Δημήτρης Βίτσας: Η χώρα έχει σήμερα ένα επικίνδυνο κενό πολιτικής με ευθύνη της κυβέρνησης

Posted on 10 Δεκεμβρίου, 2020, 8:51 μμ
7 secs

Σημεία από τη συνέντευξη του Δημήτρη Βίτσα, Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, στη διαδυκτιακή ημερίδα με θέμα:

«Ανατολική Μεσόγειος: Προοπτικές και προβληματισμοί για την Ελλάδα»

που διοργάνωσε η Εταιρεία Μελετών Ανθρωπιστικών Επιστημών Ν. Φλώρινας ( ΕΜΑΕΦ)

Η χώρα έχει σήμερα ένα επικίνδυνο κενό πολιτικής με ευθύνη της κυβέρνησης. Αυτό το κενό δεν είναι τυχαίο, αλλά συνειδητή επιλογή. Εκεί εντοπίζεται η μεγάλη μας διαφορά

H εξωτερική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση είχε έναν στρατηγικό στόχο: να είναι η Ελλάδα εξαγωγέας πολιτικής σταθερότητας και ειρήνης, διατηρώντας τον μέγιστο βαθμό αυτονομίας στη διπλωματία της. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Συμφωνία των Πρεσπών. Με αυτή τη διπλωματική επιτυχία κλείσαμε μια πληγή που είχε κοστίσει στη χώρα για τρεις δεκαετίες. Κερδίσαμε διπλωματικό κεφάλαιο και αξιοπιστία. Δημιουργήσαμε ένα μοντέλο ειρηνικής επίλυσης διακρατικών διαφορών. Ανατρέψαμε τους σχεδιασμούς της Τουρκίας, στερώντας της ένα κρίσιμο κομμάτι του παζλ για να αφήσει το στρατηγικό της αποτύπωμα στα Βαλκάνια, απομονώνοντας την Ελλάδα. Η στρατιωτική της εισδοχή στη Βόρεια Μακεδονία αντικαταστάθηκε με μια πολύ αξιόλογη στρατιωτική συνεργασία της Ελλάδας με την τελευταία.

Από αυτήν την άποψη, η Τουρκία είναι αυτή που «απομονώθηκε». Βάζω τη λέξη «απομονώθηκε» σε εισαγωγικά, γιατί δεν ήταν στόχος της εξωτερικής μας πολιτικής ο αποκλεισμός της Τουρκίας. Ούτε στα Βαλκάνια, ούτε στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντίθετα, θέλουμε η Τουρκία να συμμετέχει στα τεκταινόμενα της περιοχής. Όχι με όρους ηγεμονισμού, όχι με τη νοοτροπία της πρώην αυτοκρατορίας που επιβάλλει αυτό που επιδιώκει με τη βία ή με την απειλή βίας. Πρέπει η Τουρκία να εγκαταλείψει οριστικά τη νοοτροπία του δήθεν ισχυρού που μπορεί να κάνει ό,τι θέλει χωρίς συνέπειες. Και λέω δήθεν, γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο ισχυρή όσο θέλει να δείχνει.

Το ίδιο ισχύει για το ζήτημα των ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Τουρκίας. Δεν τις αντιλαμβανόμαστε σαν τιμωρία της Τουρκίας, αλλά ως εργαλείο συμμόρφωσής της με τους κανόνες που πρέπει να ισχύουν για όλες τις χώρες που είναι μέλη της ΕΕ, ή θέλουν να γίνουν μέλη της ΕΕ. Αν θέλει η Τουρκία να γίνεται αντιληπτή ως ευρωπαϊκό κράτος, πρέπει να μάθει να συμπεριφέρεται ως ευρωπαϊκό κράτος. Συνεπώς, θέλουμε να φέρουμε την Τουρκία στο τραπέζι του διαλόγου με όρους ισονομίας και σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου.

