Χαρίλαος Ε. Φλώρος: Η Αστυνομία ως Κατασταλτικός και Ιδεολογικός Μηχανισμός του Κράτους

Posted on 05 Ιουλίου, 2020, 9:08 πμ
26 secs

«… Ποιος έμαθε να κάνει ό,τι του λένε οι ανώτεροι;

Ποιος έσπασε στα χέρια ειδικευμένου προσωπικού;

Σε ποιον έβαλαν κολάρο κι αλυσίδα;

Ποιος ήταν ένας ξένος στο ίδιο του το σπίτι;

Ποιος γκρεμίστηκε στο τέλος;

Ποιος πήγε στον πάτο με την πέτρα στο λαιμό του;»

Dogs/ANIMALS” 1977, Pink Floyd

(Μετάφραση Παναγιώτης Πάκος)

Εισαγωγή

Ο καταναγκαστικός – κατασταλτικός ρόλος του κράτους κατά την άσκηση της εξουσίας του με την στενή εργαλειακή της έννοια, υλοποιείται κυρίως από τους τέσσερις βασικούς βραχίονες του, το Στρατό, την Αστυνομία (και τα παραφερνάλια τους, πολιτοφυλακές, Εθνοφρουρά, Σώματα Ασφαλείας με την ευρεία έννοια κλπ), τη Δικαιοσύνη ή ορθότερα το Δικαστικό σώμα και τη διοικητικο – διαχειριστική Γραφειοκρατία της Δημόσιας Διοίκησης [1]. Οι Κατασταλτικοί Μηχανισμοί του Κράτους εκτός από την κύρια λειτουργία τους, λειτουργούν και ως μηχανισμοί παραγωγής, διαμόρφωσης και επιβολής ιδεολογίας σε πολλαπλά επίπεδα. Στο παρόν πόνημα θα μας απασχολήσει η Αστυνομία, όχι τόσο στην εργαλειακή – κατασταλτική όσο στην ιδεολογική της εκείνη διάσταση που υποστασιοποιεί τη λειτουργία της καταστολής και την δικαιώνει απολογητικά. Σε ένα κείμενο αυτού του μεγέθους είναι προφανές ότι πλευρές μόνον ενός σύνθετου αντικειμένου όπως η Αστυνομία, θα ήταν δυνατόν να θιγούν.

Η πρώτη ερώτηση που θα μπορούσε να τεθεί σχετίζεται με τη φύση της «ιδεολογίας της αστυνομίας» και τις πολιτικές της προεκτάσεις. Είναι όντως η αστυνομία ένας μηχανισμός «διαχωρισμένος» από την ταξική πάλη [2] ή αντίθετα διατρέχεται από αυτήν; Υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί ένα πολιτικό υποκείμενο σαν την Αριστερά να παρέμβει στις λειτουργίες της Αστυνομίας; Υπάρχουν όρια στην παρέμβαση και ποια είναι αυτά; Επιπλέον, η πολιτική παρέμβαση της Αριστεράς ξεκινώντας από το διοικητικό – κυβερνητικό επίπεδο, πως θα μπορούσε να επεκταθεί και στο κοινωνικό πεδίο; Σκοπός βέβαια του παρόντος πονήματος δεν είναι μία διεξοδική παρουσίαση και κριτική των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ για την Αστυνομία γενικά και των πρακτικών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ειδικότερα. Τα θέματα αυτά θα προσεγγιστούν σε επόμενο σημείωμα. Αυτό που επιχειρείται έχει σαν στόχο να ορίσει ένα γενικό πλαίσιο προβληματισμού με αριστερό πρόσημο για την Αστυνομία.

Σημειώνεται τέλος, ότι παραμένει μια σημαντική επιρροή της ακροδεξιάς, του φασισμού και συγγενών αντιλήψεων στην διάρθρωση και την εκφορά της ιδεολογίας στους κόλπους της αστυνομίας, παρά την κατάρρευση της πολιτικής επιρροής του φασιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής. Η επιρροή της ακροδεξιάς στην Αστυνομία απασχολούσε πάντοτε την Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και την κυβέρνηση της Αριστεράς. Και στις σημερινές συνθήκες παλινόρθωσης του καθεστώτος της διαπλοκής και του αυταρχισμού, η επιρροή και η ιδεολογική διείσδυση της ακροδεξιάς θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, δεδομένου ότι τα ακροδεξιά στοιχεία βρήκαν πολιτική κάλυψη στην διεύρυνση της ΝΔ προς το δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος.

1. Η Αστυνομία σαν Κατασταλτικός και Ιδεολογικός Μηχανισμός του Κράτους.

Η αστυνομία εντάσσεται οργανικά σαν επιχειρησιακός βραχίονας στον γενικό «μηχανισμό» που αποτελεί την εργαλειακή πλευρά του κράτους, αυτή των καταναγκαστικών μηχανισμών επιβολής – καταστολής. Είναι ένας κατ’ εξοχήν Κατασταλτικός Μηχανισμός του Κράτους και δομείται σαν ιεραρχικό σύστημα γύρω από ένα πλαίσιο περιοριστικών ή επιτακτικών σχέσεων υπακοής και διαρκούς ετοιμότητας – επιφυλακής. Οι Κατασταλτικοί Μηχανισμοί του Κράτους είναι αυστηρά δομημένα ιεραρχικά συστήματα, φαινομενικά «διαχωρισμένα» από την κοινωνία που εξασφαλίζουν την ταξική επιβολή, ώστε να επιτυγχάνεται απρόσκοπτα η κοινωνική αναπαραγωγή (της κεφαλαιοκρατικής σχέσης).

