Χαρίλαος Φλώρος: Αστυνομία ως Κατασταλτικός και Ιδεολογικός Μηχανισμός του Κράτους και η εμπειρία της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ

Posted on 07 Νοεμβρίου, 2020, 10:50 πμ
57 secs

Μια αποτίμηση των πολιτικών διακυβέρνησης στο πεδίο της Αστυνομίας και της καταστολής

 

 

 

 

Δίκτυο

για την Δημοκρατική

Μεταρρύθμιση του Κράτους

Via Publica

Αθήνα 2020

 

Π Ι Ν Α Κ Α Σ  Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Ω Ν

 

Εισαγωγή…… 3

  1. …… Η Αστυνομία ως Κατασταλτικός και Ιδεολογικός Μηχανισμός του Κράτους……………….. 4

2……. Η ιδεολογική ταυτότητα της αστυνομίας:………………………………………………………….. 5

2.1.              Ηγεμονικές ιδεολογικές σταθερές:………………………………………………………… 7

2.2.              Ο κοινωνικός διαχωρισμός σαν γενικό εργαλείο ελέγχου και άμεσης ενσωμάτωσης:  8

2.3.              Η σχετική αυτονομία των ατομικών πεποιθήσεων του προσωπικού, σαν ειδικό εργαλείο έμμεσης ενσωμάτωσης:…………………………………………………………. 9

2.4.              Η “γενεά” και οι «σειρές» σαν εργαλεία έμμεσης ενσωμάτωσης:………………….. 9

2.5.              Ένα σύστημα που ισορροπεί στις αστάθειες λειτουργίας του;……………………. 11

  1. …… Η κατάσταση, τα προβλήματα και η ριζοσπαστικοποίηση του αστυνομικού προσωπικού. Πολιτικές επιρροές, ιδεολογίες διακρίσεων, αποκλεισμού και μίσους. Ο κίνδυνος φασιστικής επιλογής:…………………………………………………………………………………………………. 12
  2. …… Τα δύο κύρια ‘θεσμοθετημένα’ καθήκοντα της Αστυνομίας: Τάξη και Ασφάλεια:……… 15

4.1.              Η Τάξη:………………………………………………………………………………………….. 16

4.2.              Η Ασφάλεια. – Το ζήτημα της εγκληματικότητας και της διαφθοράς:……………. 17

  1. …… Αριστερά και Αστυνομία, από τη θεωρία στην πράξη: Η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ…… 20

6……. Οι Θέσεις – Προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την Ελληνική Αστυνομία κατά την περίοδο πριν το 2015. Στοιχεία κριτικής προσέγγισης………………………………………………………………………. 21

6.1.              Το γενικό πολιτικό πλαίσιο………………………………………………………………… 21

6.2.          Ο Πολιτικός Έλεγχος, Υπαγωγή και οι θέσεις για την Αναδιάρθρωση της Ελληνικής Αστυνομίας……………………………………………………………………………………. 23

6.3.          Οι θέσεις για τη Διαδικασία Εκδημοκρατισμού της Ελληνικής Αστυνομίας, η Αποστρατικοποίηση, η «επαγγελματικοτεχνική» και η «διεκδικητική» προσέγγιση της κατάστασης του προσωπικού…………………………………………………………….. 25

6.4.          Η Αστυνόμευση, η Αναμόρφωση της Αστυνομικής Εκπαίδευσης και η θέσπιση Διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος αξιολόγησης, κρίσεων……………….. 27

  1. …… Σκέψεις για μια συνολική αποτίμηση των θέσεων και των πολιτικών διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ για την Αστυνομία……………………………………………………………………………………… 32
  2. …… Η Παλινόρθωση της Δεξιάς Διακυβέρνησης και οι Θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ…………………….. 41

8.1.             Η Επάνοδος της Δεξιάς και οι πολιτικές παρεμβάσεις στην Αστυνομία…………. 41

8.2.              Οι Θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Αναζητώντας ένα πολιτικό σχέδιο – οδικό χάρτη Δημοκρατικής μεταρρύθμισης της Αστυνομίας………………………………………………………….. 44

Επίλογος…… 46

 

 

Εισαγωγή

Ο καταναγκαστικός – κατασταλτικός ρόλος του κράτους κατά την άσκηση της εξουσίας του με την στενή εργαλειακή της έννοια, υλοποιείται κυρίως από τους τέσσερις βασικούς βραχίονες του, το Στρατό, την Αστυνομία (και τα παραφερνάλια τους, πολιτοφυλακές, Εθνοφρουρά, Σώματα Ασφαλείας με την ευρεία έννοια κ.λπ.), τη Δικαιοσύνη ή ορθότερα το Δικαστικό σώμα και τη διοικητικο-διαχειριστική Γραφειοκρατία της Δημόσιας Διοίκησης [1]. Οι Κατασταλτικοί Μηχανισμοί του Κράτους εκτός από την κύρια λειτουργία τους, λειτουργούν και ως μηχανισμοί παραγωγής, διαμόρφωσης και επιβολής ιδεολογίας σε πολλαπλά επίπεδα. Στο παρόν πόνημα θα μας απασχολήσει η Αστυνομία, όχι μόνο στην εργαλειακή – κατασταλτική αλλά και στην ιδεολογική της εκείνη διάσταση που υποστασιοποιεί την λειτουργία της καταστολής και την δικαιώνει απολογητικά. Σε ένα κείμενο αυτού του μεγέθους είναι προφανές ότι πλευρές μόνον ενός σύνθετου αντικειμένου όπως η Αστυνομία, θα ήταν δυνατόν να θιγούν.

Η πρώτη ερώτηση που θα μπορούσε να τεθεί σχετίζεται με τη φύση της «ιδεολογίας της αστυνομίας» και τις πολιτικές της προεκτάσεις. Είναι όντως η αστυνομία ένας μηχανισμός «διαχωρισμένος» από την ταξική πάλη [2] ή αντίθετα διατρέχεται από αυτήν; Υπό ποίες προϋποθέσεις μπορεί ένα πολιτικό υποκείμενο σαν την Αριστερά να παρέμβει στις λειτουργίες της Αστυνομίας; Υπάρχουν όρια στην παρέμβαση και ποιά είναι αυτά; Επιπλέον, η πολιτική παρέμβαση της Αριστεράς ξεκινώντας από το διοικητικό – κυβερνητικό επίπεδο, πως θα μπορούσε να επεκταθεί και στο κοινωνικό πεδίο;

Σκοπός του παρόντος πονήματος είναι μία συνοπτική παρουσίαση και κριτική των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ για την Αστυνομία γενικά, καθώς και των πρακτικών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ειδικότερα. Αυτό που επιχειρείται έχει σαν στόχο να ορίσει ένα γενικό πλαίσιο προβληματισμού με αριστερό πρόσημο για την Αστυνομία. Θα παρουσιαστούν οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την Αστυνομία πριν αναλάβει την διακυβέρνηση, ποιες από αυτές υιοθέτησε σαν κυβέρνηση, τι επιχείρησε να κάνει, τι πέτυχε, που απέτυχε, ποιες πολιτικές άφησε εκκρεμείς και ποιες είναι οι σημερινές του θέσεις. Θα επιχειρηθεί επίσης να καταγραφεί η αποκτηθείσα πολιτική εμπειρία στην πράξη και μια κριτική αποτίμηση της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στο πεδίο αυτό. Το πόνημα αυτό έχει επίσης σαν στόχο να συνεισφέρει στη συζήτηση για τις δυνατότητες μιας δημοκρατικής μεταρρύθμισης της Αστυνομίας. Και αυτό σαν υποσύνολο και στοιχείο μιας γενικότερης συζήτησης περί της δυνατότητας, του εφικτού και των ορίων μιας συνολικής δημοκρατικής μεταρρύθμισης του Κράτους, των δομών και των λειτουργιών του, από ένα πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς.

Φυσικά από το μέγεθος του και από τον διαθέσιμο χρόνο εκπόνησής του, αυτό το κείμενο δεν φιλοδοξεί να εξαντλήσει ένα τόσο σοβαρό και πολυσύνθετο θέμα. Εάν ισχυριζόμασταν κάτι τέτοιο, αυτό θα συνιστούσε κατά κάποιο τρόπο γνωστική ύβρι για το εύρος του αντικειμένου!

Σημειώνεται τέλος, ότι παραμένει σημαντική η επιρροή της ακροδεξιάς, του φασισμού και συγγενών αντιλήψεων στην διάρθρωση και την εκφορά της ιδεολογίας στους κόλπους της αστυνομίας, παρά την κατάρρευση της πολιτικής επιρροής του φασιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής. Η επιρροή της ακροδεξιάς στην Αστυνομία απασχολούσε και απασχολεί πάντοτε την Αριστερά, και τον ΣΥΡΙΖΑ, ως κυβέρνηση της Αριστεράς και ως Αξιωματική αντιπολίτευση. Στις σημερινές συνθήκες παλινόρθωσης του καθεστώτος της διαπλοκής και του αυταρχισμού με την επάνοδο της ΝΔ στην διακυβέρνηση, η επιρροή και η ιδεολογική διείσδυση της ακροδεξιάς θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη στη χάραξη πολιτικών μελλοντικά, δεδομένου ότι τα ακροδεξιά στοιχεία βρήκαν πολιτική κάλυψη στην διεύρυνση της ΝΔ προς το δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος.

 

  1. Η Αστυνομία ως Κατασταλτικός και Ιδεολογικός Μηχανισμός του Κράτους

«… Ποιος έμαθε να κάνει ό,τι του λένε οι ανώτεροι;

Ποιος έσπασε στα χέρια ειδικευμένου προσωπικού;

Σε ποιον έβαλαν κολάρο κι αλυσίδα;

… Ποιος ήταν ένας ξένος στο ίδιο του το σπίτι;

Ποιος γκρεμίστηκε στο τέλος;

… Ποιος πήγε στον πάτο με την πέτρα στο λαιμό του;»

Dogs/ANIMALS” 1977, PinkFloyd

(Μετάφραση Παναγιώτης Πάκος)

Η αστυνομία εντάσσεται οργανικά σαν επιχειρησιακός βραχίονας στον γενικό «μηχανισμό» που αποτελεί την εργαλειακή πλευρά του κράτους, αυτή των καταναγκαστικών μηχανισμών επιβολής – καταστολής. Είναι ένας κατ’ εξοχήν Κατασταλτικός Μηχανισμός του Κράτους και δομείται σαν ιεραρχικό σύστημα γύρω από ένα πλαίσιο περιοριστικών ή επιτακτικών σχέσεων υπακοής και διαρκούς ετοιμότητας – επιφυλακής. Οι Κατασταλτικοί Μηχανισμοί του Κράτους είναι αυστηρά δομημένα ιεραρχικά συστήματα, φαινομενικά «διαχωρισμένα» από την κοινωνία που εξασφαλίζουν την ταξική επιβολή, ώστε να επιτυγχάνεται απρόσκοπτα η κοινωνική αναπαραγωγή (της κεφαλαιοκρατικής σχέσης).

Οι Κατασταλτικοί Μηχανισμοί του Κράτους επιτελούν την «θεσμική αποστολή» τους στοχεύοντας στην «κλασματοποίηση» (parcellisation) της κοινωνίας, με διαιρέσεις, κατηγοριοποιήσεις και αποκλεισμούς των κοινωνικών ομάδων, διαμορφώνοντας έτσι το ταξικό πλαίσιο της επιβολής. Η λειτουργία των μηχανισμών αυτών είναι ταυτόχρονα και ιδεολογική με στόχο την εν γένει ενσωμάτωση σε ένα «συναινετικό» καθεστώς εκπειθάρχησης των διάφορων κοινωνικών στρωμάτων των κυριαρχούμενων τάξεων.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια αυτή η ιεραρχική δομή των μηχανισμών επιβολής – καταστολής παράγει ιδεολογία, αφενός εκπέμποντας ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό υπόβαθρο και αφετέρου οργανώνει «δευτερογενώς» την τρέχουσα ιδεολογία λειτουργώντας σαν Ιδεολογικός Μηχανισμός του Κράτους (ΙΜΚ), συνεισφέροντας στην διαμόρφωση της κυρίαρχης ιδεολογίας όπως αυτή συνδιαμορφώνεται σε ιδεολογικοπολιτική ηγεμονία, υπό την επίδραση και των άλλων Ιδεολογικών Μηχανισμών. Η εκπομπή του ιδεολογικού υπόβαθρου συνιστά και μια εσωτερική ιδεολογική λειτουργία των μηχανισμών καταστολής απευθυνόμενη κυρίως στο προσωπικό τους. Είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί στοχεύει στην αναπαραγωγή της συνοχής των μηχανισμών αυτών σαν τέτοιων και επιτυγχάνεται με την ιδεολογική εργαλειοποίηση των ίδιων των κανονισμών λειτουργίας των κατασταλτικών μηχανισμών.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Κατασταλτικοί Μηχανισμοί του Κράτους λειτουργούν σε ένα καθεστώς σχετικού περιορισμού της εσωτερικής δημοκρατίας. Για την αστυνομία το καθεστώς περιορισμού είναι ιδιαίτερα αυστηρό, οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν είναι πάντα συμβατές με τη λειτουργία της ως μηχανισμού. Τέλος, οι μηχανισμοί αυτοί είναι γραφειοκρατικά συστήματα επάλληλων στεγανών που είναι δυνατόν να έχουν ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους. Αυτή η άτυπη διάρθρωση είναι κατά κανόνα σιωπηρά αποδεκτή από το αστικό πολιτικό σύστημα, ακόμα και σε καθεστώς διευρυμένου φιλελεύθερου συνταγματισμού.

 

  1. Η ιδεολογική ταυτότητα της αστυνομίας:

Ποια είναι η ιδεολογία ή πιο σωστά ποιες είναι οι ιδεολογίες της αστυνομίας που συγκροτούνται τελικά σε ενιαίο ηγεμονικό ρεύμα [3];

Είναι προφανές, ότι η αστυνομία εκφέρει στην κοινωνία σε γενικές γραμμές αυτό που χαρακτηρίζεται σαν κυρίαρχη ιδεολογία, όπως αυτή διαμορφώνεται στο εσωτερικό των δομών της, όπως δηλαδή «μεταφράζεται» και προσαρμόζεται η ιδεολογία αυτή από τις ιδιομορφίες της αστυνομίας ως ιεραρχικού συστήματος. Η δομική διάρθρωση της αστυνομίας δεν είναι βέβαια ομοιογενής αποτελείται από επιμέρους γραφειοκρατικές δομές διαφορετικού προσδιορισμού, οργάνωσης και επιχειρησιακού προσανατολισμού [4]. Αυτό συμβαίνει λόγω των πολλαπλών λειτουργιών που καλείται να καλύψει. Θα αρκεστούμε στις δύο βασικές λειτουργικές πλευρές, αυτήν της Τάξης και αυτήν της Ασφάλειας, οι οποίες τελικά συναρθρώνονται ως προς την σχέση τους με την κοινωνία σε μια ταξική ενότητα. Ούτε και η ιδεολογική ταυτότητα, οι επιμέρους κοινωνικές εξαρτήσεις, δεσμεύσεις και πρακτικές του προσωπικού είναι ομοιογενείς. Παρόλα αυτά, αν και αριθμητικά δεν αποτελούν την πλειοψηφία του προσωπικού, την κυρίαρχη εικόνα διαμορφώνουν για ευνόητους λόγους τα ειδικά σώματα πολιτικής καταστολής που εξασφαλίζουν άμεσα την καταναγκαστική λειτουργία του κράτους.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει ειδική μνεία στον ιδιαίτερο ιδεολογικό χαρακτήρα της επιλογής του προσωπικού να ενταχθεί στην Αστυνομία, υπό την έννοια ότι η ένταξή του στο ιεραρχικό σύστημα του Κατασταλτικού Μηχανισμού είναι εθελοντική. Ο πολίτης που αποφασίζει να υπηρετήσει στο αστυνομικό σώμα, «γνωρίζει» εν πολλοίς τις υποχρεώσεις του απέναντι στον Μηχανισμό, τους καταναγκασμούς που απορρέουν και δέχεται την υποταγή στις διαδικασίες χειραγώγησης, τις οποίες ωστόσο δεν μπορεί να ελέγξει ούτε να παρέμβει εξ αρχής. Αυτή είναι θεμελιώδης διαφορά από την ιδεολογική λειτουργία του κράτους και των μηχανισμών του στην συνολική κοινωνική δομή: εκεί η ιδεολογική λειτουργία επιδιώκεται να είναι σχετικά αφανής και επενεργεί παρά την θέληση των υποκειμένων της και «αδιάφορα» προς αυτήν [5]. Ο πολίτης που «στρατολογείται» στον Κατασταλτικό Μηχανισμό, υπόκειται εκούσια στην ιεραρχική δομή και στην επιρροή του.

 

2.1.          Ηγεμονικές ιδεολογικές σταθερές:

Οι θεμελιώδεις ιδεολογικές σταθερές που καλλιεργούνται συστηματικά στους κόλπους της ΕΛ.ΑΣ. είναι ο εθνικισμός, ο ατομικισμός και ο κρατισμός. Οι ιδεολογίες αυτές ενσταλάζονται στους νέους αστυνομικούς μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας, που συνιστά μια δευτερογενή πολιτική κοινωνικοποίηση του προσωπικού [6]. Στη διαδικασία αυτή κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι αντίστοιχες Αστυνομικές Σχολές όπου επικεντρώνεται και συστηματοποιείται η προσπάθεια θεωρητικο-πολιτικής ενσωμάτωσης και ιδεολογικού ελέγχου των σπουδαστών.

Ο εθνικισμός σαν κυρίαρχη ιδεολογία και θεωρητικοπολιτικό πλαίσιο του έθνους – κράτους, διαχέεται σε πολλές μορφές και βαθμούς στο αστυνομικό σώμα. Από τον ήπιο πατριωτισμό, τον «μυστικιστικό» εθνικισμό και τον σωβινισμό έως τις πιο ακραίες ακροδεξιές εκδοχές. Ωστόσο, το ρεύμα του εθνικισμού που φαίνεται να επικρατεί στην πλειοψηφία ή τουλάχιστον σε μεγάλο αριθμό στελεχών των ειδικών σωμάτων καταστολής, είναι σωβινιστικού – διαχωριστικού τύπου και διαπνέεται από νοοτροπίες στρατιωτικοποίησης και «πολέμου» ενάντια στον «εσωτερικό εχθρό».

Ο ατομικισμός, έτερη θεμελιώδης ιδεολογία της αστικής τάξης, συνάδει με την τυπική και άτυπη ιεραρχία του σώματος, μετατρέποντας τις συλλογικές δράσεις σε ομαδοποιημένες, τυφλές πρακτικές. Ο ατομικισμός εκφράζεται και μέσα από τους κανονισμούς, όπου δεν γίνεται ανεκτή ή αποτρέπεται η συλλογική έκφραση αιτημάτων, παραπόνων ή δράσεων και ενεργειών που φαίνεται να εκφεύγουν του πλαισίου των κανονισμών.

Ο κρατισμός εκφράζεται αφενός ως εκπειθάρχηση μέσω της επιβολής ενός φετιχισμού των κανονισμών και μιας ψευδολατρείας του κράτους και αφετέρου ως ιδεολογική αντίληψη περί της «απολιτικής» λειτουργίας της αστυνομίας. Οι κανονισμοί λειτουργίας της Αστυνομίας ειδικά, περνούν κάθε φορά στο νομικό πλαίσιο και θωρακίζουν θεσμικά τους όρους εξάσκησης του αστυνομικού επαγγέλματος. Η λατρεία των κανονισμών λειτουργίας, εντοπίζεται στην προσπάθεια ιδεολογικής εργαλειοποίησής τους και εκεί εντοπίζεται η κύρια προσπάθεια ιδεολογικής χειραγώγησης, ασφυκτικού πολιτικού ελέγχου και ενοποίησης της επαγγελματικής στάσης του προσωπικού. Από την διαδικασία αυτή προκύπτουν τόσο τα αντιλαμβανόμενα χαρακτηριστικά του αστυνομικού «επαγγέλματος», όσο και οι διάφορες «αρετές» που πρέπει να διακρίνουν τον αστυνομικό. Η πειθαρχία πριν απ’ όλα, η «αφοσίωση στο καθήκον», μακριά από πολιτικές και κόμματα (ιδίως αν είναι αριστερά ή «αντισυστημικά»), ο επαγγελματισμός, η υπεράσπιση με «αυταπάρνηση» των εθνικών συμφερόντων, κυρίως αυτών που συμπίπτουν με αυτά που αντιλαμβάνεται ως εθνικά η «Υπηρεσία» και η εξασφάλιση της «συνέχειας» της Πολιτείας, δηλαδή του κράτους. Οι “αρετές” αυτές συνιστούν οργανικό τμήμα της λεγόμενης θεσμικής μνήμης του αστυνομικού βραχίονα του Κράτους.

 

2.2.          Ο κοινωνικός διαχωρισμός σαν γενικό εργαλείο ελέγχου και άμεσης ενσωμάτωσης:

Οι διαδικασίες παγίωσης των ιδεολογικών σταθερών που αναφέρονται ανωτέρω και ο επιτυχής έλεγχος τους, επιτρέπει στο σώμα των αστυνομικών ως γραφειοκρατική τεχνοδομή, να λειτουργεί και ως κοινωνικοεπαγγελματική κατηγορία ειδικής φύσης.

Ορίζοντας την κοινωνική θέση του προσωπικού, οι αστυνομικοί είναι κρατικοί υπάλληλοι, στην πλειοψηφία τους μέσης και κατώτερης βαθμίδας. Σαν εργαζόμενοι ανήκουν σε εκείνα τα επαγγέλματα που ανταλλάσσουν τις υπηρεσίες τους έναντι εισοδήματος – μισθού συγκεκριμένα, χωρίς να παράγουν οικονομική αξία, αφού δεν συμμετέχουν στην υλική παραγωγή αλλά απορροφούν ένα τμήμα της παραγόμενης οικονομικής αξίας που μετακυλύεται με το φορολογικό σύστημα, για την κάλυψη των κρατικών αναγκών. Είναι δηλαδή οι αστυνομικοί ένα ειδικό σώμα που λειτουργεί αποκλειστικά για να εξασφαλίζεται απρόσκοπτα η αναπαραγωγή του συστήματος στο κοινωνικό πεδίο.

Από άποψη του ταξικού προσδιορισμού της θέσης τους, αν και το μεγαλύτερο τμήμα του προσωπικού φαίνεται να προέρχεται από τις υποτελείς τάξεις, τα μεσοστρώματα των πόλεων και τις αγροτικές περιοχές, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι αστυνομικοί υπάλληλοι τείνουν να ενσωματώνονται στα τμήματα της «νέας» ή πιο σωστά της «οργανικής» ή «λειτουργικής» μικροαστικής τάξης [7]. Το προσωπικό αυτό βλέπει την ένταξή του στην αστυνομία σαν κοινωνική αναβάθμιση.

