Βιώνουμε μια κρίση υγειονομική, οικονομική και κοινωνική. Ταυτόχρονα με ευθύνη των κυβερνώντων και με πρόσχημα την πανδημία δέχεται πλήγματα η ίδια η δημοκρατία με τον περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Γεννάται πλέον η βεβαιότητα ότι το κράτος εξαίρεσης και η βιοπολιτική ήρθαν για να μείνουν.

Η δημοσιογραφία σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές δέχεται απανωτά πλήγματα. Η ελευθερία του Τύπου περιορίζεται, οι λίστες Πέτσα δημιουργούν ένα κλίμα αδιαπέραστου προπαγανδιστικού προπετάσματος. Πέρα όμως από το «λιβάνισμα» των κυβερνώντων και κυρίως του πρωθυπουργού από τα μέσα ενημέρωσης, πέρα από την προπαγάνδα για τις «επιτυχημένες» κυβερνητικές επιλογές, έχουμε μια συνεχή απόκρυψη της κοινωνικής πραγματικότητας που ευνοεί τη διασπορά ψευδών ειδήσεων και τη συνωμοσιολογία, αλλά ταυτόχρονα αγγίζει και τα όρια της σκατοψυχιάς.

Στις ειδήσεις δεν περιλαμβάνονται η κατάσταση στα νοσοκομεία και τις ΜΕΘ, η αγωνία κι ο αγώνας γιατρών και νοσηλευτικού προσωπικού. Καμία αναφορά δεν γίνεται στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στα εργοστάσια και τους χώρους δουλειάς όπου δεν τηρούνται μέτρα προστασίας, στις φυλακές όπου «βράζει» ο κορονοϊός, στο σύστημα καταγραφής των κρουσμάτων από τον ΕΟΔΥ, στους δεκάδες θανάτους που σημειώνονται καθημερινά. Μόνο μέσω Reuters είχαμε σχετικό ρεπορτάζ… Τα δικά μας μέσα αρκούνται στο κυβερνητικό εμπόριο ελπίδας με το εμβόλιο, χωρίς καμία αναφορά σε απαραίτητες παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν μέχρι να ολοκληρωθεί ο εμβολιασμός του πληθυσμού.

Αντιθέτως, κυρίαρχη θέση σε δελτία ειδήσεων και σάιτ έχουν το άνοιγμα κομμωτηρίων και νυχάδικων και το «τεράστιο» ζήτημα του πώς και με πόσους θα κάνουν οι ο ι κ ο γ έ ν ε ι ε ς ρεβεγιόν! 

Πράγματι, ακόμα και στις πλέον ζοφερές συνθήκες οι άνθρωποι έχουν τις ανάγκες τους και το δικαίωμα να ξεφύγουν και να γιορτάσουν, χωρίς να χάνουν, όμως, την αίσθηση της κοινωνικής πραγματικότητας και το αίσθημα αλληλεγγύης που είναι και το μοναδικό όπλο για να νικήσει η ζωή.

 

Πώς να παραβλέψεις το θάνατο και τη φτώχεια

Δεν είναι, λοιπόν, δυνατόν να παραβλέπουμε:

Ότι περισσότερες από 4.000 οικογένειες δεν γιορτάζουν γιατί πενθούν τους νεκρούς τους. Μπορεί να μην τους δείχνουν τα κανάλια, αλλά ζουν ανάμεσά μας. Δεν στολίζουν, δεν γιορτάζουν, γιατί βιώνουν τον πόνο του θανάτου κάποιου, που, όποια κι αν ήταν η ηλικία του, ήταν ένας δικός τους άνθρωπος.

Ότι οι πεινασμένοι δεν γιορτάζουνε ποτέ. Κι αυτοί πενθούν, καθώς η οικονομική πραγματικότητα είναι τραγική. Άνθρωποι δεν έχουν πλέον χρήματα. Η πανδημία και η απάνθρωπη διαχείρισή της τους στερεί και τα στοιχειώδη. Η επέλαση της φτώχειας είναι διαρκής για χιλιάδες άνεργους και εργαζόμενους σε αναστολή. Την ίδια ώρα που ο «θάνατος του εμποράκου» αντιμετωπίζεται με… παρηγοριά στον άρρωστο μέσω της «φούσκας» του click away, μικροεπιχειρηματίες και έμποροι πενθούν επίσης λόγω της κρίσης και της ανασφάλειας που βιώνουν.

Ότι υπάρχουν άνθρωποι μόνοι, πέρα από τις οικογένειες που μετρούν μέλη για να κάτσουν στο γιορτινό τραπέζι. Υπάρχουν άνθρωποι που βιώνουν με τον πλέον σκληρό τρόπο τον εγκλεισμό και τη μοναξιά. Κι αυτούς δεν τους μετράνε στους συνδαιτημόνες του ρεβεγιόν.

