Βικτόρ Σερζ: επαναστάτης ή διανοούμενος πλήρους απασχόλησης;

 

Ο Σερζ δεν λέει απλώς ότι κάτι έπρεπε να γίνει με τον τρόμο του Στάλιν, ούτε απέρριψε μόνο τον ολοκληρωτισμό. Εδειξε ότι υπάρχει μια καλύτερη, πιο ανθρώπινη λύση για τον κόσμο την εποχή του Μεσοπολέμου.

 

, Βικτόρ Σερζ: επαναστάτης ή διανοούμενος πλήρους απασχόλησης;, INDEPENDENTNEWS

Μετριούνται στα δάχτυλα αυτοί που γεφύρωσαν επιτυχώς τη λογοτεχνική μυθοπλασία με τη μαρτυρία ή την πολιτική σκέψη. Ο Τζορτζ Οργουελ υπήρξε, σίγουρα, από εκείνους που συνδύασαν στο έργο τους το «πολιτικό» με τη λογοτεχνία, όμως χρησιμοποιώντας το εργαλείο της επιστημονικής φαντασίας π.χ. στο πιο σημαντικό έργο του, το «1984», ή το εργαλείο της αλληγορίας π.χ. στη «Φάρμα των ζώων».

Ο μυθιστοριογράφος τού άμεσα «πολιτικού», της στράτευσης στον ριζοσπαστισμό είναι, το δίχως άλλο, ο Βικτόρ Σερζ – ο «αντιφρονών σε όλα τα κινήματα αντιφρονούντων» του 20ού αιώνα. Και στο «Μεσάνυχτα στον αιώνα» μετουσιώνει, εν είδει μαρτυρίας, τις μέρες απομόνωσης και ανακρίσεων στη φυλακή της Γκεπεού στη Μόσχα, την αντίστασή του στα χρόνια εξορίας στην Κεντρική Ασία και, έκτοτε, την ανυποχώρητη αντιπολίτευσή του στη σταλινική θηριωδία.

Η βιογραφία ως μυθιστόρημα

Ο Βικτόρ Σερζ «βαρύνεται» με ένα, ας πούμε, διπλό καθήκον. Θεωρήθηκε περισσότερο επαναστάτης και λιγότερο λογοτέχνης. Η Σούζαν Βάισμαν στο «Victor Serge: A Political Biografy», 2001) μίλησε για «ζωή ως έργο τέχνης». Μια ζωή που μοιράστηκε σε vita activa (ενεργό δράση) και vita contemplativa (στοχαστικό βίο).

Ο Βικτόρ Σερζ (το πλήρες όνομά του ήταν Βικτόρ-Ναπολέον Λβόβιτς Κιμπάλτσιτς) γεννήθηκε το 1890 στις Βρυξέλλες από εξόριστους Ρώσους γονείς που «έψαχναν φθηνά καταλύματα και καλές βιβλιοθήκες». Ανιθαγενής, επιζών επαναστατικών κινημάτων σε έξι χώρες (Βέλγιο, Γαλλία, Ισπανία, Ρωσία, Γερμανία, Αυστρία) από το 1905 έως το 1940, αναρχικός της Μπελ Επόκ συνδεδεμένος με τους ιλεγκαλιστές του Ζιλ Μπονό στη Γαλλία, επαναστάτης στη Βαρκελώνη, μπολσεβίκος στη Ρωσία το 1917, στέλεχος της Κομιντέρν από το 1920 (το 1928 φιλοξένησε τους Νίκο Καζαντζάκη και Παναΐτ Ιστράτι), οπαδός του Τρότσκι, συμμετείχε στον αγώνα ενάντια στον Φράνκο στην Ισπανία, οργανωμένος κατά του Χίτλερ τόσο στη Γερμανία όσο και αργότερα στη Γαλλία (συνεργάστηκε με τη Γαλλική Αντίσταση). Υπήρξε ο πρώτος γνωστός επικριτής του Στάλιν στην ΕΣΣΔ. Με τη μεσολάβηση των Αντρέ Ζιντ και Ρομέν Ρολάν (ο τελευταίος παρακάλεσε απευθείας τον Στάλιν), το 1936 ο Σερζ απελάθηκε από τη Σοβιετική Ενωση.