Ο ταξικός προσδιορισμός από μόνος του δεν αρκεί για να ολοκληρωθεί η ένταξη των αστυνομικών στον Κατασταλτικό Μηχανισμό του Κράτους. Απαιτείται η «καλλιέργεια» του στοιχείου του διαχωρισμού [8] από την κοινωνία που λειτουργεί σαν άμεσο εργαλείο περαιτέρω ενσωμάτωσης και ομογενοποίησης των στάσεων των αστυνομικών, εντείνοντας την αποξένωσή τους από την κοινωνία, ενισχύοντας ταυτόχρονα την εσωστρέφεια των συμπεριφορών και δημιουργώντας κλειστές ομάδες. Με τον κοινωνικό διαχωρισμό καλλιεργείται παράλληλα στην κοινή γνώμη, η συνεπακόλουθη και εύλογη κοινωνική εχθρότητα προς το αστυνομικό σώμα, με στόχο την ανάπτυξη στον πληθυσμό, συναισθήματος δέους προς την Αστυνομία.

Το σώμα των αστυνομικών λόγω του κοινωνικού διαχωρισμού που το διέπει, την ειδική σχέση ένταξης στον Κατασταλτικό Μηχανισμό του Κράτους και τις προσίδιες ιδεολογικές ταυτότητες που ανιχνεύονται στο εσωτερικό του, αναπτύσσει ιδιαίτερες στάσεις και συμπεριφορές. Είναι ευεπίφορο σε αντιλήψεις υπεροχής και πνεύματος ελίτ λόγω της ειδικής του θέσης [9], καθώς και συμπεριφορές αποξένωσης από το κοινωνικό σώμα (άσκηση ακραίας βίας, αυθαιρεσία και αυταρχικές συμπεριφορές.

 

2.3.          Η σχετική αυτονομία των ατομικών πεποιθήσεων του προσωπικού, σαν ειδικό εργαλείο έμμεσης ενσωμάτωσης:

Παρόλο τον πολιτικό έλεγχο ο οποίος ασκείται ασφυκτικά στο αστυνομικό σώμα από την ιθύνουσα ελίτ (και γίνεται αντιληπτό από το προσωπικό με τον όρο “κομματικοποίηση”), υφίσταται η υπό όρους ανοχή των προσωπικών αντιλήψεων και των ατομικών πεποιθήσεων του προσωπικού. Η ιδιότυπη ανοχή στις ατομικές πεποιθήσεις των στελεχών είναι ένα ειδικό εργαλείο περαιτέρω ιδεολογικής ενσωμάτωσης, εκπειθάρχησης και συναίνεσης του αστυνομικού προσωπικού.

Η ιδιομορφία της ιδεολογικής λειτουργίας ενός συστήματος σαν την ελληνική αστυνομία και το στοιχείο επιτυχίας της ιδεολογικής ενσωμάτωσης του προσωπικού, είναι η δυνατότητα «ιδιοποίησης» των επιμέρους ιδεολογικών προσανατολισμών των μελών της. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως ανοχή σε ένα ευρύτατο φάσμα διαφοροποιημένων ιδεολογικοπολιτικών προσανατολισμών, από φασιστικές έως τις πιο δημοκρατικές αντιλήψεις και συνιστά απαραίτητη – ζωτικής σημασίας – διαδικασία για την εξασφάλιση της λειτουργίας της αστυνομίας. Το σύστημα διαθέτει τη δυνατότητα ιδεολογικής ενσωμάτωσης του προσωπικού γιατί ανέχεται ή και «ιδιοποιείται» τις αντιφατικές προσωπικές αντιλήψεις του (τα «προϊδεολογικά νοητικά πιστεύω» του), με το τέχνασμα του διαχωρισμού των ατομικών πεποιθήσεων από τους διακηρυγμένους πολιτικούς στόχους της «Υπηρεσίας». Ο καθένας είναι “ελεύθερος” να διατηρεί τα πιστεύω του, αλλά η Υπηρεσία που έχει ήδη ταυτιστεί με υπέρτατους θεσμούς, της Πολιτείας, του έθνους κλπ, είναι υπεράνω των ατομικών πεποιθήσεων. Η Υπηρεσία δηλαδή η εκπειθάρχηση στους κανονισμούς και κατ’ επέκταση η υπακοή στο καθεστώς, είναι (θα πρέπει να είναι) η ιδεολογική “πατρίδα” όλου του προσωπικού.

 

2.4.          Η “γενεά” και οι «σειρές» σαν εργαλεία έμμεσης ενσωμάτωσης:

Για την καλύτερη κατανόηση των διαφοροποιήσεων των ατομικών πεποιθήσεων, από το ιδεολογικό φορτίο του φιλελεύθερου συνταγματισμού έως αυτό του αυταρχικού κράτους, στο οποίο εντάσσεται και η φασιστική επιλογή, θα πρέπει να εισαχθεί και η έννοια της «σειράς» που αναφέρεται στις εκπαιδευτικές ή επιχειρησιακές σειρές του προσωπικού της αστυνομίας και συνήθως ταυτίζεται με την περίοδο εισδοχής στο σώμα. Στο παρόν κείμενο χρησιμοποιείται καταχρηστικά και ο όρος της γενιάς ή «γενεάς» για λόγους διευκόλυνσης. Εξυπακούεται ότι η γενιά δεν υφίσταται σαν όρος στο επίσημο λεξιλόγιο αλλά μπορεί να απαντάται ο όρος σειρά ή άλλοι αντίστοιχης σημασίας, στην αργκώ του αστυνομικού προσωπικού. Οι «σειρές» είναι άτυπες εσωτερικές ιεραρχήσεις διακριτών κατηγοριοποιήσεων, που συνέπηξε το προσωπικό τόσο κατά την περίοδο εκπαίδευσης του, όσο και κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του.

Οι διακρίσεις και οι διαχωρισμοί αυτοί παράγουν και εκπέμπουν όπως είναι αναμενόμενο εξάλλου ιδεολογικό υπόβαθρο, σε συνάρτηση με την περίοδο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αντίστοιχου προσωπικού. Άλλο είναι το ιδεολογικό φορτίο προσωπικού των σειρών της γενιάς που μπήκε στην αστυνομία την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ από το προσωπικό των σειρών της γενιάς πριν τη μεταπολίτευση ή του αντίστοιχου προσωπικού που υπηρέτησε στην Χωροφυλακή και τέλος, άλλα τα χαρακτηριστικά της γενιάς που εντάχθηκε από τη 10ετία του 2000 και μετά. Οι σειρές προσωπικού και ιδιαίτερα τα στελέχη ειδικών μονάδων (ΥΑΤ/ΥΜΕΤ, ΔΙΑΣ, ΔΕΛΤΑ κλπ), της μνημονιακής περιόδου πχ, φαίνεται να εμφορούνται σε σημαντικό ποσοστό από ακροδεξιές ιδέες. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τα αποτελέσματα των εκλογικών κέντρων που ψήφιζαν τα στελέχη αυτών των μονάδων, όπου το νεοναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής είχε συγκεντρώσει ποσοστά που κυμάνθηκαν από το 25% έως το 50% περίπου. Είναι ενδιαφέρον να διερευνήσει κανείς το ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο της γενιάς των σειρών της περιόδου διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και τι αντικρουόμενες προσλαμβάνουσες είχε το προσωπικό. Τόσο ώστε «να νοιώσει ελεύθερο» με την κυβερνητική αλλαγή και την κυβέρνηση της ΝΔ!

Έτσι, ανάλογα με την περίοδο, μπορεί να προβάλλεται και να υιοθετείται ως διακριτό ιδεολογικό φορτίο των σειρών κάθε γενιάς του προσωπικού, η σωτηρία του έθνους, ή η εθνοφυλετική υπεροχή, η απολιτική λειτουργία της υπηρεσίας, ή ιδεολογήματα του τύπου «πολιτικοποίηση αλλά όχι κομματικοποίηση» κλπ. Μπορούν εξίσου να προβάλλονται έστω και μειοψηφικά, αρχές όπως είναι η ενίσχυση του «θεσμικού ρόλου», της Αστυνομίας, η δημοκρατική στάση και η ανοχή στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, τους πρόσφυγες κλπ. Αυτές οι «προοδευτικές» συμπεριφορές ίσως προξενούν αμηχανία ή και αντίδραση σε κάποιες ομάδες του προσωπικού.

Σε τελική ανάλυση ωστόσο, ακόμα και αντιφατικά ιδεολογικά φορτία και προσωπικές επιλογές, έχουν στόχο την συναίνεση στο βασικό ιδεολογικό πλαίσιο που εξασφαλίζει την ιδεολογική ηγεμονία. Υπό αυτό το πρίσμα, ο ρατσισμός, οι μιλιταριστικές νοοτροπίες των ειδικών μονάδων, τα σεξιστικά στερεότυπα και οι απορρέουσες συμπεριφορές [10], συγκροτούν υποκουλτούρες που διαχέονται στο σώμα, με σχέδιο ή και αυθόρμητα, μαζί με άλλες οι οποίες δεν έχουν κατ’ ανάγκη αρνητικό πρόσημο, όπως είναι πχ οι προαναφερθείσες δημοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές.

Συνοψίζοντας, η άμεση οργανωμένη προσπάθεια (δευτερογενούς) πολιτικής κοινωνικοποίησης του αστυνομικού προσωπικού γίνεται στις Σχολές εκπαίδευσης, η επόμενη έμμεση προσπάθεια γίνεται κατά την ένταξη του προσωπικού σε μια “γενεά” ή ομαδοποίηση σειρών που θυμίζει τις “σειρές” του Στρατού και βασίζεται στην επιρροή του παραδείγματος των παλαιοτέρων (“βητάδες” κλπ).

Τέλος δεν είναι αμελητέα η ιδεολογική επιρροή που ασκούν οι εσωτερικές επαγγελματικές διαφοροποιήσεις στις τάξεις της αστυνομίας. Στην ΕΛ.ΑΣ. το προσωπικό αποτελούνταν από τους Αξιωματικούς, τους Αστυφύλακες, το πολιτικό προσωπικό, τους συνοριακούς φύλακες και τους ειδικούς φρουρούς. Όλες αυτές οι κατηγορίες είχαν και διατηρούν τις δικές τους άτυπες εσωτερικές ιεραρχήσεις με ιδιαίτερες ιδεολογικές ταυτότητες του τύπου της «γενεάς» ή της «σειράς». Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κινήθηκε σε μία κατεύθυνση «ομογενοποίησης» του αστυνομικού προσωπικού, επιχειρώντας να καταργήσει τους αστυνομικούς «πολλαπλών ταχυτήτων». Το πόσο σημαντικό ήταν αυτό για την υπονόμευση νοοτροπιών εσωτερικού διαχωρισμού για τον έλεγχο της Αστυνομίας από το αστικό καθεστώς, φάνηκε από τις πρώτες πράξεις της Κυβέρνησης της ΝΔ, όπου επανέφερε το θεσμό των ειδικών φρουρών και επανίδρυσε την απαξιωμένη κοινωνικά ομάδα ΔΕΛΤΑ.

 

2.5.          Ένα σύστημα που ισορροπεί στις αστάθειες λειτουργίας του;

Οι ανωτέρω αναφερόμενες καταστάσεις άμεσης και έμμεσης ενσωμάτωσης, είναι σχετικά ασταθείς λόγω της ταξικής πάλης που τις διατρέχει και ενέχουν κάποιο βαθμό απροσδιοριστίας. Μπορούν να επιτρέψουν τη διαμόρφωση ενός διαφορετικού πλαισίου ιδεολογικής επιβολής, όπου η διείσδυση ιδεολογικών αντιλήψεων των υποτελών τάξεων αποκτά σημαντικά ερείσματα. Συνεπώς, η υπεροχή της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν είναι δεδομένη στον επιθυμητό για το σύστημα βαθμό, δεν είναι ολοκληρωτική, οπότε στο πλαίσιο ενός μηχανισμού σαν την αστυνομία διεξάγεται διαρκώς διαπάλη για την ιδεολογική ηγεμονία, ως βασικού παράγοντα αναπαραγωγής του συστήματος.

Αν δεχθούμε ότι η ιδεολογική επιβολή ακόμα και στο εσωτερικό ενός Κατασταλτικού Μηχανισμού του Κράτους είναι εγγενώς ασταθής και ένα διαρκές επίδικο, η ιδεολογική ηγεμονία σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, συνδέεται με την δυνατότητα υπερβάσεων του κανονιστικού πλαισίου για την αντιμετώπιση μιας «θεσμικής αδράνειας» που δεν ευνοεί την αντιμετώπιση καταστάσεων ενός ρευστού πεδίου αντιπαράθεσης. Στην πράξη φαίνεται ότι για να λειτουργήσει το σύστημα και όχι μόνο σε περίοδο κρίσης, θα πρέπει οι εκπρόσωποί του να υπερβαίνουν λιγότερο ή περισσότερο συστηματικά τους κανόνες λειτουργίας του, ενώ ταυτόχρονα να αναφέρονται διαρκώς σε αυτούς, γιατί η διασφάλιση της ταξικής κυριαρχίας φαίνεται να μπορεί να επισυμβεί κυρίως μέσα από την υπέρβαση των θεσπισμένων κανόνων σε συνδυασμό με τη διαρκή επίκλησή τους.

Εδώ εντοπίζεται σαν οξύμωρο σχήμα μία αντινομία: η σταθερότητα και η διάρκεια του συστήματος εδράζεται σε διαδικασίες που φαίνεται να ισορροπούν στην αστάθεια λειτουργίας του και στην κατά περίπτωση υπέρβαση των κανόνων που καθορίζουν αυτή την ίδια τη λειτουργία του. Έτσι η έσχατη οργανωμένη ή και αυθόρμητη διαδικασία πολιτικής κοινωνικοποίησης του αστυνομικού προσωπικού και η υποταγή του στην κυρίαρχη ιδεολογία και στον πολιτικό και κοινωνικό αυταρχισμό της αστικής τάξης, φαίνεται να εδράζεται και στην λειτουργική υπέρβαση του κανονιστικού πλαισίου. Αυτό εμφανίζεται συνήθως στα μάτια της κοινωνίας σαν αυθαιρεσία του μηχανισμού. Πράγμα που σημαίνει ότι η αυθαιρεσία σαν πράξη, εντάσσεται οργανικά στο σύστημα καταστολής.

Σημειώνεται ωστόσο ότι οι ανωτέρω θέσεις διατυπώνονται προς το παρόν με κάθε επιφύλαξη και σαν υπόθεση εργασίας προς διερεύνηση.

 

  1. Η κατάσταση, τα προβλήματα και η ριζοσπαστικοποίηση του αστυνομικού προσωπικού. Πολιτικές επιρροές, ιδεολογίες διακρίσεων, αποκλεισμού και μίσους. Ο κίνδυνος φασιστικής επιλογής:

Το αστυνομικό σώμα υπόκειται στις συνέπειες των επιλογών των κυρίαρχων ελίτ. Είναι προφανές ότι σε περίοδο κρίσης όπως αυτή της μνημονιακής – νεοφιλελεύθερης ρύθμισης, το αστυνομικό προσωπικό ριζοσπαστικοποιείται σε πολλαπλές κατευθύνσεις. Οι αντιθέσεις μεγάλων τμημάτων του αστυνομικού προσωπικού οξύνονται είτε με τις πολιτικές των ιθυνουσών ελίτ είτε αντίθετα με το κοινωνικό σώμα.

Στην πρώτη περίπτωση, ο κλονισμός της κοινωνικοεπαγγελματικής τους υπόστασης, η διάψευση των προσδοκιών και ο κίνδυνος ταξικής υποβάθμισης, ωθούν τμήματα του αστυνομικού σώματος σε πολιτικούς προσανατολισμούς αντιπαράθεσης με τις επιλογές της ιθύνουσας τάξης. Υπό προϋποθέσεις μπορούν ακόμα και να συμμαχήσουν με δυνάμεις της πολιτικής Αριστεράς. Ωστόσο, αυτό που θεωρείται ως θεσμική μνήμη το σώματος, λειτουργεί συνήθως σαν παράγοντας αδράνειας που δρα ενάντια στις αριστερόστροφες πολιτικές μεταστροφές. Στην περίπτωση αυτή, το φάσμα της ανεργίας, ο φόβος της κοινωνικής υποβάθμισης και το όλο ιδεολογικό – πολιτισμικό πλαίσιο της γραφειοκρατικής τεχνοδομής, ωθούν το αστυνομικό σώμα σε συστημική υποταγή στους αντιλαϊκούς πολιτικούς σχεδιασμούς των ιθυνουσών ελίτ. Τμήματα του αστυνομικού προσωπικού τείνουν τότε να υιοθετήσουν ακραίες συμπεριφορές πολιτικής καταστολής και καταπίεσης, που γίνονται ολοένα και πιο αντιδημοκρατικές και απάνθρωπες, αφού ο εξοπλισμός των κατασταλτικών μονάδων προσομοιάζει ολοένα και περισσότερο με στρατιωτικό. Δρουν με τόσο ζήλο, ώστε φαίνεται σαν να μισούν τους πολίτες γενικά και κάποιες κατηγορίες (πρόσφυγες – μετανάστες, μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, κοινωνικά απόκληρους, Ρομά κλπ) ειδικότερα. Αυτό που μισούν στην πραγματικότητα, είναι η ενδεχόμενη «πτώση» τους στην ταξική θέση από την οποία προέρχονται ή εν πάση περιπτώσει σε κάποια ταξική θέση που θεωρούν «κατώτερη». Παράλληλα βλέπουν με συγκαλυμμένη ή περισσότερο φανερή αντιπάθεια, εχθρότητα αλλά και δέος, τις αστικές ιθύνουσες ελίτ, με τις οποίες προσπαθούν να συνδιαλλαγούν για να αποσπάσουν προνόμια, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης.

Στην δεύτερη περίπτωση, αυτή της αντιλαϊκής ριζοσπαστικοποίησης, ελλοχεύει ο κίνδυνος του άμεσου εκφασισμού. Ποιοι είναι οι όροι που διευκολύνουν ή καθιστούν δυνατή την εμφάνιση φασιστικών θυλάκων στην Αστυνομία; Και μάλιστα στις ειδικές μονάδες που είναι οι πιο ευάλωτες;

Κατά τη γνώμη μας, το αστικό κράτος είναι μάλλον κράτος έκτακτης ανάγκης όπου εμπεριέχει σαν δυνατότητα και το κράτος δικαίου [11] και όχι το αντίθετο. Αυτό συνεπάγεται την διατήρηση επέκταση, ενίσχυση και διαρκή επιφυλακή των μονάδων και των μηχανισμών καταστολής της αστυνομίας, οπότε οι πολιτικές πρακτικές του φασισμού βρίσκουν κατ’ αρχήν εκεί πρόσφορο έδαφος.

Στα πλαίσια του ιεραρχικού συστήματος της αστυνομίας, ο αυταρχισμός, η διοικητική οργανωτική πυραμίδα των γραφειοκρατικών δομών, τα στεγανά που δημιουργεί το πνεύμα μονάδας ελίτ (το esprit de corps) που διακατέχει τμήματα του προσωπικού, ο διαχωρισμένος χαρακτήρας (αφενός από την κοινωνία και αφετέρου οι ιδεολογικοποιημένοι διαχωρισμοί και κατηγοριοποιήσεις στο αστυνομικό σώμα), η προσφυγή στην οργανωμένη «νόμιμη» βία σαν αποδεκτό εργαλείο πολιτικής, η περιφρονητική παράκαμψη των δημοκρατικών διαδικασιών, είναι οι συνήθεις πρακτικές τις οποίες ο φασισμός δεν χρειάστηκε να «εφεύρει», τις βρήκε έτοιμες, τις δανείστηκε και απλώς τις ώθησε στην πιο ακραία τους έκφραση. Και ενώ η μη νόμιμη βία του φασισμού αρχικά εμφανίζεται σαν εξωτερική ως προς το κράτος, νομιμοποιείται και ταυτίζεται με την αντίστοιχη κρατική, στο μέτρο επικράτησης ενός κράτους έκτακτης ανάγκης. Η φασιστική βία τότε, στην πραγματικότητα υποτάσσεται στην κρατική, γίνεται κρατική και όχι το αντίθετο (Ν. Πουλαντζάς «Fascismeetdictature» Éditions du Seuil, 1974).

Στο ιδεολογικό πεδίο ακροδεξιά, φασισμός και κατασταλτικοί μηχανισμοί μοιράζονται όλες τις θεμελιώδεις ιδεολογικές σταθερές, υποκουλτούρες και νοοτροπίες, έστω και σε διαφοροποιημένο βαθμό. Εθνικισμός – σωβινισμός, φετιχιστικός κρατισμός, μυστικιστικός ατομικισμός διαφόρων αποχρώσεων και ανορθολογισμός, κοινωνικές διακρίσεις, εθνοφυλετικό μίσος, ρατσισμός, σεξισμός, μιλιταριστικό πνεύμα κλπ. Ένα άλλο στοιχείο είναι η ταξική σύμπτωση με την μικροαστική ένταξη του προσωπικού. Στην περίπτωση αυτή, ευδοκιμεί ένας ριζοσπαστικός μικροαστισμός που εκφράζεται με ανίσχυρο μίσος για την ιθύνουσα τάξη αλλά απτό και παραγωγικό μίσος του προσωπικού για την ίδια του την τάξη και για τις υποτελείς τάξεις εν γένει.

Ο ακροδεξιός κι ακόμα περισσότερο ο φασίστας αστυνομικός φαίνεται να αυτονομείται ως προς τους όρους του επαγγέλματος δηλαδή από το πλαίσιο των κανονισμών καίτοι είναι συνήθως τυπολάτρης ως προς την προς τα “έξω” παρουσία του. Είναι συνειδητά «επίορκος» όταν το επιτρέπουν βέβαια οι περιστάσεις, γιατί πρέπει και αυτός να πειθαρχεί, όσο τουλάχιστον και οι συνάδελφοί του. Αν δεχθούμε την προηγούμενη υπόθεση εργασίας, ότι δηλαδή για να λειτουργήσει το σύστημα θα πρέπει οι εκπρόσωποί του να υπερβαίνουν σε κάποιες περιστάσεις τους κανόνες, φαίνεται ότι η ένταξη ενός αστυνομικού σε μια ακροδεξιά ή φασιστική επιλογή είναι πολύ πιο εύκολη από άλλες επιλογές πολιτικής ένταξης. Όταν η υπέρβαση ή η ελαστική εφαρμογή των κανόνων είναι αν όχι συνήθης, τουλάχιστον ανεκτή πρακτική, τότε η παράβαση τους υπό την μορφή αυθαιρεσίας, γίνεται πιο εύκολη και οδηγεί σε πολιτικούς ακτιβισμούς, πρωτοβουλίες και συμπεριφορές που προσιδιάζουν στις φασιστικές πρακτικές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, η αντικανονική χρήση της αστυνομικής ράβδου (γκλομπ) στις διαδηλώσεις, το πέταγμα αντικειμένων (πχ πέτρες, καδρόνια) που δεν περιλαμβάνονται στον συνήθη εξοπλισμό και δεν προβλέπονται από τους κανόνες εμπλοκής. Αναφέρουμε επίσης το “φύτεμα” ενοχοποιητικών στοιχείων ή απαγορευμένων ουσιών στα σακίδια υπόπτων ή προσαγόμενων, για να μην αναφερθούμε στους ξυλοδαρμούς ρεπόρτερ ή νεολαίων, στους προπηλακισμούς και την κακομεταχείριση μεταναστών (ακόμα και νομίμων, με άδειες παραμονής ή και με ελληνική ιθαγένεια) και στις ακραία αυταρχικές συμπεριφορές.

