Σταμάτης Θεοδωρόπουλος: Σκοτώνεις έναν Τσόφλη για να γλιτώσεις μια κυρά Μαρία;

Posted on December 01, 2020, 1:50 pm
11 secs

Η κυρά Μαρία γεννήθηκε το ’28 σε προάστιο της Αθήνας. Είχε την ατυχία να γίνει μέρος της χειρότερης εποχής αυτού του τόπου χωρίς επιλογή, όπως και τα τρία μεγαλύτερα αδέρφια της και η αργότερα γεννημένη μικρότερη αδελφή της.

Ο πατέρας της, γόνος πλουσίας οικογενείας της Μάνης, έτυχε να σταλεί κάποτε για σπουδές στη Βιέννη την εποχή που μεσουρανούσε η Μαρξιστική Σχολή της Βιέννης κι όταν επέστρεψε στην Ελλάδα κι αφού είχε σπουδάσει αυτό για το οποίο τον είχαν στείλει, ως οικογενειακή υποχρέωση, χρέωση, ώστε να γίνει ο «γραμματικός» της οικογένειας που θα αναλάμβανε τα λογιστικά, τα δικονομικά και όλα αυτά που μια μεγάλη περιουσία απαιτούσε στα τέλη του 1800, έφερε μαζί του και τις σοσιαλιστικές, μαρξιστικές ιδέες που στην πραγματικότητα σπούδασε στη «Σχολή», περισσότερο από τις χρεωμένες οικογενειακές σπουδές.

Αυτό το γεγονός πολύ γρήγορα δεν έγινε αποδεκτό τόσο από την ίδια του την οικογένεια αλλά και από το μανιάτικο περιβάλλον.

Έτσι, εξαναγκασμένος να ξεριζωθεί από τον τόπο του, έφυγε για την Αθήνα όπου είχε φίλους της ίδιας ιδεολογικής θεωρίας και σκέψης, αστούς με κάποια οικονομική επιφάνεια και κύρος, που είχε γνωρίσει στην Αυστρία.

Άπορος πια και κυνηγημένος για τις αρχές του, φιλοξενήθηκε αρχικά στα Πετράλωνα όπου μέσα από συζητήσεις και ζυμώσεις πάρθηκε μια απόφαση για την αρχή ενός αδιανόητου για την τότε ελληνική πραγρατικότητα, να δημιουργήσουν, αρχικά, μια ανάλογη σχολή στην Αθήνα, πράγμα όμως που γρήγορα άλλαξε κι από Σχολή δημιουργήθηκε ένα κόμμα με την οικονομική συμβολή, όσο κι αν ακούγεται περίεργο, πλουσίων Αθηναίων όπως ο Σταθάτος (το γνωστό Μέγαρο) και άλλων οι οποίοι ενώ συνέβαλαν, επ’ ουδενί δεν ήθελαν να γνωστοποιηθεί το όνομα τους.

Αυτοί, κι ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη η οποία πρωτοπορούσε, μια συνάντηση και μια συμφωνία με τον Μπεναρόγια, ίδρυσαν στην Αθήνα το ΣΕΚΕ, το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος και μετέπειτα ΚΚΕ.

Κατά τη διάρκεια όλων αυτών, ο άνθρωπος αυτός παντρεύτηκε σε ένα χωριό ελάχιστα έξω από την Αθήνα κι απόκτησε αρχικά δυο γιους και ύστερα τρεις κόρες. Η κυρά Μαρία ήταν το τέταρτο παιδί, το προτελευταίο.

Ο ίδιος παρέμεινε ως σταθερό μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου του ΣΕΚΕ και υψηλόβαθμο καθοδηγητικό στέλεχος, χωρίς αυτό να το γνωστοποιεί.

Βιοπορίστηκε όσο μπορούσε ως δημοσιογράφος στα χρόνια της ειρήνης, της όποιας ειρήνης επί κυβερνήσεως – δικτατορίας Μεταξά και με παρέα εξαιρετικούς ποιητές, που θα παραμείνουν γνωστοί για το έργο τους για πάντα, έγραφε κι ο ίδιος.

Η βιβλιοθήκη του, ένας απέραντος κόσμος διανόησης, με εξαιρετικές εκδόσεις που σήμερα θα αποτελούν  κόσμημα και θα προκαλούν θαυμασμό. Ό,τι γλίτωσε δηλαδή τα χρόνια που ακολούθησαν από τα χέρια άξεστων χωροφυλάκων, ταγματασφαλιτών και Γερμανών επιδρομέων στη φτωχική οικεία.

Κατόπιν οι μέρες μαύρισαν για τα καλά, ήρθε ο πόλεμος του ’40, η Κατοχή και μαζί η Εθνική Αντίσταση απέναντι στη ναζιστική θηριωδία που πάντα ήξερε να εκτιμά, ομολογουμένως, την Τέχνη και τους Τσόφληδες της Ελίτ που τους έκαναν τεμενάδες και συνέτρωγαν μαζί τους στ’ αρχοντικά τους, όταν οι νεκροί της πείνας γέμιζαν την Αθήνα και με καροτσάκια μεταφερόντουσαν στην τελευταία κατοικία τους.

