Στις 24 Ιουλίου 1974 ο στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης, «μπροστινός» της απάνθρωπης χούντας του Ιωαννίδη, που βασάνισε εκατοντάδες 20χρονα παιδιά για να εκδικηθεί την εξέγερση του Πολυτεχνείου, έκανε το αποφασιστικό βήμα. Διαπραγματεύτηκε την παράδοση της εξουσίας στους πολιτικούς με αντάλλαγμα την προσωπική του αμνήστευση αλλά και τη συγκάλυψη της υπόθεσης της Κύπρου, όπου η χούντα αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία. Χρειάστηκαν μερικές χειραψίες και η δημοκρατία στη χώρα είχε αποκατασταθεί. Ο Καραμανλής, ο οποίος επί επτά χρόνια στο Παρίσι δεν είχε κάνει την παραμικρή δήλωση κατά της στρατιωτικής δικτατορίας, ήρθε θριαμβευτικά για να αναλάβει τα ηνία τής Ελλάδας.

, 47 χρόνια δημοκρατίας / Τέσσερις και μία τομές της Μεταπολίτευσης, INDEPENDENTNEWS

Η αλλαγή αυτή έγινε δεκτή με διάφορους τρόπους. Κάποιοι απέδωσαν μεσσιανικά χαρακτηριστικά στον Καραμανλή, που ερχόταν να αποκαταστήσει τη δημοκρατία, τη σταθερότητα και το καταρρακωμένο πολιτικό κύρος τής Δεξιάς στη χώρα. Κάποιοι άλλοι βιάστηκαν να σνομπάρουν τις εξελίξεις μιλώντας για λάχανα και μπρόκολα ή για νατοϊκές αλλαγές φρουράς. Η πραγματικότητα ήταν, όπως πάντα, πιο σύνθετη. Η Μεταπολίτευση δεν έκλεισε, όπως θα ήθελαν κάποιοι, τις συζητήσεις για περισσότερη δημοκρατία, ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη στον τόπο. Αντίθετα, τα επόμενα χρόνια οι κοινωνικές συγκρούσεις γύρω από αυτά τα ζητήματα επρόκειτο να είναι ιδιαίτερα έντονες και μαχητικές. Από την άλλη, όμως, πέρα από την ισοπεδωτική λογική τού λάχανου και του μπρόκολου, η Μεταπολίτευση συνδέεται με ορισμένες εξαιρετικά σοβαρές τομές. Τομές στις οποίες ο Καραμανλής συνέβαλε, για τους δικούς του, φυσικά, λόγους.

Τομή πρώτη: Η αποχώρηση του στρατού από την πολιτική

Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 ο στρατός παρέμενε ένα έξαλλο προπύργιο του αντικομμουνιστικού αγώνα, ένας τεράστιος μηχανισμός στην υπηρεσία τού μετεμφυλιακού κράτους τής Δεξιάς – και βεβαίως του ίδιου του Καραμανλή. Στο εσωτερικό του στρατεύματος, όπου δεν υπήρχε ίχνος χώρου για δημοκρατικούς αξιωματικούς, φύτρωναν σαν τα μανιτάρια οι ακροδεξιές σέχτες, μία από τις οποίες έκανε το πραξικόπημα του 1967. Ο Στρατός που παρέλαβε ο Καραμανλής το 1974 ήταν ακόμα χειρότερος. Η ανώτατη ιεραρχία ήταν φυσικά άμεσα διατεθειμένη να τον υπακούσει, αλλά οι μεσαίοι και κατώτεροι αξιωματικοί ήταν στη μεγάλη τους πλειονότητα φανατικά πιστοί στον Ιωαννίδη. Μέσα στις στρατιωτικές υπηρεσίες η ανάγνωση της Καθημερινής ή των Νέων μπορούσε να θεωρηθεί ένδειξη κομμουνιστικής παρέκκλισης.

Ο Καραμανλής δεν πείραξε σχεδόν τίποτα από τη στρατιωτική πυραμίδα. Δεν χρειαζόταν άλλωστε. Η αίσθηση ότι ο στρατός δεν πολυσυμπαθούσε τη δημοκρατία και πειθαρχούσε στον Καραμανλή και μόνο ήταν εξαιρετικά βολική σε εκείνη τη συγκυρία, ώστε να αντιλαμβάνεται ο κόσμος την ουσία του διλήμματος «Καραμανλής ή τανκς». Η διαχείριση της κατάστασης επί του πεδίου ανατέθηκε στον Ευάγγελο Αβέρωφ, ο οποίος είχε τεράστια δυνατότητα συνεννόησης με τους ακροδεξιούς μηχανισμούς. Ο Αβέρωφ ανέλαβε την υπεράσπιση του στρατού απέναντι στις επιθέσεις τής αντιπολίτευσης, που απαιτούσαν κάθαρση, αποχουντοποίηση και αποφασιστικό εκδημοκρατισμό των Ενόπλων Δυνάμεων. Και μολονότι η εσωτερική του ιδεολογία δεν άλλαξε εντυπωσιακά, ο στρατός κρατήθηκε έκτοτε μακριά από παρεμβάσεις στα πολιτικά ζητήματα.  Έμεινε απαθής ακόμα και στην ιστορική πολιτική αλλαγή του 1981 όταν η αποφασιστική του επέμβαση ήταν κρυφός πόθος και τελευταία ελπίδα των περισσότερων οπαδών τής Δεξιάς.

