Όταν… καταργήθηκε η πάλη των τάξεων

Posted on 01 Ιουλίου, 2020, 10:35 πμ
2 secs

Η ΝΔ αναβιώνει χουντικό νομοθέτημα του ΄71 για τον περιορισμό και την απαγόρευση διαδηλώσεων. Στο νομοσχέδιο που κατέθεσε χτες για τις διαδηλώσεις προβλέπεται ως ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα η συμμετοχή σε απαγορευμένη από την αστυνομία διαδήλωση, η μη συμμόρφωση προς τας υποδείξεις των αρχών, η παρεμπόδιση διαδήλωσης και τα επεισόδια (άρθρο 13), ενώ εισάγεται και η υποχρέωση ορισμού διοργανωτή της διαδήλωσης, ακόμα και σε περιπτώσεις αυθόρμητης διαμαρτυρίας, ο οποίος υποχρεούται να γνωστοποιήσει στις αρχές την πρόθεσή του να διοργανώσει τη διαδήλωση και φέρει και την ευθύνη περιφρούρησης της διαδήλωσης, πέραν την υποχρέωσης συνεννόησής του με τον “αστυνομικό / λιμενικό διαμεσολαβητή”.

Οι προβλέψεις για διψήφιο αριθμό επερχόμενης ύφεσης αλλά και η τρομακτική ανεργία σε κλάδους όπως ο τουρισμός είναι προφανές ότι προοιωνίζονται κοινωνικές εκρήξεις. Η ακροδεξιάς έμπνευσης κίνηση της κυβέρνησης είναι σαφές ότι έρχεται να απαντήσει σε αυτούς του φόβους. Θυμίζει όμως και μια άλλη παρόμοιας έμπνευσης κίνηση της Ν.Δ.το 1976.

Όταν η Ν.Δ. απαγόρευε… την πάλη των τάξεων!

Στις 24 του Μάη 1976 η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας φέρνει για συζήτηση στη Βουλή τον περιβόητο «Νόμο 330» περί «εργατικών οργανώσεων και συνδικαλιστικών ελευθεριών». Είναι ένα από τα πιο αντεργατικά νομοθετήματα που γνώρισε ο τόπος. Συνάντησε εξ αρχής την αντίθεση όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης και των εργαζομένων, πλην της κυβερνητικής διοίκησης της ΓΣΕΕ, η οποία περιορίστηκε να υποβάλει ορισμένες δευτερεύουσας σημασίας τροποποιήσεις.

Ο αλήστου μνήμης υπουργός Εργασίας Κ. Λάσκαρης, υπερασπιζόμενος το νομοσχέδιο, χαρακτηρίζει «αυθάδη και ιταμή» την αξίωση για απόσυρσή του.

Ο Νόμος 330 περιορίζει δραστικά το δικαίωμα της απεργίας, κατοχυρώνει την ανταπεργία (λοκ άουτ), νομιμοποιεί τη συγκρότηση απεργοσπαστικών μηχανισμών και, κυρίως, απαγορεύει την «πολιτική απεργία». Οπως σημειώνεται απ’ όλες τις πτέρυγες της Βουλής, πλην της ΝΔ, όλες οι απεργίες των εργαζομένων θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πολιτικές αφού μοιραία στρέφονται κατά της πολιτικής της κυβέρνησης. Ετσι, η κυβέρνηση επιχειρεί την ουσιαστική κατάργηση του απεργιακού δικαιώματος. Ακόμη, ο νόμος απαγορεύει τις απεργίες αλληλεγγύης, αλλά και κάθε άλλη απεργιακή κινητοποίηση που δε στρέφεται κατά του συγκεκριμένου εργοδότη και δεν περιορίζεται σε καθαρά μισθολογικά αιτήματα. Με διάταξή του υποχρεώνει τους εργαζόμενους στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και στους Οργανισμούς Κοινής Ωφέλειας να γνωστοποιούν τα αιτήματά τους 15 μέρες πριν από την κήρυξη της απεργίας. Ακόμη, χαρακτηρίζονται παράνομες όσες απεργίες δεν κηρύσσονται από τα επίσημα «επαγγελματικά σωματεία».

Ο ανεκδιήγητος υπουργός Εργασίας Κ. Λάσκαρης σημειώνει στην εισηγητική του έκθεση ότι δεν υπάρχει πλέον «εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο» και δηλώνει στους δημοσιογράφους: «Δεν θα επιτρέψομεν την πάλην των τάξεων»!