Φαντάζομαι, δεν το γνωρίζω, πως θα είχαν δείξει στους φίλους τους Ναζί την απέχθειά τους για τους «αλήτες ταραχοποιούς» που κατέβασαν τη σβάστικα, Σάντα και Γλέζο.

Ο ήρωας μας λοιπόν συμμετέχοντας όπως και τα παιδιά του στην Αντίσταση, από στρατηγική θέση ανέλαβε οργανωτικό και καθοδηγητικό ρόλο κλειδί και παρέμεινε ως υπεύθυνος για την Αττική, αναλαμβάνοντας και την κομβικής σημασίας οργάνωση ανεφοδιασμού των ανταρτών μέσω των τρένων. Τα τρένα εκείνη την εποχή έπαιξαν ίσως το σημαντικότερο ρόλο στην εξέλιξη των πραγμάτων.

Τα δυο αγόρια του στο βουνό με σπάνια έως ανύπαρκτη επικοινωνία, τα κορίτσια στην ΕΠΟΝ σε μικρή ηλικία και με μια εξίσου άτυχη μοίρα.

Τη μεγαλύτερη την συνέλαβαν, η κυρά Μαρία έψαχνε να την βρει, πεζοπορία και αγωνία. Ζει; Την σκότωσαν; Τη βασανίζουν; Πώς να μάθουν πού κρύβεται ο πατέρας;

Και προχωρούσε και προχωρούσε… Εφτασε στις φυλακές ανήλικων (κομμουνιστών) στην Κηφισιά, όμως δεν την βρήκε και την έδιωξαν κακήν κακώς, κατευθύνθηκε στην Αλεξάνδρας με τα ίδια αποτελέσματα και συνέχισε προς το κολαστήριο στα Χαυτεία.

Όταν έφτασε ρώτησε αν είναι εκεί η αδερφή της. Ένας σκοπός της είπε να περιμένει… μετά από λίγο επέστρεψε και της είπε πως βρίσκεται εκεί στον τέταρτο όροφο αλλά απαγορεύεται και δεν μπορεί να την δει. Τότε εκείνη δεν άντεξε και άρχισε να φωνάζει από το ισόγειο δυνατά το όνομα της αδερφής της, ώσπου κι εκείνη ανταποκρίθηκε κι άρχισε να φωνάζει κι εκείνη το όνομα της αδερφής της… Αυτά είπαν μόνο, η καθεμιά φώναξε αρκετές φορές το όνομα της άλλης ώσπου ο σκοπός την πέταξε με δύναμη έξω στο πεζοδρόμιο και την έσυρε μακριά…

Επέστρεψε κακήν κακώς στο χωριό περπατώντας μέσα από μια Αθήνα γεμάτη νεκρούς σε καροτσάκια και γερμανικά στρατεύματα, κάποια στιγμή έφτασε. Μα την περίμενε μια ακόμα δυσάρεστη έκπληξη…

Το χωριό ήταν και είναι, κοντά στα Ανάκτορα του Τατοΐου. Οι κυβερνώντες, πώς να τους πεις, είχαν μια άλλη ιδέα έναντι του φυλακισμού που τους ήταν πιο χρήσιμη.

Έπιασαν αυτούς τους ανθρώπους, μανα και δυο κόρες και τους οδήγησαν στα Ανάκτορα, είχαν πιάσει κι άλλους, τους πέταξαν σε παραπήγματα και τους υποχρέωσαν σε σκλαβιά εξυπηρέτησης του Παλατιού, υπό φύλαξη και με τα όπλα να ελέγχουν κάθε τους κίνηση.

Τι θα πει φόβος; Τι θα πει τρόμος; Ξέρουμε σήμερα εμείς; Νομίζω πως όχι…

Κι όμως, με εντολή του αρχικού μας ήρωα που βρήκε τρόπο να επικοινωνήσει με τη γυναίκα του και τη βοήθεια του κομμουνιστή Ελευθέριου Τσίπα, μέσα στο Παλάτι, από αυτούς τους σκλάβους, μέσα στο στόμα του λύκου δημιουργήθηκε Οργάνωση του ΚΚΕ. Υπό αυτές τις συνθήκες.

Η οργάνωση αυτή βοήθησε ποικιλοτρόπως τους αντάρτες που είχαν κυκλώσει την Πάρνηθα ως τη Θήβα, σίτηση, ρούχα, ό,τι μπορούσαν με κίνδυνο την άμεση εκτέλεσή τους. Αλλά αυτό δεν τους τρόμαζε. Έδιναν τον εαυτόν τους για τον κοινό αγώνα για την ελευθερία χωρίς να αποζητούν την παραμικρή ανταμοιβή.

Όταν έφυγαν οι Γερμανοί, ήρθαν οι Άγγλοι, ο Σκόμπι και η Βάρκιζα.

