Χ. Γεωργούλας: Θρήνος και αξιοθρήνητοι

Posted on 27 Ιουλίου, 2020, 8:13 πμ
1 sec

Οι άνθρωποι που πριν από δύο χρόνια στο Μάτι είδαν τη φωτιά να καίει συντρόφους, παιδιά, γονείς, το βιος τους, που βίωσαν το θάνατο να κυνηγάει τους ίδιους χωρίς έλεος, δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσουν. Ο θρήνος και το πένθος τους δεν γίνεται να εκλογικευτεί αναζητώντας απάντηση σ’ ένα « γιατί;», που μπορεί να αρκέσει σ’ όλους εκείνους που εκδηλώνουν τη συμπαράστασή τους, τη συμπάθειά τους, την αλληλεγγύη τους, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Και πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί ακόμα κι όταν τους σκεφτόμαστε απλά, πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για λογαριασμό τους. Γιατί έχουν υποστεί τουλάχιστον τρεις φορές τις συνέπειες μιας πολιτείας και μιας κοινωνίας, που λειτουργεί για τη συντήρηση και τη μηχανική αναπαραγωγή της, παρά για την ανάπτυξη και την ανάπλασή της. Τη μια φορά, όταν τους άφηνε να πιστέψουν ότι τα πάντα μπορούν να γίνουν χωρίς τίμημα. Τη δεύτερη, όταν δεν φρόντισε να κάνει, έστω την τελευταία ώρα, ό,τι μπορούσε για να είναι αυτό το τίμημα το μικρότερο δυνατό. Και την τρίτη τώρα, μετά από δύο χρόνια, που τους βλέπει σαν επετειακό και πελατειακό κοινό, παρά σαν ανθρώπους που θα ήθελαν το γρηγορότερο να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, στήνοντάς τη με το κεφάλι πάνω, παθαίνοντας και μαθαίνοντας.

Αρμόδιοι ή υπεύθυνοι;

Πόσο βαριά πέφτει πάνω σ’ όλους μας αυτή η σκιά, αναδείχτηκε από μια χαραμάδα που άνοιξε, την ώρα που κάποιοι επιχειρούσαν μια ακόμα πολιτική εκμετάλλευση της τραγωδίας. Οι διάλογοι δύο υψηλόβαθμων της Πυροσβεστικής δεν έχουν κυρίως αξία γιατί μιλούν για υποτιθέμενες άνωθεν εντολές για συγκάλυψη, όσο γιατί μας δίνουν μια στιγμιαία εικόνα του τρόπου με τον οποίο έχουν στηθεί και λειτουργούν υπηρεσίες που έχουν άμεση σχέση με την ίδια τη ζωή μας. Πριν από μια-δυο μέρες, με αφορμή το πόρισμα της προανακριτικής της Βουλής, μια άλλη χαραμάδα μας άφηνε να ρίξουμε μια ματιά στο χώρο της δικαστικής εξουσίας, που μόνο αδέκαστη δεν μπορείς να την πεις, από όποια σκοπιά κι αν βλέπεις τα πράγματα.
Ένα από τα θεμέλια αυτής κατάστασης είναι ότι πολλοί επιχειρούν κάθε φορά που την αντικρίζουμε να μας πείσουν ότι πρέπει να πέσουμε από τα σύννεφα, γιατί κανείς δεν υποψιαζόταν το κοινό μυστικό. Αρκεί κάθε φορά αυτός που το «αποκαλύπτει» να φορτώνει τις ευθύνες σε κάποιους άλλους. Η σημερινή κυβέρνηση στην προηγούμενη, παρότι υπήρξε η διάρκειά της σταγόνα στον μεταπολεμικό και μεταπολιτευτικό ωκεανό. Αλλά και η προηγούμενη, του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έδωσε βάρος και χρόνο σε επεμβάσεις στη δομή, στα καθεστώτα, στα μη θιγόμενα κακώς κείμενα, παρά το γεγονός ότι εκστόμισε εκείνο το «είχαμε την κυβέρνηση, όχι την εξουσία», για το οποίο τόσο κατηγορήθηκε. Μπορούμε σήμερα να πάρουμε μια ιδέα για το ποιος μετέχει στο βαθύ κράτος και ποιος ανέχθηκε ή ανέχεται την ύπαρξή του, γιατί κάπως έτσι «παίζεται το παιχνίδι».
Από έναν τέτοιο λογαριασμό δεν χρειάζεται να αφήσουμε απ’ έξω ούτε τον καταγγέλλοντα σήμερα, που ανέλαβε θεσμικά την έρευνα και αποκαλύπτει όσα ειπώθηκαν με καθυστέρηση δύο ετών. Όποιος αναλαμβάνει την τιμή να ρίξει φως σε μια υπόθεση βαμμένη με τόσο αίμα, δεν μπορεί να επιφυλάσσεται ή να περιμένει «καλύτερες μέρες» για να μιλήσει. Ίσως η διαπίστωση αυτή να μη βρίσκεται μακριά από το ερώτημα «ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο», που διατυπώθηκε πριν από τη δικτατορία από τον ηγέτη της δεξιάς, αλλά ξεχάστηκε την ώρα της μεταπολίτευσης, η οποία δεν συνοδεύτηκε, έτσι όπως εξελίχθηκε, από τομές και στα τρία πεδία των διακριτών εξουσιών. Ούτε την περίφημη αποχουντοποίηση δεν έκανε, που μπορεί στην πράξη να λειτουργούσε και σαν αποδιάρθρωση ενός διαρκώς αναπαραγόμενου ανεξέλεγκτου κράτους μέσα στο κράτος.