Οι Κατασταλτικοί Μηχανισμοί του Κράτους επιτελούν την «θεσμική αποστολή» τους στοχεύοντας στην «κλασματοποίηση» (parcellisation) της κοινωνίας, με διαιρέσεις, κατηγοριοποιήσεις και αποκλεισμούς των κοινωνικών ομάδων, διαμορφώνοντας έτσι το ταξικό πλαίσιο της επιβολής. Η λειτουργία των μηχανισμών αυτών είναι ταυτόχρονα και ιδεολογική με στόχο την εν γένει ενσωμάτωση σε ένα «συναινετικό» καθεστώς εκπειθάρχησης των διάφορων κοινωνικών στρωμάτων των κυριαρχούμενων τάξεων.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια αυτή η ιεραρχική δομή των μηχανισμών επιβολής – καταστολής παράγει ιδεολογία, αφενός εκπέμποντας ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό υπόβαθρο και αφετέρου οργανώνει «δευτερογενώς» την τρέχουσα ιδεολογία λειτουργώντας σαν Ιδεολογικός Μηχανισμός του Κράτους (ΙΜΚ), συνεισφέροντας στην διαμόρφωση της κυρίαρχης ιδεολογίας όπως αυτή συνδιαμορφώνεται σε ιδεολογικοπολιτική ηγεμονία, υπό την επίδραση και των άλλων Ιδεολογικών Μηχανισμών. Η εκπομπή του ιδεολογικού υπόβαθρου συνιστά και μια εσωτερική ιδεολογική λειτουργία των μηχανισμών καταστολής απευθυνόμενη κυρίως στο προσωπικό τους. Είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί στοχεύει στην αναπαραγωγή της συνοχής των μηχανισμών αυτών σαν τέτοιων και επιτυγχάνεται με την ιδεολογική εργαλειοποίηση των ίδιων των κανονισμών λειτουργίας των κατασταλτικών μηχανισμών.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Κατασταλτικοί Μηχανισμοί του Κράτους λειτουργούν σε ένα καθεστώς σχετικού περιορισμού της εσωτερικής δημοκρατίας. Για την αστυνομία το καθεστώς περιορισμού είναι ιδιαίτερα αυστηρό, οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν είναι πάντα συμβατές με τη λειτουργία της ως μηχανισμού. Τέλος, οι μηχανισμοί αυτοί είναι γραφειοκρατικά συστήματα επάλληλων στεγανών που είναι δυνατόν να έχουν ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους. Αυτή η άτυπη διάρθρωση είναι κατά κανόνα σιωπηρά αποδεκτή από το αστικό πολιτικό σύστημα, ακόμα και σε καθεστώς διευρυμένου φιλελεύθερου συνταγματισμού.

2. Η ιδεολογική ταυτότητα της αστυνομίας.

Ποια είναι η ιδεολογία ή πιο σωστά ποιες είναι οι ιδεολογίες της αστυνομίας που συγκροτούνται τελικά σε ενιαίο ηγεμονικό ρεύμα; [3]

Είναι προφανές, ότι η αστυνομία εκφέρει στην κοινωνία σε γενικές γραμμές αυτό που χαρακτηρίζεται σαν κυρίαρχη ιδεολογία, όπως αυτή διαμορφώνεται στο εσωτερικό των δομών της, όπως δηλαδή «μεταφράζεται» και προσαρμόζεται η ιδεολογία αυτή από τις ιδιομορφίες της αστυνομίας ως ιεραρχικού συστήματος. Η δομική διάρθρωση της αστυνομίας δεν είναι βέβαια ομοιογενής αποτελείται από επιμέρους γραφειοκρατικές δομές διαφορετικού προσδιορισμού, οργάνωσης και επιχειρησιακού προσανατολισμού [4]. Αυτό συμβαίνει λόγω των πολλαπλών λειτουργιών που καλείται να καλύψει. Θα αρκεστούμε στις δύο βασικές λειτουργικές πλευρές, αυτήν της Τάξης και αυτήν της Ασφάλειας, οι οποίες τελικά συναρθρώνονται ως προς την σχέση τους με την κοινωνία σε μια ταξική ενότητα. Ούτε και η ιδεολογική ταυτότητα, οι επιμέρους κοινωνικές εξαρτήσεις, δεσμεύσεις και πρακτικές του προσωπικού είναι ομοιογενείς. Παρόλα αυτά, αν και αριθμητικά δεν αποτελούν την πλειοψηφία του προσωπικού, την κυρίαρχη εικόνα διαμορφώνουν για ευνόητους λόγους τα ειδικά σώματα πολιτικής καταστολής που εξασφαλίζουν άμεσα την καταναγκαστική λειτουργία του κράτους.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει ειδική μνεία στον ιδιαίτερο ιδεολογικό χαρακτήρα της επιλογής του προσωπικού να ενταχθεί στην Αστυνομία, υπό την έννοια ότι η ένταξή του στο ιεραρχικό σύστημα του Κατασταλτικού Μηχανισμού είναι εθελοντική. Ο πολίτης που αποφασίζει να υπηρετήσει στο αστυνομικό σώμα, «γνωρίζει» εν πολλοίς τις υποχρεώσεις του απέναντι στον Μηχανισμό, τους καταναγκασμούς που απορρέουν και δέχεται την υποταγή στις διαδικασίες χειραγώγησης, τις οποίες ωστόσο δεν μπορεί να ελέγξει ούτε να παρέμβει εξ αρχής. Αυτή είναι θεμελιώδης διαφορά από την ιδεολογική λειτουργία του κράτους και των μηχανισμών του στην συνολική κοινωνική δομή: εκεί η ιδεολογική λειτουργία επιδιώκεται να είναι σχετικά αφανής και επενεργεί παρά την θέληση των υποκειμένων της και «αδιάφορα» προς αυτήν [5]. Ο πολίτης που «στρατολογείται» στον Κατασταλτικό Μηχανισμό, υπόκειται εκούσια στην ιεραρχική δομή και στην επιρροή του.

