Η έκβαση της σύγκρουσης θα κριθεί από το αν οι δυνάμεις της Κόκκινο-Κόκκινο-Πράσινης συμμαχίας, δηλαδή η Ριζοσπαστική Αριστερά, οι Οικολόγοι και η Αριστερή Σοσιαλδημοκρατία θα μπορέσουν να συγκροτήσουν μια συμμαχία συμπαγή, συνεκτική, και θαρραλέα.

Το κείμενο, συμβολή στον προσυνεδριακό διάλογο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, που κατέθεσε η «Ομπρέλα» δεν είναι μια διακήρυξη αρχών ενός ρεύματος ιδεών, αντίθετα είναι ένα πολιτικό κείμενο που μεριμνά, δίνοντας στοιχεία και αναλύσεις, προκειμένου να δημιουργηθεί το πολιτικό σχέδιο επανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, ώστε να γίνει πράξη η υπόσχεση ότι τη «δεύτερη φορά Αριστερά» τα πράγματα θα είναι αλλιώς. Με αυτή την έννοια περιλαμβάνονται στοιχεία αναστοχασμού: τι κάναμε σωστά και τι λάθος, τι υποτιμήσαμε και τι δεν προλάβαμε, τι μεταθέσαμε για αργότερα, όπως και ποια νέα προβλήματα θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε. Για αυτούς τους λόγους το κείμενο δεν απευθύνεται αποκλειστικά στο εσωκομματικό ακροατήριο, αλλά στο ευρύτερο κοινωνικό, που νοιάζεται.

Ερμηνευτικά κλειδιά

Στον Απολογισμό της πολιτικής μας διαδρομής και της κυβερνητικής μας θητείας, που συνομολογήσαμε στον ΣΥΡΙΖΑ, χρησιμοποιήσαμε 2 εκφράσεις κλειδιά, που κωδικοποιούν την ταυτότητα μας, τα οποία είναι και ερμηνευτικά εργαλεία για το κείμενο της Ομπρέλας.

Το πρώτο: «εντός και εναντίον», το οποίο το ερμηνεύσαμε με ποιο τρόπο λειτουργείς στρατηγικά σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον, χωρίς να παραιτείσαι, να συμφιλιώνεσαι με τις ανισότητες και την αδικία, χωρίς να γίνεσαι όμοιος με τον αντίπαλο σου. Χωρίς να συμφιλιώνεσαι δηλαδή με τον καπιταλισμό, ο δικός μας ορίζοντας είναι ο σοσιαλισμός και οι πολλαπλοί δρόμοι πραγμάτωσης του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Το δεύτερο ερμηνευτικό κλειδί: «διευρύνοντας τα όρια του εφικτού», με την έννοια ότι παράγουμε πολιτική σε ένα δυσμενές περιβάλλον, σε ένα πλαίσιο εκβιασμών, καταναγκασμών και νεοφιλελεύθερης επιβολής.

Η στάση μας όλα αυτά τα χρόνια της κυβερνητικής μας διαδρομής ήταν να δημιουργούμε ρήγματα στο πλαίσιο των καταναγκασμών. Σε εποχές σκληρών Μνημονίων να δημιουργούμε ένα παράλληλο Πρόγραμμα, στοιχεία του οποίου ήταν η αναδιανομή και η μείωση των ανισοτήτων, η αξιοπρέπεια της εργασίας και η προστασία των διεκδικήσεων των εργαζομένων, η επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους και η καθολικότητα των δικαιωμάτων, με εμβληματική μεταρρύθμιση το δικαίωμα στην Υγεία των ανασφάλιστων, των μεταναστών συμπεριλαμβανομένων. Έχω την πεποίθηση ότι για τους παραπάνω λόγους μας εμπιστεύτηκε, σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, το 31,5% της ελληνικής κοινωνίας, με τους νέους πρώτους απ’ όλους.

