12 του Οκτώβρη 1944: Ο ΕΛΑΣ απελευθερώνει την Αθήνα

Posted on 12 Οκτωβρίου, 2020, 6:23 πμ
18 secs

Πέμπτη 12 Οκτώβρη 1944. Οι Γερμανοί δεν είχαν ακόμη προλάβει να εγκαταλείψουν την Αθήνα, αλλά ο λαός της πρωτεύουσας, νιώθοντας ότι έφτασε η ώρα της λευτεριάς, ξεχύθηκε στους δρόμους ζητωκραυγάζοντας. Κύματα – κύματα η λαοθάλασσα πλημμύριζε την πλατεία Συντάγματος, τις οδούς Πανεπιστημίου, Σταδίου, Ακαδημίας, το Ζάππειο, την πλατεία Ομονοίας. Οι 1.264 μέρες φασιστικής κατοχής ήταν πλέον παρελθόν κι αυτό φάνηκε περίτρανα όταν στις 9.45 το πρωί μαχητές του ΕΛΑΣ κατέβασαν από την Ακρόπολη τη γερμανική σημαία, υψώνοντας στη θέση της την ελληνική.

Την επομένη, 13 του Οκτώβρη, ο «Ριζοσπάστης» έγραφε στην πρώτη του σελίδα με μεγάλα, κεφαλαία, γράμματα: «ΖΗΤΩ Η ΛΕΥΤΕΡΗ ΑΘΗΝΑ ΜΑΣ», ενώ ο Γ. Ζέβγος με άρθρο του εξηγούσε ότι η μεγάλη αυτή μέρα της απελευθέρωσης ήταν ταυτόχρονα και το «ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΓΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ». Στις διπλανές στήλες με μηνύματά τους το ΚΚΕ και το ΕΑΜ καλούσαν το λαό να αγωνιστεί για την πλήρη απελευθέρωση της χώρας, για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητας, καθώς και της λαοκρατικής αναδημιουργίας της. Σ’ αυτό το φύλλο του «Ρ», στη 2η σελίδα, κάτω από τον τίτλο «ΛΕΥΤΕΡΙΑ! ΛΕΥΤΕΡΙΑ! Η ΑΘΗΝΑ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ» υπήρχε αναλυτικό ρεπορτάζ από τη μέρα της απελευθέρωσης.

«Χάθηκε – σημειωνόταν στο ρεπορτάζ – το βρωμερό κουρέλι του Φασισμού απ’ την Ακρόπολη. Τούτο το σύνθημα περίμενε η Αθήνα. Η μπαρουτοκαπνισμένη Αθήνα, που γνώρισε την πείνα και το βόλι του κατακτητή, το στιλέτο του προδότη, η αδάμαστη Αθήνα που τρία χρόνια πάλεψε, ξεχύθηκε ζωντανή ανθρωποθάλασσα να διαλαλήσει τη Νίκη της, να γιορτάσει τη λευτεριά της. Πέντε λεφτά φτάσανε για να κολυμπήσει όλη η πόλη στο γαλάζιο. Για ν’ ανέβουν οι ΕΠΟΝίτες στα καμπαναριά και ν’ αντηχήσουν χαρούμενα οι καμπάνες. Διαδηλώσεις που πρώτη φορά βλέπει η Αθήνα ξεχύνονται από παντού. Απ’ το Σύνταγμα ως την Ομόνοια, ένα ρεύμα είναι ο κόσμος. Γελούν, δακρύζουν, αγκαλιάζονται.

Λευ – τε – ρω – θή – κα – με!

Νι – κή – σα – με!

Και πάνω απ’ όλα μια φωνή που αγκαλιάζει όλη την Αθήνα, που κλείνει όλους τους σκληρούς τρίχρονους αγώνες, όλη την πίστη στη λευτεριά, όλη τη χαρά της Νίκης:

Ε-Α-Μ! Ε-Α-Μ!».

