Η εβδομάδα που μας πέρασε είχε ισχυρές εντάσεις και μεγάλες απειλές. Δεν ήξερε κανείς από τι απειλείται περισσότερο: από το δεύτερο κύμα της επιδημίας σε μια απροετοίμαστη χώρα ή από το ενδεχόμενο πολεμικού επεισοδίου με την Τουρκία; Σε καμία από τις δύο απειλές η πληροφόρηση, τόσο από τα επίσημα κυβερνητικά χείλη όσο και από τα ανεπίσημα, των κρατικά ελεγχόμενων ΜΜΕ, γεννούσε εμπιστοσύνη. Ως εκ τούτου, το βάρος της αξιόπιστης πληροφόρησης, της εμπεριστατωμένης ανάλυσης έπεσε στους ώμους της αξιωματικής αντιπολίτευσης και των εναλλακτικών δικτύων της κοινωνίας.

Έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες για τα αυτοκρατορικά σχέδια του Ερντογάν, την αναθεωρητική και ιμπεριαλιστική πολιτική του απέναντι στα ευάλωτα κράτη της ανατολικής Μεσογείου, την εργαλειοποίηση του προσφυγικού, την υποδαύλιση του τουρκικού εθνικισμού. Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί ήταν ένα προκλητικό παιχνίδι ισχυρών συμβολισμών, με παραλήπτες τον εθνικισμό και τον θρησκευτικό φανατισμό.  Όλα αυτά σε ένα τοπίο βαθιάς οικονομικής κρίσης και περιστολής τής δημοκρατίας.

Με αυτά τα δεδομένα, δεν είναι παράδοξη και μη αναμενόμενη η στρατηγική τού «ζεστό – κρύο» της τουρκικής διπλωματίας. Απειλές μονομερών ενεργειών και στρατιωτικών θερμών επεισοδίων από τη μία και από την άλλη προσκλήσεις για επίλυση των διαφορών μέσα από τη διπλωματία και την αέναη διαπραγμάτευση με μια ατζέντα που διαρκώς φουσκώνει. Πόλεμος κινήσεων.

Ακατανόητη είναι η πολιτική της κυβέρνησης της Ν.Δ., δυσνόητα είναι τα επιχειρήματα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Διάφανες η ανεπάρκεια και η προχειρότητα του επιτελικού κράτους της Ν.Δ. Από τα λεγόμενα του πρωθυπουργού και του υπουργού Εξωτερικών κανείς δεν καταλαβαίνει αν πηγαίνουμε σε πολεμική σύγκρουση ή σε διαπραγμάτευση, αν οι συμφωνίες με την Αίγυπτο και την Ιταλία για τον καθορισμό των ΑΟΖ συμπεριλαμβάνονται σε μια στρατηγική επίλυσης διαφορών στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας ή σε επίδειξη πυγμής απέναντι στην Τουρκία. Αν η Τουρκία συμπεριλαμβάνεται στη διευθέτηση. Αν το πεδίο της διαπραγμάτευσης είναι εκείνο της Ε.Ε. ή αυταπατώνται ότι ΗΠΑ και Ισραήλ θα εγγυηθούν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Αν πότε Μέρκελ και πότε Μακρόν συνιστούν το ευρωπαϊκό πλαίσιο διαπραγμάτευσης ή απλά πρόκειται για αδέξιες, περιπτωσιακές και πάντα αδιαφανείς κινήσεις -μυστική διπλωματία- χωρίς συνοχή και διάρκεια.

Συνοψίζοντας, η  Άγκυρα κέρδισε τις εντυπώσεις στη διεθνή κοινή γνώμη κλιμακώνοντας και αποκλιμακώνοντας την ένταση, ισχυριζόμενη πως επιθυμεί τη διαπραγμάτευση, τη διπλωματική οδό και ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι όμηρος του ακροδεξιού μπλοκ του Σαμαρά και λογοδοτεί στα απομεινάρια της Χ.Α. και του Βελόπουλου.

Σε κάθε περίπτωση, η σύγκριση της εξωτερικής πολιτικής της Ν.Δ. με εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ είναι συντριπτική υπέρ του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πόσο μάλλον όταν αυτή έχει στις αποσκευές της τη Συμφωνία των Πρεσπών, στη μεθοδολογία της τις αμοιβαίες υποχωρήσεις, στις αξίες της την ειρηνική συνύπαρξη και την αποσόβηση των πολεμικών συγκρούσεων, την απομόνωση του μισαλλόδοξου εθνικισμού αγνοώντας τους πολεμοχαρείς και τους πατριδοκάπηλους. Μα, πάνω απ’ όλα, ότι στη δική της θητεία παραμέρισε τις πολιτικές τής στασιμότητας των κυβερνήσεων της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, της μετάθεσης της επίλυσης των ζητημάτων των διεθνών σχέσεων σε ένα άγνωστο μέλλον.

 

Ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος είναι μέλος της Κ.Ε., πρώην βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: Η Αυγή