Από τη στιγμή της απέλασής του είχε γίνει ένας διεθνής αποδιοπομπαίος του Στάλιν και του Χίτλερ. Μάρτυρας του μεγαλείου και της τραγωδίας της Ρωσικής Επανάστασης, στιβαρός εκπρόσωπος του σοβιετικού λογοτεχνικού κινήματος της δεκαετίας του 1920 –της πιο ακατάλληλης στιγμής για έναν αντιολοκληρωτικό συγγραφέα‒ είδε τους φίλους και συντρόφους του να πεθαίνουν στη σταλινική παράνοια.

Το τέλος στο Μεξικό

Μετά την άφιξή του στο Μεξικό το 1941, μερικούς μήνες μετά τη δολοφονία του Τρότσκι, ο Βικτόρ Σερζ, ψηλά στη λίστα των προγραμμένων της Γκεπεού, έζησε απομονωμένος γράφοντας τα έργα του και υπηρετώντας τακτικά τις συνεργασίες του με περιοδικά στο εξωτερικό.

Παρά τις προσπάθειες σημαντικών θαυμαστών του (ο Αντρέ Μαλρό στη Γαλλία, ο Ντουάιτ Μακντόναλντ στη Νέα Υόρκη και ο Τζορτζ Οργουελ στο Λονδίνο), τα τελευταία μυθιστορήματα, ιστορίες, ποιήματα και τα απομνημονεύματα παρέμειναν αδημοσίευτα δεκαετίες μετά τον θάνατό του το 1947.

Το αυτοβιογραφικό «Αναμνήσεις ενός επαναστάτη» δημοσιεύθηκε στο Παρίσι το 1951. Ο συνεργάτης του στην εξορία του Μεξικού, συγγραφέας Τζούλιν Γκόρκιν, διηγήθηκε το 1957 την περιπέτεια της ταφής του Σερζ: «Ανέλαβα την ευθύνη να συμπληρώσω τα έγγραφα για την ταφή. Οταν έφτασα στην ένδειξη “Εθνικότητα”, συμπλήρωσα “Stateless” (Ανιθαγενής). Ο υπάλληλος ενοχλήθηκε ‒ δεν θα μας επέτρεπε την ταφή του Σερζ αν δεν συμπληρώναμε την ιθαγένεια. Πώς θα μπορούσαμε να θάβαμε έναν άνθρωπο χωρίς πατρίδα; Κάλεσα τον Βλάντι: “Αν ο πατέρας σου έπρεπε να επιλέξει μια εθνικότητα, ποια θα διάλεγε;” “Ισπανική ιθαγένεια”, απάντησε χωρίς δισταγμό». Ετσι, ο Ρώσος-Βέλγος συγγραφέας Βικτόρ Σερζ τάφηκε στο γαλλικό νεκροταφείο της Πόλης του Μεξικού με ισπανική ιθαγένεια την εποχή του Φράνκο, με μια προειδοποίηση και πολιτική διαθήκη για τις μελλοντικές γενιές: «Να μην επαναλάβετε τα λάθη μας».

Το «Μεσάνυχτα στον αιώνα»

Το μυθιστόρημα του 1939 «Μεσάνυχτα στον αιώνα» αρχίζει με τον καθηγητή ιστορικού υλισμού, Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Κοστρόφ, πρώην υποστηρικτή του Τρότσκι, ο οποίος βλέπει ότι σίγουρα θα καταλήξει στη φυλακή.

, Βικτόρ Σερζ: επαναστάτης ή διανοούμενος πλήρους απασχόλησης;, INDEPENDENTNEWS

Η πρώτη ενότητα ακολουθεί τον Κοστρόφ: σκευωρία, σύλληψη, ανάκριση, ζωή στη φυλακή και τελική απομόνωση. Καθώς οι σοβιετικές αρχές, με παρόμοιους τρόπους, έχουν απομονώσει όλους τους μπολσεβίκους των πρώτων ημερών, η δεύτερη ενότητα επικεντρώνεται κυρίως στη ζωή των μελών της Αριστερής Αντιπολίτευσης οι οποίοι ζουν εξόριστοι στο Τσέρνογε, μια (φανταστική) απομακρυσμένη μαύρη πόλη, κοντά στον παγωμένο ποταμό Τσερνάγια (μαύρα νερά).

Ο Σερζ σε μια από τις πιο σκοτεινές ώρες της Ιστορίας ‒του θριάμβου του Χίτλερ στη Γερμανία και της αποθέωσης του Στάλιν στη Ρωσία‒ επικεντρώνεται στους αποδιωγμένους αντιφρονούντες άνδρες και γυναίκες που, προσγειωμένοι στα γκουλάγκ του ’30, θέτουν το ερώτημα: «Τι μένει να κάνουμε αν είναι μεσάνυχτα στον αιώνα;».