Καταδίκη διά του Τύπου

Να, όμως, που ήρθε η ώρα να τεθεί το ζήτημα χάρη στις αποκαλύψεις του Τύπου -θα σκεφτεί κάποιος καλοπροαίρετος. Θα έπρεπε, ωστόσο, μάλλον να το ξανασκεφτεί, καθώς το βάρος που δόθηκε και η απόσταση που δεν πάρθηκε από τον ισχυρισμό του τότε αρχηγού της Πυροσβεστικής περί άνωθεν εντολής για κουκούλωμα των ευθυνών, έστρεψε την όλη υπόθεση στο πεδίο της μικροπολιτικής αξιοποίησης σε βάρος του ΣΥΡΙΖΑ διά μέσου του διασυρμού της Όλγας Γεροβασίλη. Δεν φαντάζεται κανείς ότι αυτό μπορεί να έγινε τυχαία. Και η μεν ίδια η πρώην υπουργός ορθά έπραξε καταφεύγοντας στη μήνυση κατά της «Καθημερινής» (κι ας έκανε πως δεν το κατάλαβε η ΕΣΗΕΑ), για να προστατέψει την υπόληψη μιας πολιτικού που δεν κληρονόμησε το βουλευτιλίκι, ούτε το επιδίωξε ως τρόπο ζωής, ούτε το κυνήγησε μετέχοντας από νεαρή ηλικία σε πολλά υποσχόμενα ψηφοδέλτια. Το αντίθετο μάλιστα. Αναδείχθηκε πρώτα ως μια άξια επιστήμονας, με πλούσια κοινωνική δράση στην ανταγωνιστική τοπική αυτοδιοίκηση. Η δε «Κ» κάπως προσπάθησε να τα μπαλώσει εκ των υστέρων με τη δήλωση ότι «δεν υιοθετεί τις κατηγορίες». Για την ουσία, όμως, του προβλήματος μάλλον δεν θα ξανακούσουμε τίποτα. Είναι βέβαιο, πάντως, ότι θα τ’ ακούσει ο ΣΥΡΙΖΑ, αν δεν μιλήσει με τη βαρύτητα που πρέπει στο πρόγραμμά του για τη ριζοσπαστική και όχι διαχειριστική αντιμετώπισή του. Γιατί τότε δεν θα έχει νόημα η επανάληψη των διαπιστώσεων περί εξουσίας και κυβέρνησης. Αν όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό και ασκούνται υπέρ του κατά το σύνταγμα, τότε δεν γίνεται να αφήνονται στα χέρια ενός βαθιά προβληματικού βαθέος κράτους. Η εξουσία αυτού του κράτους μία πηγή έχει, την ανοχή όσων το δημιούργησαν και όσων νομίζουν ότι μπορούν χωρίς κόστος να το χρησιμοποιήσουν.
Μα έχουν όλα αυτά σχέση με τους νεκρούς στο Μάτι και με όσους επιβίωσαν από την τραγωδία και ζητούν να αποδοθεί δικαιοσύνη; Πάντως, έχουν μεγαλύτερη από τις επετειακές εκδηλώσεις και την εγκατάσταση μνημείων. Και κατά πολύ μεγαλύτερη από τις αξιοθρήνητες επιχειρήσεις πολιτικής εκμετάλλευσης του ανθρώπινου θρήνου.

Πηγή: ΕΠΟΧΗ

...