκρίθηκε στις εγκλήσεις της ελληνικής αστικής τάξης και έγινε αποδεκτό – με συμβολικές αντιδράσεις – από τους ιμπεριαλιστές συνομιλητές του, δείχνοντας ότι «σέβεται» τους οικονομικούς και πολιτικούς «νόμους».

Η «ομαλή» λειτουργία του κατασταλτικού και ιδεολογικού μηχανισμού και η επιτυχής στρατηγική στερέωσης του ελληνικού καπιταλισμού μεταξύ των ηγετικών χωρών της Ευρώπης, δεν μπορεί να συγκαλυφθεί με σημειολογικές αναλύσεις για τον Αρχηγό, το «μπαλκόνι» και την «παρακμή», όσο και αν αυτές έχουν σημασία στη διάγνωση του «πνεύματος των καιρών».

Ας μας επιτραπεί, τέλος, και μια «υφολογική» παρατήρηση. Είναι φανερή η προσπάθεια του Α.Ε. να χρησιμοποιήσει τρόπους έκφρασης έκθεσης που έρχονται σε ρήξη τόσο με τον «σοβαρό» στην αποστείρωση του ακαδημαϊκό λόγο όσο και με τη μορφή λόγου της Αριστεράς που υποδηλώνει η έκφραση «ξύλινη γλώσσα».

Τα «σωστά ελληνικά» του Α.Ε. αποτελούν συνδυασμό λογοτεχνικής εκζήτησης, ιμπρεσσιονιστικής λαϊκότητας και ελεγχόμενου «πάθους». Στο βαθμό όμως που η αναμφισβήτητη (τουλάχιστο για τον υπογράφοντα) απόλαυση της ανάγνωσης τείνει να καλύψει την εννοιολογική χαλαρότητα, μια τέτοια επιλογή δεν δικαιώνεται. Αν είναι αναγκαίο να ασχοληθούμε ξανά με την περίοδο της δικτατορίας του ’67, τι εξυπηρετεί η τριπλή εξαγγελία ότι αλλιώς «τίποτε δεν μπορεί να εξηγηθεί, τίποτε δεν μπορεί να ερμηνευτεί, κανένας κόμπος δεν μπορεί να λυθεί» (σ.73); Ερμηνείας χάριν ή αναλύσεως δίκην;

Αυτό που χαρακτηρίζει τη μελέτη του Α.Ε. είναι η διαρκής διακύμανση μεταξύ χρονογραφίας και ανάλυσης της ελληνικής κοινωνίας. Αν το κείμενο του διεκδικεί επάξια την καταγωγή από τις συγκυριακές αναλύσεις που βρίσκουμε στον Μαρξ, δεν είναι ωστόσο απαλλαγμένο από την ερμηνευτική «ασυγχρονία» των κειμένων αυτών. Όπως είναι όμως γνωστό, ο Μαρξ προσπαθούσε να διορθώσει τις «ασυγχρονίες» με την ακρίβεια και τη βασανιστική αυστηρότητα της εκ των υστέρων ανάλυσης.

Δημήτρης Δημούλης

(1) Για το τελευταίο επιχείρημα γίνεται επίκληση μιας φράσης του Ε.Μπαλιμπάρ. Η φράση αυτή (την οποία δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε στο παραπεμπόμενο από τον Α.Ε. κείμενο) δεν ενισχύει την άποψη του Α.Ε. διότι δεν αναφέρεται σε “κυρίαρχο” ρόλο της μικροαστικής τάξης, αλλά, αντίθετα, στην αποκλειστική κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας, μέσα από την “επεξεργασία” που γνωρίζει και την ενσωμάτωση λαϊκών αντιλήψεων που επιτυγχάνει, ηγεμονεύοντας επ’ αυτών. (Ως προς τις ενδιαφέρουσες θέσεις του Μπαλιμπάρ για την έννοια της ιδεολογίας και τη “διαλεκτική” των εννοιών κυρίαρχη κυριαρχούμενη ιδεολογία βλ. πρόσφατα Ecrits pοur Althusser, Paris 1991, σ.114επ.).