 

Τομή δεύτερη: Η αβασίλευτη δημοκρατία

Το παλάτι στην Ελλάδα είχε πάρει δραστήρια μέρος σε όλες τις εθνικές διαιρέσεις, από τον διχασμό του 1916, τη διαίρεση βενιζελικών – αντιβενιζελικών και τη δικτατορία Μεταξά, μέχρι τον Εμφύλιο και τη μετεμφυλιακή εικοσαετία. Με βάση αυτή την ιστορική εμπειρία, για τον προοδευτικό κόσμο ο θρόνος ήταν το προπύργιο της αντίδρασης στη χώρα. Η εμπλοκή του 25χρονου βασιλιά Κωνσταντίνου στο Ιουλιανό πραξικόπημα του ’65 και αργότερα η συμβολική κίνησή του να ορκίσει τη χούντα ήταν το έσχατο σκαλοπάτι τής πολιτικής ανυποληψίας.

Από την άλλη, για το σύνολο της Δεξιάς, από την αστική κοινοβουλευτική της εκδοχή μέχρι τα Τάγματα Ασφαλείας, ο βασιλιάς ήταν στοιχείο συσπείρωσης και βασική ιδεολογική αναφορά. Το 1963, όμως, η πίεση του Ανένδοτου Αγώνα που διεξήγαγε ο προοδευτικός κόσμος για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα προκάλεσε ρήξη ανάμεσα στον Καραμανλή και στο παλάτι και την αποχώρηση του αρχηγού τής Δεξιάς από την πολιτική. Με βάση αυτό το προηγούμενο, ο Καραμανλής το ’74 δεν είχε ούτε λόγο ούτε όρεξη να αποκαταστήσει τον Γλίξμπουργκ στην κορυφή του πολιτεύματος, δηλαδή ακριβώς πάνω από το κεφάλι του. Προκήρυξε το δημοψήφισμα, στο οποίο ο ίδιος κράτησε ουδετερότητα, ενώ απαγόρευσε στους πολιτευτές του να πάρουν μέρος στην προεκλογική εκστρατεία υπέρ οποιουδήποτε μέρους. Τη Βασιλευομένη Δημοκρατία υπερασπίστηκαν κάτι παρηκμασμένοι αυλικοί και την Αβασίλευτη, με τεράστιο ενθουσιασμό, όλος ο δημοκρατικός κόσμος. Η Αβασίλευτη σάρωσε, ενώ παράλληλα άνοιξε και ο δρόμος του Καραμανλή για το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα.

Τομή τρίτη: Η νομιμοποίηση του ΚΚΕ

Η κατάργηση των αντικομουνιστικών νόμων και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ μετά από 27 χρόνια διωγμών και παρανομίας ήταν επίσης μια αποφασιστική κίνηση του Καραμανλή αμέσως μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε ως αιτία πολέμου από την Ακροδεξιά και αντιμετωπίστηκε με πολύ σοβαρές επιφυλάξεις ακόμα και μέσα στο καραμανλικό στρατόπεδο. Για τη διατήρηση των ισορροπιών, το σχετικό νομοθετικό διάταγμα της κυβέρνησης εθνικής ενότητας υποχρέωνε το ΚΚΕ και το ΚΚΕ Εσωτερικού να προβούν σε δημόσια δήλωση στον  Άρειο Πάγο ότι είναι αντίθετα σε κάθε ενέργεια που αποσκοπούσε στη βίαιη κατάληψη της εξουσίας και την ανατροπή τού δημοκρατικού πολιτεύματος, κάτι που φυσικά έκαναν εξηγώντας πολιτικά τους λόγους. Ωστόσο, σε μικρότερες κομμουνιστικές ομάδες, που κατηγόρησαν τα δύο κόμματα για συμβιβασμό, επιτράπηκε να πάρουν μέρος στις εκλογές χωρίς να υπογράψουν τη δήλωση αυτή.

Η ιστορική αυτή πρωτοβουλία του Καραμανλή -που σε καμία περίπτωση δεν τον αθωώνει από τον αυταρχισμό και τον επιθετικό συντηρητισμό τής εν συνεχεία διακυβέρνησής του- δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στη δημοκρατική του ευαισθησία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της εποχής εκείνης, είχε κριθεί αναγκαία γιατί χωρίς την τυπική αποκατάσταση όλων των πολιτικών ελευθεριών στη χώρα θα ήταν πολύ δύσκολο να επιτευχθεί η σύνδεση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.

