( ΕΔΩ θα βρείτε το Πρώτο Μέρος  :  Χαρίλαος Φλώρος: Επιστημονικές απάτες, αγυρτεία και φάρσες)


 

*Συνεχίζοντας την παράθεση περιπτώσεων επιστημονικής απάτης παρουσιάζουμε πρώτα την υπόθεση της «αναγέννησης» ενός εξαφανισμένου είδους από τους αδελφούς Χάιντς και Λουτς Χεκ, Ζωολόγους που μεσουράνησαν στην Γερμανία την εποχή του ναζιστικού καθεστώτος. Η περίπτωση των αδελφών Χεκ είναι σύνθετη όπως και η εποχή τους.

Ακολουθούν οι περιπτώσεις δύο παραχαρακτών πλαστογράφων, του Ινδού καθηγητή Γεωλογίας Βίσουα Τζιτ Γκούπτα (Viswa Jit Gupta) και του Ιάπωνα ερασιτέχνη Αρχαιολόγου Σινίτσι Φουτζιμούρα (Shinichi Fujimura).

 

Ι. Η Υπόθεση Αναγέννησης του Aurochs, μια Επίμονη Επιστημονική Απάτη

 

Θα αναφερθούμε στην περίπτωση των «προφεσόρων» αδελφών Χάιντς και Λουτς Χεκ (Heinz Heck και Ludwig Georg Heinrich Heck εν συντομία Lutz Heck), ζωολόγων και διευθυντών των ζωολογικών κήπων του Μονάχου και του Βερολίνου αντίστοιχα. Σαν υπόθεση υπήρξε μια σύνθετη περίπτωση που σχετίζεται άμεσα με τις αντιλήψεις των ναζί για την οικολογία και την τύχη που επεφύλαξαν στο περιβάλλον. Συνδύασε επίσης τόσο την επιστημονική απάτη και αγυρτεία όσο και τον ακραίο αντιεπιστημονικό ανορθολογισμό του Φασισμού, εμπεριέχοντας μια σειρά επιστημονικές πλάνες. Η υπόθεση των αδελφών Χεκ αφορά την προσπάθειά τους να αναβιώσουν τον εξαφανισμένο πρόγονο όλων των εξημερωμένων βοοειδών της Ευρασίας και της Βορείου Αφρικής τον Bos Taurus Primigenius ή ΆουροξAurochs [1], που στα ελληνικά αποδίδεται με το αρχαίο μεν αλλά μάλλον κακόηχο όνομα Ούρος! Θα χρησιμοποιήσουμε στο παρόν σημείωμα την εξελληνισμένη γραφή Άουροξ, σαν περισσότερο εύηχη και κυρίως άκλιτη.

Όλα αυτά συνέβαιναν στον ζόφο του Γ΄ Ράιχ, των διώξεων των αντιφρονούντων, των ναζιστικών εγκλημάτων και της ανθρωποσφαγής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που ακολούθησε. Και είναι εξοργιστικό το ότι η υπόθεση αυτή παρατείνεται έως τις μέρες μας, είτε σαν πλάνη είτε σαν απάτη τσαρλατάνων είτε σαν ιδεοληψία, κατάλοιπο του ανορθολογισμού αυτής της θεωρητικής κόπρου που ήταν το λίπασμα στην άνθιση του Φασισμού. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, δηλαδή από το ιστορικό πλαίσιο που τοποθετείται η υπόθεση.

Ι.1. Η Σκοτεινή Πλευρά του Φεγγαριού

Το τέλος του 19ου Αιώνα και η αρχή του 20ου σημαδεύτηκε από ευρύτατες ανατροπές και νέες αντιλήψεις, ανησυχίες και υπόγεια ρεύματα ανορθολογισμού, που ονομάστηκαν «φαινόμενα του ‘‘τέλους του αιώνα’’» (fin de siècle). Πολλά από αυτά αποτελούσαν άρνηση και αντίδραση στον ορθολογισμό των ραγδαία αναπτυσσόμενων επιστημών. Παρουσιάστηκαν και αναπτύχθηκαν ψευδοεπιστημονικές διδασκαλίες, λαϊκίστικες ψευδοκουλτούρες και απίστευτοι διανοητικοί ακροβατισμοί. Ανάλογα φαινόμενα ανορθολογισμού μας ακολουθούν έκτοτε…

Τότε εμφανίζονται και γίνονται δεκτές από εκπροσώπους τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς, οι πρώτες αντιλήψεις του περιβαλλοντισμού, απότοκοι της έντονης αστικοποίησης, της άνευ προηγουμένου βιομηχανικής ανάπτυξης και της ασφυκτικής επιρροής τους στους αστικούς πληθυσμούς. Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου οι τάσεις αυτές μορφοποιούνται και συνδέονται με έναν ιδιότυπο νεορομαντισμό που προσπάθησε να αποκαταστήσει την σχέση του ανθρώπου της πόλης με τη φύση, την ύπαιθρο και το χωριό. Οι τάσεις αυτές συνοδεύονταν από μία μεταφυσική και εξιδανικευτική μάλλον παρά επιστημονική προσέγγιση. Είναι χαρακτηριστική η κριτική που άσκησε στον περιβαλλοντισμό αυτού του τύπου ο Τσάρλι Τσάπλιν στις τελευταίες σκηνές της περίφημης ταινίας του «Μοντέρνοι καιροί». Πρωτοπόροι υπήρξαν οι Γερμανοί, ως πιο επιρρεπείς στις θεωρίες της «κοινωνικής εντροπίας» και του «εκφυλισμού» που επιφέρει τάχα ο μοντέρνος τρόπος ζωής.

Οι αντιλήψεις αυτές υιοθετούμενες από το μαζικό κίνημα του ανερχόμενου γερμανικού φασισμού, συνδυάστηκαν με ρατσιστικές θεωρίες του κοινωνικού δαρβινισμού, της «ηρωικής τευτονικής» μυθολογίας της άριας υπεροχής και της ανωτερότητας του αίματος, καθώς και ανορθολογικές μεταφυσικές προσεγγίσεις της φύσης. Ιδιαίτερα στη ναζιστική φιλολογία ο περιβαλλοντισμός αποκτά κεντρική σημασία στην αντίληψη του επαναπροσδιορισμού της σχέσης βιομηχανίας και υπαίθρου. Ο ιστορικός του φασισμού Στάνλεϋ Παίην αναφέρει ότι υπό το πρίσμα αυτό, ο πεπεισμένος χορτοφάγος και παθιασμένος με την υγιεινή διαβίωση Χίτλερ «ήταν πολύ πιο μπροστά από την εποχή του στο ενδιαφέρον του για την οικολογία, τη μόλυνση και τις περιβαλλοντικές μεταρρυθμίσεις»! Στην πράξη ετέθη ως μελλοντικός στόχος, ένα απίστευτο όσο και ανέφικτο παραγωγικό σύστημα που συνδύαζε ένα εκρηκτικό μείγμα γεωπολιτικού επεκτατισμού ιμπεριαλιστικής έμπνευσης [2], ανορθολογισμού και της τεχνολογικής υποδομής της πολυδιαφημισμένης γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής. Το μείζον αυτό στρατηγικό σχέδιο συνοδεύονταν από ένα κρεσέντο «αντικαπιταλιστικής» ρητορείας που αντανακλούσε τις ιδεοληπτικές φαντασμαγορίες περί υπεροχής τη αρίας φυλής του Χίτλερ και των ναζί «θεωρητικών».

Οι Επιστήμες εκείνη την περίοδο βρίσκονταν σε άνθιση, την οποία ανέκοψε η άνοδος των ναζί στην εξουσία. Δεν θα επεκταθούμε στις φασιστικές και ναζιστικές αντιλήψεις για την Επιστήμη ούτε στο ρόλο που της επιφύλαξαν. Ούτε στα εγκλήματα που διαπράχτηκαν, πολλές φορές υπό την μορφή πειραμάτων ευγονικής και αλλόκοτων θεραπειών – βασανιστηρίων. Έχουν γραφεί τόμοι για αυτά. Θα αρκεστούμε στην περίπτωση που μας απασχολεί. Επισημαίνουμε ωστόσο ότι ένα μεγάλο ποσοστό του επιστημονικού κόσμου της Γερμανίας, με προεξάρχοντες τους γιατρούς, αποτέλεσε ένα είδος πολιτικού στρατού του ναζιστικού Γ΄ Ράιχ.