Δεν συμμεριζόμαστε μία παραδοσιακή αντίληψη της αριστεράς που εμφανίζεται κατά καιρούς, περί εκδήλωσης του φασισμού ως ενδημικής κατάστασης στην αστυνομία, αλλά πρεσβεύουμε ότι το δομικό πλαίσιο της κατασταλτικής φύσης των «νόμιμων» δράσεων της αστυνομίας είναι λειτουργικά συμβατό με τον φασισμό, σε όλα τα επίπεδα. Συνεπώς και πάντα στο κάθε φορά δεδομένο ιστορικό πλαίσιο, η αστυνομία ως μηχανισμός καταστολής του κράτους, εμπεριέχει σαν εγγενή δυνατότητα εκείνες τις ακροδεξιές πρακτικές που είναι ή θεωρούνται φασιστικές, οι οποίες μπορεί να εκδηλώνονται ως «εκτροπή» στο πλαίσιο ενός φιλελεύθερου συνταγματισμού αν ο μηχανισμός αυτός της καταστολής δεν παρακολουθείται και δεν ελέγχεται διαρκώς (με τη πολιτική πάλη των υποτελών τάξεων ή ως επιτήρηση της νομιμότητας εκ μέρους των αστικών δυνάμεων).

Ωστόσο θα ήμασταν πολιτικά μύωπες, αν παραβλέπαμε τον ρόλο της εκπαιδευτικής διαδικασίας όπως συντελείται στις Αστυνομικές Σχολές, στην διάδοση και παγίωση ακροδεξιών πεποιθήσεων ή και απροκάλυπτα φασιστικής ιδεολογίας, σύμφωνα και με πλήθος καταγγελιών, που δεν αφορούν μόνο την αστυνομία αλλά και τις στρατιωτικές παραγωγικές σχολές. Συνεπώς και η εκπαιδευτική διαδικασία αυτή καθ’ εαυτή, είναι πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Ο δε τρόπος υλοποίησής της, στοχεύει στην παγίωση των ηγεμονικών ιδεολογικών σταθερών, φαίνεται να κυριαρχείται από ακραία δεξιές αντιλήψεις και πρακτικές, ώστε να συντηρείται «φυτώριο» ακροδεξιάς ιδεολογίας έντονα φασίζοντος προσδιορισμού. Και πάλι συνιστά πολιτική αφέλεια να θεωρήσει κάποιος πως οι παραγωγικές σχολές είχαν γίνει «φέουδο» της Χρυσής Αυγής την περίοδο της ανοχής των ελίτ προς αυτήν, γιατί η ακροδεξιά ιδεολογικοπολιτική ηγεμονία στους χώρους αυτούς υπερβαίνει τις διακυμάνσεις (αυξομειώσεις) των ποσοστών των πολιτικών δυνάμεων που συγκροτούν το πολιτικό σκηνικό της κάθε συγκυρίας, έχει μεγαλύτερη εμβέλεια και χρονική διάρκεια από τις παραληρηματικές στάσεις και τοποθετήσεις των εφήμερων ναζιστικών μορφωμάτων. Πράγμα που σημαίνει ότι η καταβαράθρωση της πολιτικής δύναμης της Χρυσής Αυγής δεν είναι και το τέλος προσίδιων ιδεολογιών στο σώμα των αστυνομικών. Η καλλιέργεια της ακροδεξιάς ιδεολογικοπολιτικής διαμόρφωσης του προσωπικού των σωμάτων ασφαλείας και του στρατού, συνιστά συστημική επιλογή των κυρίαρχων ελίτ που εκπροσωπούν τον νεοφιλελεύθερο ελληνικό καπιταλισμό της παρούσας ιστορικής φάσης. Οι κυρίαρχες ελίτ θεωρούν το ακροδεξιό ή και φασιστικό πρόταγμα ως αντίβαρο στην ανάπτυξη κινημάτων αντίστασης και μάλιστα υπό τις σημερινές συνθήκες πλήρους έκπτωσης, πολιτικής, ηθικής και ιδεολογικής του πολιτικού προσωπικού του αστισμού.

Κατά συνέπεια, ενώ ο φασισμός δεν συνιστά ενδημικό πρόβλημα της αστυνομίας αυτό καθεαυτό, οι λειτουργίες της αστυνομίας ως ιεραρχικού συστήματος – μηχανισμού καταστολής είναι καθόλα συμβατές με το φασιστικό φαινόμενο. Και εδώ ελλοχεύει κίνδυνος για τα δημοκρατικά δικαιώματα και για την ανάδειξη στην πολιτική σκηνή, δυνάμεων που εκπροσωπούν τους υποτελείς. Θα πρέπει να ληφθεί ωστόσο υπόψη ότι ο φασίστας αστυνομικός, εκών – άκων συγκαταλέγεται και αυτός στα θύματα του φασισμού.

 

  1. Τα δύο κύρια ‘θεσμοθετημένα’ καθήκοντα της Αστυνομίας: Τάξη και Ασφάλεια:

Σε ιδεολογικό – θεωρητικό επίπεδο η Τάξη και η Ασφάλεια είναι απαραίτητοι όροι για τη διασφάλιση των κοινωνικών λειτουργιών. Η διευρυμένη αναπαραγωγή, η κεφαλαιακή συσσώρευση και η κυκλοφορία του κεφαλαίου, απαιτεί ως σύστημα ένα πλαίσιο εύρυθμης και απρόσκοπτης λειτουργίας των όρων της, απαιτεί κοινωνική συναίνεση και ισορροπίες χωρίς κοινωνικές εντάσεις για να λειτουργήσει με τον πλέον επωφελή για την ιθύνουσα ελίτ τρόπο. Ζητούμενο λοιπόν είναι η παγίωση της «κοινωνικής ειρήνης» σε όλο το εύρος της κοινωνικής ζωής. Η κοινωνική ειρήνη ως προϊόν ταξικής συναίνεσης εξασφαλίζει ωστόσο – εκτός από την αναπαραγωγή της κεφαλαιοκρατικής σχέσης – και την ασφαλή ύπαρξη και διαβίωση των υποτελών τάξεων, είναι λειτουργικό στοιχείο της συνολικής κοινωνικής ισορροπίας.

 

4.1.          Η Τάξη:

Η κοινωνική συναίνεση – ταξική ειρήνη ενώ είναι κατ’ εξοχήν ιδεολογικοπολιτική κατηγορία, εξασφαλίζεται πρακτικά από την Αστυνομία με την «επιβολή της Τάξης», η οποία διασταλτικά περιλαμβάνει όλα τα μέσα και τις μορφές επιβολής στα οποία προσφεύγουν οι Κατασταλτικοί Μηχανισμοί του Κράτους για την εκπειθάρχηση της κοινωνίας. Η επιβολή της Τάξης επεκτείνεται από την ευταξία της οδικής κυκλοφορίας και των εκδηλώσεων μαζικού ακροατηρίου μέχρι την καταστολή των διαδηλώσεων και τις ειδικές στρατιωτικές μονάδες εσωτερικής επέμβασης, που η ύπαρξή τους συνήθως παραμένει στην αφάνεια και ο ρόλος τους δεν αποσαφηνίζεται.

Τις πολιτικές συγκρούσεις του παρελθόντος αντιμετώπιζε κατ’ αρχήν ο Στρατός. Αυτές οι αρμοδιότητες ανατέθηκαν στην Αστυνομία, όταν απαιτήθηκε να συγκροτηθούν μαζικοί εθνικοί στρατοί για τους μεγάλους πολέμους των εθνών – κρατών μεταξύ τους [12]. Η φαινομενική αποχώρηση του Στρατού από την τήρηση της κοινωνικής συναίνεσης απαίτησε την γιγάντωση των αρμόδιων αστυνομικών υπηρεσιών και την στρατιωτικοποίηση των αντίστοιχων μονάδων.

Για την νομιμοποιητική παγίωση και ιδεολογική δικαίωση της δράσης των ειδικών κατασταλτικών μονάδων τα τελευταία τριάντα χρόνια, απαιτήθηκε ένα ολόκληρο δίκτυο υπηρεσιών δημιουργίας πρόκλησης (χουλιγκανισμός κάθε μορφής), επανδρωμένο από ικανό αριθμό στελεχών, “γνωστών – αγνώστων” χαφιέδων και προβοκατόρων. Αυτοί δρουν πάντα σε συντονισμό με τις δυνάμεις καταστολής. Πολλές φορές εκμεταλλεύονται και προσπαθούν να χειραγωγήσουν την αντίδραση τμημάτων του νεανικού πληθυσμού. Είναι ένα καλά οργανωμένο δίκτυο που δημιουργεί εντάσεις ακόμα κι εκεί που δεν εκδηλώνονται ή ακόμα κι όταν τμήματα της λεγόμενης “άγριας νεολαίας”, δεν προβαίνουν σε ενέργειες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως διασάλευση της τάξης. Στις λαϊκές κινητοποιήσεις της 5ετίας 2010 έως 2014, έδωσαν ηχηρό παρόν. Αρωγοί σε αυτή την πρακτική κατά την περίοδο των κινητοποιήσεων, ήταν και οργανωμένοι φασίστες της “Χρυσής Αυγής” που έδρασαν σαν «αγανακτισμένοι πολίτες» με την ασφαλίτικη έννοια του όρου.

Το δίκτυο δημιουργίας προκλήσεων, οι υπηρεσίες διαχείρισης τους και οι υπηρεσίες αντιμετώπισης των συνεπειών της παρέμβασής τους (η δράση δηλαδή ενάντια στα κινήματα), μαζί με τις επιχειρησιακές μονάδες και τμήματα που παρέχουν τις απαραίτητες υπηρεσίες ευταξίας, συνιστούν έναν μηχανισμό της Τάξης. Τμήματα του μηχανισμού της Τάξης μπορούν να αυτονομούνται, στήνοντας προβοκάτσιες σε εκδηλώσεις μαζικού ακροατηρίου ή πολιτικές κινητοποιήσεις, για να καταστήσουν γνωστή ή να επιβάλλουν την πολιτική τους βούληση, να “προειδοποιήσουν” την διοίκηση, να εκβιάσουν το πολιτικό σύστημα ή ακόμα και να καταδείξουν την “αναγκαιότητα” της ύπαρξής τους.

Η τήρηση της κοινωνικής ειρήνης και ευταξίας είναι το έργο που ο μηχανισμός της Τάξης οφείλει να επιτελεί. Το έργο αυτό όμως το υλοποιεί μέσω διαδικασιών καταστολής διαφορετικών διαβαθμίσεων αυταρχισμού. Συνεπώς, ο μηχανισμός της Τάξης είναι ένας αυτοτροφοδοτούμενος κατασταλτικός μηχανισμός, που σε συνδυασμό με τον Δικαστικό επιχειρησιακό βραχίονα του Κράτους (και συνεπικουρούμενος από τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς, των ΜΜΕ επί παραδείγματι), σε περιόδους κρίσης και κινητοποιήσεων, στρέφεται κυρίως κατά των λαϊκών και κοινωνικών κινημάτων, με πρόσχημα την τήρηση της κοινωνικής ειρήνης και ευταξίας, τις οποίες εξασφαλίζει με αυταρχικές κατασταλτικές μεθόδους.

 

4.2.          Η Ασφάλεια. – Το ζήτημα της εγκληματικότητας και της διαφθοράς:

Η Ασφάλεια, είναι κλασική πολιτική λειτουργία προστασίας του καθεστώτος, κυρίως από «εσωτερικούς» κινδύνους. Σαν όρος είναι ιδιαίτερα φορτισμένος ιστορικά, ωστόσο στο παρόν κείμενο θα αντιμετωπισθεί σαν λειτουργία της αντίστοιχης υπηρεσίας αστυνομίας η οποία φαίνεται κατ’ αρχήν να στρέφεται κατά της εγκληματικότητας και να μεριμνά για την προστασία του πολίτη από αυτήν. Η εγκληματικότητα ορίζεται σαν σύνολο παραβάσεων και “εγκλημάτων” που περιγράφεται και οριοθετείται κάθε φορά από το υφιστάμενο Ποινικό Δίκαιο. Δεν είναι μόνον αυτό, αποτελεί ένα πολυσύνθετο φαινόμενο όπου εμπλέκεται όλη η κοινωνία και φέρει ευκρινές ταξικό πρόσημο. Είναι φανερό ότι το κύριο βάρος της προσοχής του ποινικού συστήματος και του κατασταλτικού – τιμωρητικού συμπλέγματος, στρέφεται προς τις υποτελείς τάξεις.

Καθήκον της Αστυνομίας είναι η καταπολέμηση της εγκληματικότητας. Ωστόσο η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, ακόμα και σε επίπεδο ποσοτικής απεικόνισης του φαινομένου, δηλαδή η καταγραφή της, είναι ταξικά φορτισμένη και μεροληπτική [13]. Λειτουργεί σαν μηχανισμός αποκλεισμού και στοχοποίησης ολόκληρων κατηγοριών του πληθυσμού (πχ Ρομά, μετανάστες, χρήστες ουσιών κλπ). Επειδή λοιπόν η εγκληματικότητα είναι έννοια κοινωνικά και ιδεολογικά υπό συνεχή διαπραγμάτευση του καθορισμού της, θα αρκεστούμε στις γενικές αναφορές και σε πιο πρακτική διάσταση.

Η εγκληματικότητα είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις στρατηγικές και τις πρακτικές αντιμετώπισής της. Είναι προφανές από πολιτική άποψη ότι όσο “μεγαλώνει” το έγκλημα τόσο περισσότερο χρειάζεται η ενίσχυση της αστυνομίας. Η περαιτέρω ενίσχυση της αστυνομίας, αυξάνει τις «επιτυχίες» της στην σύλληψη της εγκληματικότητας, πράγμα που μπορεί σκοπίμως να εμφανιστεί και ως αύξηση της εγκληματικότητας. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι σε γενικές γραμμές ότι η Αστυνομία διαχειρίζεται το έγκλημα. Αυτό μπορεί να στοιχειοθετηθεί με τις κάτωθι ενδείξεις – διαπιστώσεις:

Η «Ασφάλεια» (σαν διεύθυνση της Αστυνομίας), μεταπολεμικά επικεντρώθηκε στη δημιουργία αντικομμουνιστικών και αντιδημοκρατικών δικτύων. Με την πτώση της χούντας μεταπολιτευτικά, το κύρος της Αστυνομίας και η λαϊκή αποδοχή της ήταν στο ναδίρ και δεν μπορούσε να στηριχθεί στα υπάρχοντα δίκτυα ελέγχου (μηχανισμοί χαφιέδων), τα οποία σταδιακά και για κοινωνικούς λόγους είχαν αρχίσει να αποδιαρθρώνονται. Η Ασφάλεια “αιφνιδιάστηκε” από το οργανωμένο έγκλημα που άρχισε να αναπτύσσεται στην χώρα με κύριους σταθμούς την εμφάνιση και δράση μαφιών που συνέδεαν την εγχώρια εγκληματικότητα με την «εισαγόμενη» όπου κυριαρχούσαν άτομα αλβανικής, «ρωσοποντιακής» ή άλλης εθνικής προέλευσης. Εγκαθιδρύθηκαν, ήρθαν σε αντιπαράθεση και επικράτησαν νέες συμμαχίες παράνομων συμφερόντων, καθώς και διεύρυνση και καταμερισμός της εγκληματικής δράσης. Οι νέες συνθήκες εγκληματικότητας, ανάγκασαν την αστυνομία να συνδιαλλαγεί σε κάποιο βαθμό με το έγκλημα αυτού του είδους για να μπορέσει να το ελέγξει. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια ιδιότυπη σχέση όσμωσης τμημάτων της με την παρανομία. Η όσμωση αυτή βρίσκεται στην πηγή των κρουσμάτων αστυνομικής παραβατικότητας.

Η αστυνομική παραβατικότητα φαίνεται να συμβαδίζει με τις ποσοτικές διακυμάνσεις της καταγραφόμενης εγκληματικότητας. Η διαφθορά στην αστυνομία καταγράφεται στην ετήσια έκθεση της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης αυτής, προκύπτει ότι η Υπηρεσία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική ενάντια στην μικρή και μεσαία διαφθορά στο Αστυνομικό Σώμα, αλλά της “διαφεύγει” η «σύμπλευση» με τη μεγάλη, τη «διακεκριμένη» διαφθορά (παραοικονομία πολύ υψηλού τζίρου, λαθρεμπόριο καυσίμων, καπνικών, ναρκωτικά, trafficking κλπ), η οποία δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί και να ευδοκιμήσει χωρίς την συνεργασία ή έστω την ανοχή τμήματος της αστυνομικής ιεραρχίας.

Επίσης δεν προσεγγίζεται με προθυμία ή και καθόλου, η οικονομική ή “επιχειρηματική” εγκληματικότητα [14] που στρέφεται κατά της κοινωνίας, του δημοσίου συμφέροντος και των εργαζομένων στις επιχειρήσεις όπου εντοπίζονται τέτοια φαινόμενα όπως η παράβαση του φορολογικού και του εργατικού δικαίου, η εισφοροδιαφυγή, οι «τριγωνικές» οικονομικές σχέσεις και οι εικονικές συναλλαγές, η εν γένει καταστρατήγηση του νομικού πλαισίου. Η παραβίαση των όρων του, είναι συνήθης τρόπος για την ευνοϊκή έκβαση του ανταγωνισμού προς όφελος συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων. Επί παραδείγματι ήταν η Αστυνομία αυτή που υλοποιούσε πολιτικές “ανακύκλωσης” μεταναστών εργατών, επαναπροωθώντας τους στα σύνορα δημοσία δαπάνη, ευνοώντας έτσι στρατηγικές αναπτυξιακές επιλογές έντασης εργασίας, τις οποίες είχαν υιοθετήσει μερίδες του κεφαλαίου κατά την πρώτη περίοδο της εισδοχής Αλβανών και Βορειοηπειρωτών οικονομικών μεταναστών στη χώρα.

Με τις παράτυπες αυτές τακτικές ή παραλείψεις της η ΕΛ.ΑΣ.:

α)      Συμμετείχε με σχεδόν άμεσο τρόπο, στις στρατηγικές εκμετάλλευσης του εγχώριου και αλλοδαπού εργατικού δυναμικού. Αυτό το επιτέλεσε υποστηρίζοντας συγκεκριμένες αναπτυξιακές επιλογές μερίδων του κεφαλαίου και τις προσιδιάζουσες εργασιακές πρακτικές της εργοδοσίας εις βάρος του συνόλου της εργατικής τάξης.

β)      Ανέχτηκε την οικονομική εγκληματικότητα και έτσι ενίσχυσε κατ’ αρχήν έμμεσα την πολιτική εξαπάτηση και διαφθορά, τη διαπλοκή τμημάτων του πολιτικού προσωπικού και στελεχών της διοίκησης με τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Τμήματα της ιεραρχίας της Ελληνικής Αστυνομίας συμμετείχαν άμεσα και μάλιστα με κομβικό ρόλο στο σύστημα της διαπλοκής.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πολιτική διαφθορά και η οικονομική εγκληματικότητα διαιωνίζουν την εξάρτηση, την υποταγή και εν τέλει την εξαθλίωση των υποτελών τάξεων.

γ)      Υπέθαλψε τη μικρομεσαία παραβατικότητα που ευδοκιμεί στους κόλπους τμημάτων του προσωπικού της, καθιστώντας την ανεκτή για λόγους σκοπιμότητας και συνενοχής.

Συνεπώς, η Ασφάλεια από την οπτική της λειτουργίας καταπολέμησης του εγκλήματος, μπορεί να χαρακτηρισθεί μάλλον σαν διαδικασία διαχείρισης της εγκληματικότητας και διαμόρφωσης των συσχετισμών στους κόλπους της διαφθοράς, στο περιθώριο του υφιστάμενου θεσμικού και πολιτικού πλαισίου και σε αναφορά με αυτό.

Στην περίπτωση που ισχύει ο ανωτέρω ισχυρισμός, η Ασφάλεια σαν επίδικο κινδυνεύει να παραμείνει στο πεδίο περισσότερο ενός ιδεολογήματος παρά σαν λειτουργία προστασίας των πολιτών από φαινόμενα παράτυπης λειτουργίας του ελληνικού καπιταλισμού. Για να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο η Ασφάλεια, θα πρέπει αφενός να επανακαθοριστεί εννοιολογικά η εγκληματικότητα ως κατηγόρημα, στο κοινωνικό – ταξικό της πλαίσιο και αφετέρου η νέα προσέγγιση να συνοδευτεί από συγκεκριμένα και ρηξικέλευθα μέτρα κάθαρσης της ΕΛ.ΑΣ.

 

  1. Αριστερά και Αστυνομία, από τη θεωρία στην πράξη: Η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ

«Κι όταν χάσεις τον έλεγχο, θα θερίσεις ό,τι έσπειρες.

…Και θα είναι αργά να απαλλαγείς από το βάρος…»

“Dogs/ANIMALS” 1977, PinkFloyd

(Μετάφραση Παναγιώτης Πάκος)

Κατ’ αρχήν, θέση μας είναι ότι οι διαδικασίες ιδεολογικής παραγωγής και «ιδεολογικής εκπομπής» των κατασταλτικών μηχανισμών, δεδομένης της εγγενούς αστάθειας της ιδεολογικής επιβολής, είναι διαρκής και συνιστά πεδίο διαπάλης και σύγκρουσης. Υπό τη έννοια αυτή, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί δεν είναι μη διαπερατοί από την ταξική πάλη, παρόλη την προσπάθεια που καταβάλλεται από τις αστικές δυνάμεις για να ισχύσει αυτό. Οι κατασταλτικοί μηχανισμοί είναι και αυτοί ως ένα βαθμό, πεδία διεξαγωγής της ταξικής πάλης [15]. Συνεπώς υφίστανται πάντοτε δυνατότητες πολιτικής επιρροής της Αριστεράς. Ωστόσο υπάρχουν όρια της επιρροής Αριστεράς και το ζητούμενο είναι να διερευνηθούν αυτά τα όρια.

