Σιμόνε Πιεράνι*/ Il Manifesto: Η κινητική απραξία της Κίνας στον πόλεμο της Ουκρανίας

0
1294

–Il Manifesto–  

Μετάφραση Τόνια Τσίτσοβιτς

Τι θα κάνει η Κίνα; Το ερώτημα έχει γίνει ένα είδος ρεφρέν από τη στιγμή που άρχισε η ρωσική εισβολή και στη συνέχεια εντάθηκε, αφού οι ρωσικοί βομβαρδισμοί έπληξαν αμάχους και η αμερικανική πίεση –για να πάρει το Πεκίνο σαφή θέση– άρχισε να ενσταλάζει την αμφιβολία ότι η Κίνα είναι πιθανό να στηρίξει οικονομικά και στρατιωτικά τη Ρωσία (γεγονότα που μέχρι στιγμής δεν έχουν συμβεί, ενώ η Κίνα διασαφήνισε πολλές φορές ότι δεν έλαβε κανένα αίτημα για στρατιωτικό εξοπλισμό από τη Μόσχα).

Το Πεκίνο, στην πραγματικότητα, άφησε να εννοηθεί ότι η περιπέτεια του Πούτιν μπορεί να εξελιχθεί σε συμφορά: δεν υπάρχει μια ορθολογική αιτία για να στηρίξει το ΚΚΚ μια παρόμοια πρωτοβουλία, που θα οδηγήσει πάνω απ’ όλα σε αταξία και απροβλεψία, αυτό που η Κίνα φοβάται περισσότερο.

Για το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας και το μεικτό modus operandi που χρησιμοποιεί, μεταξύ λενινισμού και κομφουκισμού (τουλάχιστον στα λόγια), το σημαντικότερο είναι η τάξη, τόσο εσωτερική όσο και διεθνής, βασική προϋπόθεση για την «καλή διακυβέρνηση», για την «αρμονία», τη σταθερότητα και πάνω απ’ όλα γιατί οι δουλειές μπορούν να συνεχιστούν χωρίς εμπόδια. Ο πόλεμος είναι το άκρο άωτο της αταξίας, του χάους, της αδυναμίας να συνεχίσει κανείς όπως πριν. Ένας πόλεμος υπονομεύει την αντίληψη της ασφάλειας, όπου «ασφάλεια της Κίνας», εκτός των άλλων, για τους αξιωματούχους του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας σημαίνει «ασφάλεια για το ΚΚΚ».

Εξάλλου, ο ίδιος ο Σι Ζινπίνγκ στον δίωρο διάλογό του με τον Μπάιντεν την προηγούμενη Παρασκευή διασαφήνισε ότι ο πόλεμος, οι κυρώσεις και η υποτροπή του Covid (που χθες στην Κίνα είχε τα πρώτα δύο θύματα μετά από πάνω από ένα χρόνο και έστειλε πάλι δύο χρόνια πίσω τη χώρα με κλείσιμο πόλεων, εργοστασίων και διαμετακομιστικών κέντρων, με όλα όσα συνεπάγονται για τα παγκόσμια  δίκτυα) είναι πολύ σοβαρές ανησυχίες για την ηγεσία του Πεκίνου. Αναλογικά, τα σήματα που ήρθαν από το οικονομικό μέτωπο δείχνουν ότι η Κίνα, μολονότι ασκεί κριτική, τηρεί τις κυρώσεις και δεν φαίνεται να έχει πρόθεση να αλλάξει συμπεριφορά.

Πόσο μάλλον που το Πεκίνο δεν μπορεί να θυσιάσει τις εμπορικές συναλλαγές με την ΕΕ και τις ΗΠΑ έναντι μιας απομόνωσης για να στηρίξει έναν εταίρο μικρότερων διαστάσεων όπως η Ρωσία, ιδιαίτερα σε μια στιγμή κατά την οποία η οικονομία της επιβραδύνεται (οι εκτιμήσεις για ανάπτυξη 5,5% είναι οι χαμηλότερες εδώ και τριάντα χρόνια) και κάποιες μεταρρυθμίσεις –συντάξεις και φόρος κατοικίας– ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, προς στιγμή, έχουν παραμεριστεί.