Την ίδια μέρα αρχίζει 48ωρη απεργία των εργαζομένων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, την οποία κήρυξαν πρωτοβάθμια σωματεία και ομοσπονδίες, ενώ δεκάδες χιλιάδες απεργοί πραγματοποιούν μεγάλη και μαχητική πορεία στην Αθήνα. Ομως, η κυβέρνηση κρατά για τη δεύτερη μέρα της απεργίας (στις 25 του Μάη) το σχέδιο για τη δολοφονική επίθεση της Αστυνομίας κατά των απεργών.

Η συζήτηση στη Βουλή 

Στις 24 Μαΐου η κυβέρνηση φέρνει προς συζήτηση στη Βουλή το νομοσχέδιο περί εργατικών οργανώσεων και συνδικαλιστικών ελευθεριών ή το «αντεργατικό νομοσχέδιο», όπως το χαρακτηρίζει ο αντιπολιτευόμενος Τύπος. Από τα τέλη Μαρτίου, όταν το επίμαχο νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή, έχει ξεσηκωθεί ένα κύμα οξύτατων αντιδράσεων από όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης και τις μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις της χώρας.
Η φιλοκυβερνητική διοίκηση της ΓΣΕΕ περιορίζεται στο να υποβάλει ορισμένες τροποποιήσεις δευτερεύουσας σημασίας, που γίνονται ασμένως δεκτές από τον υπουργό Απασχόλησης, Κώστα Λάσκαρη. Παρά τη γενική κατακραυγή, ο Κ. Λάσκαρης υπερασπίζεται την προοδευτικότητα και τη δημοκρατικότητα του νομοσχεδίου και χαρακτηρίζει «αυθάδη και ιταμή» την αξίωση περί απόσυρσής του.
Η κριτική της αντιπολίτευσης επικεντρώνεται στο ότι το νομοσχέδιο περιορίζει το δικαίωμα της απεργίας, κατοχυρώνει την ανταπεργία (λοκ άουτ), νομιμοποιεί τη συγκρότηση απεργοσπαστικών μηχανισμών και, κυρίως, απαγορεύει την πολιτική απεργία.
Ο αρχηγός της ΕΔΗΚ, Γ. Μαύρος, κατά τη συζήτηση στη Βουλή αναγνωρίζει ότι όλες οι απεργίες είναι πολιτικές «εφόσον όλα εξαρτώνται από το κράτος».
Οι εισηγητές της μειοψηφίας, ο ένας μετά τον άλλο, τονίζουν ότι όλες οι απεργίες είναι πολιτικές από τη στιγμή που διαμαρτύρονται για τις αυθαιρεσίες του κράτους όσον αφορά τα εργατικό θέματα. Το νομοσχέδιο δεν απαγορεύει μόνο τις απεργίες αλληλεγγύης, αλλά και κάθε απεργιακή κινητοποίηση που δεν στρέφεται κατά του συγκεκριμένου εργοδότη και δεν περιορίζεται στη διατύπωση μόνο μισθολογικών αιτημάτων. Επίσης επισημαίνεται η αντιδημοκρατικότητα της διάταξης που υποχρεώνει τους εργαζομένους στα ΝΠΔΔ και στους Οργανισμούς Κοινής Ωφέλειας να γνωστοποιούν τα αιτήματά τους 15 ημέρες πριν από την κήρυξη της απεργίας, ώστε να ανευρίσκονται, μέσω διαπραγματεύσεων, λύσεις που θα αποτρέπουν «τη δημιουργία αναταραχής και την ταλαιπωρία του κοινωνικού συνόλου». Το νομοσχέδιο θεωρεί παράνομες τις «αδέσποτες απεργίες», δηλαδή όσες δεν κηρύσσονται από τα επίσημα «επαγγελματικά σωματεία».
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ανδρέας Παπανδρέου υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα της Ελλάδας, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της απεργίας που κηρύσσεται από «συνδικαλιστικές οργανώσεις», χωρίς να κάνει μνεία των «επαγγελματικών σωματείων».
Ο πρόεδρος της ΕΔΑ Ηλίας Ηλιού επισημαίνει ότι οι περιορισμοί που τίθενται στην άσκηση του δικαιώματος της απεργίας δεν συναντώνται στις αντίστοιχες ευρωπαϊκές νομοθεσίες. Ο Χαρίλαος Φλωράκης παρατηρεί ότι το νομοσχέδιο ουσιαστικά καταργεί το δικαίωμα της απεργίας για τους εργαζόμενους σε μικρές επιχειρήσεις, όπου ο αριθμός των απασχολουμένων δεν επαρκεί για τη σύσταση νόμιμου σωματείου.