Η Αστυνομία σαν Κατασταλτικός Μηχανισμός του Κράτους, σαν ιεραρχικό σύστημα και αντίστοιχη τεχνοδομή, αντίθετα από αυτό που πρεσβεύουν κάποιοι που αντιλαμβάνονται τα θεσμοθετημένα πολιτικά υποκείμενα σαν ένα είδος «σασί» που δεν αλλάζει εξ’ αιτίας της «στρεπτικής ακαμψίας» του, είναι ένα σχετικά ευμετάβλητο θεσμοπολιτικό και ταξικό υποκείμενο, που σαν χαμαιλέων προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των θεμελιωδών σκοπών που εξυπηρετεί. Αυτό βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι αρκεί να αποκτήσει η Αριστερά ιδεολογική και πολιτική πρόσβαση στην αστυνομία για να αποκτήσει και την ιδεολογική ηγεμονία. Αλλά ακόμα κι αν αποκτήσει ιδεολογική ηγεμονία, τότε η Αστυνομία θα έχει γίνει κάτι διαφορετικό, θα πρέπει να είναι μια «μη Αστυνομία», γιατί είναι η ίδια η διαρθρωτική δομή του ιεραρχικού συστήματος που αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία του αστισμού. Και αυτό γιατί η διαρθρωτική δομή του ιεραρχικού συστήματος είναι διαμεσολαβητής του αστισμού, προσιδιάζει στην αστική ιδεολογία και είναι σε τελευταία ανάλυση αναπόσπαστο στοιχείο της κεφαλαιοκρατικής σχέσης και της αναπαραγωγής της.

Παρόλο που η Αριστερά μπορεί να διαχειριστεί ένα τέτοιο ιεραρχικό σύστημα και μπορεί να το αναδιαρθρώσει, η γραφειοκρατική τεχνοδομή που αρθρώνεται γύρω από αυτό είναι τελικά ασύμβατη με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των υποτελών τάξεων. Αυτό βέβαια συμβαίνει όχι εξ ορισμού, αλλά γιατί η γραφειοκρατική τεχνοδομή ενός ιεραρχικού συστήματος που σκοπό έχει την συντήρηση και αναπαραγωγή του, δεν θα πρέπει να έχει νόημα έξω από τους όρους λειτουργίας του, δηλαδή δεν θα έχει νόημα στους κόλπους της κοινωνίας που ευαγγελίζεται η Αριστερά. Κι αυτό θα συμβαίνει καθ’ όλη τη διαδικασία υλοποίησης ενός «αριστερού» σχεδίου. Όσο δηλαδή ολοκληρώνεται ένα «αριστερό» σχέδιο οργάνωσης της κοινωνίας, τόσο και θα πρέπει να διαβρώνεται η Αστυνομία σε όλες τις συστημικές παραμέτρους της.

Με βάση τα όσα εκτέθηκαν, υφίσταται ακόμα το θεμελιώδες ερώτημα. Στην γενική του μορφή εκφράζεται στο αν μπορεί να παρέμβει η Αριστερά για να δημιουργήσει μια άλλη διαμόρφωση και λειτουργία της Αστυνομίας και στην ειδική του μορφή αν μπόρεσε και μέχρι ποιο σημείο να παρέμβει η κυβερνώσα Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ στον αναπροσανατολισμό της Αστυνομίας.

Επίδικο των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ για την αναδιάρθρωση της ΕΛ.ΑΣ. (που παραμένει σε ισχύ και κατά την παρούσα συγκυρία της επανόδου της ΝΔ στην διακυβέρνηση) ήταν η προσπάθεια της κυβέρνησης της Αριστεράς να αναδιαρθρώσει την Ελληνική Αστυνομία. Και μάλιστα να μην παραμείνει στο επίπεδο μιας διοικητικής ή επιχειρησιακής αναδιάρθρωσης, αλλά να επιχειρήσει μια εις βάθος αναμόρφωση των δομών, τον στόχων και των ιδεολογικών σταθερών του σώματος. Να αποσπάσει την Ελληνική Αστυνομία από την ηγεμονία της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Ποιες ήταν οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την Αστυνομία πριν γίνει κυβέρνηση, ποιες από αυτές υιοθέτησε σαν κυβέρνηση, τι επιχείρησε να κάνει, τι πέτυχε που απέτυχε, ποιες πολιτικές άφησε εκκρεμείς και ποιες είναι οι σημερινές του θέσεις, είναι το αντικείμενο ενός επόμενου σημειώματος. Σε αυτό θα επιχειρηθεί να καταγραφεί η αποκτηθείσα πολιτική εμπειρία στην πράξη και κατά πόσον ισχύουν και πως λειτουργούν στο πρακτικό πολιτικό πεδίο τα ανωτέρω εκτεθέντα.

 

 

  1. Οι Θέσεις – Προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την Ελληνική Αστυνομία κατά την περίοδο πριν το 2015. Στοιχεία κριτικής προσέγγισης

6.1.          Το γενικό πολιτικό πλαίσιο

Για τη διατύπωση των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ (και του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ εκείνης της περιόδου), εργάστηκαν πολλοί άνθρωποι: Ερευνητές, κοινωνικοί επιστήμονες και Καθηγητές, βουλευτές και πολιτικό προσωπικό και κυρίως οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, δηλαδή αστυνομικοί εν ενεργεία και απόστρατοι. Οι προτάσεις που τέθηκαν κατέληξαν σε πολιτικές θέσεις. Οι θέσεις αυτές έγιναν αντικείμενο διαβούλευσης με εκπροσώπους των φορέων του προσωπικού των Σωμάτων Ασφαλείας, ώστε να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή αποδοχή.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο της περιόδου, φόρτισε ιδιαίτερα τις θέσεις του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Το κλίμα διαμορφώθηκε αρχικά από την προηγηθείσα δολοφονία του Α. Γρηγορόπουλου από Ειδικό Φρουρό το 2008 και το κίνημα που αναπτύχθηκε. Κατόπιν ακολούθησε το κίνημα των λαϊκών αντιμνημονιακών κινητοποιήσεων που κορυφώθηκε από τις μαζικές κινητοποιήσεις του 2011-13, ενάντια στις πολιτικές των μνημονιακών κυβερνήσεων.

Η παρουσία της Ελληνικής Αστυνομίας αυτή την περίοδο χαρακτηρίζεται από την οργανωμένη και βίαια Καταστολή, τις αντιλήψεις για τον “εχθρό λαό”, τις ρατσιστικές συμπεριφορές, την διείσδυση και την σχεδόν απροκάλυπτη πολιτική δράση της Χρυσής Αυγής. Η δράση αυτή έφτασε μέχρι την “άλωση” Αστυνομικών Τμημάτων που ασκούσαν αστυνόμευση λειτουργώντας με καθαρά φασιστικό πρόσημο (πχ Α/Τ Αγίου Παντελεήμονα, Α/Τ Πλατείας Ομόνοιας κλπ). Πέρα από αυτά τα στεγανά που υποθάλπουν την σύμφυση με το παρακράτος και την προσφυγή στις μεθόδους του, η Αστυνομία μαστίζεται από φαινόμενα διαφθοράς τα οποία δεν περιορίζονται μόνον σε χαμηλό ιεραρχικό επίπεδο. Είναι προφανές ότι αυτά τα φαινόμενα έχουν επιπτώσεις και στην κατάσταση του προσωπικού της Αστυνομίας.

Οι κυβερνήσεις – συγκυβερνήσεις της περιόδου επέλεξαν την Καταστολή και ενίσχυσαν τον κατασταλτικό ρόλο της αστυνομίας σαν απάντηση στις λαϊκές αντιδράσεις. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ένα πρωτοφανές κλίμα ακραίας αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας κατά την αντιμετώπιση των λαϊκών κινητοποιήσεων. Παράλληλα έγινε ανεκτή η σχεδόν φανερή δράση της Χρυσής Αυγής στις μονάδες καταστολής, καθώς και η υιοθέτηση ρατσιστικών και αντιδημοκρατικών συμπεριφορών στους μετανάστες, σε ομάδες Ελλήνων πολιτών και στα θύματα του αναδυόμενου προσφυγικού προβλήματος, τους πρόσφυγες.

Η Καταστολή σαν πολιτική λειτουργία και η απορρέουσα βία, ήταν και είναι ένας προσφιλής τρόπος της δεξιάς διακυβέρνησης, για την επίλυση ή πιο σωστά για τη διαχείριση κοινωνικών προβλημάτων. Η καταστολή κατά την περίοδο των νεοφιλελεύθερων επιλογών διακυβέρνησης, δεν περιορίζονταν μόνον στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, ή σε ειδικούς παραβάτες του νόμου και της τάξης, αλλά αφορούσε τον συνολικό πληθυσμό, τον “εχθρό λαό”. Η προσφυγή στην καταστολή είχε καταστεί η συνήθης μέθοδος, ακόμα και για την επίλυση καθαρά οικονομικών αιτημάτων ή καταστάσεων που δεν συνδέονταν άμεσα με την “διασάλευση” της τάξης, αλλά αντιμετωπίζονταν σαν τέτοια. Έτσι η Καταστολή σαν πολιτική κατηγορία, διοικητική λειτουργία και πρακτική, έχει την τάση να επεκταθεί σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής. Το κύριο λειτουργικό πλαίσιο και το κοινωνικοοικονομικό πεδίο εφαρμογής της καταστολής, δηλαδή ο “χώρος” επιβολής πολιτικών και διοικητικών καταναγκασμών, είχε τότε και έχει και σήμερα καταστεί το κοινωνικοοικονομικό πεδίο στο σύνολό του.

Σε αυτό το γενικό πολιτικό πλαίσιο, βασικός στόχος και σκοπός του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ σύμφωνα με τους συντάκτες του, ήταν κατ’ αρχήν ο Εκδημοκρατισμός και ο πολιτικός έλεγχος, ρόλος που θα ανατίθετο στο Κοινοβούλιο, η «αποστρατιωτικοποίηση» της Αστυνομίας, καθώς και η εξάλειψη της «κομματικοποίησης» με το σπάσιμο των πολιτικών ή θεσμικά παράτυπων «στεγανών». Ο εκδημοκρατισμός αυτός θα επεκτείνονταν σε θέματα Εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης του προσωπικού, θα επέφερε δε τη «συμφιλίωση της κοινωνίας με την Αστυνομία» μέσα από τη συνεργασία με φορείς και πολίτες, θα βελτίωνε την αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση του εγκλήματος και θα δημιουργούσε «ένα ασφαλές περιβάλλον διαβίωσης με εμπέδωση και διασφάλιση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων των πολιτών». Για την υλοποίηση των θέσεων αυτού του προγράμματος, καθοριστικό και ενεργητικό ρόλο θα έπαιζε το προσωπικό της Αστυνομίας του οποίου θα επιλύονταν χρόνια εργασιακά προβλήματα, θα διευρύνονταν τα δικαιώματα του και θα αναπτύσσονταν η ελεύθερη συνδικαλιστική του έκφραση.

Θα αναφερθούν κατωτέρω συνοπτικά τα σημαντικότερα σημεία του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ του 2013 – 2015 για την Ελληνική Αστυνομία. Επίσης θα παρατεθούν αποσπάσματα από τις θέσεις για πιο συγκεκριμένα ζητήματα (όποτε είναι δυνατόν θα τηρηθεί η πρωτότυπη σύνταξη των θέσεων όπως δημοσιεύονταν από τους φορείς των ενδιαφερομένων). Θα αρθρωθεί μια κριτική άποψη, τόσο για τα επιμέρους ζητήματα, όσο και μια γενικότερη κριτική προσέγγιση των θέσεων με γνώμονα τα όσα εκτέθηκαν στο πρώτο σημείωμα.

 

6.2.          Ο Πολιτικός Έλεγχος, Υπαγωγή και οι θέσεις για την Αναδιάρθρωση της Ελληνικής Αστυνομίας

Πριν τον εκδημοκρατισμό αλλά ωστόσο σε στενή συνάφεια με αυτόν, θα έπρεπε να κατατεθούν προτάσεις επίλυσης του πολιτικού ελέγχου της Αστυνομίας, το καθεστώς της πολιτικής και διοικητικής της υπαγωγής και της λειτουργικής της αναδιάρθρωσης. Το θέμα αυτό δεν ήταν και δεν είναι μόνον τεχνικό, οργανωτικό και διοικητικό, δεν ήταν μόνο θέμα Οργανισμού του Σώματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Αριστερά, αντιλαμβάνονταν ότι η πολιτική εξάρτηση από τις κυβερνήσεις, ο πολιτικός έλεγχος που γίνονταν αντιληπτός σαν κομματικοποίηση του Αστυνομικού Σώματος, η έντονη στρατιωτικοποίηση των Ειδικών Δυνάμεων της Αστυνομίας ιδίως κατά την μνημονιακή περίοδο διακυβέρνησης, συνδέονταν άμεσα με την οργανωτική της δομή και υποστηρίζονταν από αυτήν. Ακόμα και τα κενά στο Επιχειρησιακό Οργανόγραμμα του Σώματος, ευνοούσαν και ευνοούν πολιτικές παρεμβάσεις και δημιουργούν ένα είδος ιδιόρρυθμης “ευελιξίας” που υποβοηθά την παγίωση καταστάσεων αυθαιρεσίας.

α)     Πολιτικοδιοικητική Υπαγωγή και έλεγχος της Ελληνικής Αστυνομίας:

Ο ΣΥΡΙΖΑ με το πρόγραμμά του πρότεινε κατ’ αρχήν να “τεθεί η Αστυνομία υπό ουσιαστικό πολιτικό και δημοκρατικό έλεγχο, έξω από κάθε λογική προέκτασης του κυβερνητικού μηχανισμού”, να καταργηθεί ο αποκλειστικός έλεγχος της αστυνομίας από την κυβέρνηση. Με αυτό το σκεπτικό είχε προταθεί ο έλεγχος της Αστυνομίας να ανατεθεί σε διακομματική επιτροπή της Βουλής που θα παρακολουθεί τα Σώματα Ασφαλείας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ για το ζήτημα της Υπαγωγής και του ελέγχου της Αστυνομίας και την ένταξή της σε ένα ευρύτερο πλαίσιο επίλυσης θεμάτων Πολιτικής Προστασίας είχε προτείνει σε θεσμικό επίπεδο, “την κατάργηση του κατ’ ευφημισμό Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και την ένταξη της ΕΛ.ΑΣ. στο Υπουργείο Εσωτερικών”. Αυτή η μείζονος σημασίας, από άποψη εκσυγχρονισμού και διευκόλυνσης του πολιτικού ελέγχου πρόταση, υλοποιήθηκε αμέσως μετά τις νικηφόρες εκλογές του Γενάρη του 2015. Ωστόσο, η μεταρρυθμιστική αυτή παρέμβαση ανακλήθηκε μετά τις εκλογές του Σεπτέμβρη του ίδιου έτους, χωρίς ωστόσο να αναμορφωθεί ριζικά η πολιτική στον χώρο των Σωμάτων Ασφαλείας.

Κατά την εκτίμησή μας, η κεντρική θέση του ΣΥΡΙΖΑ για τη διαμόρφωση “κύκλων” διοίκησης που θα ανταποκρίνονταν στις αρμοδιότητες και στην κυβερνητική ύλη και θα καθόριζαν και τον αριθμό των Υπουργείων, σαν θεωρητική και πολιτική επεξεργασία, προσέκρουσε στην πράξη στην «δομική αδράνεια» της υφιστάμενης γραφειοκρατικής δομής με την οποία προφανώς δεν ήταν συμβατή. Η θέση αυτή του ΣΥΡΙΖΑ για να είχε καλύτερη τύχη, χρειάζονταν αφενός περαιτέρω επεξεργασία, αφετέρου ευρύτερες πολιτικές συμμαχίες στον χώρο της Δημοσιοϋπαλληλίας. Φαίνεται ότι υποτιμήθηκαν η δομική αδράνεια της Διοίκησης, το πολύπλοκο θεσμικό πλέγμα στο οποίο εδράζεται και το βάθος του απαιτούμενου χρόνου.

β)      Η Λειτουργική Αναδιάρθρωση και η ένταξη της Αστυνομίας σε ένα ενιαίο πλαίσιο Πολιτικής Προστασίας:

Στα πλαίσια της υπαγωγής της Αστυνομίας σε ένα πλαίσιο Πολιτικής Προστασίας [16], είχε προταθεί επίσης η συνολική Λειτουργική Αναδιάρθρωση του Σώματος. Υποσύστημα της λειτουργικής αναδιάρθρωσης θα ήταν και η Χωροταξική και επιχειρησιακή αναδιοργάνωση που θα είχε ως σκοπό την εξοικονόμηση προσωπικού και τεχνικών μέσων για την αποτελεσματικότερη δράση και πρόληψη.

Την εποχή εκείνη θεωρήθηκε και ορθώς, ότι η Αστυνομία αποτελούνταν από πολλά σώματα ανομοιογενούς προέλευσης. Εκτός από τους τυπικούς αστυνομικούς των παραγωγικών σχολών, υπήρχαν συνοριοφύλακες, ειδικοί φρουροί κλπ. Εφόσον η Αστυνομία είχε καταστεί σώμα με προσωπικό πολλών ταχυτήτων που έπασχε από πολυδιάσπαση και κατασπατάληση δυνάμεων και καθώς δεν διέθετε ένα τυποποιημένο σχέδιο ενιαίας βασικής εκπαίδευσης, θεωρήθηκε αναγκαία η πλήρης ένταξη όλων των ειδικών σωμάτων στον κύριο κορμό της ΕΛ.ΑΣ. Αυτή ήταν μια σωστή προσέγγιση και θα επιτυγχάνονταν με την κατάργηση του θεσμού του Ειδικού Φρουρού και της Συνοριοφυλακής, συνοδευόμενη από την κατάλληλη εξομοίωση – εκπαίδευση που θα “ομογενοποιούσε” τα εκπαιδευτικά εφόδια και τις επαγγελματικές δεξιότητες του προσωπικού.

Για την υλοποίηση της αναδιάταξης – αναδιοργάνωσης των δυνάμεων της Αστυνομίας, προτάθηκαν:

  1. i) Ο απεγκλωβισμός 20.000 αστυνομικών από εξωαστυνομικά καθήκοντα (φυλάξεις παραγόντων της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής, ενασχόληση με υπηρεσίες γραφειοκρατίας κλπ), με παράλληλη ενίσχυση του “κυττάρου της ΕΛ.ΑΣ. που λέγεται αστυνομικό τμήμα, με επαρκές αστυνομικό προσωπικό με επιστημονική εκπαίδευση και εξειδίκευση”. Υπήρξαν και εισηγήσεις για την εισαγωγή του θεσμού του Αστυνομικού της γειτονιάς κι αναπτύχθηκε η σχετική φιλολογία για τον “Ηλία του 16ου”, από την ομώνυμη ταινία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.
  2. ii) Η αναδιοργάνωση των ειδικών δυνάμεων και των “ΜΑΤ” (ΥΑΤ – ΥΜΕΤ) και η ένταξή τους σε μία Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ακραίας Εγκληματικότητας και Διαχείρισης Κρίσιμων Περιστατικών, με τελείως διαφορετικό προσανατολισμό και φιλοσοφία δράσης.

Η υλοποίηση αυτής της διαδικασίας έμεινε μετέωρη, υπήρξε υπαναχώρηση, με εξαίρεση την κατάργηση της ομάδας ΔΕΛΤΑ που τα μέλη της ευθύνονταν για ενέργειες βίαιης καταστολής και την ενσωμάτωσή της στη ΔΙΑΣ.

Iii)    Η δημιουργία Δικαστικής Αστυνομίας, θεσμός που υφίσταται και λειτουργεί αποτελεσματικά σε ευρωπαϊκές χώρες, συζητήθηκε αρκετά κατά την περίοδο εκπόνησης των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ για την αναδιάρθρωση της Αστυνομίας, έφτασε σαν νομοσχέδιο μέχρι το στάδιο της διαβούλευσης ωστόσο δεν υπήρξε θεσμικό αποκρυστάλλωμα όπως αναφέρεται κατωτέρω.

  1. iv) Τέλος, αναπτύχτηκε προβληματισμός για τον ρόλο της Αστυνομίας σε ένα ενιαίο πλαίσιο Πολιτικής Προστασίας, παρότι θα ήταν το Πυροσβεστικό Σώμα που θα αποτελούσε τον κύριο επιχειρησιακό της βραχίονα. Οι αντίστοιχες θέσεις ωστόσο δεν μπόρεσαν να βρουν το δρόμο τους για τη Βουλή, όπως αναφέρεται κατωτέρω.

 

6.3.          Οι θέσεις για τη Διαδικασία Εκδημοκρατισμού της Ελληνικής Αστυνομίας, η Αποστρατικοποίηση, η «επαγγελματικοτεχνική» και η «διεκδικητική» προσέγγιση της κατάστασης του προσωπικού

Βασική θεώρηση των θέσεων ήταν ότι για μία δημοκρατική μεταρρύθμιση της Αστυνομίας, πέρα από τις “θεσμικές” – οργανωτικές παρεμβάσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, θα έπρεπε το αστυνομικό προσωπικό να καταστεί κοινωνός των μεταρρυθμίσεων και να τις υιοθετήσει ενεργά. Με αυτό το σκεπτικό, η λογική των θέσεων αρθρώνονταν εξ αρχής πάνω σε μία κατά κάποιο τρόπο “επαγγελματικοτεχνική” προσέγγιση της κατάστασης του προσωπικού και στην ικανοποίηση μίας σειράς διεκδικητικών αιτημάτων, τα οποία είχαν κομβική θέση στην πολιτική του κόμματος και κατόπιν της Κυβέρνησης. Γύρω από αυτόν τον άξονα περιστρέφονταν και τα “μεγάλα” θεσμικά και πολιτικοδιοικητικά αιτήματα (εκδημοκρατισμός, αποστρατικοποίηση της αστυνομικής Εκπαίδευσης, “συμφιλίωση με το λαό” κλπ).

Οι αστυνομικοί θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται σαν εργαζόμενοι ειδικού τύπου, με πραγματικά επαγγελματικά προβλήματα που θα έπρεπε να επιλυθούν, πολιτικά δικαιώματα που θα έπρεπε να αποδοθούν και προβλήματα εκπαίδευσης που έπρεπε να εκλείψουν. Αυτή η αντιμετώπιση θα δημιουργούσε μία δυναμική από τα κάτω και εκ των έσω για την υποστήριξη των προτεινόμενων αλλαγών από το προσωπικό. Έτσι οι αστυνομικοί “πρέπει να είναι πολίτες – εργαζόμενοι, με κατοχυρωμένα εργασιακά δικαιώματα, με δημοκρατική συνείδηση που αντιλαμβάνονται το κοινωνικό γίγνεσθαι, συμμετέχουν σε αυτό, σέβονται τις κοινωνικές διεργασίες και υπηρετούν ένα δημοκρατικό θεσμό πυλώνα της δημοκρατίας”.

Για την επίλυση χρόνιων προβλημάτων και τη ρύθμιση καίριων ζητημάτων του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, συγκροτήθηκαν ειδικές επιτροπές συγκρότησης πλαισίου προτάσεων. Προβλέφθηκε η διατύπωση θέσεων για την επίλυση προβλημάτων όπως η υπερεργασία “που είχε γίνει κανόνας”, η έλλειψη προγραμματισμού κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, η αυθαιρεσία και ο αυταρχισμός των ανωτέρων, οι συνθήκες υγείας και ασφάλειας κατά την εργασία κλπ.