2.1. Ηγεμονικές ιδεολογικές σταθερές.

Οι θεμελιώδεις ιδεολογικές σταθερές που καλλιεργούνται συστηματικά στους κόλπους της ΕΛ.ΑΣ. είναι ο εθνικισμός, ο ατομικισμός και ο κρατισμός. Οι ιδεολογίες αυτές ενσταλάζονται στους νέους αστυνομικούς μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας, που συνιστά μια δευτερογενή πολιτική κοινωνικοποίηση του προσωπικού [6]. Στην διαδικασία αυτή κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι αντίστοιχες Αστυνομικές Σχολές όπου επικεντρώνεται και συστηματοποιείται η προσπάθεια θεωρητικοπολιτικής ενσωμάτωσης και ιδεολογικού ελέγχου των σπουδαστών.

Ο εθνικισμός σαν κυρίαρχη ιδεολογία και θεωρητικοπολιτικό πλαίσιο του έθνους – κράτους, διαχέεται σε πολλές μορφές και βαθμούς στο αστυνομικό σώμα. Από τον ήπιο πατριωτισμό, τον «μυστικιστικό» εθνικισμό και τον σωβινισμό έως τις πιο ακραίες ακροδεξιές εκδοχές. Ωστόσο, το ρεύμα του εθνικισμού που φαίνεται να επικρατεί στην πλειοψηφία ή τουλάχιστον σε μεγάλο αριθμό στελεχών των ειδικών σωμάτων καταστολής, είναι σωβινιστικού – διαχωριστικού τύπου και διαπνέεται από νοοτροπίες στρατιωτικοποίησης και «πολέμου» ενάντια στον «εσωτερικό εχθρό».

Ο ατομικισμός, έτερη θεμελιώδης ιδεολογία της αστικής τάξης, συνάδει με την τυπική και άτυπη ιεραρχία του σώματος, μετατρέποντας τις συλλογικές δράσεις σε ομαδοποιημένες, τυφλές πρακτικές. Ο ατομικισμός εκφράζεται και μέσα από τους κανονισμούς, όπου δεν γίνεται ανεκτή ή αποτρέπεται η συλλογική έκφραση αιτημάτων, παραπόνων ή δράσεων και ενεργειών που φαίνεται να εκφεύγουν του πλαισίου των κανονισμών.

Ο κρατισμός εκφράζεται αφενός ως εκπειθάρχηση μέσω της επιβολής ενός φετιχισμού των κανονισμών και μιας ψευδολατρείας του κράτους και αφετέρου ως ιδεολογική αντίληψη περί της «απολιτικής» λειτουργίας της αστυνομίας. Οι κανονισμοί λειτουργίας της Αστυνομίας ειδικά, περνούν κάθε φορά στο νομικό πλαίσιο και θωρακίζουν θεσμικά τους όρους εξάσκησης του αστυνομικού επαγγέλματος. Η λατρεία των κανονισμών λειτουργίας, εντοπίζεται στην προσπάθεια ιδεολογικής εργαλειοποίησής τους και εκεί εντοπίζεται η κύρια προσπάθεια ιδεολογικής χειραγώγησης, ασφυκτικού πολιτικού ελέγχου και ενοποίησης της επαγγελματικής στάσης του προσωπικού. Από την διαδικασία αυτή προκύπτουν τόσο τα αντιλαμβανόμενα χαρακτηριστικά του αστυνομικού «επαγγέλματος», όσο και οι διάφορες «αρετές» που πρέπει να διακρίνουν τον αστυνομικό. Η πειθαρχία πριν απ’ όλα, η «αφοσίωση στο καθήκον», μακριά από πολιτικές και κόμματα (ιδίως αν είναι αριστερά ή «αντισυστημικά»), ο επαγγελματισμός, η υπεράσπιση με «αυταπάρνηση» των εθνικών συμφερόντων, κυρίως αυτών που συμπίπτουν με αυτά που αντιλαμβάνεται ως εθνικά η «Υπηρεσία» και η εξασφάλιση της «συνέχειας» της Πολιτείας, δηλαδή του κράτους. Οι “αρετές” αυτές συνιστούν οργανικό τμήμα της λεγόμενης θεσμικής μνήμης του αστυνομικού βραχίονα του Κράτους.

2.2. Ο κοινωνικός διαχωρισμός σαν γενικό εργαλείο ελέγχου και άμεσης ενσωμάτωσης.

Οι διαδικασίες παγίωσης των ιδεολογικών σταθερών που αναφέρονται ανωτέρω και ο επιτυχής έλεγχος τους, επιτρέπει στο σώμα των αστυνομικών ως γραφειοκρατική τεχνοδομή, να λειτουργεί και ως κοινωνικοεπαγγελματική κατηγορία ειδικής φύσης.