Δεύτερο παράδειγμα της δικής μας ενεργητικής διπλωματίας είναι οι πολυμερείς συνεργασίες. Η τετραμερής με Βουλγαρία, Ρουμανία και Σερβία. Η τετραμερής με Αίγυπτο, Κύπρο και Ισραήλ. Η διάσκεψη των κρατών του Ευρωπαϊκού Νότου. Πολύτιμα διπλωματικά εργαλεία που αναβαθμίζουν το κύρος της χώρας στη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη. Που την καθιστούν συνδιαμορφωτή και όχι παθητικό αποδέκτη μιας κατάστασης. Με χρησιμότητα που φάνηκε όχι μόνο στα ελληνοτουρκικά, αλλά σε μια σειρά κρίσιμα ζητήματα. Αναφέρω μόνο δύο: το προσφυγικό-μεταναστευτικό και τη δημιουργία ενός μπλοκ κρατών που λειτουργούν ως αντίβαρο εντός της ΕΕ στον Ευρωπαϊκό Βορρά με κέντρο τη Γερμανία.

Πάμε τώρα να δούμε τι κάνει η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη και γιατί της ασκούμε κριτική. Κανείς δεν έχει ξεκάθαρη εικόνα για το τι επιδιώκει στρατηγικά στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Το τι επιδιώκει η Τουρκία είναι σαφές. Το έχει απεικονίσει στους χάρτες της Γαλάζιας Πατρίδας, αλλά προκύπτει εύκολα αν παρατηρήσει κανείς τις περιοχές που έχει δεσμεύσει με τις εκάστοτε NAVTEX. Η κυβέρνηση τι επιδιώκει; Απλώς να αντιδρά εκ των υστέρων στις τουρκικές προκλήσεις; Και με ποιον σκοπό; Να δημιουργηθούν οι όροι για την επιστροφή στις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή συνυποσχετικού και την παραπομπή του θέματος των θαλασσίων ζωνών στη Χάγη; Έστω, αλλά δεν βλέπουμε κάποια κινητικότητα που θα μας έπειθε ότι εκεί στοχεύει.

Τι βλέπουμε; Μια εξωτερική πολιτική που θέλει την Ελλάδα πρόθυμο και προβλέψιμο σύμμαχο του εκάστοτε Προστάτη. Των ΗΠΑ ή της Γερμανίας εν προκειμένω. Πρόσδεση στις δικές τους επιδιώξεις, με την ελπίδα ότι η προθυμία της κυβέρνησης θα ανταμειφθεί από τον Μεγάλο Σύμμαχο. Μια νοοτροπία που αγνοεί τους διεθνείς συσχετισμούς και το γεγονός ότι οι ίδιοι Μεγάλοι Σύμμαχοι έχουν συμφέροντα στην Τουρκία. Όσο πιο δεδομένη είναι η Ελλάδα, τόσο ευκολότερο είναι να την αγνοήσουν υπέρ της Τουρκίας. Αυτό το τόσο προφανές αγνοεί η κυβέρνηση της ΝΔ, όχι βέβαια από αφέλεια.

Η στάση της κυβέρνησης δεν αποτρέπει την τουρκική επιθετικότητα, ενώ κόβει τους διπλωματικούς διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία. Εννοώ ότι διακρίνεται από μια διγλωσσία. Συχνά, με άλλη γλώσσα μιλάει ο κ. Μητσοτάκης και με άλλη το ΥΠΕΞ. Άλλες θέσεις εκφράζει ο στενός πρωθυπουργικός κύκλος για τις ελληνικές κόκκινες γραμμές και το εύρος των χωρικών υδάτων, άλλες το υπουργείο. Έχουμε δει περιπτώσεις όπου το ΥΠΕΞ παραγκωνίζεται και λαμβάνονται πρωτοβουλίες κατευθείαν από το Μαξίμου, όπως η περίφημη συνάντηση του Βερολίνου. Αναρωτιέται κανείς: ποιος εκφράζει τελικά την επίσημη ελληνική θέση;