ΕΛΑΣίτες παρελαύνουν

Το πρωτοσέλιδο, επίσης, άρθρο της εφημερίδας «Ελευθερία» που κυκλοφόρησε στις 14 Οκτωβρίου περιείχε μια πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή της νύκτας από τη 12η έως τη 13η Οκτωβρίου, που έχει να κάνει με όλους, όσους έχουν θάψει τις οφειλές της Γερμανίας προς τον ελληνικό λαό: «Καθ’ όλην τη νύκτα της Πέμπτης προς Παρασκευήν εμαίνοντο τα κακούργα ένστικτα των ούνων. Από του πολυπαθούς Πειραιώς μέχρι του Περάματος τίποτε δεν έμεινεν όρθιο. Τίποτε. Η καταστροφή είναι απερίγραπτος και είναι η μεγαλυτέρα απ’ όσας επέφεραν οι Βάρβαροι εις τον τόπον αυτόν… Συντρίμματα μόχθου εκατό ετών ηπλώθησαν εις του Βασιλειάδου, εις τα «σιλό», εις τα κρηπιδώματα, εις τας αποθήκας «Σελλ» και της «Σοκοπελ» – παντού. Πόσον μεγάλη είναι η καταστροφή και πόσον δίκαια η λύσσα μας και πόσον κολοσσιαίον το αίτημά μας διά μία ολοκληρωτικήν εκδίκησιν μόνον αν αναλογισθή κανείς ότι ο Πειραιεύς ως λιμήν δεν υφίσταται, ότι η οικονομίαν της Χώρας, ο επισιτισμός μας, η ευημερία της Αύριον υπέστησαν τεράστιον πλήγμα υπολογιζόμενα εις εκατομμύρια χρυσών λιρών -αυτά τα οποία γενεαί και γενεαί Ελλήνων εμαζεύαμε δεκάραν δεκάραν- θα ημπορέσει να εννοήσει».

Ο αθηναϊκός λαός γνώριζε καλά ποιοι πάλεψαν για την απελευθέρωση του, όπως και σύσσωμος ο ελληνικός λαός και γι’ αυτό υμνούσε το ΕΑΜ. Τα τάγματα ασφαλείας, όμως, δεν ήθελαν να αποδεχθούν τη βούληση του ελληνικού, ούτε να σεβαστούν τους αγώνες και την αγωνία του. Η περίοδος αμέσως μετά την απελευθέρωση δεν ήταν ομαλή και σημαδεύτηκε από τις συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων του ΕΛΑΣ και των οργανωμένων στα Τάγματα Ασφαλείας συνεργατών των κατακτητών. Η πιο έντονη δράση των ακροδεξιών συμμοριών συνέβη την 15η Οκτωβρίου, όταν άνοιξαν πυρ στην περιοχή της Ομόνοιας κατά του πλήθους που πανηγύριζε, σκοτώνοντας επτά άτομα.

Το γεγονός, πάντως, ήταν ότι την επαύριον της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους ναζί η μεγαλύτερη οργανωμένη -πολιτικά και στρατιωτικά- δύναμη που είχε υπό τον έλεγχό της σχεδόν το σύνολο της ελλαδικής επικράτειας ήταν το ΕΑΜ.

Κάποιοι άλλοι, όμως, σχεδίαζαν διαφορετικά, πίσω από τις πλάτες του ελληνικού λαού. Ήδη ο δρόμος για τα Δεκεμβριανά και την εμφύλια σύγκρουση είχε ανοίξει.