Γιατί λοιπόν η Κίνα δεν αποκηρύσσει οριστικά τον Πούτιν και τον πόλεμό του στην Ουκρανία; Υπάρχουν πολλοί λόγοι σκοπιμότητας, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι αυτός που επένδυσε τόσο πολύ σε μια σχέση με τη Μόσχα ήταν πρώτα και κύρια το νούμερο ένα της Κίνας, ο Σι Ζινπίνγκ. Το να πει ότι ο Πούτιν  είναι ένας τυχοδιώκτης ή εγκληματίας θα σήμαινε ότι ο ηγέτης που ετοιμάζεται να επιτύχει (τον Οκτώβριο, στο εικοστό συνέδριο) μια ιστορική τρίτη θητεία έκανε εντελώς λάθος στους υπολογισμούς του. Ο Σι Ζινπίνγκ και η κλίκα των αξιωματούχων του που βρίσκονται στα κορυφαία επίπεδα θα έχαναν την αξιοπιστία τους, τόσο σε διεθνές επίπεδο, όσο και σε εσωτερικό. Αυτό πιθανά να μην συνεπαγόταν προβλήματα για τον Σι, αλλά οι κίνδυνοι των εσωτερικών συγκρούσεων στο ΚΚΚ είναι απρόβλεπτοι, εκτός από το να είναι σχεδόν πάντα ανεξιχνίαστοι.

Η Κίνα, από τη δική μας δυτική άποψη, είναι μια γη αντιθέσεων (το μοντέλο της εξάλλου ορίζεται από τους Κινέζους ως «σοσιαλισμός της αγοράς»), στην οποία πρέπει να προσθέσουμε την άποψη αυτής της ιστορικής στιγμής, δηλαδή «ότι είναι με τη Ρωσία χωρίς να είναι με τη Ρωσία»: στη Δύση περιμένουμε μια ξεκάθαρη απάντηση, όπως θα τη θέλαμε εμείς, υπό τη μια έννοια ή υπό την άλλη. Δεν θα συμβεί, τουλάχιστον όχι τώρα, γιατί η Κίνα προχωρά με τρόπο βαθμιαίο, περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να «αποκαλυφθεί», φοβάται το απρόβλεπτο των γεγονότων και επικεντρώνεται στο να βρεθεί έτοιμη σε νέα σενάρια. Η υπόθεση του Πεκίνου ως διαμεσολαβητή, άρα, δεν μπορεί να θεωρηθεί στην ημερήσια διάταξη.

Όπως εξήγησε στο manifesto η Τζούλια Σοράτι, αναλύτρια της ασιατικής γεωπολιτικής του Πανεπιστημίου του Τρέντο μετά τη διαδικτυακή συνάντηση μεταξύ Μπάιντεν και ΣΙ, «Όπως περίμεναν οι διάφοροι παρατηρητές, δεν υπήρξε μεγάλη πρόοδος στη διαδικτυακή συζήτηση μεταξύ Μπάιντεν και Σι. Στο θέμα του πολέμου στην Ουκρανία το Πεκίνο δεσμεύτηκε να παρέχει βοήθεια στα θύματα της σύρραξης. Η Κίνα έχει αρχίσει να επικεντρώνεται πάνω σ’ αυτό όλο και περισσότερο μετά την κριτική – εθνική και διεθνή– που υπέστη τις τελευταίες εβδομάδες λόγω της διατήρησης μια ρητορικής, αν όχι ουδέτερης, τουλάχιστον πολύ προσεκτικής. Δεν μπορεί να περιμένει κανείς τίποτε περισσότερο σε μια παρόμοια συνάντηση, κάτω από τους προβολείς όλου του κόσμου».

Για τη συμμαχία – τη «στρατηγική σχέση εταίρων», όπως την ονομάζουν στο Πεκίνο – με τη Ρωσία, στην Die Zeit ο Τσενγκ Γιονγκνιάν, ένας κινέζος πολιτειολόγος, διευκρίνισε ότι «Θα ήταν στρατηγικό λάθος να υπάρξει συμμαχία με τη Ρωσία. Μα τι είναι μια «φιλία χωρίς σύνορα»; Κάθε σχέση μεταξύ κρατών έχει σύνορα. Δεν πρέπει να το αντιλαμβανόμαστε στην κυριολεξία. Ας θυμηθούμε ότι ο Μάο Τσετούνγκ διέλυσε τη συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση πολύ σύντομα στη δεκαετία του ‘50. Μερικοί πιστεύουν ότι η Ρωσία θα γίνει ένα κράτος υποτελές στην Κίνα. Αυτό δεν θα συμβεί. Η Ρωσία είναι η Ρωσία, η Κίνα είναι η Κίνα». Πάνω σ’ αυτό το θέμα εκφράστηκαν πολλοί κινέζοι διανοούμενοι, ακόμη και τις πρώτες μέρες του πολέμου, όταν το κινεζικό ενημερωτικό οικοσύστημα είχε καθαρά φιλορωσικές θέσεις (τις τελευταίες μέρες αντίθετα παρατηρήσαμε πώς για παράδειγμα η κινεζική κρατική τηλεόραση πρόβαλε εικόνες βομβαρδισμών αμάχων, δίνοντας μια νέα αφήγηση για τα όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία).