Η μυθοπλασία παρακολουθεί το μαρτύριο του Σερζ που, ως μαρξιστής, πίστευε πως η Ρωσική Επανάσταση δεν ήταν νεκρή αλλά ναρκωμένη. Στο «Μεσάνυχτα στον αιώνα» οι εξόριστοι πιστεύουν τα ίδια. Ο Ελκιν και ο Ρίζικ ενσωματώνουν όλα τα ιδανικά που προσέλκυσαν τον Σερζ στον επαναστατικό τυφώνα του 1917 και, μετά, στην ηττημένη πρωτοπορία των δεκαετιών 1920 και 1930 καθώς βγαίνουν κατευθείαν από τα πορτρέτα των δικών του συντρόφων, της δικής του εξορίας, στο Ορενμπουργκ κοντά στα σύνορα του Καζακστάν, στα δικά του «Χρόνια της αιχμαλωσίας, 1933-1936». Δεν προσπαθούν μόνο να αντισταθούν στον Στάλιν, αλλά εξακολουθούν να θεωρούν την πολιτική προέκταση της ζωής τους.

Οι διάλογοι Ελκιν, Ρίζικ, Βαρβάρας Πλατόνοβα και Ροντιόν ‒εξόριστοι που είναι «θαυμαστά ελεύθεροι και θλιβερά δέσμιοι»‒ είναι εκπληκτικοί για τη σκιαγράφηση της εποχής του 1930 στη Ρωσία. Σε κάποιο σημείο, συζητούν για την απόφαση του Στάλιν να υπονομεύσει την αντι-ναζιστική αντιπολίτευση στη Γερμανία (όπου ο Χίτλερ δεν έχει ακόμη παγιώσει τον απόλυτο έλεγχό του) σε μια ‒εσφαλμένη– ελπίδα ότι θα προλάβει τον πόλεμο: «… Ο Γέρος (ο Τρότσκι) έχει δίκαιο και σ’ άλλο ένα σημείο: πρέπει να πολεμήσουμε μέχρις εσχάτων πριν πάρει την εξουσία ο Χίτλερ… Θα τη βάψουμε για πολύ καιρό…

Υπάρχουν εκπληκτικές αντιστοιχίες ανάμεσα σε αυτές τις δύο δικτατορίες. Ο Στάλιν ενίσχυσε τον Χίτλερ, απομακρύνοντας τις μεσαίες τάξεις από τον κομμουνισμό με τον εφιάλτη της καταναγκαστικής κολεκτιβοποίησης, του λιμού, της τρομοκρατίας κατά των τεχνιτών. Ο Χίτλερ θα φέρει σε απόγνωση τη σοσιαλιστική Ευρώπη και έτσι θα ενισχύσει τον Στάλιν. Αυτοί οι νεκροθάφτες είναι φτιαγμένοι για να τα βρίσκουν. Εχθροί αδελφοί. Ο ένας θάβει στη Γερμανία μια ματαιωμένη δημοκρατία, θυγατέρα μιας ματαιωμένης επανάστασης∙ ο άλλος θάβει στη Ρωσία μια νικηφόρα επανάσταση, τέκνο ενός πολύ αδύναμου προλεταριάτου, που όλος ο υπόλοιπος κόσμος την έχει παρατήσει στην τύχη της: και οι δύο οδηγούν αυτό που υπηρετούν στον όλεθρο – την μπουρζουαζία στη Γερμανία, τη γραφειοκρατία σ’ εμάς…» (σ. 107).

Η κυρίως δράση στο μυθιστόρημα ξετυλίγεται στο μεσοδιάστημα του πολιτικού χειμώνα και του λιωσίματος των πάγων που, ωστόσο, θα στερήσει από τους ήρωες του Σερζ την κουτσουρεμένη ελευθερία της εξορίας και θα τους στείλει άλλους στη φυλακή και άλλους στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Σ’ αυτό το μεσοδιάστημα, θα έχουν τον χρόνο να αξιολογήσουν τις ζωές τους, να επιλέξουν τρόπους αντίστασης, να ανταλλάξουν μηνύματα, να ερωτευτούν, να μεταλαμπαδεύσουν τη ζωντανή φλόγα της επανάστασης από τη μια γενιά στην επόμενη. Ετσι, το μοτίβο θανάτου και αναγέννησης, καταστροφής και συνέχειας είναι στενά δεμένο με το θέμα των γενεών, των δυνάμεων που θα συνεχίσουν τον αγώνα ενάντια στην καταπίεση.