Ο ΕΛΑΣ στην απελευθέρωση της Αθήνας

ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΛΑΖΟΥ

Στις 12 Οκτωβρίου η Αθήνα ελευθερώθηκε από τα ναζιστικά στρατεύματα Κατοχής. Ποιος θα ήταν «ο κρατών της πρωτευούσης» αποτελούσε ζήτημα κομβικής σημασίας για τη διακυβέρνηση της χώρας. Πολλά ήταν τα κέντρα εξουσίας και ποικίλες οι διαθέσιμες δυνάμεις τους, στρατιωτικές και πολιτικές. Αφενός η κατοχική κυβέρνηση και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί της (Τάγματα Ασφαλείας, Ειδική Ασφάλεια, Μηχανοκίνητο Μπουραντά, Χωροφυλακή). Στο αστικό στρατόπεδο ο «Εθνικός Στρατός Αθηνών» που συγκρότησε ο Π. Σπηλιωτόπουλος, ο διορισμένος τον Αύγουστο 1944 από την κυβέρνηση Παπανδρέου ως σκιώδης στρατιωτικός διοικητής Αθηνών. Οι λιγοστές αλλά καλά εξοπλισμένες δυνάμεις του από άνδρες της Χ, ΡΑΝ, ΠΕΑΝ με οπλισμό που μόλις είχε φτάσει από τη Μέση Ανατολή είχαν καταλάβει θέσεις στο κέντρο της Αθήνας και περιμετρικά αυτού με βάση το «Σχέδιο αμύνης [από τους κομμουνιστάς] πρωτευούσης».

Στον αντίποδα το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Οργανωμένα στρατιωτικά του τμήματα είχαν καθημερινή παρουσία τις παραμονές της Απελευθέρωσης στις συνοικίες επικυρώνοντας την κυριαρχία του στο μεγαλύτερο μέρος της πρωτεύουσας. Εξαιτίας των αντικειμενικών συνθηκών (αντάρτικο πόλης) ο ΕΛΑΣ της Αθήνας διέφερε από τον ΕΛΑΣ του βουνού καθώς το μεγαλύτερο μέρος των μαχητών του ήταν άοπλοι (2.500 ένοπλοι και 18.000 άοπλοι) και με μικρό βαθμό στρατιωτικοποίησης. Σε μικρή απόσταση από την Αθήνα βρισκόταν η 13η Μεραρχία Ρούμελης του ΕΛΑΣ, η 2η Μεραρχία Αττικοβοιωτίας, η 3η Μεραρχία Πελοποννήσου. Λίγο πριν την απελευθέρωση της Αθήνας η Πελοπόννησος είχε απελευθερωθεί από τον ΕΛΑΣ. Το ίδιο και Ανατολική Μακεδονία και Θράκη καθώς και εκτεταμένες περιοχές της ορεινής και ήδη από το 1943 Ελεύθερης Ελλάδας. Στην Πελοπόννησο υπήρχε και μια μικρή στρατιωτικά -σημαντική πολιτικά- βρετανική δύναμη και σύμφωνα με το Σχέδιο Μάννα αναμένονταν 10.000 Βρετανοί στρατιώτες αμέσως μόλις υποχωρούσαν οι Γερμανοί.

Με τη Συμφωνία της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944) οι αντάρτικες δυνάμεις ετίθεντο υπό τον Βρετανό Αντιστράτηγου Σκόμπι. Ο Σπηλιωτόπουλος θα δρούσε σε στενή συνεργασία με εκπροσώπους της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας που επρόκειτο να φτάσουν στην Αθήνα. Ο ΕΛΑΣ, υπό το πρόσχημα αποφυγής της σύγχυσης, διατάσσονταν να κρατήσει τις κύριες δυνάμεις του εκτός Αττικής. Όλες οι δυνάμεις του στην περιοχή της πρωτεύουσας (Α’ Σώμα Στρατού) υπάγονταν στο Σπηλιωτόπουλο υπό τις διαταγές των Βρετανών. Με βάση αυτό το σκεπτικό δόθηκε διαταγή να μην επιτεθεί ο ΕΛΑΣ στο έδαφος της Αττικής εναντίον του εχθρού που υποχωρούσε για μην υπάρξουν αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού.