Μετά την επιτυχία μιας ανάλυσης του Χου Βέι, ενός συμβούλου της κινεζικής κυβέρνησης, ο οποίος έχει κριτική στάση απέναντι στον Πούτιν και του οποίου το άρθρο λογοκρίθηκε αλλά εξακολούθησε να γυρίζει στο WeChat, είπαν και άλλοι τη γνώμη τους ξεκάθαρα. Για παράδειγμα ο Κιν Χούι, πρώην καθηγητής Ιστορίας στο αξιόλογο Tsinghua University έγραψε ότι «πρέπει να σημειώσουμε ότι ενώ ο Πούτιν καταδικάζει τον Λένιν και τους μπολσεβίκους, δεν λέει ούτε κουβέντα για την καταπίεση των εθνοτικών ομάδων ή για την ιμπεριαλιστική επέκταση της τσαρικής Ρωσίας, και, αν δούμε προσεκτικά, εκφράζει ξεκάθαρα την επιθυμία του για την κληρονομιά της αυτοκρατορικής Ρωσίας και τη δυσαρέσκειά του για τους μπολσεβίκους που τη διέλυσαν. Παλαιότερα, όταν ο Μάο Τσετούνγκ, σε μια αντισοβιετική στιγμή, αποκάλεσε το ΚΚΣΕ «νέο τσάρο», ίσως αυτό να μην ήταν εντελώς σωστό, τουλάχιστον από ιδεολογική άποψη, αλλά ο «αυτοκράτορας Πούτιν» δεν περίμενε παρά να αναλάβει αυτόν τον ρόλο». (Το άρθρο του Κιν μεταφράστηκε από το σάιτ readingthechinesedream.com).

Ποιος είναι λοιπόν ο «ρυθμός» της κινεζικής εξέλιξης επί του θέματος; Πρέπει να θυμηθούμε, τις πρώτες δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Γουάνγκ Γι, πριν ακόμη από την εισβολή, όταν στο Μόναχο είχε θυμίσει ότι η εδαφική κυριαρχία της Ουκρανίας θεωρούνταν απαραβίαστη για το Πεκίνο.

Όμως η κινεζική θέση δεν είναι δυνατό να γίνει κατανοητή, χωρίς να ληφθεί υπόψη η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το τελευταίο τηλεφώνημα μεταξύ Σι και Μπάιντεν. Ως προς αυτό ο αναλυτής του Ispi (Ινστιτούτο Μελετών Διεθνούς Πολιτικής) Φιλίππο Φαζούλο εξήγησε στο manifesto ότι «τόσο η Κίνα όσο και οι ΗΠΑ βλέπουν τη σύρραξη υπό το φως του ανταγωνισμού ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις. Το Πεκίνο επιμένει στην ανθρωπιστική διάσταση, γιατί αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο να το συσχετίσουν με τις βιαιοπραγίες της Μόσχας. Αυτό θα πρέπει να περιορίσει την πιθανότητα στρατιωτικής στήριξης της Ρωσίας».

Η αναλύτρια Τζούλια Σοράτι θεωρεί ότι «Ίσως το Πεκίνο και η Ουάσινγκτον να έχουν βρει ένα κοινό σημείο και να θέλουν να διευκολύνουν μια διαπραγματευτική λύση στον πόλεμο στην Ουκρανία. Όμως οι διαφορές προσέγγισης του διεθνούς συστήματος παραμένουν πολλαπλές, όπως μας υπενθύμισαν οι ίδιοι οι ηγέτες στην επίσημη ανακοίνωση μετά τη συνάντηση- βίντεο. Ένα θετικό σήμα φαίνεται στο γεγονός ότι και οι δύο πλευρές  δήλωσαν ότι θέλουν να ξεφύγουν από τη «νοοτροπία του ψυχρού πολέμου» που άρχισε με τον εμπορικό πόλεμο υπό την προεδρία του Τραμπ. Μα όπως συνέβη με το  Ανακοινωθέν της Σαγκάης πριν από πενήντα χρόνια, πριν να επιτευχθεί μια ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων, η διπλωματική δουλειά θα διαρκέσει πολύ καιρό».


Για το INDEPENDENT NEWS GREECE


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here