Οι ευχέρειες της λογοτεχνικής ευρύτητας επέτρεψαν στον Σερζ να ξεμαγέψει τη «Γη της Επανάστασης», να δώσει φωνή σε εκείνους που φιμώθηκαν, να στραφεί στη διερεύνηση του βοώντος κόσμου της ελπίδας και του ονείρου που θα μπορούσε –αν μπορούσε‒ να είναι συμπεριληπτικός της βασικής κοινωνικής και πολιτικοοικονομικής ιδέας που ροκάνισε πολύ νωρίς ο τρόμος του Στάλιν.

Η απόδραση του Ροντιόν, το κυνήγι της χίμαιρας είναι από τα κλειδιά στα «Μεσάνυχτα στον αιώνα»: ο Σερζ δεν λέει απλώς ότι κάτι έπρεπε να γίνει με τον τρόμο του Στάλιν, ούτε απέρριψε μόνο τον ολοκληρωτισμό. Εδειξε ότι υπάρχει μια καλύτερη, πιο ανθρώπινη λύση για τον κόσμο την εποχή του Μεσοπολέμου. Με αυτή την έννοια το βιβλίο παραμένει επίκαιρο. Δείχνει ότι η καλλιέργεια της πολιτικής φαντασίας μπορεί να είναι, νοητικά τουλάχιστον, τόσο ικανοποιητική όσο ένα έργο καθαρής πολιτικής φιλοσοφίας.

Οι αναγνώσεις του Σερζ

Με την παραδοχή ότι επί περίπου εβδομήντα χρόνια «η Ιστορία μάς δούλευε», το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί «εκ των υστέρων» με δύο τρόπους: με έναν απαισιόδοξο και με έναν αισιόδοξο. Ο απαισιόδοξος θέλει την ανάγνωσή του ως «αφήγηση της ήττας» από αρκετούς αμετανόητους που, ύστερα από τόσο αίμα, πίστεψαν σε αυτό το πρόγραμμα.

Ο αισιόδοξος θέλει την ανάγνωσή του ως μια «αναστοχαστική αφήγηση». Η υπόθεση της κατάρρευσης του ολοκληρωτισμού μπορεί να ερμηνευτεί όχι αναγκαστικά ως μια ήττα της Αριστεράς, αλλά σαν μια απελευθέρωση από το άχθος ενός εφιαλτικού modus vivendi για αρκετούς λαούς τού πάλαι ποτέ Ανατολικού Συνασπισμού. Ούτως ή άλλως, κατά τον Σερζ, ουδέποτε τα σοσιαλιστικά καθεστώτα εκπλήρωσαν τις υποσχέσεις τους. Στη Σοβιετική Ενωση του Στάλιν «το μόνο πλάνο που είχε εφαρμοστεί με απόλυτη επιτυχία ήταν το πλάνο των συλλήψεων και των εκκαθαρίσεων». Ποιος θα ήθελε την επανάληψή του;

Αρκετά από τα έργα του Σερζ κυκλοφορούν στα ελληνικά. Σημειώνουμε το «Αναμνήσεις ενός επαναστάτη» (εκδ. Scripta, 2008) και το «Υπόθεση Τουλάγεφ» (εκδ. Scripta, 2007 και εκδ. Επιλογή/Θύραθεν, 2016, σε μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια), το «Ετος ένα της Ρωσικής Επανάστασης» (εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2017), το «Χρόνια δίχως έλεος» (Θύραθεν) κ.ά. Στο «Μεσάνυχτα στον αιώνα» η μετάφραση του γαλλικού από την Τιτίκα Δημητρούλια (ο Σερζ έγραφε στα γαλλικά) υπήρξε υποδειγματική. Το ότι εντός του κειμένου σιγοτραγουδάει η ρωσική γλώσσα δείχνει αποτέλεσμα μακράς έρευνας και συλλογικής δουλειάς. Οσο για τις σημειώσεις; Ο αναγνώστης δεν θα έχει καμία απορία για τον κόσμο του Σερζ και της Ρωσίας χάρη στα πλούσια και τεκμηριωμένα πραγματολογικά στοιχεία της μεταφράστριας.

efsyn