Παρά τις διαταγές τα υποχωρούντα Γερμανικά τμήματα χτυπήθηκαν μέσα στην Αθήνα στο Σταθμό Λαρίσης και Πελοποννήσου, ενώ τμήματα του ΕΛΑΣ έκοψαν τα σύρματα υπονομεύσεων στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, στο φράγμα του Μαραθώνα και αλλού. Μαχητές του ΕΛΑΣ έκοψαν τα καλώδια πυροδότησης σε βιομηχανίες πυρομαχικών και γλίτωσαν από την καταστροφή τις περισσότερες αποθήκες που περιείχαν άφθονο οπλισμό και ρουχισμό. Δυνάμεις της 2ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ χτύπησαν τους Γερμανούς στην Αυλώνα και έλαβαν διαταγή να καταδιώξουν τους υποχωρούντες Γερμανούς στον άξονα Σχηματάρι – Μαρτίνο – Αταλάντη.

Η εμβληματικότερη μάχη για την υπεράσπιση των υποδομών δόθηκε στον Πειραιά για τη διάσωση της Ηλεκτρικής. Μέσα από τις σελίδες των «Αναγνώσεων» παρουσιάσαμε πέρυσι για πρώτη φορά τις εκθέσεις των διοικητών του 6ου Ανεξάρτητου Συντάγματος ΕΛΑΣ Πειραιά που αποτυπώνουν το επιτελικό σχέδιο που κατέστησε δυνατή την ανατροπή του αριθμητικού συσχετισμού και της υπεροπλίας των Γερμανών. Αλλά και η γενναιότητα των μαχητών του ΕΛΑΣ και των εργαζομένων που πολέμησαν με αυταπάρνηση την ίδια ώρα που λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα η Αθήνα πανηγύριζε ξέφρενα τη λευτεριά της.

Ο ΕΛΑΣ διέσωσε τις υποδομές σε Αθήνα και Πειραιά. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της πολιτικής δράσης του ΕΑΜ που διαφώτισε και οργάνωσε τον πληθυσμό -πολιτικά και στρατιωτικά- στη βάση της αντίστασης κατά του ξένου κατακτητή και των ντόπιων συνεργατών του. Αλλά και στη βάση του οράματος για την κοινωνική και πολιτική του απελευθέρωση, όπου ο λαός θα έπαιζε κυρίαρχο ρόλο. Ήταν η απόρροια των κινητοποιήσεων χιλιάδων εργαζομένων κατά των ληστρικών μέτρων των κατακτητών που τους οδηγούσαν στην εξαθλίωση και το θάνατο από την πείνα. Των διαδηλώσεων κατά της πολιτικής επιστράτευσης του εργατικού δυναμικού. Των αγώνων κατά της τρομοκρατίας, των μπλόκων και των εκτελέσεων. Ήταν το αποτέλεσμα της στρατιωτικής δράσης του ΕΛΑΣ που μέσα από την ένοπλη πάλη εξασφάλισε τον οπλισμό του και πολέμησε τον κατακτητή. Ήταν απόφαση των ίδιων των εργαζομένων οι οποίοι εμπνεόμενοι από το ΕΑΜικό όραμα για μια ξαναγεννημένη Ελλάδα, αποφάσισαν να προασπίσουν τις υποδομές. Αλλά και των κατοίκων των συνοικιών που συνέδραμαν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και στήριζαν με κάθε μέσο τους μαχητές του.