Ι.2. Η Οικολογία της Φυλετικής Καθαρότητας, το Ιδεολογικό Υπόβαθρο των Ερευνών των Αδελφών Χεκ

Στο θεωρητικό ή πιο σωστά στο ιδεολογικό υπόβαθρο του «έργου» των αδελφών Χεκ βρίσκονταν ο περίφημος εκφυλισμός, η ψευδοεπιστημονική «θεωρία» που αποτέλεσε κλασσικό στοιχείο του ιδεολογικού οπλοστασίου του Φασισμού από την εποχή του εισηγητή του σύγχρονου φυλετισμού και της θεωρίας της φυλετικής ανισότητας Αρτύρ ντε Γκομπινώ (Arthur de Gobineau, 1816-1882) και του οπαδού της αποικιοκρατίας και μισογύνη Πιερ ντε Κουμπερτέν. Ο εκφυλισμός θεωρήθηκε σαν αποτέλεσμα της απώλειας της φυλετικής καθαρότητας εξ αιτίας της επιμιξίας με «κατώτερες» φυλές. Για την αντιμετώπιση του εκφυλισμού αναπτύχθηκαν θεωρητικά και πρακτικά σχήματα ευγονικής που βρήκαν εύφορο έδαφος στην ναζιστική ιδεολογία. Αυτές οι προσεγγίσεις επεδίωκαν στην πράξη την κάθαρση της Αρίας φυλής από τη μίξη της με κατώτερες φυλές με τις γνωστές συνέπειες. Όμως ο νέος Άριος άνθρωπος του χιλιετούς Ράιχ, έπρεπε να ζήσει σε ένα καθαρμένο περιβάλλον, περιστοιχισμένος από «άριες» φυλές ζώων!

Οι αδελφοί Χεκ ήταν από την αρχή φιλοναζί, από την εποχή που κανείς δεν έπαιρνε το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα και τους ηγέτες του στα σοβαρά. Την 10ετία του 1920 ανακοίνωσαν ότι αποφάσισαν να αναγεννήσουν τον πρόγονο όλων των σύγχρονων εξημερωμένων βοοειδών τον Άουροξ. Η επιλογή αυτή των αδελφών Χεκ οφείλονταν στην λατρεία που έτρεφαν για τη δύναμη και την επιθετικότητα. Ο ίδιος ο Λουτς Χεκ σε κείμενό του ομολογεί ότι από παιδί γοητεύονταν από την γερμανική μυθολογία και τη φαντασία του εξήπταν οι μυθικές μάχες του Ζήγκφρηντ με τους Βόνασους [3] και τους Άουροξ, που θεωρούσε τα πιο ισχυρά ζώα της προγερμανικής πανίδας.

Τις ιδέες των Χεκ μοιράζονταν και άλλοι πριν από αυτούς. Πολλοί εκτροφείς δημιούργησαν νέες ράτσες κατοικίδιων εκείνη την περίοδο, μεταξύ αυτών και σκύλους. Ο αξιωματικός του ιππικού και κυνοτρόφος Μαξ φον Στέφανιτς (Max Emil Friedrich von Stephanitz 1864-1936) ακολουθώντας το δρόμο είχαν ανοίξει οι εκτροφείς αυτοί, αποφάσισε όχι τόσο να δημιουργήσει μια νέα ράτσα σκύλων, όσο να επαναφέρει στη ζωή μία ράτσα που κατά την φαντασία του θα πρέπει να συνόδευε σε κάποιους ανιστορικούς χρόνους τους Άριους στο έπος της κατάκτησης του ευρωπαϊκού Βορρά! Επειδή οι πρώιμες φολκλόρ προφασιστικές και πρωτοφασιστικές φαντασιώσεις της εποχής του, θεωρούσαν τους προγόνους των Γερμανών σαν κτηνοτρόφους και αγρότες που είχαν μια σχεδόν μυστικιστική σχέση με τη γη, αποφάσισε να δημιουργήσει έναν ποιμενικό σκύλο που θα ήταν κοντά στον πρόγονό του λύκο. Κατάφερε μέχρι το 1919 να δημιουργήσει κάνοντας συνεχείς διασταυρώσεις ποιμενικών σκύλων της Λυκαονίας της Θουριγγίας, της Φρακονίας και της Βυτεμβέργης, τον γερμανικό ποιμενικό (Deutscher Schäferhund), το σε όλους γνωστό και δημοφιλές ‘‘λυκόσκυλο’’ [4] που μόνο μια επιφανειακή ομοιότητα έχει με τον λύκο αλλά αυτό μικρή είχε σημασία [5]. Το λυκόσκυλο σαν ο κατ’ εξοχήν «άριος σκύλος» έγινε το αγαπημένο κατοικίδιο του Χίτλερ.

Συνεπώς, το δρόμο για τους αδελφούς Χεκ είχαν ανοίξει ήδη άλλοι «πρωτοπόροι». Πριν περάσουμε στο «έργο» των αδελφών Χεκ ας ρίξουμε μια ματιά στο αναφερόμενο είδος.

Ι.3. Το θλιβερό τέλος του είδους AurochsBos Taurus Primigenius

Ο Άουροξ ήταν ένα περήφανο ζώο που τα τρία ή τέσσερα υποείδη του είχαν κατανομή σε όλο σχεδόν τον Παλαιό Κόσμο, στην Ευρώπη στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ασία, στην Ινδική Υποήπειρο και στην Βόρειο Αφρική. Ένα είδος που απεικόνισε η τέχνη, από τα σπήλαια του Λασκώ και της Αλταμίρας μέχρι την πύλη της Ιστάρ στη Βαβυλώνα και τα έργα της κλασσικής εποχής και του Μεσαίωνα. Το είδος είχε επιδείξει μεγάλη αντοχή στον χρόνο, στις οικολογικές πιέσεις και στον υβριδισμό με εξημερωμένα βοοειδή, στις επιζωοτίες καθώς και στο απηνές κυνήγι των Βασιλέων και των ανώτερων ευγενών των οποίων αποτελούσε προνομιακά αποκλειστικό θήραμα. Κατάφερε να επιζήσει μέχρι τον 17ο Αιώνα, όπου υπέκυψε παρά τις προσπάθειες διατήρησης του είδους.

Ο Άουροξ, σύμφωνα με τις διασωθείσες περιγραφές, είχε μήκος σώματος 2,5 έως 3 μέτρα, ύψος από 1,70 έως 2 μέτρα στο ακρώμιο, τα κέρατα του αρσενικού ήταν πελώρια, μπορούσαν να φτάσουν μέχρι 1,20 μέτρα είχαν μορφή λύρας και φύονταν προς τα έξω. Ο σεξουαλικός διμορφισμός ήταν έντονος, το αρσενικό ήταν σκούρο έως μαύρο και πρέπει να ζύγιζε από 850 έως 1000 κιλά (ο Βόνασος ή ευρωπαϊκός Βίσωνας για σύγκριση ζυγίζει 800 με 850 κιλά και ο αμερικάνικος Βίσωνας από 600 μέχρι 1200 κιλά). Το θηλυκό ήταν μικρότερο, σκούρας καφέ απόχρωσης και είχε ύψος στο ακρώμιο 1,50 έως 1,60 μέτρα. Μάλιστα στην αρχή τα δύο φύλα θεωρήθηκαν από τους φυσιοδίφες του 19ου Αιώνα σαν δύο ξεχωριστά είδη. Τα θηλυκά ζούσαν σε ολιγάριθμες αγέλες μαζί με τα μικρά τους, τα αρσενικά σε μικρότερες ομάδες ή και μοναχικά. Θηρευτές του είδους στα αρχαία οικοσυστήματα, ήταν τα λιοντάρια κυρίως τα ευρωπαϊκά και τα ασιατικά υποείδη, οι λύκοι, καθώς και οι ύαινες στους βιότοπους που συναντιόνταν τα δύο είδη. Στις ασιατικές δασώδεις περιοχές θηρευτές ήταν οι τίγρεις και περιστασιακά οι αρκούδες.