Αυτή είναι η αφετηρία μας και δεν πρέπει να τη διαψεύσουμε. Δεν είναι,όμως, στις νέες συνθήκες επαρκές, αν θέλετε δεν ήταν αρκετό ούτε το τελευταίο διάστημα της κυβερνητικής μας θητείας, με την έννοια ότι υποτιμήσαμε τις προσδοκίες των μεσαίων στρωμάτων για άμεση αποκατάσταση, προσδοκία που πυροδοτούσε συστηματικά η ΝΔ –και η οποία σε ένα χρόνο διαψεύστηκε με κρότο. Αγνοήσαμε τον διαβρωτικό ρόλο της αντι ΣΥΡΙΖΑ συμμαχίας, δεν διορθώσαμε εγκαίρως τα στραβά της διακυβέρνησης, την έπαρση και την αυτάρκεια. Δεν κατανοήσαμε επαρκώς το νεοσυντηρητικό κύμα που καβάλησε η ΝΔ, το οποίο οργανώνεται με βάση τον εθνικισμό, το ρατσισμό, την ομοφοβία, τις θεωρίες συνομωσίας, τα fakenews. Στην πραγματικότητα η συντηρητική ηγεμονία υποδαυλίζει το φόβο της απώλειας της ταυτότητας, της κοινωνικής και της φαντασιακής ταυτότητας. Η ακροδεξιά βιοπορίζεται παντού με αυτό το φόβο, είτε μιλάμε για την ακροδεξιά στην Ελλάδα, είτε μιλάμε για τον Τραμπ, τον Μπολσονάρου ή τον Όρμπαν.

Η συντηρητική παλινόρθωση

Η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη επιχείρησε το ακατόρθωτο, να παντρέψει το νεοφιλελευθερισμό με το βαθύ κοινωνικό συντηρητισμό της δεξιάς και το σημιτικό εκσυγχρονισμό. Σε άλλες εποχές θα ήταν αδύνατον, τα τελευταία χρόνια δυνατό με τη μετατόπιση ενός τμήματος της παλιάς κεντροαριστεράς στο «ακραίο κέντρο». Ο πρόσφατος ανασχηματισμός, που έχει σαφές προεκλογικό πρόσημο, έδειξε τη βαθιά πεποίθηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι οι εκλογές δεν κερδίζονται από τη συντηρητική παράταξη χωρίς τη συνδρομή της ακροδεξιάς.

Δεν φεύγει από την ανάλυση της Ομπρέλας η παλινόρθωση της δεξιάς στο κράτος. Το επιτελικό κράτος του Κυριάκου Μητσοτάκη πολύ σύντομα αποκαλύφθηκε: «μοναρχικός» συγκεντρωτισμός, μεροληψία υπέρ των «φίλων», ταξική πολιτική υπέρ των πλουσίων, κομματική κατάληψη και κατεδάφιση κάθε διαφανούς δημόσιου θεσμού, νεοφιλελευθερισμός με ακροδεξιά υπεράσπιση του κοινωνικού συντηρητισμού.

Η ταξική μεροληψία της κυβέρνησης αποκαλύπτεται στο πεδίο της εργασίας με την επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων της αμοιβής της εργασίας, την ελαστική εργασία και τη συρρίκνωση της προστασίας του εργατικού και του ασφαλιστικού Δίκαιου. Δεν αδιαφορεί βέβαια για τους όρους αναπαραγωγής και βελτίωσης της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Αντιθέτως. Ο νόμος για το περιβάλλον είναι δώρο στις μεγάλες επιχειρήσεις, τις εξορυκτικές πρώτα απ’ όλες, ο πτωχευτικός είναι κομμένος και ραμμένος για τις τράπεζες, τα funds και το real estate. Την ίδια στιγμή πετά το χωρικό σχεδιασμό στα απόβλητα.

Στοργική «μέριμνα» δείχνει, επίσης, υπέρ των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της κοινωνικής αναπαραγωγής, στην Παιδεία, την Υγεία, την Κοινωνική Ασφάλιση. Η έκθεση Πισαρίδη για το Ταμείο Ανάκαμψης δεν κρύβει λόγια, ομιλεί ευθέως τη γλώσσα του ΔΝΤ, τη γλώσσα των Μνημονίων, της εργασιακής υποτίμησης, της ιδιωτικοποίησης των κοινών αγαθών και της καταστροφής των μικρομεσαίων.

Η ΝΔ δεν απαρνείται το παρελθόν της, αντίθετα αναβαθμίζει το δεξιό οπλοστάσιο, με τον αυταρχισμό, την αστυνομική βία, την επιτήρηση και το θεσμικό απολυταρχισμό.

Πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες

Το πολιτικό σχέδιο επανόδου, προκειμένου να είναι ρεαλιστικό, πρέπει να μεριμνά για τις συμμαχίες, τις πολιτικές και κυρίως τις κοινωνικές. Η καθιέρωση της απλής αναλογικής, την οποία υπονομεύει η ΝΔ, ήταν η θεσμική πρόνοια της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου ο κομματικός ανταγωνισμός να πάρει άλλες διαστάσεις, από την άγονη αντιπαράθεση στις προγραμματικές συγκλίσεις και προφανώς στις προγραμματικές αντιπαραθέσεις.