Επιστρέφω, όμως, στα Βαλκάνια, μια περιοχή που είχε μείνει στο περιθώριο από την ελληνική διπλωματία πριν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Κι όμως, δείτε πόσο σημαντική είναι η ενσωμάτωση των Βαλκανίων στην ΕΕ. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία είναι ήδη κράτη-μέλη. Οι υπόλοιπες χώρες, εάν δεν προσανατολίζονται οικονομικά και πολιτικά προς την Ευρώπη, μένουν έρμαια των σχεδιασμών των ΗΠΑ, βεβαίως, αλλά και της Ρωσίας και της Τουρκίας που διαμορφώνουν τις δικές τους σφαίρες επιρροής.

Η Βαλκανική Τετραμερής είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της θεμελιώδους διαφοράς στην εξωτερική πολιτική μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ. Στις επτά τετραμερείς συνόδους κορυφής που έγιναν επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, μέσα σε χρονικό διάστημα μόλις δύο ετών, οι συζητήσεις κάλυψαν ένα ευρύτατο φάσμα περιφερειακών θεμάτων: ενταξιακή πορεία των Δυτικών Βαλκανίων, διαπραγματεύσεις για την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου, σημαντικά πρότζεκτ υποδομών που θα δώσουν στα Βαλκάνια τη δυνατότητα να αναδειχθούν σε μείζονα ενεργειακό, σιδηροδρομικό και οδικό κόμβο της Ευρώπης. Και με τη Θεσσαλονίκη να λειτουργεί ως πύλη προς τη θάλασσα. Είχε διαμορφωθεί ένα δυναμικό και ολοκληρωμένο πλαίσιο συνεργασίας των «Β4» όπως είχαν γίνει γνωστές οι χώρες της τετραμερούς. Ο Αλέξης Τσίπρας μιλούσε τότε για το κοινό όραμα για τη δημιουργία ενός δακτυλίου διασυνδεσιμότητας των βαλκανικών κρατών.

Σε αντιδιαστολή με όλα αυτά, στην τελευταία τετραμερή που έγινε φέτος τον Μάιο με τηλεδιάσκεψη, η συζήτηση περιορίστηκε στην ανταλλαγή εμπειριών σε σχέση με την αντιμετώπιση του κορονοϊού, στο άνοιγμα του τουρισμού και των μεταφορών και σε μία δήλωση του κ. Μητσοτάκη ότι «η Ελλάδα περιμένει και φέτος το καλοκαίρι τους επισκέπτες από τις Βαλκανικές χώρες».

Θέλω να κλείσω, λοιπόν, με μια πρόταση για την εκ νέου ουσιαστική ενεργοποίηση της Βαλκανικής τετραμερούς. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα Βαλκάνια παραμένουν μια περιοχή όπου η ιστορική μνήμη συνυπάρχει με σύγχρονες διενέξεις, δημιουργώντας κάποτε ένα εύφλεκτο μείγμα. Η πρόσφατη κρίση στις διπλωματικές σχέσεις Σερβίας και Μαυροβουνίου με αφορμή ένα σχόλιο του Σέρβου πρέσβη. Η δυσλειτουργική Βοσνία. Η συνεχιζόμενη διένεξη μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου που αντανακλά στις σχέσεις του Κοσόβου με τη Βόρεια Μακεδονία -και την Αλβανία- λόγω της αλβανικής μειονότητας στη γειτονική μας χώρα. Η διένεξη μεταξύ Βουλγαρίας και Βόρειας Μακεδονίας που εμποδίζει προς το παρόν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της τελευταίας. Στα Βαλκάνια όλα συνδέονται με όλα και το νήμα συνήθως πηγαίνει πίσω αρκετούς αιώνες.

Επομένως, εδώ είναι η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα: να αναδείξει τον ειρηνοποιοιητικό της ρόλο, να αναλάβει ηγετική θέση σε μια νέα πρωτοβουλία για τα Βαλκάνια της ειρήνης, της κοινής ευρωπαϊκής πορείας και της συνανάπτυξης…»

...