Οι τελευταίοι πληθυσμοί του είδους στην Ευρώπη παρήκμασαν εκτός από τις επιζωοτίες και τον υβριδισμό, από την όχληση των κατοικίδιων βοοειδών και των αλόγων που μοιράζονταν τα ίδια βοσκοτόπια. Οι Άουροξ περιορίστηκαν μόνο σε κάποιες βασιλικές δασικές και ημιδασικές εκτάσεις της Πολωνίας. Στη μείωση του πληθυσμού έπαιξε ρόλο και το κυνήγι ωστόσο είχαν θεσπιστεί από τον 16ο Αιώνα, περιορισμοί που παρείχαν σχετική προστασία. Το 1564 ο πληθυσμός τους ήταν ήδη εξαιρετικά μειωμένος. Οι βασιλικοί φύλακες καταμέτρησαν καμιά τριανταριά ενήλικα δείγματα και λήφθηκαν αυστηρά μέτρα προστασίας και πλήρους απαγόρευσης του κυνηγιού τους, πράγμα που σταθεροποίησε τον πληθυσμό τους για αρκετά χρόνια. Στα τέλη του 16ου και αρχές του 17ου Αιώνα, ο βασιλιάς της Πολωνίας Σιγκισμούνδος ή Ζήγκμουντ Βάζα ο ΙΙΙος, επαίρετο ως ο μόνος μονάρχης της Ευρώπης που διέθετε σαν συλλογή ένα κοπάδι από Άουροξ, τα τελευταία του είδους τους. Κάτι που οι βασιλείς και ευγενείς της Ευρώπης (εφόσον βέβαια ήταν εγγράμματοι), γνώριζαν μόνο από τις περιγραφές του Καίσαρα, του Τάκιτου και του Πλίνιου και μεσαιωνικά κείμενα.

Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες η κατάρρευση του πληθυσμού συνεχίστηκε και το 1620 επιζούσε μόνον ένα θηλυκό. Ήταν ο τελευταίο δείγμα τους είδους της στον πλανήτη μέχρι τον θάνατό της σε ηλικία 30 ετών.

Ι.4. Η μέθοδος των αδελφών Χεκ

Η μέθοδος των αδελφών Χεκ αν υπήρξε ποτέ κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν μέθοδος με την αυστηρή έννοια του όρου, ήταν κάτι ανάμεσα στην ιδεοληπτική πίστη, την απάτη και την επιστημονική πλάνη. Η προσέγγιση βασίζονταν στο ότι οι Άουροξ σαν πρόγονοι των εξημερωμένων συγγενών τους μοιράζονταν τμήματα του γενετικού υλικού («χαρακτηριστικά» ήταν ο χρησιμοποιούμενος όρος) με τους απογόνους τους, κάτι που ισχύει. Έτσι με μια σειρά επιλεγμένων διασταυρώσεων, ήλπιζαν να εξαλείψουν τα χαρακτηριστικά της εξημέρωσης, να απαλλάξουν από αυτά τον Άουροξ τους, επαναφέροντάς τον στην «άγρια» κατάσταση.

Το πρόγραμμα ανασύστασης του εμβληματικού πλην εξαφανισμένου είδους υιοθετήθηκε από τους ναζί οι οποίοι όταν κατέλαβαν το 1933 την εξουσία διευκόλυναν τους Χεκ και τους παρείχαν τεχνική υποστήριξη για να προωθήσουν το εγχείρημά τους. Ο ισχυρότερος υποστηρικτής των Χεκ και ιδίως του Λουτς ήταν ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, μανιώδης κυνηγός. Υπό την αιγίδα του οι Χεκ χρηματοδοτήθηκαν αδρά από ειδικό ταμείο που διαχειρίζονταν οι SS. Οι ναζί είχαν ανάγκη από την αναγέννηση ενός εμβληματικού «γερμανικού – άριου» ζώου, δεδομένου ότι εκείνη την περίοδο στις ΗΠΑ επέφερε καρπούς η προστασία του αμερικανικού Βίσωνα που είχε φτάσει στο κατώφλι της εξαφάνισης. Στην Πολωνία που βρίσκονταν στην πρωτοπορία της διάσωσης ειδών, επανεισήχθη ο Βόνασος και το άγριο άλογο Ταρπάν στον ονομαστό δρυμό της Μπιαλοβιέζα, το σωζόμενο τμήμα ενός αρχέγονου εκτεταμένου δάσους που κάλυπτε κάποτε ολόκληρη τη βόρεια Ευρώπη.

Οι αδελφοί Χεκ διασταύρωσαν πάνω από μια ντουζίνα ράτσες ανάμεσα σε αυτές τους μαχητικούς ισπανικούς ταύρους και τους συγγενείς τους της Καμάργκ γιατί ο Άουροξ σαν γνήσια άρια αγελάδα έπρεπε να είναι και επιθετικός. Οι αδελφοί Χεκ αν και ακολούθησαν διαφοροποιημένες προσεγγίσεις σε διαφορετικές πόλεις και διαφορετικούς χρόνους, ανακοίνωσαν ότι επιτέλους κατάφεραν να έχουν ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα κάτι που από ζωολογική άποψη είναι αδύνατο. Είναι προφανές ότι εδώ εμφιλοχώρησε απάτη.

Η πρώτη δυσκολία ήταν ότι δεν είχαν ακριβή εικόνα του ζώου που θα επιχειρούσαν να ανασυστήσουν. Η ακριβής μορφή του Άουροξ δεν θεωρείτο γνωστή στη λεπτομέρεια της. Οι βραχογραφίες των προϊστορικών σπηλαίων που αναπαριστάνουν το είδος, θεωρούνται πολύ στυλιζαρισμένες για να δίνουν πληροφόρηση ακριβούς απεικόνισης [6]. Πέρα από ζωγραφικές απεικονίσεις του είδους μέχρι τον 17ο Αιώνα, σκελετούς και κάποια δείγματα δέρματος δεν είχαν άλλη πληροφόρηση. Συνεπώς, ακόμα και σε επίπεδο φαινοτύπου, το πρόγραμμα είχε ήδη εκτραπεί από άποψη φερεγγυότητας.

Τελικά πριν από το 1936 και σε χρόνους ρεκόρ, οι αδελφοί Χεκ είχαν τους Άουροξ τους και η φήμη τους απογειώθηκε. Τιμήθηκαν από το ναζιστικό καθεστώς και ο Λουτς ανακηρύχτηκε «φύρερ της προστασίας του περιβάλλοντος». Σαν φύρερ της οικολογίας ήταν επιφορτισμένος με την εκπαίδευση των «φυσιοδιφών» SS κι έκανε παρέα με τον στρατάρχη Γκαίρινγκ και τον «ραϊχσφύρερ» των SS Χάινριχ Χίμλερ, που εύρισκαν εξαιρετικό ενδιαφέρον στο έργο του, ο καθένας για τους λόγους του. Ο Γκαίρινγκ για να βρει για τα κυνήγια του ένα ζώο αντάξιο της φήμης του σαν κυνηγού και ο Χίμλερ γιατί το έβλεπε σαν σταθμό στην αναζήτηση των απαρχών του ηρωικού έπους των Αρίων. Στους Ολυμπιακούς αγώνες του Βερολίνου, ο ζωολογικός κήπος όπου προΐστατο ο Λουτς παρουσιάζονταν στους ξένους επισκέπτες σαν μοντέλο ναζιστικού ιδρύματος.

Βέβαια η αγελάδα των Χεκ δεν έμοιαζε ιδιαίτερα με τον Άουροξ. Ήταν ένα σαφώς μικρότερο ζώο, δεν είχε την «αθλητική» όψη δύναμης του πρωτοτύπου που τόσο επιθυμούσαν οι ναζί, δεν παρουσίαζε τον έντονο σεξουαλικό διμορφισμό του προγονικού είδους και τα κέρατα δεν είχαν το μέγεθος των αντίστοιχων του άγριου προγόνου αν και το σχήμα τους μετά από πολλές προσπάθειες, πλησίαζε κάπως το αντίστοιχο του πρωτοτύπου. Όλα αυτά θεωρήθηκαν όμως λεπτομέρειες.

Ωστόσο υπήρχε ένα σοβαρότερο πρόβλημα από τον φαινότυπο του είδους: ήταν η γονιδιακή του ταυτότητα, ο γονότυπος εκείνος που παίζει τον κυρίαρχο ρόλο στην μορφή, οργάνωση και εξέλιξη του είδους. Στο πεδίο αυτό δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη και δεν μπορούσε εξάλλου να ληφθεί καμία μέριμνα από τους δύο αδελφούς. Η Γενετική είχε σημειώσει προόδους εκείνη την εποχή και οι γενετιστές περιφρόνησαν εντελώς το εγχείρημα και τα αποτελέσματά του. Θεώρησαν και δικαίως ότι το ζώο που προέκυψε δεν ήταν ο μυθικός Άουροξ που υποτίθεται ότι συνάντησαν οι γερμανικές ορδές στις απαρχές της καθόδου τους στην Ευρώπη. Το ζώο των Χεκ δεν ήταν παρά μία μπανάλ αγελάδα! Ήταν όπως έγραψε ο M. Daszkiewicz, «ήταν σαν να διασταύρωνες διάφορες ράτσες σκύλων, περιμένοντας να δημιουργήσεις τον πρόγονό τους λύκο», για να επανέλθουμε στον άριο σκύλο που προαναφέραμε. Φυσικά οι γενετιστές αυτοί, όσοι τουλάχιστον επέζησαν από τους διωγμούς, σιώπησαν. Από την επιστημονική κοινότητα τους υποστήριξαν ελάχιστοι γενετιστές όπως ο καθηγητής Baur και ο συνάδελφός του Eugen Fischer. Ο Φίσερ ήταν ιδρυτής και διευθύνων ενός κάποιου «Ινστιτούτου Ανθρωπολογίας, Γενετικής και Ευγονικής» το οποίο υποστήριζε με ψευδοεπιστημονικές «αποδείξεις» τις ρατσιστικές θέσεις των ναζί. Ο Φίσερ επηρέασε σαν «στοχαστής» τον «Άγγελο του θανάτου» Δρα Γιόζεφ Μέγκελε του οποίου απολάμβανε την εκτίμηση…