Τομή τέταρτη: Η σύνδεση με την ΕΟΚ

Η επανασύνδεση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα θεωρήθηκε τεράστια πολιτική επιτυχία του Καραμανλή και προβλήθηκε κατά κόρον ως κορωνίδα του μεταπολιτευτικού πολιτικού του έργου. Προφανώς το με ποιους διαφορετικούς όρους θα μπορούσε να γίνει και αν τελικά ωφέλησε ή στρέβλωσε την ανάπτυξη της χώρας είναι μια μεγάλη συζήτηση. Από πολιτικής άποψης, όμως, είναι γεγονός ότι η σύνδεση αυτή ήταν μια ουσιαστική τομή γιατί έδειχνε να απομακρύνει αποφασιστικά τους σοβαρούς κινδύνους εκτροπής από τη δημοκρατική ομαλότητα. Αυτό ήταν κάτι που μέτρησε στις διαθέσεις και στην ψυχολογία του κόσμου.

Η πέμπτη τομή: Το οριστικό τέλος του Εμφυλίου

Η αδρανοποίηση του αντικομουνιστικού κράτους, μολονότι έγινε μία δεκαετία από τη Μεταπολίτευση, θα πρέπει να θεωρηθεί ώριμος καρπός τής ιστορικής εκείνης μεταβολής, καθώς έχει τις ρίζες της στις κοινωνικές και δημοκρατικές διεκδικήσεις που εντάθηκαν μετά την πτώση τής δικτατορίας

Στην πραγματικότητα, το καραμανλικό κράτος τής Μεταπολίτευσης δεν εγκατέλειψε τις πρακτικές τής προδικτατορικής Δεξιάς. Οι φάκελοι συνέχισαν να ενημερώνονται, ο στρατός εξακολούθησε να παρακολουθεί τα φρονήματα των οπλιτών, η Ασφάλεια επιτηρούσε τα πανεπιστήμια και τη συνδικαλιστική δραστηριότητα, ενώ οι πολιτευτές τής Νέας Δημοκρατίας διαγκωνίζονταν για τις πρώτες θέσεις στις γιορτές μίσους στου Μακρυγιάννη και στον Γράμμο. Την υπέρβαση του υστερικού αντικομουνιστικού χαρακτήρα που χαρακτήριζε το μετεμφυλιακό κράτος την πιστώνεται η κυβέρνηση Παπανδρέου με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, την κατάργηση των ΤΕΑ και της Γενικής Διεύθυνσης Ασφάλειας και την απαλλαγή τής υπαίθρου από τον χωροφύλακα – φόβητρο.

Μερικώς διευθετήθηκε και το τεράστιο θέμα του επαναπατρισμού των πολιτικών προσφύγων, μόνο όμως για όσους δεν είχαν δηλώσει «σλαβομακεδόνες» στο γένος. Η ατελής αυτή ρύθμιση δημιούργησε πολύ σοβαρά προβλήματα, εμποδίζοντας ανθρώπους που είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα όχι μόνο να επιστρέψουν αλλά και να επισκεφθούν ως ταξιδιώτες τα χωριά τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, αδέλφια που είχαν βρεθεί ως πολιτικοί πρόσφυγες σε διαφορετικές ανατολικές χώρες και είχαν απογραφεί με διαφορετικό τρόπο βρέθηκαν να έχουν διαφορετικά δικαιώματα επαναπατρισμού.  Έστω κι έτσι όμως, ένα παγιωμένο καθεστώς απαγόρευσης είχε διαρραγεί.

Υπό την ηγεσία του Αβέρωφ, η Δεξιά αντέδρασε έντονα στις αλλαγές αυτές κατηγορώντας τον Παπανδρέου ότι για ψηφοθηρικούς λόγους «έδινε συγχωροχάρτι στο ΚΚΕ». Λίγο αργότερα πάντως, την προεδρία της Ν.Δ. θα αναλάμβανε ο Κ. Μητσοτάκης, ο οποίος, άσχετα με όσα του έχει καταλογίσει η Ιστορία, δεν είχε καμία έγνοια να δώσει τέτοιου είδους μάχες οπισθοφυλακής.

Η αδρανοποίηση του αντικομμουνιστικού κράτους, μολονότι έγινε μία δεκαετία από τη Μεταπολίτευση, θα πρέπει να θεωρηθεί ώριμος καρπός τής ιστορικής εκείνης μεταβολής, καθώς έχει τις ρίζες της στις κοινωνικές και δημοκρατικές διεκδικήσεις που εντάθηκαν μετά την πτώση της δικτατορίας.  Έτσι, η ουσιαστική λήξη του Εμφυλίου 35 ολόκληρα χρόνια μετά το τέλος τής ένοπλης σύγκρουσης ήρθε να προστεθεί στην πτώση της βασιλείας, τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, τον τερματισμό των παρεμβάσεων του στρατού και τη δημοκρατική σταθεροποίηση που έφερε η σύνδεση με την Ευρώπη, κάνοντας την Ελλάδα εντελώς διαφορετική από αυτό που ήταν ολόκληρη την πρώτη τριακονταετία μετά το τέλος του πολέμου.

Η ΑΥΓΗ