 

Η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ και οι εργαζόμενοι που δίνουν τη μάχη από την πρώτη γραμμή

Από την αρχή της πανδημίας, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξε όλα τα θέματα που προέκυψαν, αναφέρθηκε στις κοινωνικές ανάγκες και έκανε συγκεκριμένες προτάσεις. Βρέθηκε στο πλευρό των εργαζομένων «που στηρίζουν την κοινωνία, δίνοντας τη μάχη στην πρώτη γραμμή» και απέναντι στις εγκληματικές κυβερνητικές πολιτικές και τις ολιγωρίες. Ταυτόχρονα εναντιώθηκε στο καθεστώς αστυνομοκρατίας και εντεινόμενης καταστολής με πρόσχημα την πανδημία.

Ερώτημα αποτελεί γιατί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης μέσα στο θολό τοπίο που δημιουργεί η κυβέρνηση και τα φιλικά της ΜΜΕ, επέλεξε να βάλει ένα ακόμα λιθαράκι θολότητας. Γιατί επέλεξε, δηλαδή, να καταθέσει τροπολογία για την έκτακτη οικονομική ενίσχυση ίση με την καταβολή μηνιαίου βασικού μισθού στο προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ, «ως αναγνώριση στην προσφορά τους στην καταπολέμηση της πανδημίας», για να την αποσύρει και να την επανακαταθέσει στη συνέχεια «διευρυμένη», συμπληρωμένη δηλαδή και με άλλους κλάδους, βάζοντας στο «προσχηματικό» τσουβάλι τους υγειονομικούς, για παράδειγμα, με τους αστυνομικούς…

Αλλά και σε αυτή την περίπτωση ισχύει το «πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά»…

Η ανακοίνωση της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με την τροπολογία αναφέρει:

Σε μια περίοδο που υπάρχει πραγματική ανάγκη στήριξης όσων εργαζομένων βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του αγώνα ενάντια στην απειλή της πανδημίας, οφείλουμε πράγματι να απαιτήσουμε την έκτακτη οικονομική ενίσχυση όλων αυτών, ως ελάχιστη αναγνώριση της προσφοράς τους για τις υπηρεσίες που εξακολουθούν να προσφέρουν στην ελληνική κοινωνία, ρισκάροντας καθημερινά τη ζωή τους.
Πιστεύουμε βαθιά ότι η πανδημία αντιμετωπίζεται με ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, της δημόσιας υγείας, της εκπαίδευσης, των δημοσίων υποδομών, κατ’ επέκταση, όσων κατηγοριών εργαζομένων απασχολούνται στους σχετικούς τομείς (ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, προσωπικό καθαριότητας, εκπαιδευτικοί, εργαζόμενοι στις δημόσιες συγκοινωνίες, εργαζόμενοι στις δομές κοινωνικής πρόνοιας κτλ.) και όχι με την ενίσχυση της αστυνόμευσης, ιδιαίτερα με τον ρόλο της καταστολής που αυτή έχει λάβει από τις πολιτικές επιλογές της παρούσας κυβέρνησης, δεδομένου και του κλίματος άγριας καταστολής που έχει καλλιεργήσει η ΕΛΑΣ ειδικά το τελευταίο χρονικό διάστημα.
Πολλώ δε μάλλον, δεν νοείται να τίθενται στην ίδια κατηγορία πληττόμενων και αναγκαίο να ενισχυθούν ομάδων, οι παραπάνω κατηγορίες εργαζομένων, οι οποίες έχουν πρωτοστατήσει και έχουν διακινδυνέψει την υγεία τους για να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, με τις δυνάμεις καταστολής.

Θεωρούμε παντελώς αδικαιολόγητη και πλήρως αναιτιολόγητη την συμπερίληψη των ένστολων της ΕΛΑΣ στις κατηγορίες που θα πρέπει να ενισχυθούν με έναν επιπλέον μισθό, δεδομένου ότι δεν αποτελούν κατά την γνώμη μας τους εργαζόμενους εκείνους που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του αγώνα ενάντια στην πανδημία ή πλήττονται κατάφωρα από την οικονομική δυσπραγία πολλών κλάδων της οικονομίας.

Η ελληνική κοινωνία, προκειμένου να βγει όρθια από αυτή την κρίση χρειάζεται περισσότερη κοινωνική ασφάλεια, ποιοτικότερη και αποτελεσματικότερη δημόσια υγεία, ενίσχυση των πιο πληττόμενων κλάδων της οικονομίας και της εργασίας, και όχι ενίσχυση ενός καθεστώτος αστυνομοκρατίας και εντεινόμενης καταστολής.