Στα πλαίσια του εκδημοκρατισμού της Αστυνομίας προτάθηκε επίσης η δημιουργία Αρχής Συνήγορου του Αστυνομικού. Η Αρχή αυτή θα διερευνούσε αναφορές και καταγγελίες για παραβιάσεις των υπηρεσιακών δικαιωμάτων των Αστυνομικών, θα έκανε προτάσεις για την επίλυση προβλημάτων που προέκυπταν από γραφειοκρατικές στρεβλώσεις και θα συνέτασσε ετήσια έκθεση που θα υπέβαλλε σε εποπτική διακομματική κοινοβουλευτική επιτροπή.

Διαμορφώθηκαν θέσεις για την επίλυση ζητημάτων Υγείας του ανθρώπινου δυναμικού του αστυνομικού σώματος. Προτάθηκε η “υγειονομική περίθαλψη στα στρατιωτικά νοσοκομεία του πολιτικού προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας”. Προτάθηκε επίσης “διαρκής ψυχολογική υποστήριξη”: Η ψυχολογική υποστήριξη θα παρέχονταν υποχρεωτικά στο σύνολο του προσωπικού “σε τακτά χρονικά διαστήματα και εκτάκτως, όσες φορές απαιτείται”.

Για το θέμα του εκδημοκρατισμού της Αστυνομίας, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι θέσεις των Γ. Σ. Ριγάκου (Carleton University, Canada) και Γ. Παπανικολάου (TeessideUniversity, UK1), οι οποίες αποτελούσαν ένα συνεκτικό σύστημα θέσεων που εμπλούτισε τον διάλογο σχετικά με τα θέματα δημοκρατικής μεταρρύθμισης της Αστυνομίας [17]. Οι δύο συγγραφείς λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά της Ελληνικής Αστυνομίας [18], προτείνουν να επιδιώξει η Αριστερά μια “γενίκευση της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων της αστυνομίας, ακόμη και σε επιχειρησιακό επίπεδο”. Δίνουν έμφαση στη δημιουργία συμμετοχικών δομών με αρμοδιότητες αστυνομικού ενδιαφέροντος σε τοπικό επίπεδο. Οι δομές θα στελεχώνονταν από πολίτες, αστυνομικούς, εκπροσώπους της αυτοδιοίκησης και οργανισμών. Οι αποφάσεις αυτών των Τοπικών Συμβουλίων θα είχαν δεσμευτική ισχύ. Μία αντίστοιχη θέση ενσωματώθηκε στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά η υλοποίησή της δεν προχώρησε.

 

6.4.          Η Αστυνόμευση, η Αναμόρφωση της Αστυνομικής Εκπαίδευσης και η θέσπιση Διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος αξιολόγησης, κρίσεων

Ακρογωνιαία στοιχεία του εκδημοκρατισμού της Αστυνομίας θεωρήθηκαν και ορθώς, η ποιότητα των υπηρεσιών αστυνόμευσης (Τάξη, Ασφάλεια και Αντιεγκληματική πολιτική) και η αστυνομική εκπαίδευση, με την οποία συνδυάστηκε η επαγγελματική πρόοδος και το σύστημα κρίσεων και προαγωγών του προσωπικού.

α) Η Αστυνόμευση

Η Αστυνομία επιτελεί τις τρεις βασικές λειτουργίες της αστυνόμευσης, την Δημόσια Τάξη, την κρατική Ασφάλεια και την καταστολή της εγκληματικότητας.

Η Αριστερά προέταξε ως νομιμοποιητικό παράγοντα των θέσεών της το “αγαθό της Ασφάλειας” το οποίο οφείλει να διασφαλίζει η Αστυνομία. Το σχετικό σύνθημα το οποίο εξέφραζε το πολιτικό κλίμα της εποχής ήταν “αστυνόμευση και όχι αστυνομοκρατία“. Η Ασφάλεια των πολιτών θεωρήθηκε μάλιστα σαν οιονεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται ρητά στο συνταγματικό κείμενο καίτοι προκύπτει από το πνεύμα των σχετικών επιταγών. Στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρονταν ότι «η δημόσια τάξη, η ασφάλεια και η πολιτική προστασία είναι συνταγματικά δικαιώματα με όρους ισονομίας και ισοτιμίας για όλους τους ανθρώπους και πρέπει να απεμπλακούν από τα μικροκομματικά και μικροπολιτικά παιχνίδια της κάθε κυβέρνησης».

Η Ασφάλεια όπως αναφέραμε στο πρώτο σημείωμα είναι όρος διασφάλισης της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε περιβάλλον διαφύλαξης της κοινωνικής ειρήνης. Ωστόσο η διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης μπορεί να εξασφαλίσει σε σημαντικό βαθμό, όχι μόνο την αναπαραγωγή της κεφαλαιοκρατικής σχέσης αλλά και την ασφαλή ύπαρξη και διαβίωση των υποτελών τάξεων.

Η προσέγγιση της Αριστεράς που θεωρεί την Ασφάλεια σαν δημόσιο αγαθό και συμπυκνώθηκε στο σύνθημα “αστυνόμευση και όχι αστυνομοκρατία“, είχε και έχει πολιτική χρησιμότητα γιατί στοχεύει στην ανατροπή της λειτουργίας της «Ασφάλειας», όπως την κληροδότησε στην Αστυνομία το πολιτικό κατεστημένο τα τελευταία εβδομήντα τουλάχιστον χρόνια. Όπου η ασφάλεια με την “δημόσια τάξη” εξασφάλιζαν την περιφρούρηση της απρόσκοπτης διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, με αυτό που αποκλήθηκε “Αστυνομικό Κράτος”, δηλαδή με όρους βίαιου καταναγκασμού, διώξεων, αυταρχισμού, αστυνομικής αυθαιρεσίας και ακραίας καταστολής. Με ποιο τρόπο και σε τι βαθμό η ασφάλεια σαν λειτουργία θα μπορεί να ασκηθεί θετικά για το σύνολο του πληθυσμού, για όλο τον «λαό» είναι θέμα συσχετισμών δύναμης γιατί σε τελευταία ανάλυση το περιεχόμενο της διάκρισης της αστυνόμευσης από την αστυνομοκρατία κινείται στα ασαφή όρια ενός ιδεολογήματος.

Σύμφωνα με τους Γ. Σ. Ριγάκο και Γ. Παπανικολάου η Αριστερά θα έπρεπε σε επίπεδο πολιτικής στρατηγικής “να επιδιώξει να θέσει στο κέντρο των προτεραιοτήτων της αποστολής της αστυνομίας τη δημόσια ασφάλεια, με την έννοια του περιορισμού των βλαπτικών αποτελεσμάτων στην καθημερινή ζωή”. Για την επίτευξη αυτού του στόχου θα ήταν απαραίτητη μια λειτουργική αναδιάρθρωση της Αστυνομίας που θα μπορούσε να εξασφαλίσει μία “εντατικοποίηση της δραστηριότητας της αστυνομίας σε ορισμένα πεδία της κοινωνικής ζωής αλλά και μια συρρίκνωση ή πλήρη απόσυρσή της από άλλα”, εξοικονομώντας παράλληλα προσωπικό.

Η λειτουργία της Ασφάλειας θα όφειλε να επιλύσει πρωτίστως το πρόβλημα της Εγκληματικότητας. Σύμφωνα με το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, λύσεις στο πρόβλημα θα έδινε μια συνδυασμένη πολιτική πρωτοβουλία για την καταπολέμηση της Εγκληματικότητας η οποία θεωρήθηκε ότι δεν αντιμετωπίζεται μόνο με αστυνομικά μέτρα. Για το σκοπό αυτό, προτάθηκε ένα κλιμακούμενο τετράπτυχο αντιεγκληματικής πολιτικής που θα αρθρώνονταν στην «πρόληψη, αποτροπή, ήπια διαχείριση και εν τέλει καταστολή» της εγκληματικότητας. Προτάθηκε επίσης ή λειτουργία Τοπικών Συμβουλίων Πρόληψης Παραβατικότητας και διαχείρισης – αντιμετώπισης της ενδοσχολικής βίας.

Την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ έγιναν προσπάθειες για την οριοθέτηση της Εγκληματικότητας και την ταξικά αμερόληπτη θεώρησή της. Καταβλήθηκαν επίσης προσπάθειες για την καταστολή της αστυνομικής διαφθοράς. Τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών, θα πρέπει να αποτιμηθούν τόσο ποσοτικά, όσο και να αναλυθεί η ποιοτική τους διάσταση.

Ένας επιπλέον κίνδυνος που πήγαζε από τις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες της τρέχουσας συγκυρίας ήταν η ιδιωτικοποίηση αστυνομικών υπηρεσιών που μεθοδεύονταν και μεθοδεύεται με επίμονη και μεθοδική συνέπεια. Το πρόγραμμα το ΣΥΡΙΖΑ έθετε επιτακτικά το θέμα της αυστηροποίησης του πλαισίου λειτουργίας των ιδιωτικών εταιριών φύλαξης (security) και της άρνησης κάθε συζήτησης για οπλοφορία των υπαλλήλων τους. Οι θέσεις του προγράμματος απέρριπταν την ανάθεση αστυνομικών αρμοδιοτήτων τόσο σε ιδιώτες, όσο και σε δημοτικούς αστυνομικούς. Θα πρέπει να σημειωθεί ωστόσο ότι η συμβολή στην αστυνόμευση των υπηρεσιών ιδιωτικής ασφάλειας έχει παγιωθεί πλέον διεθνώς. Το γεγονός αυτό καθιστά ενδεχομένως ανεδαφικό ένα αίτημα πλήρους κατάργησης των εταιρειών φύλαξης στις παρούσες συνθήκες. Όμως υπάρχει έδαφος, πέρα από την νομοθετική ρύθμιση του καθεστώτος λειτουργίας τους, η Αριστερά να παρέμβει πολιτικά και συνδικαλιστικά στις εταιρείες αυτές που είναι φυτώρια εργοδοτικής αυθαιρεσίας και συνδέονται με φασιστικής αντίληψης πολιτικά μορφώματα και πελατειακά δίκτυα. Με την επάνοδο της ΝΔ στην διακυβέρνηση, δρομολογούνται εκ νέου πολιτικές ιδιωτικοποίησης αστυνομικών υπηρεσιών.

β) Η Αναμόρφωση – Αναβάθμιση της Αστυνομικής Εκπαίδευσης

Στις θέσεις του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ για την Αστυνομία, αποδίδεται μεγάλο βάρος στο θέμα της Εκπαίδευσης του προσωπικού. Και δικαίως γιατί η εκπαίδευση του προσωπικού της Αστυνομίας είναι κομβικής σημασίας για την μορφή και το περιεχόμενο όχι μόνον της διαμόρφωσης του επαγγελματικού προφίλ των αστυνομικών, αλλά και της δευτερογενούς και οργανωμένης πολιτικής κοινωνικοποίησης του Σώματος.

Στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τα Σώματα Ασφαλείας και ειδικά για την Αστυνομία, οι πράξεις καταχρηστικής ή αξιόποινης χρήσης βίας και καταστολής, όπως η δολοφονική χρήση των υπηρεσιακών όπλων ενάντια σε πολίτες και δη νέους, αποδόθηκαν στην «ανεπαρκή εκπαίδευση των Σωμάτων Ασφαλείας αναφορικά με τη χρήση μη βίαιων μέτρων επιβολής του νόμου, το χειρισμό των όπλων και την εκτίμηση των κινδύνων». Αναφέρονταν λοιπόν πως η «μόνη απάντηση» για την ανάσχεση και εξάλειψη αυτών των πράξεων «είναι η μέριμνα για τη σωστή εκπαίδευση των αστυνομικών και όλων των μελών των Σωμάτων Ασφαλείας: από τη σωστή εκπαίδευση στη χρήση των όπλων», καθώς και τη εκπαίδευση στην εφαρμογή νομικών θεμάτων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, «τόσο στα καθημερινά τους καθήκοντα όσο και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, με ιδιαίτερη έμφαση σε μη βίαια μέτρα επιβολής του νόμου, καθώς και γνώση των ποινών που το ποινικό και διοικητικό δίκαιο επισείουν για την παραβίασή τους».

Η κατάσταση που επικρατούσε στην αστυνομική εκπαίδευση ήταν η εικόνα ενός κατακερματισμένου συστήματος, στεγανών και στρατιωτικοποιημένων εκπαιδευτικών μονάδων με διάρθρωση, διαδικασίες επιλογής προσωπικού, εκπαιδευτικό έργο και διαδικασίες μη συμβατές με τις αντίστοιχες που ισχύουν για την ακαδημαϊκή κοινότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ διαμόρφωσε προτάσεις για την ενσωμάτωση της αστυνομικής εκπαίδευσης στον εθνικό ακαδημαϊκό κορμό. Οι προτάσεις αυτές διαμορφώθηκαν και κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης και ενσωματώθηκαν σε νομοσχέδιο “Για την Αναβάθμιση της Αστυνομικής Εκπαίδευσης”.

Το νομοσχέδιο προέβλεπε τη θεσμοθέτηση τριών διακριτών προγραμμάτων – επιπέδων εκπαίδευσης που θα εξασφάλιζαν θεσμικά εχέγγυα μέσω των Πανελλήνιων Εξετάσεων. Το νομοσχέδιο αυτό θα αναβάθμιζε συνολικά και ολιστικά την ποιότητα της αστυνομικής εκπαίδευσης. Σε αυτό προβλέπονταν:

  1. i) «Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας», πενταετούς διάρκειας, συν ένα έτος εξειδίκευσης. Η Σχολή θα είναι ισότιμη με τα Ιδρύματα και τις Σχολές του Πανεπιστημιακού τομέα της Ανώτατης Εκπαίδευσης με ισότιμα πτυχία με αυτά των άλλων ΑΕΙ. Το πέμπτο έτος της Σχολής “δύναται να οδηγεί στην απονομή ενιαίου και αδιάσπαστου τίτλου σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου (integrated master), «επιπέδου 7 του Εθνικού και Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων”.
  2. ii) «Σχολή Υπαξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας», τετραετούς διάρκειας, συν ένα έτος πρακτικής άσκησης, ισότιμη με τα Ιδρύματα και τις Σχολές του Πανεπιστημιακού τομέα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, ισότιμα πτυχία, «επιπέδου 6 του Εθνικού και Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων».

iii)     «Σχολή Αστυφυλάκων Ελληνικής Αστυνομίας», πρόγραμμα αστυνομικής εκπαίδευσης διετούς διάρκειας, με απονομή διπλωμάτων “επιπέδου πέντε (5) του Εθνικού και Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων”.

Είναι προφανές ότι η Εκπαίδευση του προσωπικού βελτιώνει την υπηρεσιακή απόδοσή του και ενδεχομένως να μπορούσε να υποβοηθήσει στον μετριασμό και στην αποφυγή καταστάσεων αυθαιρεσίας, αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς και άσκησης ακραίας βίας στις πρακτικές τμημάτων του προσωπικού. Όμως η αστυνομική αντιδημοκρατική συμπεριφορά της μνημονιακής περιόδου και αυτή που ασκείται μετά την επάνοδο της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς στην διακυβέρνηση, είναι ένα σύνθετο φαινόμενο, το οποίο οφείλεται κυρίως στις διαδικασίες πολιτικής κοινωνικοποίησης τις οποίες υφίσταται το προσωπικό κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής και ιδεολογικής διαμόρφωσής του. Οι αντιδημοκρατικές συμπεριφορές πχ κατά την αντιμετώπιση των λαϊκών κινητοποιήσεων διαμαρτυρίας ή μεμονωμένων ατόμων, δεν είναι αποτέλεσμα μόνον κάποιας ελλιπούς γνώσης «των ποινών που το ποινικό και διοικητικό δίκαιο επισείουν για την παραβίασή τους» από μέλη του προσωπικού, κυρίως των ειδικών μονάδων που υποπίπτουν σε τέτοια παραπτώματα.

Για την εκδήλωση των αυταρχικών συμπεριφορών αυτών, σημαντικό ρόλο παίζουν όπως έχει ήδη αναφερθεί στο πρώτο σημείωμα, η ταξική θέση του προσωπικού, οι πολιτικές του δεσμεύσεις και εξαρτήσεις, ακόμα και τα πολιτικά και κοινωνικά κριτήρια επιλογής του. Και τέλος, οι πολιτικές κατευθύνσεις που δίδονται στο προσωπικό είτε άμεσα μέσω διαταγών της ιεραρχίας, είτε έμμεσα με συμπεριφορές επιβράβευσης, ανοχής  και ασυλίας ή αντίθετα αποτροπής πρακτικών και συμπεριφορών. Το ότι το θέμα έχει βαθύτερη αιτιολογία από μία προσέγγιση τεχνικού τύπου, φαίνεται και από το γεγονός της υποχώρησης αντικοινωνικών και αντιδημοκρατικών συμπεριφορών του προσωπικού κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και της επιστροφής τους κατά την δεξιά διακυβέρνηση του ακολούθησε. Το γεγονός είναι ότι αυτές οι συμπεριφορές σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, είναι πάντοτε παρούσες και η Αριστερά οφείλει να τις εκριζώνει.

Οι συντάκτες του προγράμματος, προφανώς ήταν και είναι γνώστες των παραπάνω αναφερομένων και η διατύπωση θέσεων που αποδίδουν τις αστυνομικές εκτροπές στην ελλιπή εκπαίδευση του προσωπικού, δεν είναι εκδήλωση πολιτικής αφέλειας εκ μέρους τους. Για την ερμηνεία της “μετριοπαθούς” αυτής διατύπωσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ακόμη και η διατύπωση θέσεων είναι αντανάκλαση του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων στον χώρο της Αστυνομίας και ως εκ τούτου επηρεάζει όχι μόνον τον τρόπο εκφοράς του πολιτικού λόγου αλλά και το περιεχόμενό του.

Όμως, η διατύπωση ότι η «σωστή εκπαίδευση» ως «μόνη απάντηση» χρήζει περισσότερου σχολιασμού. Αν ληφθεί κατά κυριολεξία υπόκειται στην προαναφερθείσα κριτική, καθώς φαίνεται ότι παραμένει σε ένα τεχνικό επίπεδο αντιμετώπισης και δεν υπεισέρχεται στην κοινωνική και ιδεολογική διάσταση ενός θέματος στρατηγικής σημασίας, όπως είναι η αστυνομική εκπαίδευση. Ωστόσο οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την αναδιάρθρωση της αστυνομικής εκπαίδευσης, όπως αποκρυσταλλώθηκαν αργότερα στο αντίστοιχο νομοσχέδιο, είναι μεν μια τεχνικοδιοικητική προσέγγιση του θέματος, αλλά όχι πολιτικά ουδέτερη. Η ανωτατικοποίηση, η ισοτιμία και η ομογενοποίηση σε ενιαίο σύστημα των Σχολών της Αστυνομίας με το εθνικό ακαδημαϊκό θεσμικό πλαίσιο, η θεσμική «αποστρατικοποίηση» του, μπορεί φαινομενικά να μην παρέμβαινε άμεσα στην καρδιά του προβλήματος της ιδεολογικοπολιτικής ηγεμονίας της Δεξιάς, αλλά θα βελτίωνε το υλικοτεχνικό και οργανωτικό υπόβαθρο της παροχής της εκπαίδευσης που δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερο. Θα διαμόρφωνε το «γήπεδο» διεξαγωγής ενός γκραμσιανού «πολέμου θέσεων» με νέους ευνοϊκότερους όρους.

Συνεπώς το μείζον θέμα στον τομέα της αστυνομικής εκπαίδευσης είναι ότι η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε στην διάρκεια μιας ολόκληρης κυβερνητικής θητείας να “κατεβάσει” το νομοσχέδιο στη Βουλή, να το καταστήσει νόμο του κράτους και να αρχίσει να παράγει θεσμικά και κοινωνικοπολιτικά αποκρυσταλλώματα. Το θέμα υποτιμήθηκε, το νομοσχέδιο προσέκρουσε στις συμπληγάδες της διοικητικής γραφειοκρατίας, στα στεγανά της αστυνομικής ιεραρχίας και στις οργανωμένες αντιστάσεις άτυπων ομάδων παρακρατικού προσδιορισμού. Όλα αυτά κατάφεραν να εκτροχιάσουν και τελικά να καθυστερήσουν τη διαδικασία ολοκλήρωσης της εκπόνησης και κατάθεσής του. Αυτή η κατάληξη αποτέλεσε μια σοβαρή ήττα της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

γ) Διαφανές και αξιοκρατικό σύστημα αξιολόγησης, κρίσεων και προαγωγών:

Σύμφωνα με τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, το πλαίσιο αξιολόγησης, κρίσεων, προαγωγών και γενικότερα της υπηρεσιακής εξέλιξηςήταναδιαφανές, και ωθούσε το προσωπικό στην καλλιέργεια πελατειακών σχέσεων και πλήρους κομματικοποίησης. Το πρόγραμμα προέβλεπε την εφαρμογή ενός «αξιοκρατικού συστήματος αξιολόγησης» με βαθμό δυσκολίας των Υπηρεσιών, μετρήσιμα ποσοτικά αποτελέσματα και τα τυπικά προσόντα. Επίσης προέβλεπε ελέγχους της ηγεσίας των Σωμάτων Ασφαλείας από Διαρκή Επιτροπή.

Οι άξονες που τέθηκαν συνοψίζονταν σε βασικά αιτήματα όπως:

  1. i) Εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, αξιοποίηση της εμπειρίας και της γνώσης.
  2. ii) Τέθηκε σαν στόχος η αντικατάσταση του «ρουσφετολογικού, αναξιοκρατικού» συστήματος κρίσεων των αξιωματικών, από «ένα αντικειμενικό σύστημα που θα μετρούσε προσόντα, γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία».

iii)       Προτάθηκε η κατάργηση του υπάρχοντος βαθμολογίου που έχει σαν αποτέλεσμα την υπερπαραγωγή στρατηγών και αξιωματικών.

  1. iv) Προτάθηκε επίσης η δημιουργία Σχολής Στελεχών Διοίκησης της Αστυνομίας. Δηλαδή για τη στελέχωση της Αστυνομίας με λιγότερα και ικανότερα στελέχη.

Αυτές τις θέσεις που παρατέθηκαν συνοπτικά, κλήθηκε να εφαρμόσει ως πολιτική για την Αστυνομία ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας μετά τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015.