Η πρόσκληση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για συνεργασία απευθύνεται στο ΚΙΝΑΛ, το ΚΚΕ, το ΜΕΡΑ25, στους Οικολόγους, στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, στους ανένταχτους. Η πρόσκληση πρέπει να είναι ανοικτή, να μην έχει ημερομηνία λήξης, αφού μια συνεργασία της αντιπολίτευσης πρέπει να υπερβεί τους κομματικούς ανταγωνισμούς, το φόβο της απώλειας της πολιτικής ταυτότητας, τις εύλογες καχυποψίες και την ενδοκομματική «πάλη γραμμών», η οποία στην περίπτωση του ΚΙΝΑΛ οξύνεται. Συχνά όμως η ιστορία μας ξαφνιάζει.

Παραλήπτες της πρόσκλησης δεν μπορεί παρά να είναι εκείνοι, ανεξάρτητα πολιτικής ταυτότητας, που είναι διατεθειμένοι να αγωνιστούν στα παρακάτω επίδικα:

Όσοι δηλαδή επιλέγουν ως πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης, με την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή τη νέα φτώχεια, την ανεργία, την υπεράσπιση της δημόσιας υγείας και της δημόσιας παιδείας, την προστασία της εργασίας απέναντι στις ευελιξίες και τους περιπλανώμενους εργαζόμενους.

Όσοι πιστεύουν ότι ο κόσμος της εργασίας, η νέα κοινωνική διαστρωμάτωση, είναι σήμερα πολυεθνική, νεανική και εν πολλοίς θηλυκή.

Όσοι δίνουν έμφαση στα ζητήματα της κλιματικής κρίσης, στα ζητήματα της Δίκαιης Μετάβασης, από την οικονομία των εξορύξεων και των ορυκτών καυσίμων στις ανανεώσιμες πηγές. Η φιλελεύθερη δεξιά ιδεολογία τού «Αφήστε να τα ρυθμίσει η αγορά » θα αποδειχθεί ανεπαρκής για την πρόκληση. Πρέπει να επωφεληθούμε από την αναστάτωση της επιδημίας και να εργαστούμε για την παράσταση των νέων πολιτικών πεδίων αντιπαράθεσης απέναντι στον παλιό κόσμο. Στο δικό μας συντακτικό η μετάβαση πρέπει να είναι δίκαιη, δηλαδή, να δίνει προτεραιότητα στον άνθρωπο και να μεριμνά για τις περιφέρειες, τους κλάδους και τους εργαζομένους που θα έρθουν αντιμέτωποι με τις μεγάλες προκλήσεις. Το νόημα της δικαιοσύνης είναι ευρύτερο και εκτείνεται σε ζητήματα περιβαλλοντικής και κλιματικής δικαιοσύνης, καθώς και σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και συμμετοχικών διαδικασιών, που επιτρέπουν σε όλους τους ενδιαφερόμενους να εμπλακούν, όχι μόνο στην εφαρμογή αλλά και στον σχεδιασμό των πολιτικών μετάβασης σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία. Τα παραπάνω είναι ο οδικός χάρτης για την αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος, το Ταμείο Ανάκαμψης και ο νέος προϋπολογισμός της Ε.Ε. είναι μια ευκαιρία

Όσοι κατανοούν ότι η «ευκαιρία» της πανδημίας επιταχύνει τη διαδικασία του μετασχηματισμού του καπιταλισμού. Ένας νέος ψηφιακός καπιταλισμός ξημερώνει. Νέοι κρατικοί ανταγωνισμοί αναδύονται με έπαθλο την ψηφιακή υπεροχή, ενώ πόλεμος διεξάγεται μεταξύ των μεγάλων επιχειρήσεων της τεχνολογίας με υποβολείς τις κυβερνήσεις. Νέες ανισότητες επιβάλλονται με εργαλεία τη ψηφιοποίηση της οικονομίας και τις πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου. Η «αμαζονοποίηση» του λιανικού εμπορίου κερδίζει συνεχώς έδαφος, εξορίζοντας τις μικρές επιχειρήσεις του κλάδου σε περιοχές όπου η ψηφιοποίηση δεν έχει πρόσβαση. Την ίδια στιγμή, ο κόσμος της εργασίας γίνεται περισσότερο ευάλωτος, περισσότερο ανασφαλής από ποτέ, και οι κοινωνίες απειλούνται από ένα καθεστώς επιτήρησης, από τον αόρατο «μεγάλο αδελφό».