Οι αδελφοί Χεκ, όπως και οι ομοϊδεάτες τους ναζί Ζωολόγοι, υπέπεσαν σε μία βασική συστημική μεγαπλάνη, ότι δηλαδή μπορούσαν να αντιστρέψουν την πορεία της ειδογένεσης, να ακολουθήσουν δηλαδή με διασταυρώσεις επιλεγμένων δειγμάτων μια εξέλιξη «αρνητικής» φοράς, μια αντίστροφη εξέλιξη. Από την εποχή ήδη του Δαρβίνου είχε καταστεί αξίωμα ότι η εξέλιξη σαν φυσική λειτουργία κινείται μόνο προς μία κατεύθυνση και σήμερα γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η εξέλιξη γενετικά είναι προσθετική κι όχι αφαιρετική διαδικασία, ακόμα κι όταν εξαφανίζονται όργανα κάποιου είδους. Κανονικά η συζήτηση για την επιστημονική εγκυρότητα και την αξιοπιστία της επιχείρησης Άουροξ θα έπρεπε να σταματήσει εδώ. Την συνεχίζουμε ωστόσο γιατί η υπόθεση αυτή έχει «ουρές» μέχρι τις μέρες μας.

Μία αναγέννηση και επανεισαγωγή στο περιβάλλον του Άουροξ ή κάθε άλλου εξαφανισμένου είδους υπό το πρίσμα των σύγχρονων γνώσεων, θα ήταν πιθανή με κλωνισμό υπό τρεις βασικές προϋποθέσεις:

α) Εάν εξασφαλιστεί πλήρες DNA του εξαφανισμένου είδους σε επαρκή ποσότητα και σε άριστη κατάσταση, επειδή το γενετικό υλικό υποβαθμίζεται με την πάροδο του χρόνου.

β) Εάν εξασφαλιστεί η απαιτούμενη πολύπλοκη τεχνική υποδομή για την υλοποίηση του εγχειρήματος. Καμία από τις δύο προϋποθέσεις αυτές δεν καλύπτονταν την 10τία του 1930 [7], οι Χεκ δεν είχαν καμία πρόσβαση σε τεχνικές και τεχνολογία αντίστοιχη με τη σημερινή.

γ) Εάν εξασφαλιστεί η συμβατότητα με την υφιστάμενη οικολογική κατάσταση των βιοτόπων εισαγωγής, δεδομένου ότι τα σύγχρονα κεντροευρωπαϊκά οικοσυστήματα απέχουν πολύ από τα αντίστοιχα όπου ήκμασαν το υποείδη του Άουροξ. Αυτό είναι κάτι που υποτιμάται ακόμα και από τους σύγχρονους γενετιστές που διαθέτουν τα μέσα για χειρισμούς γενετικού υλικού που ενδεχομένως να οδηγήσει στην αναγέννηση δειγμάτων πρόσφατα εξαφανισμένων ειδών.

Ι.5. Η δράση των Χεκ και οι συνέπειές της κατά τη διάρκεια του Πολέμου

Με την έναρξη της πολεμικής σύρραξης, την καταστροφική εντατικοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής για τις ανάγκες του Πολέμου και την εξάπλωσή του, το περιβάλλον υπέστη ανυπολόγιστες παγκόσμιες καταστροφές. Πέρα από την αναμενόμενη περιβαλλοντική καταστροφή που προξενεί ένας μεγάλος πόλεμος και μάλιστα παγκόσμιας κλίμακας, ήταν και οι στοχευμένες πολιτικές του ναζισμού που προετοίμασαν και ενέτειναν την καταστροφή. Την στρατιωτική εξάπλωση του ναζιστικού Ράιχ στα ευρωπαϊκά εδάφη, ακολούθησε μία συστηματική και ολοκληρωτική καταλήστευση των φυσικών πόρων των κατακτημένων χωρών και περιοχών.

Η δράση των Χεκ και κυρίως του Λουτς κατά τη διάρκεια του πολέμου, ήταν ένα άνευ προηγουμένου ξεκλήρισμα ακόμα και απειλούμενων ειδών στα προστατευόμενα φυσικά πάρκα της κατεχόμενης Ευρώπης, από τις κλοπές και τα κυνήγια που οργάνωνε ο ορισθείς ως «φύρερ της προστασίας του περιβάλλοντος» για λογαριασμό των Γκέρινγκ, Ρίμπεντροπ και άλλων αστέρων του ναζιστικού Ράιχ [8]. Σπάνια είδη από τα δάση, τα πάρκα, τους κήπους της Ανατολικής Ευρώπης και κυρίως της Πολωνίας, στέλνονταν στη Γερμανία όπου κατέληγαν σε ζωολογικούς κήπους, ιδιωτικές συλλογές ή ακόμα σε πολυτελή τραπέζια συμποσίων!

Ο Λουτς Χεκ έβαλε στο μάτι τον δρυμό της Μπιαλοβιέζα, από όπου έκλεψε όσους ευρωπαϊκούς Βίσωνες και άγρια άλογα Ταρπάν μπόρεσε. Έκλεψε επίσης τα σπάνια άγρια άλογα Πρεβάλσκι (Equus Caballus Przewalski) από πάρκο προστασίας του είδους στην Ουκρανία, τα οποία εξαφανίστηκαν έκτοτε και αυτό ήταν σοβαρή απώλεια για τη Ζωολογία και την διατήρηση του είδους. Στη θέση τους εγκατέστησε για πολλαπλασιασμό στην άγρια φύση τους ψευδο – Άουροξ του. Η εισαγωγή στο φυσικό περιβάλλον της εξτραβαγκάντσιας των Χεκ συνιστούσε ένα μεγάλο κίνδυνο για τη βιοποικιλότητα.

Εκτός από αυτά τα «ανδραγαθήματα», ο Λουτς Χεκ κινήθηκε δραστήρια και στο «θεωρητικό» πεδίο: Ξένες ή γερμανικές επιστημονικές περιβαλλοντικές ή εργασίες γενετικής μη συμβατές με τη «ναζιστική επιστήμη» παραδόθηκαν στην πυρά. Το χειρότερο ήταν ότι κάποιοι άτυχοι επιστήμονες από αυτούς που τις είχαν εκπονήσει ή είχαν διαφωνήσει με τις ανοησίες των Χεκ, οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και κάποιοι εξαφανίστηκαν κυριολεκτικά! «Νύχτα και Ομίχλη» (Nacht und Nebel)…

Ο Λουτς Χεκ μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας κατηγορήθηκε για εγκλήματα πολέμου. Τον κατηγόρησαν οι Πολωνοί για το κυνήγι των επιστημόνων και την λογοκλοπή των συγγραμμάτων τους, καθώς και για τις κλοπές ζώων από δρυμούς και ζωολογικούς κήπους. Τον κατηγόρησαν και οι Σοβιετικοί για τις κλοπές και την εξαφάνιση των σπάνιων αλόγων Πρεβάλσκι και το έγκλημα της καταστροφής του Ουκρανικών βιότοπων για την προετοιμασίας εγκατάστασης Γερμανών εποίκων.

Ο Χεκ κατέφυγε στον δυτικό τομέα της Γερμανίας, όπου ζητήθηκε η έκδοσή του. Επωφελήθηκε από το κλίμα που δημιουργήθηκε με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου αλλά τη γλύτωσε για «διαδικαστικούς» λόγους. Πέθανε το 1983 ουσιαστικά ατιμώρητος για τα εγκλήματά του. Το 1984 αναγέρθηκε προς τιμήν του αναμνηστικό γλυπτό στον ζωολογικό κήπο του Βερολίνου!