 

  1. Σκέψεις για μια συνολική αποτίμηση των θέσεων και των πολιτικών διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ για την Αστυνομία

Οι αρχικές θέσεις που διατυπώθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και την ανάληψη της διακυβέρνησης από την Αριστερά, σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται να προσπερνούσαν την ταξική φύση και τον ιδιόμορφο χαρακτήρα της Αστυνομίας ως Κατασταλτικού Μηχανισμού του Κράτους. Γινόταν βέβαια οι αντίστοιχες αναφορές, είτε με άμεσο τρόπο, είτε σαν υπαινιγμοί, στα επεξηγηματικά κείμενα και στις συνοδευτικές αναλύσεις. Αυτό καθιστούσε και καθιστά τις θέσεις ευεπίφορες σε «αριστερή» κριτική. Ωστόσο, ήταν σε τελευταία ανάλυση αρκετά «γειωμένες» στους κοινωνικούς συσχετισμούς της πολιτικής συγκυρίας. Καταβλήθηκε προσπάθεια να συγκροτήσουν ένα έντιμο συμβιβαστικό πλαίσιο και θα λειτουργούσαν περισσότερο σαν «τροχιοδεικτικά», στην κατεύθυνση διερεύνησης των ορίων ανοχής του συστήματος και κυρίως, να προλάβουν αντιδράσεις.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν επιδέχονται κριτικής ή δεν άφησαν περιθώρια για πολιτικά κενά κατά την υλοποίησή τους, το αντίθετο μάλιστα. Το σημαντικότερο πρόβλημα των θέσεων όμως εντοπίστηκε στο πεδίο εφαρμογής τους, στην αδυναμία πολιτικής τους επιβολής στην πράξη.

Ενδιαφέρουσα κριτική στις αντιλήψεις της περιόδου μέχρι το 2015 της Αριστεράς για τον εκδημοκρατισμό της Αστυνομίας, άσκησαν οι Γ. Σ. Ριγάκος και Γ. Παπανικολάου. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση «η θεωρητική ανάλυση και η κατανόηση της αστυνομίας από την αριστερά παραμένει σχετικά ανεπαρκής». Και τούτο γιατί οι αναλύσεις της Αριστεράς περιορίζονται «σε μια μηχανιστική θεωρητική στάση αντίδρασης σύμφωνα με την οποία η αστυνομία είναι απλά ένας μηχανισμός διαχείρισης της καταστολής στην υπηρεσία της άρχουσας τάξης και κατά τούτο πρέπει να αμφισβητείται ξεκάθαρα με κάθε ευκαιρία». Η στάση αυτή «περιορίζει την ικανότητα της αριστεράς να ανοίξει ένα διάλογο και να αρθρώσει ένα όραμα για ένα μετακαπιταλιστικό αστυνομικό μοντέλο το οποίο θα εγγυάται την ασφάλεια και θα είναι πιο δημοκρατικό» (G. S. Rigakos, CarletonUniversity, Canada, Γεώργιος Παπανικολάου, TeessideUniversity, UK1) [19].

Για τον εκδημοκρατισμό της Αστυνομίας με αριστερό πρόσημο, ιδιαίτερη έμφαση δίνονταν από τους συγγραφείς στα θέματα του επαναπροσδιορισμού του αστυνομικού επαγγέλματος μέσω της παρεχόμενης εκπαίδευσης, του επαναπροσδιορισμού του περιεχομένου της δημόσιας Ασφάλειας και της διεύρυνσης του πολιτικού ελέγχου της Αστυνομίας με συμμετοχή της κοινωνίας μέσω “ενός αποκεντρωμένου συστήματος διαβούλευσης με τους πολίτες” [20]. Όσον αφορά το περιεχόμενο θέσεων Παπανικολάου – Ριγάκου για επιμέρους θέματα, αυτές ταυτίζονταν σε γενικές γραμμές με τις αντίστοιχες θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Παρά και πέρα από τις κριτικές απόψεις, υπήρξαν ωστόσο επιτυχίες της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ που βελτίωσαν έστω και πρόσκαιρα την συμπεριφορά της Αστυνομίας προς τις υποτελείς τάξεις:

– Θα πρέπει να πιστώσουμε στην πολιτική της Κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ την σε γενικές γραμμές δημοκρατική και αποτελεσματική διαχείριση των προσφυγικών ροών από τα Σώματα Ασφαλείας. Αυτό συνιστούσε ένα είδος τομής σε σχέση με τις ξενοφοβικές και κατασταλτικές πρακτικές των προηγούμενων Κυβερνήσεων. Φυσικά δεν έλειψαν σε κάποιες περιπτώσεις οι καταγγελίες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά η συνολική εικόνα κατά το μάλλον ή ήττον παραμένει θετική, πάντα σε σχέση με την προηγηθείσα περίοδο.

– Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, επιτεύχθηκε η ελαχιστοποίηση της εμπλοκής της Αστυνομίας και η εργαλειοποίησή της στην διαχείριση πολιτικών και κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων.

– Το δόγμα του «εχθρού λαού» και της «μηδενικής ανοχής» περιορίστηκε και εξομαλύνθηκε σε κάποιο βαθμό η αντιμετώπιση των εκδηλώσεων κοινωνικής διαμαρτυρίας από την Αστυνομία. Εγκαταλείφθηκε σε ικανοποιητικό βαθμό η μονολιθική χρήση της καταστολής σαν πρώτης και μόνης επιλογής. Περιορίστηκε η ανοχή σε φαινόμενα αστυνομικής αυθαιρεσίας και η ασυλία σε παραβατικές και αντιδημοκρατικές, αντικοινωνικές σε τελευταία ανάλυση πρακτικές.

Δεν έλειψαν βέβαια φαινόμενα αστυνομικής αυθαιρεσίας και βίαιης συμπεριφοράς, ακόμα και εγκληματικές πράξεις. Φαίνεται ότι κάποιοι μηχανισμοί και στελέχη της αστυνομίας «ασφυκτιούσαν» με τα όρια και τους περιορισμούς που προσπαθούσε να επιβάλλει η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Εμβληματική περίπτωση είναι η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, όπου η αβελτηρία και οι ευθύνες της πολιτικής και φυσικής ηγεσίας της Αστυνομίας, επέτρεψαν η υπόθεση να εξελιχθεί τελικά σε ένα είδος ομοφοβικής και ρατσιστικής πρόκλησης προς την νομιμότητα, εκείνων των μελών της ιεραρχίας που κάλυψαν και καλύπτουν τις ευθύνες των αστυνομικών στην υπόθεση.

– Καταβλήθηκαν προσπάθειες καταπολέμησης, ανάσχεσης και περιορισμού της Διαφθοράς που είχε αποκτήσει ενδημικές διαστάσεις στο Σώμα. Στον τομέα αυτό σημειώθηκαν επιτυχίες. Οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στην εξάρθρωση δικτύων διαφθοράς που αναπτύχθηκαν για την εκμετάλλευση παραοικονομικών ή και παράνομων δραστηριοτήτων, σε ώσμωση με το κοινό έγκλημα. Στα δίκτυα αυτά εμπλέκονταν με πελατειακό και όχι μόνον τρόπο, στελέχη του πολιτικού προσωπικού των κομμάτων του παλιού δικομματισμού.

– Κατά τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επιτεύχθηκε η βελτίωση του κώδικα μεταθέσεων στην Αστυνομία, ρυθμίστηκε το θέμα των αδειών και επιλύθηκαν κάποια χρόνια προβλήματα του προσωπικού.

Συμπερασματικά, η διακυβέρνηση της Αριστεράς στο πεδίο της Αστυνομίας, έχει να επιδείξει επιτυχείς και εμβληματικές παρεμβάσεις, με επιστέγασμα τη δημιουργία κλίματος αποτροπής και ελέγχου των αυταρχικών πρακτικών και της αστυνομικής αυθαιρεσίας της προηγούμενης περιόδου, πράγμα που οδήγησε στον περιορισμό τέτοιων φαινομένων. Ωστόσο η αποσπασματικότητα των προτεινόμενων πολιτικών και η υπερτίμηση της προσπάθειας επίτευξης κλίματος συναίνεσης σε αυτές, ακόμα κι αν αυτό γίνονταν παράγοντας καθυστέρησης και εκφυλισμού τους, η ατολμία και έλλειψη αποφασιστικότητας, ο κρατισμός και ο κυβερνητισμός, επέτρεψαν την επιβίωση παθολογικών καταστάσεων, την ανατροπή συσχετισμών και σε πολλές περιπτώσεις την απώλεια του ελέγχου.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να επιλύσει θέματα ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας με αποτελεσματικό πολιτικό σχέδιο, επέδειξε ανεπίτρεπτες καθυστερήσεις στο νομοθετικό έργο, ανέπτυξε νοοτροπίες κυβερνητισμού και τέλος, δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την δράση του Παρακράτους.

Πιο συγκεκριμένα η Κυβέρνηση, συνολικά και ως πολιτική ηγεσία της Αστυνομίας ειδικά:

α) Δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται ή τουλάχιστον να μπορεί να αξιοποιήσει την συσσωρευμένη θεωρητική, πολιτική και πρακτική πείρα σχετικά με την ταξική φύση της Αστυνομίας, των εσωτερικών αντιθέσεων και των αντιφάσεων που την διατρέχουν, δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τις «ρωγμές» του μηχανισμού αυτού, ώστε να διεκδικήσει την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία. Στην τρέχουσα ιστορική περίοδο καίτοι έχει διαμορφωθεί ιστορικά και κυριαρχεί διεθνώς η προνομιακή σχέση των Αστυνομιών με την Δεξιά και μάλιστα με ακραίες μορφές της όπως η altright και διάφορα νεοφασιστικά μορφώματα, στην Ελλάδα οι γενικευμένες νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας δημιούργησαν κάποιες συνθήκες διεμβολισμού και υπονόμευσης της σύμπλευσης – συμμαχίας αστυνομίας και Δεξιάς. Αυτό θα δημιουργούσε νέες συμμαχίες με τμήματα του αστυνομικού σώματος και θα ενίσχυε τις αντιστάσεις στην επέλαση της Δεξιάς μετά τις εκλογές του 2019. Βέβαια δεν πρέπει να υπερτιμάται η αποτελεσματικότητα και η εμβέλεια μιας τέτοιας διαδικασίας για άμεση ανατροπή παγιωμένων συσχετισμών, ούτε να υποτιμώνται ή να μηδενίζονται οι προσπάθειες της Κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ προς αυτή την κατεύθυνση.

Η Κυβέρνηση αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ σαν πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς, δεν μπόρεσαν να επικεντρώσουν την προσοχή τους επαρκώς σε δύο κρίσιμης σημασίας τομείς: στον πολιτικοθεσμικό έλεγχο της Αστυνομίας και στην διαχείριση της ιδεολογικοπολιτικής σύγκρουσης με τις δεσπόζουσες ιδεολογίες στο Αστυνομικό Σώμα. Πιο συγκεκριμένα:

α.i) Δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα η προσπάθεια θεσμοθέτησης διαδικασιών ελέγχου, κατ’ αρχήν από το Κοινοβούλιο και κυρίως η εγκαθίδρυση και διεύρυνση θεσμών και μηχανισμών ελέγχου από την κοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια αντιλήφθηκε ότι δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε μια στρατηγική περικύκλωσης και “δημοκρατικής εφόδου” κατά της Αστυνομίας από τα έξω και χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων των αστυνομικών. Ωστόσο δεν στάθηκε δυνατόν να υλοποιήσει τις θέσεις του πχ για την δημιουργία τοπικών συμβουλίων και επιτροπών με συμμετοχή αστυνομικών και πολιτών, ούτε κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις συλλογικές διαδικασίες που εισηγήθηκε, τουλάχιστον στο μέτρο που θα άφηναν ένα ανθεκτικό αποτύπωμα.

α.ii) Δεν μπόρεσε να παρέμβει καίρια και αποφασιστικά στις υφιστάμενες και παγιωμένες διαδικασίες ιδεολογικοπολιτικής διαμόρφωσης του προφίλ του αστυνομικού ώστε να επηρεάσει τις διαδικασίες δευτερογενούς ιδεολογικού προσανατολισμού που γίνεται στις Αστυνομικές Σχολές. Επί παραδείγματι η “αποστρατικοποίηση” της αστυνομικής εκπαίδευσης και η θεσμική ενοποίηση με τα ακαδημαϊκά πρότυπα που ισχύουν για την Ανώτερη – Ανώτατη Εκπαίδευση στη χώρα, δεν εφαρμόστηκαν και οι Σχολές της Αστυνομίας παρέμειναν προνομιακός χώρος ιδεολογικής κυριαρχίας της δεξιάς αντιλαϊκής πολιτικής κοινωνικοποίησης.

Εν κατακλείδι, δεν φαίνεται να λειτούργησαν οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ στον επιθυμητό βαθμό ως συνεκτικό πολιτικό σχέδιο με αρχή, μέση και τέλος, που να μπορούσε να ευνοήσει τη δημιουργία μαζικών συσπειρώσεων στο χώρο. Επίσης, σε περίπτωση αστοχιών ή αποτυχίας του σχεδίου, η Κυβέρνηση και το κόμμα φαίνεται ότι δεν διέθεταν εναλλακτικό σχέδιο, το οποίο θα ήταν σε θέσει να επιβάλλουν. Βέβαια δεν ευθύνονται από μόνες τους οι θέσεις γι’ αυτό.

β) Η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επέδειξε εξαιρετική καθυστέρηση στην υλοποίηση ειλημμένων αποφάσεων στο σχετικό με τα Σώματα Ασφαλείας νομοθετικό έργο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το νομοσχέδιο για την Πολιτική Προστασία, που είχε εξαγγελθεί από τον Πρωθυπουργό και έξι μήνες μετά δεν πρόλαβε η Κυβέρνηση να το καταθέσει. Ή το νομοσχέδιο για την Αναβάθμιση της Αστυνομικής Εκπαίδευσης που ενώ βρίσκονταν στις αρχικές εξαγγελίες, δεν έφτασε ολόκληρη η θητεία της Κυβέρνησης για να κατατεθεί εγκαίρως. Η διαδικασία προετοιμασίας του νομοσχεδίου αυτού από τα δύο συναρμόδια Υπουργεία το Προστασίας του Πολίτη και το Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, καθώς και οι διαβουλεύσεις με τους φορείς των ενδιαφερομένων για τη συνολική αναμόρφωση της αστυνομικής εκπαίδευσης, υπήρξε πολύμηνη και τελικά το πολιτικό σχέδιο δεν τελεσφόρησε.

Είναι προφανές ότι σε αρκετές περιπτώσεις, τα καθ’ ύλην αρμόδια Υπουργεία της Κυβέρνησης, μπήκαν σε ατέρμονες και μη παραγωγικές διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους ή επικεφαλής Υπηρεσιών, οι οποίοι φαίνεται ότι στην πράξη δεν υιοθετούσαν τους στόχους της κυβερνητικής πολιτικής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την ίδρυση της Δικαστικής Αστυνομίας που μετά από ένα μη παραγωγικό, συντεχνιακό “αλισβερίσι”, έφτασε μέχρι τη διαβούλευση τον Αύγουστο του 2018 αλλά δεν προχώρησε ποτέ η ψήφισή του και στο τέλος εγκαταλείφθηκε, μετά την αλλαγή Υπουργού.

Εδώ θα πρέπει να θιγεί ένα θέμα πολιτικού αλλά και θεωρητικού χαρακτήρα: φαίνεται ότι υπήρχαν δύο αντιλήψεις στον τρόπο προώθησης των πολιτικών. Ο ένας τρόπος ήταν μία σταδιακή προσέγγιση, που θα βασιζόταν στην τμηματική εφαρμογή πολιτικών, λαμβάνοντας υπόψη τους επιμέρους συσχετισμούς και την αντίδραση των μηχανισμών λόγω πολιτικής, θεσμικής και διοικητικής αδράνειας της γραφειοκρατίας. Ο άλλος τρόπος ήταν αυτός της εξ αρχής συνολικής τοποθέτησης του θέματος και την αντιπαράθεση σε ένα εφ’ όλης της ύλης ολιστικό πλαίσιο. Σε αυτή την περίπτωση ενδεχομένως να υπήρχε αντιπαράθεση μεγαλύτερης έντασης. Ο πρώτος τρόπος φαίνεται να προτιμήθηκε σαν πιο συμβατός με τους υφιστάμενους συσχετισμούς πραγματικούς ή φανταστικούς. Εξάλλου όταν έχεις ένα μεγάλο πρόβλημα, αν το χωρίσεις σε μικρότερα επιμέρους κλάσματα, μπορείς να τα χειριστείς καλύτερα. Ωστόσο δεν είναι προφανές ότι θα φτάσεις στην τελική συνολική λύση. Φαίνεται λοιπόν ότι η σταδιακή αυτή προώθηση πολιτικών χωρίς την αντιπαράθεση στο γενικό πλαίσιο, αποδυναμώνει συνολικά την διαπραγμάτευση κατά την πολιτική αντιπαράθεση, οπότε ο τελικός στόχος εξαφανίζεται σε ένα σύννεφο ελασσόνων στόχων και ανάγεται σε ένα χιλιαστικού τύπου μέλλον. Το δίλημμα δεν ήταν απλό.

γ) Σε αρκετές περιπτώσεις, τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ έπεσαν στην παγίδα του Κυβερνητισμού. Υποκύπτοντας στην νοοτροπία του κυβερνητισμού, έγιναν φορείς της. Αυτό έχει σημασία για την κατανόηση των προβλημάτων ιδεολογικής επιβολής και καθυστερήσεων υλοποίησης των πολιτικών που αναφέρονται ανωτέρω. Υπήρχαν βέβαια οι περιπτώσεις προβλημάτων η επίλυση των οποίων απαιτούσε μακροχρόνια προσπάθεια ανατροπής και εκρίζωσης κατεστημένων καταστάσεων. Τέτοιου είδους προβλήματα ήταν και είναι αρκετά στο χώρο της Αστυνομίας. Ωστόσο το πρόβλημα του κυβερνητισμού είναι αμφίδρομο: οφείλεται και στην ικανότητα του κράτους όχι απλώς να ενσωματώνει λειτουργικά το εκάστοτε σύστημα διακυβέρνησης, αλλά να το καθιστά δομικό στοιχείο του. Ιδιαιτέρα αν τα στελέχη του νέου συστήματος διακυβέρνησης, τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ εν προκειμένω, συμφύονται αναγκαστικά με την υφιστάμενη διοικητική γραφειοκρατία κατά την διάρκεια της τρέχουσας – καθημερινής διοικητικής διαδικασίας, ιδίως στις περιπτώσεις που οι πολιτικοί συσχετισμοί στα εκάστοτε Υπουργεία ήταν δυσμενείς.

Όπως παρατήρησε εύστοχα ο Χ. Βερναρδάκης, οι Υπουργοί, οι Υφυπουργοί και σε μικρότερο βαθμό οι Γενικοί Γραμματείς, ως υπόλογοι του έργου των εποπτευόμενων Υπουργείων ή υπηρεσιών αλλά και ως αποδέκτες των αιτημάτων του προσωπικού, λειτουργούν κάποτε σαν οιονεί συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι του προσωπικού των εποπτευόμενων υπηρεσιών. Οι διαδικασίες αυτές της άτυπης διαμεσολάβησης, των προσωπικών δεσμεύσεων και αλληλοεπιδράσεων, δεν είναι αθώες. Και αυτό γιατί υποβαθμίζουν την πολιτική λειτουργία και μετατρέπουν το πολιτικό στέλεχος σε ένα είδος διοικητικού προϊστάμενου και συντεχνιακού διαμεσολαβητή. Αυτού του είδους η εμπλοκή με τα τρέχοντα θέματα της διοίκησης, φάνηκε ότι τελικά υπονομεύει τη θεσμική λειτουργία πολιτικής εποπτείας που θα πρέπει να ασκεί ένας πολιτικός προϊστάμενος.

Το πλέγμα αυτών των σχέσεων διαμεσολάβησης:

γ.i) απαιτεί η λειτουργία του πολιτικού αξιώματος να μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, πράγμα που συνιστά στοιχείο του ιδεολογικού πλαισίου του κυβερνητισμού,

γ.ii) η ροπή προς κυβερνητισμό ενισχύεται από την υποστήριξη ή την ανοχή της διοίκησης, γιατί ο κυβερνητισμός μπορεί να συμπλέει με τα συμφέροντα της διοικητικής γραφειοκρατίας και

γ.iii) το πλέγμα αυτών των σχέσεων διαμεσολάβησης συνιστά από ιδεολογική όσο και από ψυχαναλυτική άποψη, κάτι σαν «σημείο διαρραφής» (pointdecapiton) από όπου ο εισρέων κυβερνητισμός και το ιδεολογικό φορτίο του εξυφαίνουν τη δομική ενσωμάτωση στο κράτος.

Σύμφωνα με τον Ν. Πουλαντζά, όταν ένα κόμμα ως πολιτικό υποκείμενο διεκδικεί την κυβερνητική εξουσία, κατά το αρχικό στάδιο στέκεται απέναντι στο κράτος και τους μηχανισμούς του, σαν εξωγενής ως προς το σύστημα παράγων [21]. Όταν αυτό το κόμμα καταφέρει να αποσπάσει την διακυβέρνηση, το πολιτικό προσωπικό του κόμματος, ακόμα κι αν έχει ανατρεπτικό πολιτικό σχέδιο ή προβάλλει κάποιο “αντισυστημικό” πρόσημο όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, ωθείται να μετατραπεί αυτό το ίδιο σε κράτος.

Προχωρώντας τον ανωτέρω συλλογισμό, ισχυριζόμαστε ότι το πολιτικό αυτό προσωπικό δεν στελεχώνει απλώς το κράτος, δεν ενσωματώνεται απλώς σε αυτό, αλλά μετατρέπεται σε νεοπαγή κρατική δομή. Σε αυτή την περίπτωση, στοιχεία από το διαφοροποιημένο πολιτικό σχέδιο μπορούν να ενσωματωθούν στο κρατικό σύστημα. Αυτός είναι ένας κίνδυνος που ελλοχεύει όταν ένα πολιτικό υποκείμενο της ευρύτερης ή της ριζοσπαστικής Αριστεράς, διεκδικεί την εξουσία χωρίς ωστόσο να αμφισβητήσει δομικά το θεσμικό πεδίο του έθνους – κράτους ή έστω των βασικών αρμών του.

Έτσι το πολιτικό υποκείμενο μπορεί να ασκήσει από μία ήπια διαχείριση μέχρι μια πολιτική πλήρους και συστημικής ενσωμάτωσης. Μπορεί αντίθετα να παραμείνει σε μία μορφή «αριστερής» ρεφορμιστικής διακυβέρνησης. Στην περίπτωση αυτή, το δίλημμα επιλογής μεταξύ συστημικού κρατισμού ή ρεφορμισμού θα πρέπει να επιλύεται προς όφελος του δεύτερου! Ρεφορμισμός μεν, αλλά προοδευτικός εφόσον βελτιώνει τη θέση και την κατάσταση των υποτελών τάξεων. Το τι θα συμβεί από τα παραπάνω, πως και με ποιους όρους, εξαρτάται από τη κοινωνική δυναμική, την πολιτική διαπάλη, από τους πολιτικούς συσχετισμούς ισχύος με τους λεγόμενους “αρμούς της εξουσίας” και το βαθμό επιρροής της παλιάς διοικητικής γραφειοκρατίας και το δυναμισμό της νέας [22].

