Ήταν έξι μέρες πριν από τις εκλογές του Μαΐου 2012. Οι αρμόδιοι υπουργοί Δημόσιας Τάξης και Υγείας διαπόμπευσαν τις οροθετικές εκδιδόμενες γυναίκες. Ο Ανδρέας Λοβέρδος, για να δελεάσει τους «νοικοκυραίους» ψηφοφόρους, έπαιξε το πολιτικό του παιχνίδι με ανθρώπινες ψυχές. Έδωσε τις φωτογραφίες των γυναικών αυτών στη δημοσιότητα. Δήλωνε μάλιστα με περισσή υπερηφάνεια: «Εμείς κάνουμε έλεγχο. Μετά αναλαμβάνει η εισαγγελική Αρχή. Επιθυμία μας είναι να βγάλουμε και τις φωτογραφίες των πελατών. Επιτέλους, να υπάρξει τιμωρία».

Η διαπόμπευση βασίστηκε σε υγειονομική διάταξη που βασιζόταν σε Αναγκαστικό Νόμο του 1940. Η εν λόγω υγειονομική διάταξη είχε υπογραφεί τον Απρίλιο του 2012 από τον τότε υπουργό Υγείας Ανδρέα Λοβέρδο. Έτσι οδηγήθηκαν οροθετικές γυναίκες -χρήστριες ενδοφλέβιων ουσιών και θύματα trafficking- σε συλλήψεις, αναγκαστικές εξετάσεις, φυλάκιση και εν τέλει συνεχή διαπόμπευση.

Τότε δεν γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα να δείρω τον Λοβέρδο. Να τον φτύσω ήταν η ιδέα που μου γεννήθηκε. Φαντάζομαι και σε πολλούς άλλους. Αλλά δεν το κάναμε. Καταγγείλαμε την απάνθρωπη πολιτική του. Σταθήκαμε απέναντι στις αντικοινωνικές μεθόδους του.

Ο Λοβέρδος όμως είναι άντρας!

Έφτασε μέχρι το σημείο να θέλει «να δείρει τον Αλέξη Τσίπρα» μέσα στο κτήριο της Βουλής. Έτσι αναφέρει στο βιβλίο του με τίτλο «Απόπειρα δολοφονίας» ο Ανδρέας Λοβέρδος. Ένα ακόμα δείγμα ματσίλας και …αποφασιστικότητας από τον βουλευτή του ΚΙΝΑΛ που δεν μπορεί πια ούτε να μας εκπλήξει… Έτσι κι αλλιώς, καταδικάζουμε τους Λοβέρδους απ’ όπου κι αν προέρχονται!

Το απόσπασμα από το βιβλίο:

«Έβλεπα στις τηλεοράσεις διαφόρους να λένε συκοφαντικές κουταμάρες, άκουγα να αρθρώνονται επιχειρήματα της συμφοράς με περισπούδαστο ύφος -χαρακτηριστικά στη Βουλή, ένας από αυτούς ούρλιαζε «επαϊόντως», διαπίστωνα πως οι πανάθλιες και πανάσχετες συκοφαντίες των ψευδομαρτύρων λανσάρονταν ως επιχειρήματα, ένιωθα πως επιχειρούσαν να σπιλώσουν το έργο μου στα υπουργεία Εργασίας και Υγείας όπου έδωσα τα πάντα, κάνοντας μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζονται ακόμη και θα εφαρμόζονται για χρόνια, καταλάβαινα πως επιχειρούν να με δολοφονήσουν κι άρχισα να ζητώ εκδίκηση. Δεν είχα, ωστόσο, εστιάσει στο πρόσωπο ή στα πρόσωπα. Το βάναυσο αυτό συναίσθημα διαχέονταν προς όλες και όλους, όσοι διέσπειραν συκοφαντίες. Τους εκπροσωπούσε ο αρχηγός τους, ο τότε πρωθυπουργός. Έτσι γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα να τον δείρω. Κυριολεκτώ. Την οργάνωσα, μάλιστα, λίγο στο μυαλό μου. Θα επεδίωκα, σκεφτόμουν, να διασταυρωθώ μαζί του, όταν θα ερχόταν στην αίθουσα της Βουλής για να μιλήσει και τότε θα του έσπαγα τη μύτη, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Σοβαρολογούσα.

Παρακάλεσα τον Άγγελο Καραχάλιο και τη Μαρία Μιλήνη να συσκεφτούμε για τη στάση μου στη Βουλή. Όταν έκανα ως εισήγηση τη σκέψη να δείρω τον πρωθυπουργό και κατάλαβαν πως δεν αστειεύομαι, έμειναν αγάλματα. Δεν συνήλθαν αμέσως. Είμαι τόσο ξένος και ριζικά αντίθετος με όλα αυτά, που έψαχναν να βρουν κάτι να πουν. Μετά άρχισαν να διαμαρτύρονται, ίσως και να φωνάζουν. Τους κοιτούσα απολύτως αδιάφορος. Έως που άρχισαν να αρθρώνουν επιχειρήματα εναντίον όσων σκεφτόμουν να κάνω. Εν πάση περιπτώσει πείστηκα αμέσως. Μετά το συζήτησα για λίγο και με τον εαυτό μου. Δεν θα μπορούσα στην πραγματικότητα ποτέ να κάνω κάτι τέτοιο. Ωστόσο, το είχα σκεφτεί.

Έναν χρόνο αργότερα, μετέφερα τη σκέψη μου αυτή στον μικρότερο γιο μου τον Δημήτρη. Η απάντησή του ήταν καθηλωτική: “Μπαμπά, μην το κάνεις. Εγώ ξέρεις πως είμαι Μέσι, φουλ Μέσι. Αν, όμως, ο Μέσι χτυπήσει τον Ρονάλντο, θα πάρω τη θέση του Ρονάλντο. Δεν έχω άλλον τρόπο να στο πω, αλλά πρέπει να με καταλάβεις, μην το κάνεις”. Παιδί 14 ετών, έμεινε και συζητήσαμε το θέμα Novartis πάνω από 1,5 ώρα. Λέω έμεινε, γιατί ήταν και ο άλλος γιος μου μπροστά όταν ξεκινήσαμε τη συζήτηση, ο Ρωμανός, ο οποίος με στήριξε με τον δικό του συνήθη τρόπο. Δηλαδή με συνοπτικές διαδικασίες και λίγα αλλά σταθερά λόγια. Το χάρηκα πραγματικά. Ένιωσα υπέροχα, περιττό να πω πως τα περί εκδίκησης είχαν λάβει οριστικό τέλος».