Ο γραμματέας του ΚΚΕ προσθέτει ότι, αν εφαρμοστεί το νομοσχέδιο, το 80% των εργατοϋπαλλήλων δεν θα μπορεί να χρησιμοποιήσει το όπλο της απεργίας.
Τη φαντασία των γελοιογράφων εξάπτει η φράση που περιλαμβάνεται στην εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου ότι δεν υπάρχει πλέον «εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο», καθώς και οι δηλώσεις του Κ. Λάσκαρη περί ταξικού αγώνα: «Δεν θα επιτρέψωμεν την πάλην των τάξεων που θα οδηγήση στην δημιουργία μιας στρατιάς ανέργων, για να επιτύχη ο στόχος της εξαθλιώσεως των εργατικών μαζών, που αποτελεί βασική προϋπόθεση για να πέσει το δημοκρατικό καθεστώς».
Η 48ωρη απεργία
Με την έναρξη της συζήτησης στη Βουλή, αρχίζει 48ωρη πανελλαδική απεργία στην οποία συμμετέχουν, με αποφάσεις των σωματείων τους, οι εργαζόμενοι στις δημόσιες μεταφορές, στις τράπεζες, στον ΟΤΕ, στη ΔΕΗ, οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, οι εμποροϋπάλληλοι, οι οικοδόμοι και άλλοι κλάδοι. Την πρώτη ημέρα της απεργίας η Αθήνα παραλύει, ενώ στο κέντρο της πόλης πραγματοποιείται ειρηνική συγκέντρωση με τη συμμετοχή 15.000-20.000 εργαζομένων. Όμως, τη δεύτερη ημέρα της απεργίας η Αθήνα μετατρέπεται σε πεδίο μάχης. Τα επεισόδια αρχίζουν το μεσημέρι, όταν οι αστυνομικές δυνάμεις εμποδίζουν απεργούς οικοδόμους να συνεχίσουν την πορεία τους προς τη Βουλή (3). Η κύρια μάζα των συγκεντρωμένων υποχωρεί, αλλά μια ομάδα επιμένει να πραγματοποιήσει την πορεία. Η αστυνομία αντιδρά εξαπολύοντας επίθεση κατά των απεργών (1). Αυτό είναι και το έναυσμα για να ξεσπάσουν βίαια επεισόδια με πρωταγωνιστές άτομα που οπλίζονται με καδρόνια (7), ξηλώνουν πλάκες από πεζοδρόμια, στήνουν οδοφράγματα, ανάβουν φωτιές χρησιμοποιώντας μπιτόνια με πετρέλαιο, τα οποία διακινούν δίκυκλα και αυτοκίνητα με καλυμμένο τον αριθμό κυκλοφορίας, που «τυχαίνει» να βρίσκονται στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή. Ταυτόχρονα οι αστυνομικοί, με τον συνήθη υπερβάλλοντα ζήλο τους, ξυλοκοπούν και συλλαμβάνουν όποιον απεργό συναντήσουν στο διάβα τους, ανεξάρτητα από το αν αυτός συμμετέχει ή όχι στα επεισόδια (4, 5). Επί 12 ώρες όλο το κέντρο της Αθήνας είναι τυλιγμένο σε καπνούς δακρυγόνων, καπνογόνων και φλεγόμενων οδοφραγμάτων (6).
Τα επεισόδια επεκτείνονται από το Σύνταγμα στην Ομόνοια και στη συνέχεια μέχρι το μέγαρο του ΟΤΕ, στην Πατησίων, και το τέρμα των οδών Πειραιώς και Αγίου Κωνσταντίνου. Δεκάδες «αύρες», όπως ονομάζονται τα τεθωρακισμένα αστυνομικά οχήματα, οργώνουν τους κεντρικούς δρόμους, συχνά αντίθετα προς το ρεύμα της κυκλοφορίας, εκτοξεύοντας «κανιστρίδια» (δακρυγόνα βλήματα) επί δικαίων και αδίκων (2). Στη γωνία Αιόλου και Λυκούργου μια αύρα παρασύρει και σκοτώνει επιτόπου μια ηλικιωμένη ζητιάνα, την Αναστασία Τζιβίκα, καθώς εκείνη επιχειρεί, φοβισμένη, να διασχίσει το δρόμο. Πολιορκημένοι από μαγκουροφόρους εμπρηστές από τη μια μεριά και από τις αύρες και τους κρανοφόρους αστυνομικούς από την άλλη, εκατοντάδες διαδηλωτές καταφεύγουν στον περίβολο του Πολυτεχνείου. Οι αστυνομικοί ρίχνουν άφθονα δακρυγόνα για να τους διαλύσουν. Ο πρύτανης του ΕΜΠ διαμαρτύρεται για την παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου, ενώ φοιτητές καταγγέλλουν την παρουσία προβοκατόρων μέσα στο Πολυτεχνείο. Ο απολογισμός των επεισοδίων είναι 68 τραυματίες από πετροπόλεμο και γκλομπ, δύο τραυματίες από πυροβόλα όπλα και άνω των 100 συλλήψεις. Η κυβέρνηση αποδίδει ευθύνες για τα επεισόδια στο ΚΚΕ και το ΠΑΣΟΚ, τον αρχηγό του οποίου χαρακτηρίζει «πολιτικώς επικίνδυνο».