Ορίζοντας την κοινωνική θέση του προσωπικού, οι αστυνομικοί είναι κρατικοί υπάλληλοι, στην πλειοψηφία τους μέσης και κατώτερης βαθμίδας. Σαν εργαζόμενοι ανήκουν σε εκείνα τα επαγγέλματα που ανταλλάσσουν τις υπηρεσίες τους έναντι εισοδήματος – μισθού συγκεκριμένα, χωρίς να παράγουν οικονομική αξία, αφού δεν συμμετέχουν στην υλική παραγωγή αλλά απορροφούν ένα τμήμα της παραγόμενης οικονομικής αξίας που μετακυλύεται με το φορολογικό σύστημα, για την κάλυψη των κρατικών αναγκών. Είναι δηλαδή οι αστυνομικοί ένα ειδικό σώμα που λειτουργεί αποκλειστικά για να εξασφαλίζεται απρόσκοπτα η αναπαραγωγή του συστήματος στο κοινωνικό πεδίο.

Από άποψη του ταξικού προσδιορισμού της θέσης τους, αν και το μεγαλύτερο τμήμα του προσωπικού φαίνεται να προέρχεται από τις υποτελείς τάξεις, τα μεσοστρώματα των πόλεων και τις αγροτικές περιοχές, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι αστυνομικοί υπάλληλοι τείνουν να ενσωματώνονται στα τμήματα της «νέας» ή πιο σωστά της «οργανικής» ή «λειτουργικής» μικροαστικής τάξης [7]. Το προσωπικό αυτό βλέπει την ένταξή του στην αστυνομία σαν κοινωνική αναβάθμιση.

Ο ταξικός προσδιορισμός από μόνος του δεν αρκεί για να ολοκληρωθεί η ένταξη των αστυνομικών στον Κατασταλτικό Μηχανισμό του Κράτους. Απαιτείται η «καλλιέργεια» του στοιχείου του διαχωρισμού [8] από την κοινωνία που λειτουργεί σαν άμεσο εργαλείο περαιτέρω ενσωμάτωσης και ομογενοποίησης των στάσεων των αστυνομικών, εντείνοντας την αποξένωσή τους από την κοινωνία, ενισχύοντας ταυτόχρονα την εσωστρέφεια των συμπεριφορών και δημιουργώντας κλειστές ομάδες. Με τον κοινωνικό διαχωρισμό καλλιεργείται παράλληλα στην κοινή γνώμη, η συνεπακόλουθη και εύλογη κοινωνική εχθρότητα προς το αστυνομικό σώμα, με στόχο την ανάπτυξη στον πληθυσμό, συναισθήματος δέους προς την Αστυνομία.

Το σώμα των αστυνομικών λόγω του κοινωνικού διαχωρισμού που το διέπει, την ειδική σχέση ένταξης στον Κατασταλτικό Μηχανισμό του Κράτους και τις προσίδιες ιδεολογικές ταυτότητες που ανιχνεύονται στο εσωτερικό του, αναπτύσσει ιδιαίτερες στάσεις και συμπεριφορές. Είναι ευεπίφορο σε αντιλήψεις υπεροχής και πνεύματος ελίτ λόγω της ειδικής του θέσης [9], καθώς και συμπεριφορές αποξένωσης από το κοινωνικό σώμα (άσκηση ακραίας βίας, αυθαιρεσία και αυταρχικές συμπεριφορές .

2.3. Η σχετική αυτονομία των ατομικών πεποιθήσεων του προσωπικού, σαν ειδικό εργαλείο έμμεσης ενσωμάτωσης.

Παρόλο τον πολιτικό έλεγχο ο οποίος ασκείται ασφυκτικά στο αστυνομικό σώμα από την ιθύνουσα ελίτ (και γίνεται αντιληπτό από το προσωπικό με τον όρο “κομματικοποίηση”), υφίσταται η υπό όρους ανοχή των προσωπικών αντιλήψεων και των ατομικών πεποιθήσεων του προσωπικού. Η ιδιότυπη ανοχή στις ατομικές πεποιθήσεις των στελεχών είναι ένα ειδικό εργαλείο περαιτέρω ιδεολογικής ενσωμάτωσης, εκπειθάρχησης και συναίνεσης του αστυνομικού προσωπικού.

Η ιδιομορφία της ιδεολογικής λειτουργίας ενός συστήματος σαν την ελληνική αστυνομία και το στοιχείο επιτυχίας της ιδεολογικής ενσωμάτωσης του προσωπικού, είναι η δυνατότητα «ιδιοποίησης» των επιμέρους ιδεολογικών προσανατολισμών των μελών της. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως ανοχή σε ένα ευρύτατο φάσμα διαφοροποιημένων ιδεολογικοπολιτικών προσανατολισμών, από φασιστικές έως τις πιο δημοκρατικές αντιλήψεις και συνιστά απαραίτητη – ζωτικής σημασίας – διαδικασία για την εξασφάλιση της λειτουργίας της αστυνομίας. Το σύστημα διαθέτει τη δυνατότητα ιδεολογικής ενσωμάτωσης του προσωπικού γιατί ανέχεται ή και «ιδιοποιείται» τις αντιφατικές προσωπικές αντιλήψεις του (τα «προϊδεολογικά νοητικά πιστεύω» του), με το τέχνασμα του διαχωρισμού των ατομικών πεποιθήσεων από τους διακηρυγμένους πολιτικούς στόχους της «Υπηρεσίας». Ο καθένας είναι “ελεύθερος” να διατηρεί τα πιστεύω του, αλλά η Υπηρεσία που έχει ήδη ταυτιστεί με υπέρτατους θεσμούς, της Πολιτείας, του έθνους κλπ, είναι υπεράνω των ατομικών πεποιθήσεων. Η Υπηρεσία δηλαδή η εκπειθάρχηση στους κανονισμούς και κατ’ επέκταση η υπακοή στο καθεστώς, είναι (θα πρέπει να είναι) η ιδεολογική “πατρίδα” όλου του προσωπικού.