Αυτές οι διαδικασίες περιγράφουν grossomodo την ιστορική πορεία, την εξέλιξη και την «μετάλλαξη» του ΠΑΣΟΚ μέσα σε μια 20ετία. Στην αρχική φάση “κατέκτησε” το “κράτος της Δεξιάς” και επέβαλλε θεσμικές αλλαγές που ενσωματώθηκαν στην κρατική δομή μαζί με το στελεχικό δυναμικό που εξασφάλιζε την υλοποίησή της. Η ενσωμάτωση αυτών των αλλαγών στην κρατική δομή, δημιούργησε ένα νέο κρατικό μόρφωμα. Η επικράτηση του κρατισμού και του κυβερνητισμού κατά το τελευταίο στάδιο της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ήταν προϊόν εκδήλωσης κοινωνικών και πολιτικών ανταγωνισμών γύρω και μέσα στο κράτος και δευτερευόντως διαπάλης μηχανισμών της κρατικής γραφειοκρατίας. Δεν θα επεκταθούμε στο θέμα γιατί δεν είναι αντικείμενο του παρόντος σημειώματος.

Στην περίπτωση διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκαν κάποια φαινόμενα κυβερνητισμού από αυτά που αναφέρθηκαν, υπήρξε δε παράλληλα σε κάποιο βαθμό και διείσδυση της πολιτικής του στο διοικητικό μηχανισμό και κατ’ επέκταση και πεδίο της Αστυνομίας. Ωστόσο το ελληνικό αστικό κράτος φαίνεται να παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό “απροσπέλαστο” από το σύστημα ΣΥΡΙΖΑ, για διάφορους λόγους που δεν είναι της παρούσης. Φαίνεται ότι η «ώσμωση» ανάμεσα στα δύο συστήματα δεν προχώρησε σε βαθμό τέτοιο ώστε να τεθούν εκατέρωθεν διακυβεύσεις στρατηγικής κλίμακας και να οξυνθεί ο ανταγωνισμός τους. Και τούτο γιατί δεν το επέτρεψε ο συσχετισμός δύναμης, την πλάστιγγα του οποίου έγειραν με το βάρος τους οι «θεσμοί» των δανειστών, προς όφελος της ιθύνουσας ελίτ. Αυτό φυσικά ίσχυσε και στην περίπτωση της Αστυνομίας με μεγάλο αντίκτυπο στον συνολικό έλεγχο του κράτους από την Κυβέρνηση της Αριστεράς, λόγω και του ειδικού βάρους της φύσης της Αστυνομίας ως Κατασταλτικού και Ιδεολογικού Μηχανισμού του Κράτους.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μέσω της μνημονιακής επιβολής των “θεσμών” (της τρόικας και των εγχώριων υποστηρικτών και “τμημάτων” της), εξαναγκάστηκε να συρθεί σε αυτό που νοείται σαν “ορθή διακυβέρνηση” [23]. Βάσει της αρχής αυτής, οι κυβερνήσεις καθίστανται πολιτικά “υπεύθυνες” για την τήρηση των συνομολογημένων δεσμεύσεων. Η αρχή αυτή ανασύρεται συχνά στην περίπτωση των ενδοκοινοτικών σχέσεων στους κόλπους της ΕΕ. Η επίκληση και η επιβολή της αρχής με άμεσους ή έμμεσους τρόπους, χρησιμοποιήθηκε σαν μοχλός πίεσης εις βάρος της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ (το περίφημο pacta sunt servanda του Βόλφγκανγκ Σοϋμπλε), υπό το πρόσχημα της διαχείρισης του χρέους και των μνημονιακών υποχρεώσεων προς τους δανειστές.

Η ορθή διακυβέρνηση όμως, πέρα από το πεδίο των οικονομικών μνημονιακών υποχρεώσεων και δουλειών, λειτούργησε και υπό τη μορφή του κρατισμού και του κυβερνητισμού σε όλη την έκταση της διοίκησης σαν αποφασιστικό όπλο στον «πόλεμο θέσεων» προς όφελος της Δεξιάς. Επίσης, όσον αφορά την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, λειτούργησε διχοτομικά ανάμεσα στις εξαγγελίες προς την κοινωνική και κομματική βάση και στην πολιτική που εξαναγκάστηκε να ακολουθήσει. Αυτό δημιούργησε τόσο άμεσα όσο και μακροπρόθεσμα, αποσυσπείρωση δυνάμεων και αποδυνάμωση της πολιτικής εκπροσώπησης, τις δε συνέπειες ο ΣΥΡΙΖΑ θα αντιμετωπίζει και στο μέλλον.

δ) Τέλος, αυτό που ενδεχομένως δεν έλαβε υπόψη της η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στην έκταση και τη βαρύτητα που απαιτούνταν, ήταν η σύμφυση τμημάτων της ιεραρχίας της Αστυνομίας με το Παρακράτος, αυτό το παραπολιτικό μόρφωμα νόσφισης εξουσίας. Ακόμα και με όρους αστικής κριτικής, επισήμως το παρακράτος είναι καταδικαστέο και τούτο γιατί ως ύπαρξη παράλληλης και παράτυπης ιεραρχίας, καταστρατηγεί εκ θεμελίων το Κράτος Δικαίου. Η καταστρατήγηση αυτή θεωρείται ότι επέρχεται μέσω της χειραγώγησης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα (από αποφάσεις στρατηγικού χαρακτήρα έως και αποφάσεις μικροκοινωνικής εμβέλειας). Ωστόσο, παρά την κριτική του αστικού συνταγματισμού, η ύπαρξη του παρακράτους είναι δομικό και λειτουργικό στοιχείο του αστικού έθνους – κράτους και τμήματα της Αστυνομίας συνιστούν βασικό επιχειρησιακό βραχίονα του, όπως εξάλλου και τμήματα όλων των Κατασταλτικών Μηχανισμών επιβολής του Κράτους [24].

Για την Αριστερά, η ύπαρξη και η λειτουργία του παρακράτους που στρέφεται κυρίως εναντίον της και εναντίον των κινημάτων χειραφέτησης των υποτελών τάξεων, είναι μια βαθιά αντιδημοκρατική διαδικασία πολιτικής οπισθοδρόμησης, υποταγής και χειραγώγησης της κοινωνίας συνολικά με εξωθεσμικές μεθόδους και έκνομες ενέργειες.

Δεν θα επεκταθούμε στην διατύπωση θεωρητικών απόψεων για το φαινόμενο ή την ιστορία του Παρακράτους, ωστόσο όσον αφορά την Ελλάδα θα πρέπει να αναφέρουμε εν τάχει την σύνθεσή του. Το παρακράτος στην Ελλάδα διαχρονικά, αρθρώνεται από την εξωθεσμική, παράτυπη και εν πολλοίς παράνομη διαπλοκή και σύμφυση Υπηρεσιών Ασφαλείας Στρατού και Αστυνομίας (μυστικών υπηρεσιών), εκπροσώπων του κεφαλαίου, πολιτικών του συντηρητικού κυρίως χώρου αλλά όχι κατ’ αποκλειστικότητα, εκπροσώπων του Δικαστικού Σώματος και στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν μέλη της εκκλησιαστικής Ιεραρχίας και των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων, μερίδα ιδιοκτητών του Τύπου και εργαζόμενων σε αυτόν, ενδεχομένως και εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής ρεφορμιστικής ελίτ, χούλιγκαν ποδοσφαιρικών ομάδων και αρκετές φορές εκπρόσωποι του οργανωμένου εγκλήματος, καθώς και λούμπεν στοιχεία που εξαρτώνται από τους παραπάνω. Σε αυτό το σύνολο θα πρέπει επίσης να προσμετρηθούν και στελέχη Πρεσβειών και ξένων μυστικών υπηρεσιών, τουλάχιστον για τις περιόδους όπου υπήρξε εμφανής και αποδεδειγμένη η ανάμιξη του ξένου παράγοντα.

Είναι προφανές ότι η Αστυνομία λόγω της φύσης της, και της ιεραρχικής, γραφειοκρατικής της δομής, μπορεί να αναπτύξει παράλληλες άτυπες ιεραρχίες, δίκτυα και μικροδίκτυα παρακρατικής φύσης. Εξάλλου η ύπαρξη φαινομένων διαφθοράς στον κορμό της, καθιστούν ευεπίφορη την σύνδεση τμημάτων της με το παρακράτος. Η ένταξη των άτυπων δικτύων της παράλληλης αυτής ιεραρχίας στο σώμα του παρακράτους, παρόλο τον κοινό σκοπό που είναι η αναπαραγωγή του συστήματος, δεν είναι γραμμική ούτε η δράση τους πάντοτε ενιαία, λόγω αντιφατικών επιμέρους συμφερόντων.

Αυτό που κατέστη δυνατό κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν ο ακριβής συντονισμός της δράσης από κέντρα παρακρατικής εξουσίας, όλων των συνιστωσών του παρακράτους και της υποταγής όλων των επιμέρους συμφερόντων, σε έναν κοινό κύριο στόχο, την ανατροπή της Κυβέρνησης της Αριστεράς και την «θωράκιση» της παλινόρθωσης της Δεξιάς διακυβέρνησης στο μέλλον. Με τον τρόπο αυτό η λειτουργία οργανωμένων στοιχείων του παρακράτους στους κόλπους της Αστυνομίας, με κωλυσιεργίες, παραπληροφόρηση και ανυπακοή, βρίσκονταν στην πηγή καθυστερήσεων της εφαρμογής πολιτικών αποφάσεων μέχρι τον εκφυλισμό τους, έφερνε αντιρρήσεις σε διαρκή βάση και ενδεχομένως να προέβη σε προβοκατόρικες ενέργειες μεγάλου εύρους, αν κρίνουμε από την εύνοια που επέδειξε η κυβέρνηση της ΝΔ σε κάποια υψηλόβαθμα στελέχη με αμφιλεγόμενο ρόλο σε κρίσιμες καταστάσεις.

 

  1. Η Παλινόρθωση της Δεξιάς Διακυβέρνησης και οι Θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ

8.1. Η Επάνοδος της Δεξιάς και οι πολιτικές παρεμβάσεις στην Αστυνομία

Η επάνοδος της Δεξιάς στη διακυβέρνηση της χώρας, ανέτρεψε με γρήγορους ρυθμούς τις πολιτικές της κυβέρνησης της Αριστεράς σε όλους τους τομείς και βέβαια και στο χώρο των Σωμάτων Ασφαλείας.

Τις όποιες πρωτοβουλίες πήρε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στην κατεύθυνση εκδημοκρατισμού και ορθολογικής οργάνωσης της Αστυνομίας, η επανακάμψασα δεξιά διακυβέρνηση τις είδε ως απειλές για τον ρόλο της Αστυνομίας ως Κατασταλτικού και Ιδεολογικού Μηχανισμού του Κράτους, έσπευσε δε εξ αρχής να τις ανατρέψει. Επιχειρεί δε όχι μόνον να επαναφέρει την Αστυνομία στην πρότερη κατάσταση αλλά παίρνει και πρωτοβουλίες για την μεγαλύτερη ισχυροποίηση της ηγεμονίας της στον Μηχανισμό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, η ανάθεση στην Αστυνομία της «επίλυσης» κοινωνικών προβλημάτων όπως το Μεταναστευτικό – προσφυγικό, στο οποίο φάνηκε η αδυναμία του αστυνομικού Μηχανισμού να το επιλύσει, η διαχείριση του Πανεπιστημιακού ασύλου και η εν εξελίξει ιδεολογική αντιπαράθεση με την Αριστερά κυρίως στον χώρο της Νεολαίας, με πρόσχημα την αντιτρομοκρατική πάλη.

Η κυβέρνηση της ΝΔ επανέφερε σε πλήρη ισχύ το δόγμα του Νόμου και της Τάξης, με την επιστροφή στη διαρκή πλην απ’ ότι φαίνεται αναποτελεσματική προσπάθεια επιβολής μιας Τάξης που δεν επιβάλλεται ποτέ! Ταυτόχρονα επανήλθε και η συνήθης μεθοδολογία επιβολής της τάξης η Καταστολή, η χρήση βίας και αντιδημοκρατικών μεθόδων. Τα ιδεολογικά προτάγματα στα οποία προσφεύγει η δεξιά συνήθως για να καλύψει τις επιθετικές αυτές πρακτικές, είναι διαχρονικά η «πάταξη της ανομίας» η οποία δεν συνδέεται κατ’ ανάγκη με οξείας μορφής παραβατικότητα ή με την εγκληματικότητα, η «καταπολέμηση της τρομοκρατίας» της οποίας τα όρια κάποτε είναι αρκετά ασαφή, η «ενίσχυση του αισθήματος της ασφάλειας» κλπ.

Η καινοτομία στη χρήση του δόγματος του Νόμου και της Τάξης την τρέχουσα περίοδο της παλινόρθωσης της δεξιάς διακυβέρνησης, το νέο ποιοτικό στοιχείο είναι η υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο Υπουργείο ΠΡΟΠΟ και η ανάδειξη της Καταστολής σε πολιτική λειτουργία του επιτελικού κράτους, το οποίο παρεμβαίνει και διαμορφώνει τις πολιτικές Καταστολής με συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους. Επανήλθαν η στοχοποίηση κοινωνικών ομάδων, κινημάτων και συλλογικοτήτων και η επαναφορά του ιδεολογήματος του “εσωτερικού εχθρού”.

Είναι πλέον παροιμιώδης η εμμονή με το «άβατο των Εξαρχείων», όπου εντοπίζεται «το αμαρτωλό τρίγωνο της Αναρχίας» με τις καταλήψεις, τους ακτιβισμούς ή άλλες μορφές συλλογικής έκφρασης που χαρακτηρίζονται ως παραβατικές. Για τα Εξάρχεια συγκεκριμένα, εντύπωση έκανε την πρώτη τουλάχιστον περίοδο των “επιχειρήσεων”, η παραίτηση της Αστυνομίας από την αντιεγκληματική δράση, όπου η καταπολέμηση του ναρκοεμπορίου, φαινόμενων πορνείας, κλοπών, επιθέσεων στους κατοίκους και βανδαλισμών από συμμορίες και άλλες μορφές παραβατικότητας πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Προφανώς για να κολακευτεί το ακροδεξιό ακροατήριο της ΝΔ. Και μια που αναφερθήκαμε στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, η κυβέρνηση της ΝΔ ανατρέποντας την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, επανέφερε το πνεύμα της ταξικής επιλεκτικής αντιμετώπισης των εγκλημάτων “λευκού κολάρου”, υιοθετώντας ευνοϊκές πρακτικές ανοχής, ασυλίας και ατιμωρησίας σε παρανομίες μελών της ιθύνουσας τάξης.

Άλλη στοχοποιημένη διαδικασία ευρύτερης κοινωνικής εμβέλειας είναι το Πανεπιστημιακό άσυλο που με την καλλιέργεια του κατάλληλου κλίματος από τα ΜΜΕ, παρουσιάζεται σαν μία μήτρα της ανομίας. Η επίθεση στο Πανεπιστημιακό άσυλο, είναι ένα είδος φετίχ για τη νεοφιλελεύθερη δεξιά: για να εξυπηρετήσει τα σχέδια ιδιωτικοποίησης της τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, υποκρίνεται ότι τα δημόσια Πανεπιστήμια είναι χώροι ανομίας αλλά και φυτώρια τρομοκρατίας. Εκτός από τη Νεολαία, στοχοποιούνται επίσης ως πιθανοί φορείς της ανομίας ο «διαφορετικός», ο προοδευτικός κοινωνικός ακτιβιστής, καθώς και ο Μετανάστης και ο πρόσφυγας, που είναι κι αυτοί προνομιακοί στόχοι. Γενικά θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι προτείνεται ένα είδος “ολοκληρωτικής” αντιμετώπισης της ανομίας με την στοχοποίηση ως εσωτερικού εχθρού ολόκληρης της κοινωνίας που θεωρείται σαν μια “κοινωνία συνενοχής”.

Σταθμός αυτής της πολιτικής είναι η θέσπιση διατάξεων που καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την άσκηση του δικαιώματος των διαδηλώσεων. Επιδιώκουν να ποινικοποιήσουν το δικαίωμα, επαναφέροντας αντίστοιχο χουντικό νομικό πλαίσιο. Η καταστρατήγηση του δικαιώματος συμμετοχής στις διαδηλώσει κρίθηκαν τελικά αντισυνταγματικές. Στην αντιμετώπιση των διαδηλώσεων εντοπίζεται άλλο ένα σημείο διαφοροποίησης και ποιοτικής διαφοράς με το παρελθόν: οι ειδικές κατασταλτικές μονάδες της Αστυνομίας επιδεικνύουν κατά την καταστολή των διαδηλώσεων ένα εμφανές πνεύμα ρεβανσισμού και μία εξαιρετικά εκδικητική βιαιότητα. Αυτός ο ρεβανσισμός δεν στρέφεται μόνον ενάντια στους “συνήθεις” στόχους κατά την διάλυση κινητοποιήσεων διαμαρτυρίας, δεν στρέφεται απροκάλυπτα και αναίτια ενάντια στα μπλοκ των διαδηλωτών της Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά εκδηλώνεται και εναντίον των ίδιων τους των συναδέλφων, όταν αντιδρούν στην αυθαιρεσία. Θα πρέπει να έχει εξαπολυθεί ένα πογκρόμ εις βάρος των δημοκρατικών στοιχείων του Σώματος.

Για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής, η δεξιά διακυβέρνηση επανέφερε όπως έχει ήδη αναφερθεί την μονάδα ΔΕΛΤΑ, τους συνοριακούς φρουρούς, επανέφερε δηλαδή τον κατακερματισμό του Αστυνομικού Σώματος, ανατρέποντας την προσπάθεια για ένα ορθολογικό Οργανόγραμμα. Επανέφερε τις παραδοσιακές πελατειακές πρακτικές ασφυκτικού ελέγχου, ενισχύοντας παράλληλα τις δομές καταστολής.

Μία άλλη “καινοτομία βάρους” για την υλοποίηση της επιθετικής πολιτικής επιβολής του Νόμου και της Τάξης δια της Καταστολής, είναι η ανάσυρση από τη δεξαμενή παροπλισμένου πολιτικού προσωπικού, από το Fletcher Memorial Home [25] της Ελληνικής πολιτικής σκηνής, μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας. Είναι ο «Εξολοθρευτής της 17Ν», ο «Φύλακας της τάξης» ο υπό δύο σημαίες υπηρετήσας και υπηρετών Υπουργός, ο πρώην “σοσιαλιστής” Μιχάλης Χρυσοχοΐδης.

Για όσους έχουν αδύνατη μνήμη, υπενθυμίζουμε ότι ο Μ. Χρυσοχοΐδης ακολούθησε την ίδια ακριβώς μανιέρα δράσης, τον ίδιο modus operandi, από την πρώτη στιγμή της ανάληψης των καθηκόντων του, τόσο επί Κυβέρνησης Γ. Α. Παπανδρέου, όσο και επί της σημερινής της ΝΔ. Και τις δύο φορές στράφηκε εναντίον των Εξαρχείων, των καταλήψεων, του «παραεμπορίου» αλλά και του Πανεπιστημιακού Ασύλου. Φαίνεται ότι η “εκσυγχρονιστική” δεξιά και αποστεωμένη σοσιαλδημοκρατία του ύστερου ΠΑΣΟΚ και ο ακραιφνής ακροδεξιός νεοφιλελευθερισμός της επανακάμψασας ΝΔ, ομνύουν στα ίδια εμμονικά ιδεολογικά στερεότυπα του καθ’ υμάς αστισμού… Αυτό που άλλαξε στην πολιτική Καταστολής που κλήθηκε να εφαρμόσει εννέα χρόνια μετά ο ίδιος άνθρωπος ως Υπουργός άλλου όμως κόμματος, είναι η μεγαλύτερη επιθετικότητα και επίδειξη αυταρχισμού της Αστυνομίας, η συχνότερη προσφυγή στην ωμή βία και η επανεμφάνιση αντικοινωνικών συμπεριφορών. Επίσης κατά τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων καταστολής όπως οι έφοδοι στις καταλήψεις, επανήλθε σε μεγαλύτερο βαθμό, η συνηθισμένη αντιμετώπιση των μεταναστών και προσφύγων – στόχων, των περιοίκων, ακόμα και περαστικών, όλων αυτών που είχαν την ατυχία να βρίσκονται σε «λάθος σημείο» την «λάθος στιγμή», σαν πιθανών υπόπτων και εν δυνάμει παραπτωματιών.

 

8.2.          Οι Θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Αναζητώντας ένα πολιτικό σχέδιο – οδικό χάρτη Δημοκρατικής μεταρρύθμισης της Αστυνομίας

Και έτσι φτάσαμε στην 1η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του Τμήματος Σωμάτων Ασφάλειας του ΣΥΡΙΖΑ, τον Δεκέμβρη του 2019. Σύμφωνα με της θέσεις που διατυπώθηκαν στο κείμενο της πολιτικής απόφασης, οι βασικές αρχές που υπερψηφίστηκαν για τη νέα περίοδο, συμπυκνώνονται στους εξής άξονες:

  1. I. Αποστρατικοποίηση των δομών τους και των κανονισμών λειτουργίας των Σωμάτων Ασφαλείας.
  2. II. Διαφάνεια και αξιοκρατία στη λειτουργία τους.

III.    Διασφάλιση και εμβάθυνση εργασιακών κεκτημένων των εργαζομένων σε αυτά.

  1. IV. Ουσιαστική αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, με στόχο την αποτελεσματικότητα αλλά και το σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.
  2. V. Ριζική αναδιάρθρωση της δομής λειτουργίας τους, ώστε να μην υπηρετούν εκ των προτέρων κατεστημένα συμφέροντα αλλά το λαό.
  3. VI. Δικαίωση των πολύχρονων αγώνων για τον εκδημοκρατισμό των Σωμάτων Ασφαλείας, ώστε οι αστυνομικοί, οι πυροσβέστες, οι λιμενικοί, άνθρωποι από τα σπλάχνα της ελληνικής κοινωνίας, να την στηρίζουν και να την υπηρετούν ως ενεργό τμήμα της.

Οι θέσεις του 2019 κινούνται στους ίδιους grossomodo άξονες των θέσεων του 2013 – 2015. Θα μπορούσε να επισημάνει κάποιος ότι τα αιτήματα που εισάγουν οι θέσεις, σύμφωνα τουλάχιστον με τα όσα δημοσιεύτηκαν στο επίσημο κείμενο της πολιτικής απόφασης του Τμήματος Σωμάτων Ασφάλειας του κόμματος, πάσχουν από τα ίδια προβλήματα των αρχικών θέσεων και μάλιστα χωρίς να πλαισιώνονται από κάποιο έστω και στοιχειώδες σοβαρό πολιτικό πλαίσιο που συνόδευε τις αντίστοιχες θέσεις της προ του 2015 περιόδου. Ως διεκδικήσεις έχουν έντονο προσανατολισμό σε συντεχνιακά θέματα και επαναθέτουν τα ίδια αιτήματα. Αυτή η επανάληψη θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως αποτυχία του πολιτικού σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ στον ευαίσθητο αυτό χώρο. Χωρίς καμία διάθεση απολογητικής, αυτό θα ήταν μια απλουστευτική προσέγγιση. Προφανώς θα πρέπει να υπάρχουν συνοδευτικές επεξηγηματικές θέσεις για την υλοποίηση των αξόνων αυτών, οι οποίες θα αναζητηθούν και θα κριθούν.

