Χρειάστηκαν τρεις προσπάθειες μέχρι να τα καταφέρουν να την κατεβάσουν. Τελικά πέφτει πάνω τους η σημαία. Επιτέλους, είναι πια στα χέρια τους η σημαία του κατακτητή. Κόβουν ένα κομμάτι γύρω από τη σβάστικα, πετούν την υπόλοιπη σε ένα κοντινό ξεροπήγαδο να μη βρεθεί πάνω τους. Κατεβαίνουν γρήγορα. Την επόμενη μέρα οι Γερμανοί εκδίδουν ανακοίνωση: «οι ένοχοι και συνεργοί αυτών θα τιμωρηθούν διά της ποινής του θανάτου». Μόνο μετά τον πόλεμο ο λαός θα μάθει τα ονόματα. Στις 25 Μαρτίου 1945 θα τα δημοσιεύσει ο «Ριζοσπάστης».
Μανώλης Γλέζος και Λάκης Σάντας.
Είχαν ανεβεί στην Ακρόπολη στις 9.30 το βράδυ, σα σήμερα, 30 προς 31 Μαΐου 1941. Με μόνα εργαλεία ένα φανάρι κι ένα μικρό μαχαίρι. Από τον περίβολο της Ακρόπολης πήδηξαν τα συρματοπλέγματα και έφτασαν στη σπηλιά του Πανδρόσειου Άντρου, μιας μικρής στοάς δυτικά από το Ερέχθειο. Τρύπωσαν στη σκοτεινή σπηλιά και ανέβηκαν στις σκαλωσιές των αρχαιολόγων. Το ύψος τους ξεπερνούσε τα 30 μέτρα.
Ο Σάντας θα διηγηθεί χρόνια μετά: «Είχε ένα τέταρτο της Σελήνης και επικρατούσε ησυχία εκεί όπου ήμασταν. Στο βάθος ακούγαμε χάχανα, καθώς οι στρατιώτες γιόρταζαν για τη νίκη της Κρήτης». Το ίδιο πρωί είχε γίνει γνωστό ότι είχε πέσει και το τελευταίο τμήμα της ελληνικής επικράτειας. Όλη η χώρα ήταν υπό κατοχή.
Όλα έγιναν έναν μήνα μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Στην Ακρόπολη κυμάτιζε καθημερινά η σβάστικα. Μέχρι τη στιγμή που την κατέβασαν οι δύο 19χρονοι. Είχαν μόλις αποφοιτήσει από το 4ο Γυμνάσιο Αρρένων και ξεκινούσαν τις σπουδές τους. Ο Μανώλης Γλέζος στην Ανωτάτη Εμπορική, ο Λάκης Σάντας στη Νομική. Ήταν μια από τις πρώτες αντιστασιακές πράξεις στην Ευρώπη. Πράξη σύμβολο του αντιφασιστικού αγώνα.
Είναι ο λόγος που η ελληνική Ακροδεξιά δεν έπαψε ποτέ να αμφισβητεί την κορυφαία αντιστασιακή ενέργεια και τους πρωταγωνιστές Γλέζο και Σάντα με αστεία επιχειρήματα. Η πράξη τους ανατρέπει το μονοπώλιο του «εθνικόφρονος πατριωτισμού» στο οποίο επιδίδεται συστηματικά. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προσπάθεια κατασκευής ως αντίπαλου δέους ενός δικού της μύθου, του εύζωνα Κωνσταντίνου Κουκίδη, ο οποίος δήθεν τυλίχτηκε με την ελληνική σημαία και έπεσε από τον βράχο της Ακρόπολης. Καμία ιστορική απόδειξη δεν έχει ποτέ επιβεβαιώσει την ύπαρξή του.
Για τον ηρωισμό των Γλέζου και Σάντα εύγλωττα είναι δυο αντίθετα δημοσιεύματα της εποχής.
«Το Ελληνικόν Εθνος απεδέχθη την σημαίαν του Νέου Ράιχ, που εδημιούργησεν η μεγαλοφυής διάνοια του Αδόλφου Χίτλερ […] ως εν σύμβολον δικαιοσύνης, ευνομίας και πολιτισμού. Και είναι βέβαιον ότι, αν οι δράσται του εγκλήματος της Ακροπόλεως περιήρχοντο εις χείρας του ελληνικού λαού, θα ελυντσάροντο από αυτόν τον ίδιον ως εχθροί της Πατρίδος μας», Βραδυνή, 1.6.1941
«Ολοι οι Αθηναίοι ενθυμούνται ακόμη τον ειλικρινή ενθουσιασμόν που τους ενέπνευσε το κατόρθωμα αυτό -μοναδικόν εις την ιστορίαν της Γερμανοκρατούμενης Ευρώπης- και την απερίγραπτον λύσσαν που προκάλεσεν εις τους Γερμανούς, φθάσαντας μέχρι του να καταδικάσουν όλους τους Αθηναίους εις την τιμωρίαν του κλεισίματος εις τα σπίτια των από τας οκτώ το βράδυ. Χαιρετίζομεν και ημείς με συγκίνησιν τους δύο αυτούς νεαρούς Ελληνας που λέγονται Απόστολος Σάντας και Εμμανουήλ Γλέζος. Μας λέγουν ότι είναι κομμουνισταί. Δεν μας ενδιαφέρει. Η πράξις των ήτο καθαρά ελληνική». Εστία, 26.3.1945