2.4. Η “γενεά” και οι «σειρές» σαν εργαλεία έμμεσης ενσωμάτωσης.

Για την καλύτερη κατανόηση των διαφοροποιήσεων των ατομικών πεποιθήσεων, από το ιδεολογικό φορτίο του φιλελεύθερου συνταγματισμού έως αυτό του αυταρχικού κράτους, στο οποίο εντάσσεται και η φασιστική επιλογή, θα πρέπει να εισαχθεί και η έννοια της «σειράς» που αναφέρεται στις εκπαιδευτικές ή επιχειρησιακές σειρές του προσωπικού της αστυνομίας και συνήθως ταυτίζεται με την περίοδο εισδοχής στο σώμα. Στο παρόν κείμενο χρησιμοποιείται καταχρηστικά και ο όρος της γενιάς ή «γενεάς» για λόγους διευκόλυνσης. Εξυπακούεται ότι η γενιά δεν υφίσταται σαν όρος στο επίσημο λεξιλόγιο αλλά μπορεί να απαντάται ο όρος σειρά ή άλλοι αντίστοιχης σημασίας, στην αργκώ του αστυνομικού προσωπικού. Οι «σειρές» είναι άτυπες εσωτερικές ιεραρχήσεις διακριτών κατηγοριοποιήσεων, που συνέπηξε το προσωπικό τόσο κατά την περίοδο εκπαίδευσης του, όσο και κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του.

Οι διακρίσεις και οι διαχωρισμοί αυτοί παράγουν και εκπέμπουν όπως είναι αναμενόμενο εξάλλου ιδεολογικό υπόβαθρο, σε συνάρτηση με την περίοδο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αντίστοιχου προσωπικού. Άλλο είναι το ιδεολογικό φορτίο προσωπικού των σειρών της γενιάς που μπήκε στην αστυνομία την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ από το προσωπικό των σειρών της γενιάς πριν τη μεταπολίτευση ή του αντίστοιχου προσωπικού που υπηρέτησε στην Χωροφυλακή και τέλος, άλλα τα χαρακτηριστικά της γενιάς που εντάχθηκε από τη 10ετία του 2000 και μετά. Οι σειρές προσωπικού και ιδιαίτερα τα στελέχη ειδικών μονάδων (ΥΑΤ/ΥΜΕΤ, ΔΙΑΣ, ΔΕΛΤΑ κλπ), της μνημονιακής περιόδου πχ, φαίνεται να εμφορούνται σε σημαντικό ποσοστό από ακροδεξιές ιδέες. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τα αποτελέσματα των εκλογικών κέντρων που ψήφιζαν τα στελέχη αυτών των μονάδων, όπου το νεοναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής είχε συγκεντρώσει ποσοστά που κυμάνθηκαν από το 25% έως το 50% περίπου. Είναι ενδιαφέρον να διερευνήσει κανείς το ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο της γενιάς των σειρών της περιόδου διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και τι αντικρουόμενες προσλαμβάνουσες είχε το προσωπικό. Τόσο ώστε «να νοιώσει ελεύθερο» με την κυβερνητική αλλαγή και την κυβέρνηση της ΝΔ!

Έτσι, ανάλογα με την περίοδο, μπορεί να προβάλλεται και να υιοθετείται ως διακριτό ιδεολογικό φορτίο των σειρών κάθε γενιάς του προσωπικού, η σωτηρία του έθνους, ή η εθνοφυλετική υπεροχή, η απολιτική λειτουργία της υπηρεσίας, ή ιδεολογήματα του τύπου «πολιτικοποίηση αλλά όχι κομματικοποίηση» κλπ. Μπορούν εξίσου να προβάλλονται έστω και μειοψηφικά, αρχές όπως είναι η ενίσχυση του «θεσμικού ρόλου», της Αστυνομίας, η δημοκρατική στάση και η ανοχή στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, τους πρόσφυγες κλπ. Αυτές οι «προοδευτικές» συμπεριφορές ίσως προξενούν αμηχανία ή και αντίδραση σε κάποιες ομάδες του προσωπικού.

Σε τελική ανάλυση ωστόσο, ακόμα και αντιφατικά ιδεολογικά φορτία και προσωπικές επιλογές, έχουν στόχο την συναίνεση στο βασικό ιδεολογικό πλαίσιο που εξασφαλίζει την ιδεολογική ηγεμονία. Υπό αυτό το πρίσμα, ο ρατσισμός, οι μιλιταριστικές νοοτροπίες των ειδικών μονάδων, τα σεξιστικά στερεότυπα και οι απορρέουσες συμπεριφορές [10], συγκροτούν υποκουλτούρες που διαχέονται στο σώμα, με σχέδιο ή και αυθόρμητα, μαζί με άλλες οι οποίες δεν έχουν κατ’ ανάγκη αρνητικό πρόσημο, όπως είναι πχ οι προαναφερθείσες δημοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές.

Συνοψίζοντας, η άμεση οργανωμένη προσπάθεια (δευτερογενούς) πολιτικής κοινωνικοποίησης του αστυνομικού προσωπικού γίνεται στις Σχολές εκπαίδευσης, η επόμενη έμμεση προσπάθεια γίνεται κατά την ένταξη του προσωπικού σε μια “γενεά” ή ομαδοποίηση σειρών που θυμίζει τις “σειρές” του Στρατού και βασίζεται στην επιρροή του παραδείγματος των παλαιοτέρων (“βητάδες” κλπ).