Είναι σχετικά γνωστό πως ο Άρης Βελουχιώτης στην Αθήνα δεν μπήκε ποτέ,η ιστορία αν την ερευνήσει κανείς θα του αποκαλύψει πως ο Θανάσης ο Κλάρας ή σκέτα ο Θανάσης, όπως η κυρά «Μαρία» του Τσόφλη θυμάται, επισκεπτόταν το σπίτι στο χωριουδάκι στην πλαγιά της Πάρνηθας, σήμερα υπάρχουν διόδια εκεί.

Μετά από πολύωρο συμβούλιο 4-5 ανθρώπων σε αυτό το σπιτάκι πάρθηκε η απόφαση της μη παράδοσης των όπλων…. Ο ΔΣΕ άρχισε να γεννιέται εκείνη τη νύχτα.

Η διάρρηξη με το Κόμμα ήταν άμεση, παρά την απαράμιλλη λεβεντιά και προσφορά όλων.

Ο αρχικός μας ήρωας από τη Μάνη, εκείνο το πλουσιόπαιδο με τους πάμπολλους ανεμόμυλους και τις σιταποθήκες σε Γύθειο και Μονεμβάσια, συνέχισε τη ζωή του με χόρτα που μάζευε ο ίδιος από το βουνό για να ταΐσει τα παιδιά του. Ο ίδιος είχε γράψει ένα ποίημα πικρό για τον εαυτόν του με τίτλο ο «Χορταρέας» (η κατάληξη μανιάτικη).

Ακολούθησαν εξορίες, Μακρονήσι, Γυάρος, Γιούρα, χωροφύλακες αργότερα έξω από το σπίτι καθενός, μέχρι και την πτώση της Χούντας.

Ο ίδιος, κατά τη διάρκεια αυτού του πολύπλευρου πολέμου και για να μην μπορούν εύκολα να τον αναγνωρίσουν, έκαψε τα χαρτιά και την ταυτότητά του και έβγαλε καινούργια το ‘81 όταν ήρθε το ΠΑΣΟΚ μαζί με την κυρα «Μαρία», κ. Τσόφλη μου.

Εν κατακλείδι, κ. Τσόφλη μου, είστε ένα τίποτα, δεν είστε καν καλλιτέχνης,ίσως να είστε ένας άριστος τεχνίτης, καλλιτέχνης όμως δεν είστε.

Η Τέχνη αυτό που προσδίδει, αυτό που εκπέμπει είναι η εξέλιξη του πνεύματος και του πολιτισμού, των πιο αγνών αξιών του ανθρώπου. Η Τέχνη είναι η ασπίδα απέναντι στην ασχήμια. Κι εσείς είσαστε πολύ άσχημος για να κατέχετε μια τόσο υψηλή θέση στον κόσμο της Τέχνης.

Και ναι, κ. Τσόφλη μου, η ποιότητα του ανθρώπου δίνει αξία στα έργα του. Κι όσο άριστα κι αν είναι τα δικά σας καταφέρατε στη δύση σας να τα κάνετε άσχημα με τον χαρακτήρα σας.

Κι αν κρίνω από την Γκέρνικα που προσωπικά δεν είναι του γούστου μου,ο Πικάσο απεικόνισε έναν βομβαρδισμό και το θάνατο ανθρώπων όπως αυτών που περιγράφω πιο πάνω.

Οι ήρωες βρίσκονται μέσα στον πίνακα κι όχι στο πινέλο.

Στο ερώτημα λοιπόν που θέσατε τόσο ελιτίστικα, θα σας απαντήσω ξεκάθαρα: θα επέλεγα την κυρά Μαρία (που τόσο υποτιμητικά την αναφέρετε ως «κυρά»… Sir Τσόφλη). Και θα την επέλεγα γιατί αυτή και οι υπόλοιποι έδωσαν με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο τη ζωή τους ολόκληρη για να πίνεται εσείς το ακριβό σας brandi στην αναπαυτική πολυθρόνα σας με τη ζεστασιά του τζακιού σας, ανεμίζοντας ύβρεις, με σωστά ελληνικά, ακόμα και για επιλογή θανάτωσης ενός βρέφους που δεν ξέρεις τι θα γίνει στην κοινωνία και κρατώντας ζωντανό τον εαυτό σας που θεωρείτε πως είναι κάτι σπουδαίο.

Ένας ξιπασμένος ναζιστικά σκεπτόμενος ενός νεκρού πολιτισμού είσαστε, Κύριε,του δικού σας, από τα χέρια σας και του μυαλού σας νεκρού πια πολιτισμού. Αυτό είστε.

Οσο για την «κυρά Μαρία» που τη λένε κυρά Σοφία, είναι 92-93 ετών με μυαλό ξάστερο,αγάπη,κατανόηση,αξεπέραστη παιδεία,αξιοπρέπεια και την περιφάνεια να δώσει από μόνη της τη ζωή της για χάρη κάποιου άλλου.Εξάλλου δεν θα είναι η πρώτη φορά για ‘κείνη και σας έχει γραμμένο στα παλιά της τα παπούτσια.

Στα παλιά της τα παπούτσια κ.Τσόφλη.

 

 

Σταμάτης Θεοδωρόπουλος

Independentnews.gr

 

 

 

 

 

 

 

...