Στη νέα περίοδο θα διατηρήσουν την πολιτική τους δύναμη μόνον οι νέες διακηρύξεις και πεποιθήσεις που αφορούν τα νοσοκομεία και τη δημόσια υγεία, τα σχολεία και την ισότητα στην παιδεία, την περίθαλψη των ηλικιωμένων, την ευάλωτη θέση των γυναικών. Είναι τα ζητήματα στα οποία πρέπει να αρθρώσουμε λόγο, για τους νέους κινδύνους που ανέδειξε η επιδημία, κατανοώντας ταυτόχρονα τις σύγχρονες και παλιότερες απειλές.

Η προτεραιότητα του κοινωνικού

Κανένα πολιτικό σχέδιο δεν μπορεί να αποκτήσει υπόσταση αν δεν συναντηθεί με το αίσθημα, με τις ανάγκες της κοινωνίας. Η κίνηση της κοινωνίας είναι ο υλικός όρος προκειμένου το Πρόγραμμα και οι συμμαχίες να αποκτήσουν δυναμική, να γίνουν δηλαδή αίτημα αλλαγής και μετασχηματισμού. Αίτημα που κανένας πολιτικός σχηματισμός δεν μπορεί να αγνοήσει, με ποινή την εξαφάνιση του από το πολιτικό προσκήνιο. Σε τελευταία ανάλυση, η κοινωνική δυναμική επιβάλει τις πολιτικές συμμαχίες.

Σε κάθε καμπή της ιστορίας υπήρχε ένα κοινωνικό αίτημα. Το ερώτημα είναι κάθε φορά ποιες κοινωνικές δυνάμεις μπορούν να εμπνεύσουν και να εμπνευστούν και σε κάθε περίπτωση να στηρίξουν το αίτημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δημιουργήσει σχέσεις εμπιστοσύνης με ένα πολύ μεγάλο τμήμα του κόσμου της εργασίας και έχει ισχυρές παρακαταθήκες με τα λαϊκά στρώματα, την βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Δεν είναι αρκετό, και σε κάθε περίπτωση έχει μεγαλύτερες δυνατότητες επιρροής στους αυτοαπασχολούμενους, στις μικρές, πολύ μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Στους εγκαταλελειμμένους δηλαδή από την κυβέρνηση της ΝΔ.

Η πρόκληση είναι να επανασυνδεθεί με τις νεανικές ανησυχίες, με εκείνους και εκείνες που ανησυχούν και δεν συμβιβάζονται και είναι πολλοί και πολλές. Η νεανική ανησυχία είναι δομικά αντίθετη με την παλαιοκομματική νοοτροπία και τις απειλές «νομιμοφροσύνης» της ΝΔ, το ζήτημα για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μόνο να πλαισιώσει τα αιτήματα της νέας γενιάς, για ασφαλή και αξιοπρεπή εργασία, αλλά και να κατανοήσει τις νεανικές κουλτούρες. Ο παλαιοκομματικός πολιτικός λόγος τις αφήνει παντελώς αδιάφορες. Αντίθετα τα ζητήματα της αυτονομίας, της ταυτότητας –του φύλλου πρώτα από όλα- της ελευθερίας, της αλληλεγγύης και της χειραφέτησης είναι ψηλά στην ατζέντα της νέας γενιάς. Ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στο νεανικό κοινό με παλιές ορολογίες και κυρίως με παλιές νοοτροπίες. Η τιμωρία, αν δεν τα κατανοήσει αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι να πάει η νεανική αμφισβήτηση σε άλλα κόμματα αλλά να οδηγηθεί στην αποχή από την πολιτική διαδικασία, πράγμα που,σε μεγάλο βαθμό, έχει συμβεί.

Ο πόλεμος του πολιτισμού, η μάχη της ιδεολογίας

Στην εποχή των πολλαπλών κρίσεων και των πολλαπλών συγκρούσεων η διάσταση του πολιτισμού δεν αφορά πλέον μόνο την πολιτιστική κληρονομιά, την παράδοση, τις καλές τέχνες, αλλά συνδέεται με στάσεις, συμπεριφορές, αντιλήψεις, ιδέες, νοοτροπίες, ταυτότητες.

Ο πολιτισμός έχει γίνει πεδίο τεράστιων επενδύσεων και οι πολιτιστικές βιομηχανίες είναι από τις μεγαλύτερες παγκοσμιοποιημένες επιχειρήσεις στον κόσμο, με τη μεγαλύτερη μάλιστα διείσδυση στην καθημερινή ζωή όλων σχεδόν των ανθρώπων. Την ίδια στιγμή ο πολιτισμός έχει μετατραπεί και σε πεδίο συγκρούσεων, σε βιοπολιτική διαχείρισης συναισθημάτων, σε πολιτικές επιβολής. Ψηφιακές πλατφόρμες, ιδιωτικά πολιτιστικά ιδρύματα, η βιομηχανία της διασκέδασης, όλα παρεμβαίνουν για να καθορίσουν πώς ζούμε το παρόν και πώς μπορούμε να φανταστούμε το μέλλον.