Τέλος δεν είναι αμελητέα η ιδεολογική επιρροή που ασκούν οι εσωτερικές επαγγελματικές διαφοροποιήσεις στις τάξεις της αστυνομίας. Στην ΕΛ.ΑΣ. το προσωπικό αποτελούνταν από τους Αξιωματικούς, τους Αστυφύλακες, το πολιτικό προσωπικό, τους συνοριακούς φύλακες και τους ειδικούς φρουρούς. Όλες αυτές οι κατηγορίες είχαν και διατηρούν τις δικές τους άτυπες εσωτερικές ιεραρχήσεις με ιδιαίτερες ιδεολογικές ταυτότητες του τύπου της «γενεάς» ή της «σειράς». Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κινήθηκε σε μία κατεύθυνση «ομογενοποίησης» του αστυνομικού προσωπικού, επιχειρώντας να καταργήσει τους αστυνομικούς «πολλαπλών ταχυτήτων». Το πόσο σημαντικό ήταν αυτό για την υπονόμευση νοοτροπιών εσωτερικού διαχωρισμού για τον έλεγχο της Αστυνομίας από το αστικό καθεστώς, φάνηκε από τις πρώτες πράξεις της Κυβέρνησης της ΝΔ, όπου επανέφερε το θεσμό των ειδικών φρουρών και επανίδρυσε την απαξιωμένη κοινωνικά ομάδα ΔΕΛΤΑ.

2.5. Ένα σύστημα που ισορροπεί στις αστάθειες λειτουργίας του;

Οι ανωτέρω αναφερόμενες καταστάσεις άμεσης και έμμεσης ενσωμάτωσης, είναι σχετικά ασταθείς λόγω της ταξικής πάλης που τις διατρέχει και ενέχουν κάποιο βαθμό απροσδιοριστίας. Μπορούν να επιτρέψουν τη διαμόρφωση ενός διαφορετικού πλαισίου ιδεολογικής επιβολής, όπου η διείσδυση ιδεολογικών αντιλήψεων των υποτελών τάξεων αποκτά σημαντικά ερείσματα. Συνεπώς, η υπεροχή της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν είναι δεδομένη στον επιθυμητό για το σύστημα βαθμό, δεν είναι ολοκληρωτική, οπότε στο πλαίσιο ενός μηχανισμού σαν την αστυνομία διεξάγεται διαρκώς διαπάλη για την ιδεολογική ηγεμονία, ως βασικού παράγοντα αναπαραγωγής του συστήματος.

Αν δεχθούμε ότι η ιδεολογική επιβολή ακόμα και στο εσωτερικό ενός Κατασταλτικού Μηχανισμού του Κράτους είναι εγγενώς ασταθής και ένα διαρκές επίδικο, η ιδεολογική ηγεμονία σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, συνδέεται με την δυνατότητα υπερβάσεων του κανονιστικού πλαισίου για την αντιμετώπιση μιας «θεσμικής αδράνειας» που δεν ευνοεί την αντιμετώπιση καταστάσεων ενός ρευστού πεδίου αντιπαράθεσης. Στην πράξη φαίνεται ότι για να λειτουργήσει το σύστημα και όχι μόνο σε περίοδο κρίσης, θα πρέπει οι εκπρόσωποί του να υπερβαίνουν λιγότερο ή περισσότερο συστηματικά τους κανόνες λειτουργίας του, ενώ ταυτόχρονα να αναφέρονται διαρκώς σε αυτούς, γιατί η διασφάλιση της ταξικής κυριαρχίας φαίνεται να μπορεί να επισυμβεί κυρίως μέσα από την υπέρβαση των θεσπισμένων κανόνων σε συνδυασμό με τη διαρκή επίκλησή τους.

Εδώ εντοπίζεται σαν οξύμωρο σχήμα μία αντινομία: η σταθερότητα και η διάρκεια του συστήματος εδράζεται σε διαδικασίες που φαίνεται να ισορροπούν στην αστάθεια λειτουργίας του και στην κατά περίπτωση υπέρβαση των κανόνων που καθορίζουν αυτή την ίδια τη λειτουργία του. Έτσι η έσχατη οργανωμένη ή και αυθόρμητη διαδικασία πολιτικής κοινωνικοποίησης του αστυνομικού προσωπικού και η υποταγή του στην κυρίαρχη ιδεολογία και στον πολιτικό και κοινωνικό αυταρχισμό της αστικής τάξης, φαίνεται να εδράζεται και στην λειτουργική υπέρβαση του κανονιστικού πλαισίου. Αυτό εμφανίζεται συνήθως στα μάτια της κοινωνίας σαν αυθαιρεσία του μηχανισμού. Πράγμα που σημαίνει ότι η αυθαιρεσία σαν πράξη, εντάσσεται οργανικά στο σύστημα καταστολής.

Σημειώνεται ωστόσο ότι οι ανωτέρω θέσεις διατυπώνονται προς το παρόν με κάθε επιφύλαξη και σαν υπόθεση εργασίας προς διερεύνηση.

3. Η κατάσταση, τα προβλήματα και η ριζοσπαστικοποίηση του αστυνομικού προσωπικού. Πολιτικές επιρροές, ιδεολογίες διακρίσεων, αποκλεισμού και μίσους. Ο κίνδυνος φασιστικής επιλογής.

Το αστυνομικό σώμα υπόκειται στις συνέπειες των επιλογών των κυρίαρχων ελίτ. Είναι προφανές ότι σε περίοδο κρίσης όπως αυτή της μνημονιακής – νεοφιλελεύθερης ρύθμισης, το αστυνομικό προσωπικό ριζοσπαστικοποιείται σε πολλαπλές κατευθύνσεις. Οι αντιθέσεις μεγάλων τμημάτων του αστυνομικού προσωπικού οξύνονται είτε με τις πολιτικές των ιθυνουσών ελίτ είτε αντίθετα με το κοινωνικό σώμα.