Ι.6. Από την επιστημονική πλάνη και αγυρτεία στην απάτη

Ο Άουροξ δεν «πέθανε» μαζί με τους αδελφούς Χεκ. Εκτίθεται κάποτε και επί πληρωμή μέχρι τις μέρες μας, σε διάφορες φάρμες όχι σαν μια κοινή ράτσα αγελάδας αλλά σαν Άουροξ και σε κάποιες περιπτώσεις σαν Άουροξ του Χεκ. Από τα τέλη της 10ετίας του 1990 άρχισαν να εμφανίζονται δειλά στην αρχή και πιο ανοιχτά στη συνέχεια, περισπούδαστες αναλύσεις για το εγχείρημα των αδελφών Χεκ, «μετριοπαθείς» παρουσιάσεις που επικαλούνται την αντικειμενικότητα και κριτικές ίσων αποστάσεων.

Η υπόθεση της άριας αγελάδας του προφέσορα Χεκ στην εποχή του ήταν μια εξαιρετικά σύνθετη υπόθεση. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο σαν αγυρτεία παρά σαν καθαρή περίπτωση επιστημονικής απάτης ή πλάνης. Αλλά ήταν όλα αυτά εξίσου. Ήταν απότοκος του πνεύματος ανορθολογισμού και της ιδεοληπτικής στρέβλωσης που προξένησαν στην Επιστήμη ο φασισμός και η ναζιστική παραφυάδα του. Σήμερα όμως η παρουσίαση κατοικίδιας ράτσας αγελάδας του Χεκ σαν αναγεννημένου Άουροξ, είναι μια καθαρή απάτη που καλύπτεται από επιστημονικό μανδύα με στόχο την απόσπαση οφέλους. Όμως πίσω από αυτό κρύβεται κάτι σοβαρότερο. Πίσω από την επανεμφάνιση του ψεύτικου Άουροξ κρύβονταν το SIERDAH [9], ένα Διεθνές Συνδικάτο Εκτροφής, Επανεισαγωγής και Ανάπτυξης του Άουροξ του Χεκ.

Το SIERDAH είναι ένας περίεργος οργανισμός με αρκετή δύναμη και οικονομική επιφάνεια απ’ ότι φαίνεται από τον αριθμό των εκτροφείων στο Βέλγιο, Ολλανδία, Σουηδία, Ελβετία, Ουγγαρία, Ισπανία και φυσικά στη Γερμανία! Οι δικτυακός τόπος του οργανισμού φιλοξενείτο και φιλοξενείται ακόμα από τον σέρβερ της Κτηνιατρικής σχολής της Νάντης. Κι αυτό είναι ένα ακόμα σκάνδαλο. Ένας οργανισμός που είχε στο όνομά του το όνομα ενός ναζί εγκληματία που γλύτωσε σκανδαλωδώς από το δικαστήριο και την τιμωρία. Ένας οργανισμός που στα έντυπά του προωθούσε και προωθεί επικοινωνιακά την αγελάδα του Χεκ σαν προϊόν «γενετικών χειρισμών Γερμανών επιστημόνων τις δεκαετίες του 1920 -1930». Είδαμε ήδη ότι δεν έγινε κανένας «γενετικός χειρισμός» στην περίπτωσή των Χεκ. Το SIERDAH σε δεύτερο επίπεδο ανάλυσης προωθούσε την ιστορική λήθη και έναν ιδιόρρυθμο βιο-αναθεωρητισμό.

Τελικά ο φορέας αυτός έκανε μια επενδυτική κίνηση με κερδοσκοπικό πρόσημο αλλά και υπόρρητο ιδεολογικό φορτίο: Κατέθεσε πρόταση στο πολωνικό Υπουργείο Περιβάλλοντος, να αγοράσει μεγάλες περιοχές εκεί που διοργάνωνε τα κυνήγια του ο Γκαίρινγκ, για να δημιουργήσει μια μεγάλη φάρμα εκτροφής των ψευδο – Άουροξ και να εισάγει την ναζιστική αγελάδα στο οικοσύστημα. Αυτή θα ήταν μια επένδυση που κατά τον φάκελο θα αύξανε την τουριστική υπεραξία της περιοχής. Το δυστύχημα είναι ότι το πολωνικό παράρτημα του WWF φαίνεται ότι συντάχθηκε με την πρόταση. Θέλουμε να ελπίζουμε ότι το πολωνικό παράρτημα του WWF υπέπεσε σε πλάνη από τις οικολογικές σάλτσες που συνόδευαν την πρόταση του αμφιλεγόμενου φορέα. Η κίνηση αυτή του SIERDAH φανέρωνε τη μεγάλη του οικονομική επιφάνεια και γεννά ερωτήματα ως προς την προέλευσή της. Πιθανώς θα έχουν γίνει σχετικές έρευνες και θα υπάρχουν στοιχεία τα οποία δεν είναι στη διάθεσή μας.

Ευτυχώς η κυβέρνηση της Πολωνίας απέρριψε την πρόταση και αποκάλυψε την απάτη με τον Άουροξ, διαφυλάσσοντας την ιστορική μνήμη και σεβόμενη τους Πολωνούς επιστήμονες που εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα του θανάτου. Παράλληλα άρχισε και μια ενοχλητική για τον φορέα συζήτηση για τους σκοπούς του και τις θέσεις του. Μετά από αυτή την εξέλιξη το SIERDAH αφαίρεσε το τελικό «Η», αρχικό του ονόματος του Χεκ από το λογότυπο του και μετονομάστηκε σε SIERDA [10].

Τελειώνοντας, το 2006 ιδρύθηκε από Πολωνούς επιστήμονες ένα «Ίδρυμα για την Αναδημιουργία του Άουροξ», φορέας που είχε ως στόχο τη αναδημιουργία του είδους με κλωνοποίηση, χρησιμοποιώντας DNA μουσειακών δειγμάτων. Και αυτή τη προσπάθεια συνάντησε την άρνηση των πολωνικών Αρχών. Οι πρόγονοι των σημερινών εξημερωμένων βοοειδών είχαν εξαφανιστεί οριστικά μετά το 1620 και ο Άουροξ ή Ούρος θα έπρεπε να αναπαυτεί επιτέλους εν ειρήνη.

 

ΙΙ. Ο Πλαστογράφος Καθηγητής Γεωλογίας. Η Υπόθεση Γκούπτα, ένα συλλογικό Πανεπιστημιακό σκάνδαλο

 

Ο Βίσβα Ζιτ Γκούπτα (Viswa Jit Gupta), ήταν ένας σεβαστός και παραγωγικότατος καθηγητής Γεωλογίας, Πρύτανης της Σχολής Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου «Πεντζάμπ» (Punjab) της Τσαντιγκάρ (Chandigarh) πρωτεύουσας του κρατιδίου Πεντζάμπ, της πόλης που σχεδίασαν οι Άλμπερτ Μάγιερ (Albert Mayer) και Λε Κορμπυζιέ [11].

Ο Γκούπτα έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης στην κοινότητα των Παλαιοντολόγων και των Γεωλόγων και είχε γίνει γνωστός για την εκπόνηση και εισαγωγή στον διεθνή επιστημονικό διάλογο μιας επαναστατικής θεωρίας για την γεωλογική εξέλιξη των Ιμαλαϊων και τον σχηματισμό της κοιλάδας του Κασμίρ. Οι θεωρητικές του προσεγγίσεις παρουσίαζαν ισχυρή τεκμηρίωση αφού συνοδεύονταν πάντοτε από πληθώρα απολιθωμάτων και πετρωμάτων από τις in situ έρευνές του και από δημοσιεύσεις τεκμηρίωσης. Ήταν για μια 20ετία στην αιχμή της λόγχης της έρευνας της Σχολής Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου.

Το 1989 όμως, ξέσπασε σκάνδαλο από ένα άρθρο του John A. Talent Αυστραλού Γεωλόγου στην επιθεώρηση Nature, όπου αμφισβητούσε ευθέως τα αποτελέσματα των εργασιών και παρουσίαζε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είχε συλλέξει μετά από έρευνα πέντε τουλάχιστον ετών αποδεικνύοντας ότι επρόκειτο για εξαπάτηση κατ’ εξακολούθηση. Αφορμή για την έρευνα αυτή στάθηκε μια αποστολή του Τάλεντ και του συνεργάτη του John Pickett στο Νεπάλ σε μια περιοχή όπου ο Γκούπτα υποτίθεται ότι είχε συλλέξει σπάνια απολιθώματα κωνοδόντων [12] από την Δεβόνια περίοδο. Δεν βρέθηκε κανένα απολίθωμα αφού δεν εντοπίστηκε ποτέ καμία από τις 20 τοποθεσίες που υποτίθεται ότι διενεργήθηκαν οι ανασκαφές. Ο περαιτέρω έλεγχος απέδειξε ότι οι φωτογραφίες που συνόδευαν τις δημοσιεύσεις του Γκούπτα, δεν ήταν παρά «φωτοσοπιές» από φωτογραφίες αντίστοιχων αμερικανικών ευρημάτων ανασκαφής του 1879 στην περιοχή της Νέας Υόρκης!