Το ΠΑΣΟΚ και τα αριστερά κόμματα της αντιπολίτευσης ομιλούν περί οργανωμένου σχεδίου, αποδίδοντας τις ακρότητες σε εξτρεμιστικά και σε φιλοχουντικά στοιχεία. Η θεωρία περί ύπαρξης οργανωμένου σχεδίου δεν αποτελεί συνωμοσιολογική υπόθεση, καθώς πλείστες ενδείξεις επιβεβαιώνουν ότι οι πρωταγωνιστές των επεισοδίων δεν έδρασαν αυθόρμητα. Η αριστερή αντιπολίτευση επίσης επισημαίνει ότι η αστυνομία, που σε μεγάλο βαθμό παραμένει γαλουχημένη στο πνεύμα της καταστολής της δικτατορίας, επέδειξε αδικαιολόγητη σκληρότητα ακόμα και απέναντι σε γυναίκες και σε ηλικιωμένους. Με την τελευταία εκτίμηση δεν φαίνεται να συμφωνούν βουλευτές της ΕΔΗΚ, που επισκέπτονται τη Διεύθυνση της Ασφάλειας Αθηνών, όπου δηλώνουν ότι τάσσονται αλληλέγγυοι με την αστυνομία. Την ίδια ημέρα το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ επισκέπτεται τον υφυπουργό Τύπου, Π. Λαμπρία, και διαμαρτύρεται έντονα για τη βάναυση κακοποίηση δημοσιογράφων από αστυνομικό όργανα κατά τη διάρκεια των επεισοδίων.
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που οργάνωσαν τη 48ωρη απεργία καταδικάζουν με ανακοινώσεις τους τα έκτροπα, που, όπως υποστηρίζουν, ξέσπασαν μιάμιση ώρα μετά τη διάλυση της εργατικής συγκέντρωσης και δημιουργήθηκαν από «ανεύθυνα και προβοκατόρικα στοιχεία» με την ανοχή της αστυνομίας. Τα δραματικά επεισόδια της 25ης Μαΐου αποκαλύπτουν όχι μόνο την ύπαρξη αλλά και τη δυνατότητα εφαρμογής «σχεδίου ανωμαλίας» και προκαλούν δικαιολογημένες ανησυχίες, εφόσον φανερώνουν ότι οι αντιδημοκρατικοί μηχανισμοί παραμένουν άθικτοι και μετά την πτώση της χουντικής τυραννίας.
Η ύπαρξη δύο τραυματιών από σφαίρες εγείρει υποψίες ότι τα διαβόητα χουντικά «σταγονίδια» παραμένουν στον κρατικό μηχανισμό. Κι ενώ ο κουρνιαχτός των οδομαχιών δεν έχει ακόμα καταλαγιάσει, οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας υπερψηφίζουν το περιβόητο νομοσχέδιο, στο οποίο έχουν ενσωματωθεί επουσιώδεις τροποποιήσεις. Το καταψηφίζουν η ΕΔΗΚ, η ΕΔΑ, το ΚΚΕ εσωτ. και το ΚΚΕ, ενώ το ΠΑΣΟΚ αποχωρεί από την αίθουσα της Βουλής προτού καν αρχίσει η διαδικασία της ψηφοφορίας. Ο 330, όπως θα ονομαστεί αυτό το νομοθέτημα με τη δημοσίευσή του στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως», καθίσταται πλέον νόμος του κράτους. Σύντομα οι επιπτώσεις από την εφαρμογή του νέου νόμου στις εργασιακές σχέσεις γίνονται αισθητές. Τον Ιούνιο οκτώ απολυμένοι συνδικαλιστές κατέρχονται σε απεργία πείνας στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου της Αθήνας, ενώ δεκάδες εργατικό σωματεία συσχετίζουν παρατηρούμενο κύμα απολύσεων με την έναρξη της ισχύος του «αντεργατικού» νόμου, που αποτελεί πλέον μόνιμο σημείο τριβής ανάμεσα στους εργαζόμενους από τη μια μεριά και στην κυβέρνηση και τους εργοδότες από την άλλη.
Πηγές: ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ 1976 ΕΚΔΟΣΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 1998, Ριζοσπάστης
Independentnews.gr
Κοοπερατίβα Aurora
...