Στην πρώτη περίπτωση, ο κλονισμός της κοινωνικοεπαγγελματικής τους υπόστασης, η διάψευση των προσδοκιών και ο κίνδυνος ταξικής υποβάθμισης, ωθούν τμήματα του αστυνομικού σώματος σε πολιτικούς προσανατολισμούς αντιπαράθεσης με τις επιλογές της ιθύνουσας τάξης. Υπό προϋποθέσεις μπορούν ακόμα και να συμμαχήσουν με δυνάμεις της πολιτικής Αριστεράς. Ωστόσο, αυτό που θεωρείται ως θεσμική μνήμη το σώματος, λειτουργεί συνήθως σαν παράγοντας αδράνειας που δρα ενάντια στις αριστερόστροφες πολιτικές μεταστροφές. Στην περίπτωση αυτή, το φάσμα της ανεργίας, ο φόβος της κοινωνικής υποβάθμισης και το όλο ιδεολογικό – πολιτισμικό πλαίσιο της γραφειοκρατικής τεχνοδομής, ωθούν το αστυνομικό σώμα σε συστημική υποταγή στους αντιλαϊκούς πολιτικούς σχεδιασμούς των ιθυνουσών ελίτ. Τμήματα του αστυνομικού προσωπικού τείνουν τότε να υιοθετήσουν ακραίες συμπεριφορές πολιτικής καταστολής και καταπίεσης, που γίνονται ολοένα και πιο αντιδημοκρατικές και απάνθρωπες, αφού ο εξοπλισμός των κατασταλτικών μονάδων προσομοιάζει ολοένα και περισσότερο με στρατιωτικό. Δρουν με τόσο ζήλο, ώστε φαίνεται σαν να μισούν τους πολίτες γενικά και κάποιες κατηγορίες (πρόσφυγες – μετανάστες, μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, κοινωνικά απόκληρους, Ρομά κλπ) ειδικότερα. Αυτό που μισούν στην πραγματικότητα, είναι η ενδεχόμενη «πτώση» τους στην ταξική θέση από την οποία προέρχονται ή εν πάση περιπτώσει σε κάποια ταξική θέση που θεωρούν «κατώτερη». Παράλληλα βλέπουν με συγκαλυμμένη ή περισσότερο φανερή αντιπάθεια, εχθρότητα αλλά και δέος, τις αστικές ιθύνουσες ελίτ, με τις οποίες προσπαθούν να συνδιαλλαγούν για να αποσπάσουν προνόμια, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης.

Στην δεύτερη περίπτωση, αυτή της αντιλαϊκής ριζοσπαστικοποίησης, ελλοχεύει ο κίνδυνος του άμεσου εκφασισμού. Ποιοι είναι οι όροι που διευκολύνουν ή καθιστούν δυνατή την εμφάνιση φασιστικών θυλάκων στην Αστυνομία; Και μάλιστα στις ειδικές μονάδες που είναι οι πιο ευάλωτες;

Κατά τη γνώμη μας, το αστικό κράτος είναι μάλλον κράτος έκτακτης ανάγκης όπου εμπεριέχει σαν δυνατότητα και το κράτος δικαίου [11] και όχι το αντίθετο. Αυτό συνεπάγεται την διατήρηση επέκταση, ενίσχυση και διαρκή επιφυλακή των μονάδων και των μηχανισμών καταστολής της αστυνομίας, οπότε οι πολιτικές πρακτικές του φασισμού βρίσκουν κατ’ αρχήν εκεί πρόσφορο έδαφος.

Στα πλαίσια του ιεραρχικού συστήματος της αστυνομίας, ο αυταρχισμός, η διοικητική οργανωτική πυραμίδα των γραφειοκρατικών δομών, τα στεγανά που δημιουργεί το πνεύμα μονάδας ελίτ (το esprit de corps) που διακατέχει τμήματα του προσωπικού, ο διαχωρισμένος χαρακτήρας (αφενός από την κοινωνία και αφετέρου οι ιδεολογικοποιημένοι διαχωρισμοί και κατηγοριοποιήσεις στο αστυνομικό σώμα), η προσφυγή στην οργανωμένη «νόμιμη» βία σαν αποδεκτό εργαλείο πολιτικής, η περιφρονητική παράκαμψη των δημοκρατικών διαδικασιών, είναι οι συνήθεις πρακτικές τις οποίες ο φασισμός δεν χρειάστηκε να «εφεύρει», τις βρήκε έτοιμες, τις δανείστηκε και απλώς τις ώθησε στην πιο ακραία τους έκφραση. Και ενώ η μη νόμιμη βία του φασισμού αρχικά εμφανίζεται σαν εξωτερική ως προς το κράτος, νομιμοποιείται και ταυτίζεται με την αντίστοιχη κρατική, στο μέτρο επικράτησης ενός κράτους έκτακτης ανάγκης. Η φασιστική βία τότε, στην πραγματικότητα υποτάσσεται στην κρατική, γίνεται κρατική και όχι το αντίθετο (Ν. Πουλαντζάς «Fascisme et dictature» Éditions du Seuil, 1974).