Η έρευνα σχετικά με τις εργασίες και τις δραστηριότητες του Δρα Γκούπτα αποκάλυψε ότι προέβαινε συστηματικά σε λογοκλοπή για ένα διάστημα άνω των 25 χρόνων. Είχε «δανειστεί» τις εργασίες 124 επιστημόνων εκ των οποίων οι 68 ήταν συμπατριώτες του. Από όλο του το έργο, ελάχιστα οφείλονταν στην πένα του αφού παρουσίαζε σαν δικές του πάνω από 450 δημοσιεύσεις συναδέλφων του. Μάλιστα τα προϊόντα λογοκλοπής του καθηγητή είχαν δημοσιευτεί και σε διεθνείς επιστημονικές επιθεωρήσεις κύρους [13]!

Ακολούθησε σάλος από τις αποκαλύψεις, κάποια δε στιγμή η υπόθεση άρχισε να εκτρέπεται κοινώς να «χοντραίνει», καθώς Τάλεντ αφού απέτυχε η προσπάθεια χρηματισμού του από τον Γκούπτα για να αποσύρει τα δημοσιεύματα και τις καταγγελίες του, δέχτηκε απειλές για τη ζωή του! Το ενδιαφέρον στην υπόθεση είναι η απροθυμία της Συγκλήτου της Σχολής Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Punjab, να θέσει τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων. Οι πανεπιστημιακές αρχές έκαναν ότι ήταν δυνατόν, αρχικά να καλύψουν τον Γκούπτα και κατόπιν να τον «ρίξουν στα μαλακά». Παρέπεμψαν στο Πειθαρχικό τους δύο στενούς συνεργάτες του Γκούπτα με την κατηγορία ότι αυτοί φαλκίδευσαν τα στοιχεία των εργασιών του καθηγητή!

Όπως αναφέραμε η υπόθεση είχε πάρει πολύ άσχημη τροπή. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε το δίκτυο ABC, ο ένας στενός συνεργάτης του Γκούπτα που έκανε κάποιες αποκαλύψεις, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα! Και ώ τι σύμπτωση, την ίδια περίοδο η ηλικιωμένη μητέρα του άλλου συνεργάτη του Arun Ahluwalia έπεσε θύμα τροχαίου αλλά τη γλύτωσε μόνο με σοβαρά κατάγματα [14]! Ο Arun Ahluwalia, απαλλάχθηκε τελικά, ως θύμα της απάτης και συνέχισε την καριέρα του στο Πανεπιστήμιο Punjab στην Τσαντιγκάρ.

Με τον σάλο από τις αποκαλύψεις και την κατακραυγή της επιστημονικής κοινότητας, η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου της οποίας ήταν μέλος, υποχρεώθηκε το 1991 να τον αποπέμψει από τις τάξεις της, του αφαίρεσε κάθε διοικητική αρμοδιότητα και αποφάσισε να μην κάνει καμία μελλοντική αύξηση στον μισθό του. Ελαφρά ποινή για έναν απατεώνα τέτοιου διαμετρήματος και διεθνούς εμβέλειας! Ο Γκούπτα θα συνταξιοδοτούνταν σε οκτώ χρόνια, άρα η χρηματική ποινή δεν ήταν ιδιαίτερα βαριά, δεδομένου ότι ο Γκούπτα διατήρησε τη θέση του. Το σκάνδαλο δεν εκτονώθηκε με την ελαφρά τιμωρία του Γκούπτα. Η πρόκληση των Αρχών του Πανεπιστημίου κορυφώθηκε το 1992 όταν ο Γκούπτα αποκαταστάθηκε, γεγονός που θεωρήθηκε σαν ένα δεύτερο και σοβαρότερο σκάνδαλο στην υπόθεσή του. Η εξέλιξη αυτή ξεσήκωσε εκ νέου την κατακραυγή των επιστημονικών κύκλων στην Ινδία αλλά και διεθνώς, καθώς αμαύρωνε την εικόνα των ινδικών πανεπιστημίων.

Η αποκάλυψη των παραχαράξεων και εξαπάτησης του Δρα Γκούπτα συνεχίστηκαν: Το 1994 ο Γκούπτα κατηγορήθηκε ότι είχε παρουσιάσει κλεμμένα απολιθώματα και είχε παραχαράξει δεδομένα. Αποκορύφωμα, η παρουσίαση απολιθωμάτων αμμωνιτών που ισχυρίστηκε ότι απέσπασε από ένα κοίτασμα χαλαζία στη Βορειοανατολική Ινδία και αποκαλύφτηκε ότι προέρχονταν από το Μαρόκο! Κατόπιν αυτών των αποκαλύψεων, επιβεβαιώθηκε η καταγγελία του Τάλεντ ότι είχε διεκδικήσει την πατρότητα ανακαλύψεων σε ανύπαρκτες ανασκαφικές τοποθεσίες.

Έτσι στα τέλη του 1994 η «Ένωση Επιστημονικών Αξιών» του Πανεπιστημίου Punjab δηλαδή κάτι σαν Επιτροπή Ηθικής του Πανεπιστημίου, παρενέβη κατηγορώντας τις Αρχές του Πανεπιστημίου ότι με την απόφασή ατιμωρησίας του Γκούπτα, υπονόμευαν το κύρος της ινδικής επιστήμης και υπέθαλπαν τέτοιου είδους αποκλίνουσες πρακτικές στου κόλπους όλων των επιστημονικών κλάδων.

Όλες αυτές οι απάτες είχαν σαν στόχο να συντηρήσουν το ενδιαφέρον για τη φαντεζί θεωρία του Δρα Γκούπτα. Η οποία ως είναι ευνόητο αναβάθμιζε την εικόνα και το κύρος της Σχολής Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου. Εις βάρος βέβαια της επιστημονικής ηθικής, της έρευνας και της δεοντολογίας. Και σε τελευταία ανάλυση εις βάρος των Επιστημών της Παλαιοντολογίας αρχικά αφού τα φαλκιδευμένα ευρήματα δεν σχετίζονταν με τις περιοχές ανακάλυψης και την οικολογική διασπορά τους πράγμα που οδηγούσε σε επιστημονικές πλάνες. Αλλά προβλήματα εντοπίζονταν και στον τομέα της Γεωλογίας, αφού τα χαλκευμένα στοιχεία είχαν αρνητικές επιπτώσεις στην αξιοπιστία των στρατογραφικών απεικονίσεων ολόκληρων περιοχών που είχαν στηριχθεί σε αυτά. Αυτό απ’ ότι φαίνεται μικρή είχε σημασία για το κατεστημένο του Πανεπιστημίου. Οι αρχές του Πανεπιστήμιου Punjab ήταν αναμφισβήτητα συνένοχες γι’ αυτό άλλωστε δεν τιμώρησαν ποτέ ουσιαστικά τον Γκούπτα παρά την κατακραυγή, τις καταγγελίες και τις παρεμβάσεις της Επιτροπής Ηθικής του Πανεπιστημίου, η οποία ευτελίστηκε απολύτως ως θεσμός από τις ίδιες τις πανεπιστημιακές αρχές!

Η ιστορία αυτή τουλάχιστον για τον πρωταγωνιστή της, είχε τελικά happy end! Ο απατεών, πλαστογράφος, παραχαράκτης, λογοκλόπος και ολίγον γκάγκστερ Δρ Γκούπτα αφυπηρέτησε κανονικά το 2002…

 

Στο δια ταύτα, η όλη υπόθεση γεννά κάποιες σκέψεις και ερωτήματα αφού συνέβη σε ένα πανεπιστήμιο σαν το Πανεπιστήμιο Punjab που διέθετε φήμη, ήταν πλούσιο, οργανωμένο κατά τα αγγλοσαξωνικά πρότυπα και καλλιεργούσε ευρωπαϊκές παραδόσεις αξιοπιστίας και εγκυρότητας. Τι θα μπορούσε να συμβεί στις σημερινές συνθήκες που τείνουν να επικρατήσουν διεθνώς και μετατρέπουν τα Πανεπιστήμια σε κυνηγούς επιδοτήσεων και ιδιωτών χορηγών σε ένα πανεπιστήμιο μικρότερου ακαδημαϊκού διαμετρήματος;