Ο άξονας που αναφέρεται στην ριζική αναδιάρθρωση της δομής λειτουργίας των Σωμάτων Ασφαλείας, σαν ιδιαίτερα σημαντικός, πρέπει να αναλυθεί και να συγκεκριμενοποιηθεί ως προς το περιεχόμενό του. Γιατί επικεντρώνει στο επίδικο μιας πολιτικής παρέμβασης η οποία δεν θα πρέπει να παραμείνει στο επίπεδο τυπικής διοικητικής ή επιχειρησιακής αναδιάρθρωσης. Πρέπει να επιχειρηθεί μια εις βάθος αναμόρφωση των δομών, των στόχων και των ιδεολογικών σταθερών του σώματος. Να επιχειρηθεί η απόσπαση της Ελληνικής Αστυνομίας από την ηγεμονία της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Η Αριστερά βρέθηκε και ξαναβρίσκεται μπροστά σε ένα μπαράζ ερωτημάτων που χάρη στην πείρα που αποκτήθηκε από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, απόκτησαν ιδιαίτερο πολιτικό βάρος:

Πως μπορεί να αντιστραφεί η παρούσα κατάσταση;

Τι πρέπει να αλλάξει για να υπάρξουν και να παγιωθούν αποτελεσματικά δημοκρατικές αλλαγές στον Οργανισμό της Αστυνομίας, στις λειτουργίες και στους μηχανισμούς της;

Ποιες είναι οι πολιτικές εκείνες δράσεις που θα δώσουν διάρκεια και αντοχή στις μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις, ώστε να έχουν διάρκεια σε βάθος χρόνου;

Το πρόβλημα δημοκρατικής μεταρρύθμισης της Αστυνομίας είναι ιδιαίτερα σύνθετο και αφορά όλους τους Κατασταλτικούς και Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους. Θα πρέπει να συνδυαστούν πολιτικές και ιδεολογικές παρεμβατικές δράσεις σε ένα ολιστικό πλαίσιο παρέμβασης, που να αφορά τους τέσσερις βασικούς πυλώνες του πολιτικοδιοικητικού και ιδεολογικού καταναγκασμού του κράτους [26]. Για να έχουν βάθος και διάρκεια οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να επεκτείνονται σε όλο το φάσμα της Διοίκησης, να είναι τμήματα ενός ενιαίου πολιτικού σχεδίου, να συντονίζονται για να έχουν πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, εν ολίγοις να “συνομιλούν” μεταξύ τους. Μέτρα εκδημοκρατισμού και πολιτικές προς όφελος των υποτελών τάξεων, όσο πρωτοπόρες, προοδευτικές και καίριες να είναι, κατέστη φανερό από την εμπειρία της διακυβέρνησης ότι πρέπει να συσχετίζονται μεταξύ τους. Μία εμπνευσμένη μεταρρυθμιστική παρέμβαση πχ στη Δημόσια Διοίκηση, είναι πιθανόν να μην έχει την προσδοκώμενη αποτελεσματικότητα αν δεν μπορεί να συσχετιστεί με αντίστοιχες πολιτικές παρεμβάσεις στην Αστυνομία ή ακόμα και στη Δικαιοσύνη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ένα ενιαίο, συνολικό πολιτικό σχέδιο που να μπορεί να εξειδικεύεται στα πεδία παρέμβασής του, δεν είναι μόνον ένα στρατηγικό εργαλείο. Μπορεί επίσης να λειτουργήσει συνεκτικά σε πολιτικό (και κομματικό), καθώς και σε κοινωνικό επίπεδο και να είναι ένα καλό αντίδοτο σε φαινόμενα εσωστρέφειας, κρατισμού και κυβερνητισμού.

Τέλος, στις παρούσες συνθήκες, ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του Τμήματος Σωμάτων Ασφαλείας του κόμματος της Αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι η περιφρούρηση και υποστήριξη των δημοκρατών αξιωματικών της Αστυνομίας, των υπαξιωματικών και των αστυφυλάκων, με όλα τα διαθέσιμα μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου και πολιτικής παρέμβασης. Αυτό θα πρέπει να τεθεί ως προτεραιότητα και φυσικά αφορά και τα στελέχη των άλλων Σωμάτων Ασφαλείας. Πρέπει να περιφρουρηθούν και να διευρυνθούν οι όποιες κοινωνικές συμμαχίες επιτεύχθηκαν στον χώρο αυτό κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

 

Επίλογος

Καθήκον της Αριστεράς είναι η διατύπωση μιας συνολικής πρότασης για την Αστυνομία, όχι μόνον σαν αίτημα αλλά κυρίως σαν πολιτικό σχέδιο διακυβέρνησης. Το πολιτικό αυτό σχέδιο πρέπει να επιλύει τα ζητήματα της Αστυνομίας προς όφελος των υποτελών τάξεων αλλά και του αστυνομικού προσωπικού, καταλήγοντας είτε στην υιοθέτηση ενός μοντέλου ήπιας διαχείρισης είτε, αντίθετα στην υιοθέτηση ενός μοντέλου ανατροπών, ρήξεων και τομών σε έναν από τους πιο εμβληματικούς πυλώνες του αστικού κράτους.

Όποια κι αν είναι η επιλογή πολιτικής δράσης, θα πρέπει να περιγράψουμε τους τρόπους δράσης και τις ενέργειες διαμόρφωσης των κοινωνικών συμμαχιών και πολιτικών συσχετισμών που θα επιτρέψουν την υλοποίηση του σχεδίου. Στην περίπτωση της δεύτερης επιλογής των τομών και ρήξεων, η επίτευξη στρατηγικών συμμαχιών είναι εκ των ων ουκ άνευ όρος επιτυχούς προώθησης ρηξικέλευθων πολιτικών.

Στο παρόν σημείωμα τέθηκαν κάποιες γενικές πολιτικές θέσεις για την δημοκρατική μεταρρύθμιση στην Αστυνομία. Δεν είναι του παρόντος να διατυπωθούν λεπτομερώς και εκτενώς συγκεκριμένα αιτήματα και οι πολιτικές δράσεις υλοποίησής τους. Αυτό μπορεί να αποτελέσει το περιεχόμενο άλλου σημειώματος, που θα μπορούσε να εκπονηθεί στα πλαίσια του Δικτύου για την Δημοκρατική Μεταρρύθμιση του Κράτους “Via Publica”, με τη συνδρομή του Τμήματος Σωμάτων Ασφαλείας του ΣΥΡΙΖΑ και την συμμετοχή ειδικών στην αστυνομική επιστήμη.

 

Εν είδει ακροτελεύτιου αφορισμού και υπό το πρίσμα αυτών που εκτέθηκαν, η πιο σωστή απάντηση στο ερώτημα τι είδους Αστυνομία χρειάζεται η ελληνική κοινωνία και τι Αστυνομία οραματίζεται η Αριστερά, αν δεν τοποθετηθεί στο συγκεκριμένο πλαίσιο της σημερινής συγκυρίας και των υφιστάμενων πολιτικών και κοινωνικών συσχετισμών, ενδέχεται να είναι ταυτόχρονα και η πιο λανθασμένη!

 

Σημειώσεις

  1. Στους Βασικούς βραχίονες του κράτους θα μπορούσε να ενταχθεί, υπό όρους φυσικά και ο Θεσμικός – Πολιτικός Μηχανισμός δηλαδή το όλον πολιτικό σύστημα υπό την ευρεία έννοιά του (κοινοβούλιο, πολιτειακοί παράγοντες, πολιτικά κόμματα και θεσμοθετημένες συλλογικότητες που ασκούν εξουσία).

 

  1. Αυτό που χαρακτηρίζει το κράτος σαν τέτοιο είναι η πρόθεση της κυρίαρχης τάξης για να κρατηθεί “διαχωρισμένο” από την πάλη των τάξεων, ώστε να λειτουργεί εργαλειακά προς όφελος της εξουσίας, σύμφωνα με την αλτουσσεριανή θεωρητική προσέγγιση στο «Γιατί το κράτος είναι μια μηχανή» («Marx dans ses limites», «Φιλοσοφικά και πολιτικά κείμενα» L. Althusser).

 

  1. Θα ήταν ενδιαφέρουσα μια εμπειρική έρευνα στους κόλπους της Ελληνικής Αστυνομίας σχετικά με τα ιδιαίτερα ιδεολογικά ρεύματα, τις επιμέρους «κουλτούρες» του προσωπικού και την ακροδεξιά, φασιστική διείσδυση. Επειδή δεν διαθέτουμε πρόσβαση σε πρωτογενές υλικό, θα αρκεστούμε σε διατυπώσεις που θα ισχύουν περισσότερο σαν υποθέσεις εργασίας. Υπάρχει σχετική βιβλιογραφία που αναφέρεται με άμεσο ή έμμεσο τρόπο στο θέμα (Σ. Βιδάλη, Νατ. Τσουκαλά, Γ. Πανούσης κλπ). Επίκαιρα είναι και βιβλία όπως:

α)       Το συλλογικό έργο «Βαθύ κράτος» που περιλαμβάνει και στοιχεία θεωρητικής ανάλυσης. Σε αυτό αναφέρεται σαν ιδεολογικό υπόβαθρο του προσωπικού της ΕΛ.ΑΣ. το τρίπτυχο «εθνικισμός – ρατσισμός – σεξισμός». Πιστεύουμε ότι η παράθεση αυτή, όσον αφορά τονρατσισμό και το σεξισμό ανταποκρίνεται περισσότερο στην επικαιρότητα της περιόδου που συντάχθηκε το αντίστοιχο κείμενο και όχι σε κύριες και γενικευμένες ιδεολογικές κατηγοριοποιήσεις.

β)       Η «Μαύρη βίβλος της Χρυσής Αυγής» του Δ. Ψαρρά με πλούσια τεκμηρίωση, που έχει περισσότερο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον.

 

  1. Η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) στην σημερινή της μορφή αυτή, ιδρύθηκε κατόπιν συνένωσης της Αστυνομίας Πόλεων και της Ελληνικής Χωροφυλακής (Νόμος 1481/1-10-1984, ΦΕΚ 152/Α΄) και η λειτουργία της διέπεται από τον Νόμο 2800/2000 (ΦΕΚ τεύχος 41/Α΄/29.02.2000) και τις τροποποιήσεις του. Σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, η Ελληνική Αστυνομία θεωρείται κατ’ αρχήν και κατ’ εξοχήν όργανο Τάξης και Ασφάλειας με σκοπό «την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών…» και «την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και … την άσκηση της … δημόσιας και κρατικής ασφάλειας» κλπ, κλπ.

 

  1. Μάλιστα, όσο λιγότερο ορατή είναι η ιδεολογική λειτουργία, τόσο και περισσότερες πιθανότητες έχει να είναι αποτελεσματική, υποβάλλοντας στο υποκείμενο την ψευδαίσθηση ότι δρα με δική του πρωτοβουλία, σύμφωνα με τα «πιστεύω» και τις αρχές της «πρακτικής ιδεολογίας» (ηθικής) του.

 

  1. Η πρωτογενής πολιτική κοινωνικοποίηση έχει συντελεστεί ήδη στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον και από τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους, κυρίως αυτού της Εκπαίδευσης.

 

  1. Αυτή αποτελείται από τους κρατικούς υπαλλήλους της Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, τους κατώτερους και μεσαίους εκπροσώπους του Δικαστικού σώματος, τους στρατιωτικούς των μεσαίων και κατώτερων βαθμίδων, τους εκπαιδευτικούς, το νοσηλευτικό προσωπικό του δημόσιου συστήματος Υγείας, τμήματα των ελεύθερων επαγγελματιών κλπ.

 

  1. Εν μέρει υπό την αλτουσσεριανή του έννοια, δεδομένου ότι δεν συμμεριζόμαστε απολύτως τον αλτουσσεριανό ορισμό, όπως εξηγούμε παρακάτω.

 

  1. «Εσείς είστε το κράτος…», αποστροφή λόγου του Κώστα Μητσοτάκη ως πρωθυπουργού, προς τα στελέχη των ΜΑΤ.

 

  1. Ο σεξισμός ως υφέρπουσα νοοτροπία αποτυπώνεται σε αντιλήψεις που εξέφρασαν γυναίκες αστυνομικοί: ενώ ισχυρίζονται ότι δεν υφίστανται διακρίσεις σε σχέση με τους άνδρες συναδέλφους τους οι οποίοι «τις προσέχουν» (με την έννοια της προστασίας), παραδέχονται ότι «πρέπει να προσπαθούν περισσότερο», για «να μην δίνουν αφορμές» κλπ. δηλαδή υπόκεινται σε άδηλες διακρίσεις σεξιστικού περιεχομένου.

 

  1. Αυτό δεν σημαίνει ότι κράτος δικαίου και κράτος έκτακτης ανάγκης δεν είναι πολιτικά και ιστορικά διακριτές μορφές, της ίδιας ωστόσο οντότητας. Σημαίνει ότι το κράτος είναι ουσιαστικά ενιαίο κατηγόρημα που εμπεριέχει όλες τις δυνατές μορφές εκδήλωσής του. Όροι όπως «βαθύ κράτος», αστυνομικό κράτος, παρακράτος και συναφείς, δεν είναι παρά θεωρητικές επινοήσεις, έγκυρες από την άποψη της τρέχουσας πολιτικής θεωρίας, που διευκολύνουν τη μεθοδολογική ταξινόμηση και την ιστορική προσέγγιση πολιτικών υποκειμένων. Ποια θα είναι ακριβώς η μορφή της διακυβέρνησης και η πολιτική εκδήλωση του κράτους εξαρτάται πάντα από τους συσχετισμούς που επιβάλλονται από την πολιτική και την οικονομική συγκυρία. Έτσι προκύπτει και το ιδεολογικό φορτίο του φιλελεύθερου συνταγματισμού ή αυτό του αυταρχικού κράτους, στο οποίο εντάσσεται και η φασιστική επιλογή.

 

  1. Την περίοδο που σημαδεύτηκε από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου ο καπιταλισμός περνούσε από το στάδιο της απόλυτης στην σχετική υπεραξία.

 

  1. «Η Ελληνική Αστυνομία σε επίπεδο ΑΤ και σε επίπεδο ΑΔ, ΓΑΔ, ΑΕΑ φροντίζει συστηματικά για την παραγωγή, τήρηση, ενημέρωση, ανάλυση και αξιοποίηση αναλυτικών στατιστικών στοιχείων σχετικά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εγκληματικότητας και της θυματοποίησης σε τοπικό επίπεδο, τα οποία δημοσιοποιούνται στο κοινό και τίθενται στη διάθεση της επιστημονικής κοινότητας».

 

  1. Τα αναφερόμενα ως εγκλήματα «λευκού κολάρου». Είναι κοινός τόπος ότι σε πλείστες όσες περιπτώσεις, οι ενεχόμενοι σε αυτά τα εγκλήματα, εξαντλούν την επιείκεια του κατασταλτικού – τιμωρητικού συμπλέγματος.

 

  1. Επανερχόμενοι στο ζήτημα του «διαχωρισμού» επισημαίνουμε ότι σύμφωνα με την λενινιστική αντίληψη για το κράτος σαν «μια δύναμη, που φαινομενικά στέκει πάνω από την κοινωνία (…), που προήλθε από την κοινωνία, (…), που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ’ αυτήν» («Κράτος και Επανάσταση» κεφ. 1ο) και την αλτουσσεριανή σκέψη της μη διαπερατότητας, του «διαχωρισμού» των μηχανισμών καταστολής από την πάλη των τάξεων («Marx dans ses limites»), υφίσταται μια αντινομία. Η αντινομία αυτή είναι φαινομενική και φιλοσοφικής διάστασης. Σύμφωνα με αυτή την πρώιμη αλτουσσεριανή αντίληψη, αν ερμηνευτεί «λενινιστικά», ένας οργανισμός που «διενεργεί» την ταξική πάλη σαν ταξικό «εργαλείο», δεν υπόκειται σε αυτήν με τον τρόπο που υπόκεινται στην ταξική πάλη άλλοι οργανισμοί ή πολιτικά υποκείμενα. Φρονούμε ότι η ίδια η ταξική πάλη είναι το πεδίο καθορισμού των όρων διαπερατότητας ή μη, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά και αυτό ισχύει για όλους τους πολιτικούς οργανισμούς του κοινωνικού σχηματισμού. Αυτό όμως αποτελεί αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης.

 

  1. Αρχικά και πριν την απόφαση ένταξης της Πολιτικής Προστασίας στο ΥΠΕΣ, είχε προταθεί η απ’ ευθείας υπαγωγή της στον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης κατά τα ιταλικά πρότυπα.

 

  1. Γ. Σ. Ριγάκος& Γ. Παπανικολάου: Περίληψητηςεργασίας Democratising the police in Europe with a particular emphasis on Greece. Vienna: transform! european network &Nicos Poulantzas Institute & Rosa Luxemburg Stiftung – 2014).

 

  1. Γ. Σ. Ριγάκος & Γ. Παπανικολάου: “Η αστυνομία στην Ελλάδα έχει τα χαρακτηριστικά μιας ‘ηπειρωτικής’, κρατικής, στρατιωτικού τύπου γραφειοκρατίας, αλλά αυτά εμφανίζονται ιδιαίτερα έντονα εξαιτίας της στενής σχέσης της αστυνομίας με τη δεξιά και τον άμεσο πολιτικό ρόλο τον οποίο τα καθεστώτα της δεξιάς υπό τις διάφορες μορφές τους (μοναρχία, ψυχροπολεμικός συντηρητισμός, δικτατορία) επιφύλαξαν για την αστυνομία”. Idem.

 

  1. Γ. Σ. Ριγάκος & Γ. Παπανικολάου: Ibidem.

 

  1. Γ. Σ. Ριγάκος & Γ. Παπανικολάου: Για τον πολιτική έλεγχο πρότειναν εκτός από τον νομοθετικό και δικαστικό έλεγχο της Αστυνομίας την εισαγωγή ενός αποκεντρωμένου συστήματος διαβούλευσης με τους πολίτες, το οποία θα ασκούσε κοινωνική εποπτεία και έλεγχο. Ibidem.

 

  1. Nicos Poulantzas,“Fascisme et Dictature. La IIIe Internationale face au fascisme”,ÉditionsFrançois Maspero 1970. Ο Ν. Πουλαντζάς περιγράφει μια τέτοια διαδικασία στην ιστορική της διάσταση, όταν ο φασισμός διεκδικούσε την κυβερνητική εξουσία. Φρονούμε ότι αυτό ισχύει για όλα τα πολιτικά υποκείμενα στο μέτρο που επιλέγουν να κινηθούν στο θεσμικό πεδίο του έθνους – κράτους.

 

  1. Αυτούς τους κινδύνους εντόπιζαν οι κλασσικοί θεωρητικοί και επαναστάτες όταν έγραφαν για την αναγκαιότητα “εξαφάνισης”, του “μαρασμού” του Κράτους και της “μετάβασης από το Κράτος στο μη – κράτος” κλπ.

 

  1. Η Ορθή Διακυβέρνηση (responsiblegovernment ή gouvernementresponsable), όρος με άρωμα αποικιοκρατίας (αφού πρωτοεφαρμόστηκε στις πρώην αποικίες του βρετανικού στέμματος), είναι ένας αμφιλεγόμενος όρος που περιγράφει μιαν αρχή και ανάγεται στην εποχή της παγίωσης των συνταγματικών μοναρχιών και των αμοιβαίων δεσμεύσεων της μοναρχίας με τις εκλεγμένες κυβερνήσεις.

Η Ορθή Διακυβέρνηση σύμφωνα με την σύγχρονη χρήση του όρου, αναφέρεται στην “διακυβέρνηση που διέπεται από σύνεση και συνέπεια και βασίζεται σε διαδικαστικές νόρμες και πρακτικές που χαίρουν κοινής αποδοχής” (PeterMair).

 

  1. Το λεγόμενο Παρακράτος ή Βαθύ Κράτος ή κράτος εν κράτει, imperiuminimperio ή statusinstatu, καταδεικνύει ως πολιτική κατηγορία, την ύπαρξη και τη λειτουργία στο περιθώριο του κράτους και της κρατικής γραφειοκρατίας, μιας παραπολιτικής οντότητας. Αυτή συνίσταται από μια παράλληλη ιεραρχία, μια ειδική ομαδοποίηση ή ένα άτυπο πολιτικό μόρφωμα που κατέχει μια defacto και εξωθεσμική εξουσία λήψης αποφάσεων. Η ύπαρξη αυτής της παραπολιτικής οντότητας που αρθρώνεται γύρω από έναν πυρήνα της ιθύνουσας ελίτ, συνήθως καλύπτεται από ένα πέπλο μυστικότητας και παραπληροφόρησης. Έτσι καταφέρνει να κρύβεται σε κοινή θέα, καταφέρνει να καλύπτει και να συσκοτίζει τη δράση της, πίσω από θεωρίες συνωμοσίας.

Σύμφωνα με τον PeterDaleScott, ομότιμο Καθηγητή του Πανεπιστημίου του Berkeley (6ος 2011), το παρακράτος ασκεί πολιτική με ένα σύστημα «βαθιάς πολιτικής παρέμβασης». Το βαθύ αυτό κράτος κατά Scott, είναι μια άτυπη μη θεσμοθετημένη ομάδα η οποία δεν είναι «μυστική» με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Αποτελεί συνήθως έναν κύκλο επαφών ανθρώπων υψηλού κοινωνικοοικονομικού και πολιτικού status, οι οποίοι δεν έχουν κατ’ ανάγκη ίδιο πολιτικό προσανατολισμό αλλά έχουν κοινά συμφέροντα. Αυτή την ομάδα ο Scott ονομάζει «Υπερκόσμο» (overworld) ή υπερκείμενο κόσμο.

 

  1. Αν υπήρχε κάτι σαν το φανταστικό δυστοπικό Ίδρυμα φιλοξενίας αυταρχικών ηγετών, στρατιωτικών και πολιτικών όταν αποσύρονταν “TheFletcherMemorialHome” που επινοούν οι PinkFloyd (από το “TheFinalCut” – 1982)!

 

  1. Ο Στρατός, η Αστυνομία (ως ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος των Σωμάτων Ασφαλείας), η Δικαιοσύνη (ή ορθότερα το Δικαστικό σώμα και το Σωφρονιστικό σύστημα) και η Γραφειοκρατία της Διοίκησης (ο διοικητικοδιαχειριστικός βραχίονας).

 

 

...