 

Στον αστερισμό του λαϊκισμού

 

“Καθημερινή”

Της Ολγας Σελλα –

Κάθε φορά, ανάλογα με τις εποχές και τις συνθήκες, βλέπουμε με διαφορετικό μάτι τα ίδια πράγματα. Είτε γιατί εμείς είμαστε διαφορετικοί, είτε γιατί οι άλλοι μας «δείχνουν» περισσότερα. Τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη τις είχα ξαναδεί πριν από τέσσερα χρόνια, πάλι στην Επίδαυρο.

Την περασμένη Παρασκευή όμως τις είδα με άλλη ματιά. Ισως γιατί με τη γενιά του σκηνοθέτη της παράστασης, Νίκου Μαστοράκη, έχω τις ίδιες παραστάσεις και προφανώς έχουμε κακοπάθει από τα ίδια πράγματα σ’ αυτόν τον τόπο. Διόλου τυχαία λοιπόν, ο Νίκος Μαστοράκης στάθηκε στις ευκολίες, στις μαγκιές και στη lifestyle αισθητική που κυριάρχησαν, μαζί με την ψευδαίσθηση της ευμάρειας και την επιλογή της πρόκλησης και της αμαθούς αυθάδειας στη συμπεριφορά επωνύμων και ανωνύμων σ’ αυτόν τον τόπο. Διόλου τυχαία -αντιθέτως, πολύ εύστοχα- επέλεξε να παραπέμψει τις μορφές (και κυρίως τις φωνές) του Δίκαιου και του Αδικου Λόγου στον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, θέλοντας να τονίσει το χρονικό σημείο μιας μεγάλης και πολυποίκιλης αλλαγής που συντελέστηκε σ’ αυτή την κοινωνία. Γι’ αυτό και διόλου τυχαία, και με αφορμή την παράσταση και ό,τι αυτή ανακάλεσε, ήρθε στο νου ένα βιβλίο που είχε πρώτο επισημάνει και σχολιάσει τότε όσα έγιναν φανερά -και επικίνδυνα πια- πολύ αργότερα. Ο ιστορικός Αγγελος Ελεφάντης εξέδωσε το βιβλίο του «Στον αστερισμό του λαϊκισμού» το 1991.

«Ο λαϊκισμός δεν έχει κοινωνικό σχέδιο διακριτό. Ούτε ουτοπικό, ούτε σοσιαλιστικό, ούτε μεταρρυθμιστικό. Σε μια κατάσταση κρίσης, με έκδηλα αδιέξοδα και συνειδητοποιημένες δυσλειτουργίες του συστήματος, απαντά με τη φενάκη της πολιτικής βούλησης, με μια βουλησιαρχική έπαρση ότι η νέα εξουσία, καθ’ όσον λαϊκή άρα ανιδιοτελής, μπορεί «να λύσει το πρόβλημα». Λύση του προβλήματος είναι ο εαυτός της. (…) Ο λαϊκιστικός βολονταρισμός, άλλωστε, ήταν αυτός που εξέθρεψε τις πρακτικές του αυταρχικού κρατισμού και τα φαινόμενα ανομίας, διότι η πολιτική βούληση, σε τελευταία ανάλυση, υποκαθιστά την αντικειμενικότητα των θεσμών, αλλά και προδίδει μια περιφρόνηση προς το δικαιικό σύστημα. Ετσι το ισχυρό κράτος εύκολα κατολισθαίνει στον αυταρχισμό», έγραφε.

Είκοσι ένα χρόνια μετά, όλες εκείνες οι επισημάνσεις είναι κάτι παραπάνω από παρούσες, στην πολιτική έκφραση, στην κοινωνική συμπεριφορά, στο αξιακό σύστημα. Και το χειρότερο είναι ότι έχει εξαπλωθεί σε όλο το φάσμα της πολιτικής σκηνής, από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά (ή την όχι και τόσο άκρα…). Και εύκολα όσοι επιμένουν να εκφέρουν έναν άλλον τρόπο σκέψης εκτός από φωνές και συνθήματα χαρακτηρίζονται ελίτ, «δεξιές ή αριστερές, οι διανοούμενοι δηλαδή, οι οποίοι με το έργο τους μπορούν να φέρνουν μερικές φορές σοβαρά ενοχλήματα στις εύπεπτες ιδεολογίες» σημείωνε ο Αγ. Ελεφάντης. Μόνο που το 1991 οι ελίτ έδιναν μάχες. Σήμερα;

 

commonality.gr

 

...