Ενδεχομένως το Πανεπιστήμιο Punjab να είχε δεσμούς με επιχειρήσεις που σχετίζονταν με κάποιο τρόπο με τις έρευνες και τη δραστηριότητα του Γκούπτα. Ίσως αυτά να μην είναι παρά εικασίες και η ανοχή στις απάτες του, να ήταν απλώς ζήτημα συνενοχής των Αρχών του Πανεπιστημίου ή ενός πλέγματος κοινών συμφερόντων και αμοιβαίων εκβιασμών. Είναι ενδεικτικό ωστόσο του τι θα μπορούσε να συμβεί στις μέρες μας αν ένα από τα συνδεδεμένα με την αγορά Πανεπιστήμια, σε ένα νεοφιλελεύθερο πλαίσιο σχέσεων αντιμετώπιζε προβλήματα υποχρηματοδότησης. Ας φανταστούμε την ακρότατη περίπτωση, ότι ένα μέλος του ακαδημαϊκού προσωπικού του Ιδρύματος αυτού επινοεί, οργανώνει και αναπτύσσει μια απάτη με εντυπωσιακό επιστημονικό μανδύα. Ας υποθέσουμε ότι η αξιοποίηση αυτής της απάτης προσδίδει κύρος, επιδοτήσεις και χρηματοδότηση. Και ότι η κατάσταση αυτή αποδεικνύεται εξαιρετικά «βολική» και γύρω της αναπτύσσεται ενδεχομένως ένα άτυπο μικροδίκτυο συμφερόντων και υποστήριξης, μια εξαιρετικά μικρή, κλειστή ομάδα συνενόχων που έχουν να κερδίζουν όλοι κάτι.

Αν παρ’ ελπίδα αποκαλυφθεί η απάτη αλλά δεν έχει ακόμα ξεσπάσει σκάνδαλο, κάποιοι δε από τους συνωμότες ανήκουν στις Πανεπιστημιακές Αρχές, μέχρι ποιο σημείο θα μπορούσαν να φτάσουν για να αποτρέψουν το σκάνδαλο; Το χειρότερο φυσικά σε τέτοιες περιπτώσεις είναι το τραύμα που θα υποστεί το ίδρυμα σαν θεσμός, η επιστημονική κοινότητα και το κύρος και η ηθική της Επιστήμης.

Μιλάμε για μια υποθετική περίπτωση. Ωστόσο συνέβη σε ένα μεγάλο ίδρυμα μιας μεγάλης χώρας με επιστημονική παράδοση. Κι ότι συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί. Επί παραδείγματι στην υπόθεση του Άουροξ που αναφέραμε, ο αμφιλεγόμενος φορέας «Διεθνές Συνδικάτο Εκτροφής, Επανεισαγωγής και Ανάπτυξης του Άουροξ» – SIERDA, που εκμεταλλεύεται μια ναζιστική αθλιότητα, προβάλλεται από την Κτηνιατρική Σχολή της Νάντης, του κατ’ εξοχή φορέα του κλάδου που οφείλει να καταγγέλλει τις απάτες τσαρλατάνων ή κατ’ όνομα επιστημόνων. Ένα Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα προβάλλει φορέα που είχε το όνομα ενός ναζί στο λογότυπό του και το αφαίρεσε μόνο μετά το θόρυβο που δημιουργήθηκε! Υπάρχει άραγε κάποια τόσο ισχυρή σχέση χορηγού – ωφελούμενου στις σχέσεις του σκοτεινού φορέα και του Ιδρύματος;

 

ΙΙΙ. Σινίσι Φουτζιμούρα, το «Χέρι του Θεού» ή ο «Θεϊκός Ανασκαφέας»

 

Ο Σινίσι Φουτζιμούρα (Shinichi Fujimura) εργάζονταν ως απόφοιτος Λυκείου σε μια βιοτεχνία αλλά είχε και άλλα ενδιαφέροντα. Έδειχνε ενθουσιασμό για την Αρχαιολογία από τότε που είχαν βρεθεί θραύσματα από αρχαία αγγεία τεχνοτροπίας Τζομόν (Jōmon) της αντίστοιχης περιόδου [15] στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το 1972 σε ηλικία 22 ετών άρχισε να μελετάει Αρχαιολογία σε μία πείσμονα διαδικασία αυτομόρφωσης. Παράλληλα άρχισε να αναζητά προϊστορικά λείψανα σε όλο το νησιωτικό σύμπλεγμα της Ιαπωνίας.

Σε λιγότερο από δέκα χρόνια είχε γίνει ένας αυτοδίδακτος αρχαιολόγος περιωπής με αποδοχή πρωτοφανή για ερασιτέχνη από τους αρχαιολόγους ακόμα και από Πανεπιστημιακούς. Τομή στην καριέρα του ήταν το 1981 που ανακάλυψε τα αρχαιότερα κεραμικά θραύσματα σε ένα ανασκαφικό στρώμα ηλικίας 40.000 ετών. Μάλιστα είχε καταφέρει να ολοκληρώσει την ανασκαφή μόνος του ή με ελάχιστους συνεργάτες. Ίδρυσε και μια Μη Κυβερνητική Οργάνωση (αναγνωρισμένη λύση!) για να μπορεί να αποσπά πόρους για να πραγματοποιεί τις επιστημονικές επιτυχίες του.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της λαμπρής του καριέρας, έλαβε μέρος σε 180 περίπου ανασκαφές, αποκτώντας τα παρατσούκλια «το χέρι του θεού» και «θεϊκός ανασκαφέας». Κι αυτό γιατί κάθε φορά ανακάλυπτε ολοένα και πιο αρχαία και πιο σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα.

Οι ανακαλύψεις του φιγουράριζαν σε ακαδημαϊκά εγχειρίδια, επιστημονικές πραγματείες και δημοσιεύσεις Αρχαιολόγων. Μάλιστα οι ανακαλύψεις του ώθησαν στην αλλαγή της περιοδολόγησης της Παλαιολιθικής Εποχής στην Ιαπωνία, μεταθέτοντας κατά 300.000 χρόνια νωρίτερα την αρχή της.

Παρόλη την αναγνώριση που απολάμβανε από τους αρχαιολόγους, οι ανθρωπολόγοι και οι γεωλόγοι διαβεβαίωναν ότι οι ανακαλύψεις του δεν είχαν συνάφεια με τις πολιτισμικές ταξινομήσεις των αντικειμένων ούτε με την γεωλογική ανάλυση των τοποθεσιών ανασκαφής. Τα ευρήματα του Φουτζιμούρα, αποτελούσαν ένα είδος ανωμαλίας στον ιστορικό, πολιτισμικό και γεωλογικό περίγυρο όπου ανακαλύπτονταν. Ωστόσο η εξαιρετική φήμη του καταδίκαζε σε σιωπή τις όποιες κριτικές που παρουσιάζονταν όπως και στην περίπτωση της απάτης του Πιλτντάουν το κύρος του Άρθουρ Σμίθ Γούντγουορντ, κατάπνιγε τις φωνές αμφισβήτησης.

Τον Οκτώβρη του 2000 ο Φουτζιμούρα και η ομάδα του ανήγγειλαν μια εξαιρετική ανακάλυψη αμυγδαλόσχημων πέτρινων χειροπελέκεων (bifaces) ηλικίας 500.000 ετών που βρέθηκαν ανάμεσα στα λείψανα προϊστορικού «οικισμού» ή μάλλον τοποθεσίας όπου ζούσαν ομάδες παλαιολιθικών ανθρώπων. Όμως λίγες ημέρες μετά, η ημερήσια εφημερίδα (Mainichi Shinbun) δημοσίευσε φωτογραφίες του Φουτζιμούρα που λήφθηκαν την παραμονή της μεγάλης «ανακάλυψης» και τον συνέλαβαν χωρίς να το αντιληφθεί ενώ παράχωνε τα ευρήματα για να τα βρουν την επόμενη ημέρα οι συνεργάτες του! Η φωτογράφηση αυτή ήταν προϊόν μιας 6μηνης προσπάθειας ομάδας δημοσιογράφων, που τον παρακολουθούσε για την επιβεβαίωση ή όχι των υποψιών που είχαν διατυπώσει οι ανθρωπολόγοι και οι γεωλόγοι, σχετικά για την γνησιότητα των προηγούμενων «ανακαλύψεών» του.

Ένας από τους διαπρέστερους «ειδικούς» της ιαπωνικής Αρχαιολογίας αν και ερασιτέχνης, ο Σινίσι Φουτζιμούρα συνελήφθη κλέπτων οπώρας! Για κακή του τύχη, συνελήφθη όταν ανακοίνωσε θριαμβευτικά την ανακάλυψη της αρχαιότερης παλαιολιθικής τοποθεσίας του ιαπωνικού αρχιπελάγους!