Τις ημέρες της απελευθέρωσης «τάξη και ασφάλεια» επικράτησε παντού. Το ΕΑΜ/ΚΚΕ πειθάρχησε απόλυτα, κατασιγάζοντας τις εσωκομματικές αντιδράσεις, επιβάλλοντας κομματική πειθαρχία. «Μη σφίγγετε αγανακτισμένα τα τουφέκια σας (…) συγκρατήστε τους πολεμικούς παλμούς της καρδιάς σας» ανέφερε η ημερήσια διαταγή του Α’ ΣΣ στις 12 Οκτωβρίου 1944. Παρά τη διάχυτη επιθυμία για εκδίκηση και διασκεδάζοντας τις φήμες για λουτρό αίματος ελάχιστες ήταν οι αυτοδικίες σε σχέση με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Αυτή την ομαλότητα επιθυμούσαν με κάθε τρόπο να διαταράξουν οι ποικιλώνυμοι αντίπαλοι του ΕΑΜ/ΚΚΕ για να δοθεί το πρόσχημα για αιματηρή καταστολή. Με καθημερινές προκλήσεις -ακόμα και δολοφονίες- για να λάβουν ως απάντηση μια απίστευτη αυτοσυγκράτηση. Και η στάση αυτή δεν έχει να κάνει με την επιθυμία του ΕΑΜ/ΚΚΕ να κυβερνήσει τη χώρα. Είναι αυτονόητο ότι κάθε οργανωμένος πολιτικός σχηματισμός αυτό επιδιώκει. Ούτε είναι ζήτημα προδοσίας της ηγεσίας, πολιτικής αφέλειας ή άγνοιας. Το ΕΑΜ/ΚΚΕ είχε πλήρη γνώση των σχεδίων των αντιπάλων του. Τα Δελτία της Εθνικής Πολιτοφυλακής περιλαμβάνουν πλήθος λεπτομερειών για τις πολιτικές διεργασίες και τη δράση των πολιτικών του αντιπάλων και όσων κατονομάζει ως «σκυλολόι προδοτών».

Δεν πρόκειται για αυταπάτες περί εθνικής ενότητας αλλά για μια ρεαλιστική πολιτική με βάση τον συσχετισμό δυνάμεων και τις προτεραιότητες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Το ΕΑΜ/ΚΚΕ είχε συναίσθηση της συγκυρίας (ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος συνεχιζόταν), της γεωπολιτικής θέσης της χώρας, του ρόλου των Βρετανών και της σοβιετικής σιωπής. Ήξερε καλά όχι μόνο πού σταμάτησε ο Κόκκινος Στρατός αλλά και την οικονομική κατάσταση της Ελεύθερης Ελλάδας και την αναγκαιότητα της ξένης βοήθειας στην ανασυγκρότηση της χώρας. Θεωρούσε ότι μέσω δημοκρατικών διαδικασιών, όπως οι εκλογές, θα μπορούσε να κεφαλαιοποιήσει την πολιτική υπεροχή που είχε αποκτήσει στην Κατοχή.

Απέναντί του στεκόταν εκείνο το μέρος της αστικής τάξης που αδημονούσε να επιστρέψει στην εξουσία. Μαζί με αυτούς που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές. Και οι πολιτικοί και στρατιωτικοί τους προστάτες τους, οι Βρετανοί, οι οποίοι δεν θα δεχόντουσαν μια ΕΑΜική κυβέρνηση που θα διακινδύνευε τα γεωπολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα στην Ελλάδα. Και είναι αυτοί που ήθελαν να επανέλθουν βίαια και πραξικοπηματικά στην εξουσία. Είναι αυτοί που είχαν ανοίξει το δρόμο της αιματηρής καταστολής με την κατάπνιξη του κινήματος των Ενόπλων Δυνάμεων στη Μέση Ανατολή τον Απρίλιο του 1944. Και είναι αυτοί που επαναλαμβάνουν την ίδια συνταγή της ωμής αποικιοκρατικής επέμβασης με τα Δεκεμβριανά και σπρώχνουν τη χώρα στον Εμφύλιο επιβάλλοντας ανώμαλο πολιτικό καθεστώς έως το 1974. Γιατί αυτοί δεν μπορούσαν να κατέχουν διαφορετικά την εξουσία.

Το ΕΑΜ/ΚΚΕ, πιστό στην πολιτική της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης, την οποία εξ αρχής είχε επιλέξει ως πολιτική του και είχε ακολουθήσει με συνέπεια αλλά και κόστος, υποτίμησε τη θέληση των Βρετανών να επέμβουν δυναμικά και να υποστηρίξουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους (και τα συμφέροντά τους, βεβαίως). Παρά την τεράστια αυτοσυγκράτησή του, εξαναγκάστηκε σε μια σύγκρουση που οι αντίπαλοί του και επιδίωκαν και είχαν το πάνω χέρι. «Όμως», όπως λέει και ο ποιητής, «ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα. Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!»

Πηγή: ΑΥΓΗ, Ριζοσπάστης

...