Η περίπτωση των Ποντίων ήταν μια στιγμή στην τεχνογνωσία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που σταδιακά οικοδόμησε το ελληνικό κράτος. Αυτή η τεχνογνωσία ξεκίνησε το 1912, όπου αξιοποιήθηκε για Τούρκους στρατιώτες, οι οποίοι είχαν παραδοθεί κατά την κατάληψη τής Θεσσαλονίκης και παρά τη συμφωνία για καλούς όρους διαβίωσης και την επιστροφή τους μετά τη λήξη τού πολέμου στην πατρίδα τους, τους πήγαν σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Στο μέρος αυτό βρέθηκε μετά από δέκα χρόνια πρόσφυγας ο πόντιος Ευτύχιος Γιαρένης, τριών χρονών τότε. Μέσα από διάφορες επαγγελματικές δραστηριότητες, ανάμεσα στα άλλα πλανόδιος έμπορος υφασμάτων, πλαστιγγοποιός, έγινε και βουλευτής τής ΕΔΑ. Κατέγραψε αυτή την εμπειρία του, αρκετά χρόνια αφʼ ότου την βίωσε, όταν βρέθηκε ξανά σε μια αντίστοιχη κατάσταση:

Οι μαούνες, μία-μία φόρτωναν και ξεφόρτωναν και ξαναγύριζαν πίσω να επαναλαμβάνουν το ίδιο μέχρι αργά το βράδυ.

Μα ποιο μέρος είναι αυτό, πώς το λέγανε; Δεν είχε ούτε ένα σπίτι, δεν είχε ούτε λίγο νερό να πιουν, να πλυθούν, να ξεβρωμίσουν, ένα δένδρο, λίγη βλάστηση;

Κράτα την αναπνοή σου, αγαπημένε μου αναγνώστη, κρατήσου καλά μην πέσεις, γιατί θα ακούσεις το φρικτό όνομα τού τόπου αυτού, τής γης αυτής, θα κρύψεις το πρόσωπό σου από ντροπή, διότι βρέθηκαν συνάνθρωποί σου να σκεφθούν να διαλέξουν τον τόπο αυτό γιά τα ξενιτεμένα τους αδέλφια, που τʼ όνειρό τους ήταν, αιώνες τώρα, πώς να έρθουν στη μάνα πατρίδα! «Φτούσου, άνθρωπε, και πάλι».

Χάθηκε τόσος τόπος, να βρεθεί μια άκρη, μια γωνιά σʼ ολόκληρη τη χώρα, που να έχει, αν όχι τίποτε άλλο, τουλάχιστον νερό! Να ξεδιψάσουν αυτοί, να βρέξουν και τα φλογισμένα απʼ τον πυρετό χείλη των αρρώστων! Κράτα την αναπνοή σου για να ακούσεις. Στηρίξου κάπου να μην πέσεις! Μακρόνησος.

Έτσι λεγόταν ο τόπος, που πρωτόρθαμε στη μάνα γη. Μακρόνησος είναι το όνομα, που θυμίζει φρίκη και ντροπή. Γιατί μας φέρανε σʼ αυτό τον «τρισκατάρατο» τόπο; Ποια εγκληματικά μυαλά το απεφάσισαν; Πουθενά, πουθενά δεν αναφέρεται, ότι εκεί πήγαν και πολλούς πρόσφυγες τής Μικράς Ασίας, τού Πόντου, για εξόντωση. Αυτό ας είναι μια μαρτυρία για αυτούς, που θα γράψουν τη μελλοντική ιστορία. Ας μην κρύψει κανένας τη ντροπή εκείνη.

Λένε, πως τα παλιά χρόνια, στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και κατοπινά στο Βυζάντιο, στέλναν για βέβαιη εξόντωση τους πολιτικούς τους αντιπάλους και στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

Μας έδωσαν λίγο νερό, που το φέρναν από την αντικρινή στεριά, το Λαύριο. Ένα νερό, που σε κάθε άλλη περίπτωση θα το έφτυνες. Μέσα σε κάτι βυτιοφόρα, που η σκουριά τους μύριζε. Ήταν ανυπόφορη! Όμως το ʽπιαν! το ʽπιαν! Και πού να ξεδιψάσουν! («Αυτούς που δέρνει ο άνεμος. Μια ιστορία απανθρωπιάς τού ανθρώπου», χωρίς εκδοτικό οίκο, Θεσσαλονίκη, 1933, σελ. 98-99).

Ο Ευτύχιος Γιαρένης πήγε δυο φορές στη Μακρόνησο. Την πρώτη φορά τριών χρονών ως πόντιος πρόσφυγας και τη δεύτερη πενήντα χρονών ως αριστερός!

Δηλαδή, η Μακρόνησος χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά για Τούρκους στρατιώτες, στη συνέχεια για Πόντιους πρόσφυγες και αργότερα για τους εξόριστους από την Αριστερά.

Αυτή η κρατική συνέχεια έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Βλέπουμε πώς η τεχνογνωσία αυτή κάτω από διάφορες συνθήκες δεν πήγε χαμένη κι έτσι μας δίνεται κι ένα ιστορικό βάθος για καταστάσεις, που βλέπουμε με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, που έρχονται σήμερα στην Ελλάδα.