Αντίθετα από άλλους απατεώνες, ο Σινίσι Φουτζιμούρα ομολόγησε την απάτη την ίδια ημέρα που δημοσιεύτηκαν οι φωτογραφίες σε συνέντευξη τύπου και ζήτησε συγνώμη. Ο Φουτζιμούρα παραδέχτηκε ότι όχι μόνον παραχάρασσε τα ίχνη αλλά κατασκεύαζε και κίβδηλα αντικείμενα που παράχωνε σε αρχαία γεωλογικά στρώματα για να αποδείξει ότι ανακάλυπτε αρχαίους οικισμούς εξαιρετικά μεγάλης ηλικίας. Στην απολογία του ισχυρίστηκε ότι κίνητρό του ήταν η σφοδρή επιθυμία την οποία δεν μπορούσε να ελέγξει, να είναι αυτός ο άνθρωπος που θα ανακάλυπτε τα πιο παλιά λίθινα λείψανα στην Ιαπωνία.

Ο Φουτζιμούρα απολύθηκε άμεσα από έναν ιδιωτικό φορέα το «Παλαιολιθικό Ινστιτούτο Tohoku», στο οποίο είχε προσληφθεί ως διευθυντής, με το οποίο είχε «γόνιμη» συνεργασία και το οποίο είχε οργανωθεί στα μέτρα του. Το Ινστιτούτο χωρίς τον Φουτζιμούρα και τις αγυρτείες του έπαψε να έχει αντικείμενο και έκλεισε το 2004!

Ο Φουτζιμούρα ομολόγησε ότι έκανε απάτη σε δύο μόνον ανασκαφικές τοποθεσίες, όπου έθαψε έναν πολύ μεγάλο αριθμό πλαστών λίθινων εργαλείων δίπλα στα ελάχιστα αυθεντικά. Ωστόσο η απάτη του αυτή, σκίασε με υποψίες ολόκληρο το ερευνητικό έργο στο οποίο συμμετείχε, στην Ιαπωνία και στο εξωτερικό. Κανένας δεν ήταν σίγουρος ποια ήταν τα ευρήματα που δεν είχε παραχαράξει και ποια τα γνήσια.

Οι Αρχαιολόγοι που ενέταξαν τα πορίσματα του Φουτζιμούρα στο θεωρητικό τους οπλοστάσιο οδηγήθηκαν σε επιστημονικές πλάνες. Αυτή η κατάσταση δημιούργησε όπως ήταν φυσικό, σοβαρό πρόβλημα και στους Αρχαιολόγους με τους οποίους συνεργάστηκε στο ανασκαφικό πεδίο. Τόσο το έργο όσο και η εντιμότητά τους τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Ένας από αυτούς, ο Mitsuo Kagawa Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Beppu, σε μια πράξη διαμαρτυρίας αυτοκτόνησε το 2001 για λόγους ευθιξίας, ως γνήσιος απόγονος των Σαμουράι. Ένα τραγικό θύμα της μεγαλομανίας του Φουτζιμούρα.

Όσο για τον Φουτζιμούρα, άλλαξε το όνομά του και προσπάθησε να ξαναφτιάξει τη ζωή του.

 

Σημειώσεις

  1. Η υπόθεση αναφέρεται σαν ο « Άουροξ του Χεκ», ακόμα και σαν η «Αγελάδα του Χίτλερ» και η «Άρια Αγελάδα».
  2. Που εκφράζονταν με τις ιδεοληψίες περί επέκτασης του ζωτικού χώρου εις βάρος των κατώτερων φυλών.
  3. Bison bonasus, ο ευρωπαϊκός Βίσωνας, το μεγαλύτερο σήμερα εν ζωή είδος ζώου της Ευρώπης.
  4. Ως γενάρχης των γερμανικών ποιμενικών και ως πρωταρχικό δείγμα θεωρείται ο σκύλος με το όνομα Horand von Grafrath, που εμφανίζεται σε φωτογραφίες με τον φον Στέφανιτς.
  5. Τα τελευταία χρόνια του 19ου Αιώνα, ένας κυνοτρόφος, νυχτοφύλακας, χασάπης και μπόγιας από την Θουριγγία, ο Λούντβιχ Ντόμπερμαν (Karl Friedrich Louis Dobermann 1834-1894) φέρεται να άρχισε τις διασταυρώσεις για τη δημιουργία ενός επίσης διάσημου σκύλου που πήρε μετά θάνατον το όνομά του. Βέβαια η ράτσα αυτή που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1899, ήταν μάλλον δημιούργημα κάποιου Όττο Γκέλλερ συνεργάτη του Ντόμπερμαν, που προσέδωσε στη ράτσα τα τελικά της χαρακτηριστικά. Ενδεχομένως η όλη υπόθεση να είχε και στοιχεία απάτης, δεδομένου ότι τα πρώτα δείγματα της ράτσας Ντόμπερμαν έμοιαζαν εξαιρετικά με Beauceron μια πολύ παλαιότερη και δημοφιλή γαλλική ράτσα…
  6. Άλλοι ειδικοί ισχυρίζονται ότι επειδή οι καλλιτέχνες των σπηλαίων ήταν «νατουραλιστές», οι απεικονίσεις τους έδιναν αρκετά ακριβείς πληροφορίες.
  7. Τα νουκλεονικά οξέα είχαν μεν ανακαλυφθεί το 1869 αλλά το DNA αναλύθηκε το 1953 και το RNA παρότι υποψιαζόντουσαν το ρόλο του από το 1939, ξετύλιξε τα μυστικά του το 1959.
  8. Περισσότερες πληροφορίες για όσους γαλλομαθείς ενδιαφέρονται για τον Χεκ και την αγελάδα του στο βιβλίο των de Piotr Daszkiewicz et Jean Aikhenbaum «Aurochs, le retour … d’une supercherie nazie», HSTES, Paris, 1999.

9. Syndicat International pour l’Elevage, la Reconnaissance et le Développement de l’Aurochs de Heck.

  1. SIERDA στο site της Κτηνιατρικής σχολής της Νάντης:

https://www.oniris-nantes.fr/ecole/associations/sierda-aurochs/

  1. Η Τσαντίγκαρ (πάνω από 900.000 κάτοικοι) είναι πρωτεύουσα της πολιτείας Πεντζάμπ στη βόρεια Ινδία. Είναι νέα πόλη, χτίστηκε μετά το 1947. Πανεπιστημιούπολη με πάνω από 80.000 φοιτητές, είναι διεθνώς γνωστή για την πολεοδόμησή της. Το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης βασίστηκε στις ιδέες του Αμερικανού Πολεοδόμου – Χωροτάκτη και Αρχιτέκτονα Άλμπερτ Μάγιερ και αποτέλεσε μια βάση για το δεύτερο και τελικό σχέδιο που εκπόνησε ο πολύς Λε Κορμπυζιέ.
  2. Μικροαπολιθώματα που υποτίθεται ότι ήταν τα δόντια μικρού μεγέθους θαλάσσιων σπονδυλόζωων τα οποία ίσως να έμοιαζαν με τις γνωστές μας ζαργάνες σε μικρογραφία. Λόγω της ασάφειας στην προέλευση των ευρημάτων αυτών, ενδιέφεραν ιδιαίτερα τους ειδικούς. Οι περιορισμένες γνώσεις όμως, άφηναν περιθώρια για εικασίες κάθε είδος ακόμα και για απάτες.
  3. Μικροαπολιθώματα που υποτίθεται ότι ήταν τα δόντια μικρού μεγέθους θαλάσσιων σπονδυλόζωων τα οποία ίσως να έμοιαζαν με τις γνωστές μας ζαργάνες σε μικρογραφία. Λόγω της ασάφειας στην προέλευση των ευρημάτων αυτών, ενδιέφεραν ιδιαίτερα τους ειδικούς. Οι περιορισμένες γνώσεις όμως, άφηναν περιθώρια για εικασίες κάθε είδος ακόμα και για απάτες.
  4. Αυτό παραμένει πάντοτε ένα πρόβλημα για τα έντυπα αυτά που φαίνεται ότι δεν ελέγχουν επαρκώς και δεν διασταυρώνουν πάντα τις δημοσιεύσεις τους.

[1]  “What happens to the Whistleblowers?. Australian Broadcasting Corporation. 3 September 2005. Archived from the original on 11 September 2005.

  1. Η περίοδος Τζομόν καλύπτει μια ευρύτατη χρονική περίοδο της Μεσολιθικής Εποχής που εκτείνεται από 13.000 έως το 400 πριν τη χρονολογία μας. Την περίοδο Τζομόν η Ιαπωνία κατοικείτο από φυλές τροφοσυλλεκτών – κυνηγών.