Η ιδεολογική ηγεμονία κερδίζεται και στο πεδίο του πολιτισμού. Από τη σκοπιά των αξιών της Αριστεράς η πολιτιστική δημιουργία έχει πρωτεύουσα θέση, ιδιαίτερα για τις πεποιθήσεις της νέας γενιάς.

Πόσο μάλλον που σεε ένα περιβάλλον αλλεπάλληλων κρίσεων αναδεικνύεται με ένταση το πρόβλημα της επισφάλειας των εργαζόμενων στον πολιτισμό, η πλειονότητα των οποίων παραμένει αόρατη για την κυβέρνηση της ΝΔ. Σε αυτό το περιβάλλον οι άνθρωποι του πολιτισμού αποκτούν κοινότητα συναισθημάτων και ιδίως κοινότητα αγωνιών με το «πρεκαριάτο» των πόλεων

Μαθήματα από την επιδημία

Περνάμε μια μεγάλη κρίση, η οποία αθροίζεται με τις άλλες: την οικονομική κρίση, η οποία μεταβολίζεται σε κρίση χρέους, την προσφυγική και την κλιματική κρίση. Υπάρχουν όμως μερικά πράγματα που μπορούμε να μάθουμε από τον κορωνοϊό. Θα συνειδητοποιήσουμε πόσο είμαστε διασυνδεδεμένοι σε παγκόσμιο επίπεδο, πολύ περισσότερο από ό,τι πιστεύαμε. Από την άλλη, η γεωπολιτική συνθήκη του πλανήτη είχε αλλάξει, πριν από την υγειονομική κρίση. Ο κόσμος όπως διαμορφώθηκε την δεκαετία του 1990 δεν υπάρχει πλέον. Η υποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών, η διαφοροποίηση του Ηνωμένου Βασιλείου από το ευρωπαϊκό σχέδιο και βέβαια, η άνοδος της Κίνας και άλλων περιφερειακών δυνάμεων δημιουργούν ένα κόσμο μεγάλης διακινδύνευσης..

Είναι προφανές ότι ο μονο-πολικός ενοποιημένος κόσμος υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, που εμπεδώθηκε μετά την κατάρρευση, τελειώνει. Αντί για την ενιαία Παγκοσμιοποίηση, η διαχείριση της οποίας έχει καταστεί αδύνατη, θα οδηγηθούμε στην πολλαπλή Παγκοσμιοποίηση. Η ΕΕ παρακολουθεί αδύναμη και άνευ πολιτικής βούλησης τις εξελίξεις.

Στο πεδίο της κρίσης από την πανδημία η συζήτηση στην ΕΕ και η κατάληξη των αποφάσεων για τον Προϋπολογισμό και το Ταμείο Ανάκαμψης είναι αποκαλυπτική, τόσο για τις αντιθέσεις πλούσιων και φτωχών κρατών, Βορρά και Νότου, όσο και για τη σύγκρουση μεταξύ του νεοφιλελευθερισμού και του κριτικού επαναπροσδιορισμού των πολιτικών που πληγώσανε τη συνοχή της Ευρώπης. Η συζήτηση για τα εμβόλια, τις πατέντες, η συζήτηση για τη διαχείριση του χρέους, για τη διαγραφή μεγάλου μέρους του κρατικού και του ιδιωτικού, μετά την πανδημία είναι ενδεικτική. Στη μία πλευρά ο πλούσιος Βορράς που υποστηρίζει τον εθνικισμό των εμβολίων, τις πατέντες, δηλαδή τα συμφέροντα των πολυεθνικών του φαρμάκου, την αναβίωση του Συμφώνου Σταθερότητας, μετά το 2021, δηλαδή τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και από την άλλη μεριά ο Ευρωπαϊκός Νότος. Η έκβαση της σύγκρουσης θα κριθεί από το αν οι δυνάμεις της Κόκκινο-Κόκκινο-Πράσινης συμμαχίας, δηλαδή η Ριζοσπαστική Αριστερά, οι Οικολόγοι και η Αριστερή Σοσιαλδημοκρατία θα μπορέσουν να συγκροτήσουν μια συμμαχία συμπαγή, συνεκτική, και θαρραλέα

Ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, πρώην βουλευτής

Πηγή: ieidiseis.gr