Στο ιδεολογικό πεδίο ακροδεξιά, φασισμός και κατασταλτικοί μηχανισμοί μοιράζονται όλες τις θεμελιώδεις ιδεολογικές σταθερές, υποκουλτούρες και νοοτροπίες, έστω και σε διαφοροποιημένο βαθμό. Εθνικισμός – σωβινισμός, φετιχιστικός κρατισμός, μυστικιστικός ατομικισμός διαφόρων αποχρώσεων και ανορθολογισμός, κοινωνικές διακρίσεις, εθνοφυλετικό μίσος, ρατσισμός, σεξισμός, μιλιταριστικό πνεύμα κλπ. Ένα άλλο στοιχείο είναι η ταξική σύμπτωση με την μικροαστική ένταξη του προσωπικού. Στην περίπτωση αυτή, ευδοκιμεί ένας ριζοσπαστικός μικροαστισμός που εκφράζεται με ανίσχυρο μίσος για την ιθύνουσα τάξη αλλά απτό και παραγωγικό μίσος του προσωπικού για την ίδια του την τάξη και για τις υποτελείς τάξεις εν γένει.

Ο ακροδεξιός κι ακόμα περισσότερο ο φασίστας αστυνομικός φαίνεται να αυτονομείται ως προς τους όρους του επαγγέλματος δηλαδή από το πλαίσιο των κανονισμών καίτοι είναι συνήθως τυπολάτρης ως προς την προς τα “έξω” παρουσία του. Είναι συνειδητά «επίορκος» όταν το επιτρέπουν βέβαια οι περιστάσεις, γιατί πρέπει και αυτός να πειθαρχεί, όσο τουλάχιστον και οι συνάδελφοί του. Αν δεχθούμε την προηγούμενη υπόθεση εργασίας, ότι δηλαδή για να λειτουργήσει το σύστημα θα πρέπει οι εκπρόσωποί του να υπερβαίνουν σε κάποιες περιστάσεις τους κανόνες, φαίνεται ότι η ένταξη ενός αστυνομικού σε μια ακροδεξιά ή φασιστική επιλογή είναι πολύ πιο εύκολη από άλλες επιλογές πολιτικής ένταξης. Όταν η υπέρβαση ή η ελαστική εφαρμογή των κανόνων είναι αν όχι συνήθης, τουλάχιστον ανεκτή πρακτική, τότε η παράβαση τους υπό την μορφή αυθαιρεσίας, γίνεται πιο εύκολη και οδηγεί σε πολιτικούς ακτιβισμούς, πρωτοβουλίες και συμπεριφορές που προσιδιάζουν στις φασιστικές πρακτικές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, η αντικανονική χρήση της αστυνομικής ράβδου (γκλομπ) στις διαδηλώσεις, το πέταγμα αντικειμένων (πχ πέτρες, καδρόνια) που δεν περιλαμβάνονται στον συνήθη εξοπλισμό και δεν προβλέπονται από τους κανόνες εμπλοκής. Αναφέρουμε επίσης το “φύτεμα” ενοχοποιητικών στοιχείων ή απαγορευμένων ουσιών στα σακίδια υπόπτων ή προσαγόμενων, για να μην αναφερθούμε στους ξυλοδαρμούς ρεπόρτερ ή νεολαίων, στους προπηλακισμούς και την κακομεταχείριση μεταναστών (ακόμα και νομίμων, με άδειες παραμονής ή και με ελληνική ιθαγένεια) και στις ακραία αυταρχικές συμπεριφορές.

Δεν συμμεριζόμαστε μία παραδοσιακή αντίληψη της αριστεράς που εμφανίζεται κατά καιρούς, περί εκδήλωσης του φασισμού ως ενδημικής κατάστασης στην αστυνομία, αλλά πρεσβεύουμε ότι το δομικό πλαίσιο της κατασταλτικής φύσης των «νόμιμων» δράσεων της αστυνομίας είναι λειτουργικά συμβατό με τον φασισμό, σε όλα τα επίπεδα. Συνεπώς και πάντα στο κάθε φορά δεδομένο ιστορικό πλαίσιο, η αστυνομία ως μηχανισμός καταστολής του κράτους, εμπεριέχει σαν εγγενή δυνατότητα εκείνες τις ακροδεξιές πρακτικές που είναι ή θεωρούνται φασιστικές, οι οποίες μπορεί να εκδηλώνονται ως «εκτροπή» στο πλαίσιο ενός φιλελεύθερου συνταγματισμού αν ο μηχανισμός αυτός της καταστολής δεν παρακολουθείται και δεν ελέγχεται διαρκώς (με τη πολιτική πάλη των υποτελών τάξεων ή ως επιτήρηση της νομιμότητας εκ μέρους των αστικών δυνάμεων).

Ωστόσο θα ήμασταν πολιτικά μύωπες, αν παραβλέπαμε τον ρόλο της εκπαιδευτικής διαδικασίας όπως συντελείται στις Αστυνομικές Σχολές, στην διάδοση και παγίωση ακροδεξιών πεποιθήσεων ή και απροκάλυπτα φασιστικής ιδεολογίας, σύμφωνα και με πλήθος καταγγελιών, που δεν αφορούν μόνο την αστυνομία αλλά και τις στρατιωτικές παραγωγικές σχολές. Συνεπώς και η εκπαιδευτική διαδικασία αυτή καθ’ εαυτή, είναι πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Ο δε τρόπος υλοποίησής της, στοχεύει στην παγίωση των ηγεμονικών ιδεολογικών σταθερών, φαίνεται να κυριαρχείται από ακραία δεξιές αντιλήψεις και πρακτικές, ώστε να συντηρείται «φυτώριο» ακροδεξιάς ιδεολογίας έντονα φασίζοντος προσδιορισμού. Και πάλι συνιστά πολιτική αφέλεια να θεωρήσει κάποιος πως οι παραγωγικές σχολές είχαν γίνει «φέουδο» της Χρυσής Αυγής την περίοδο της ανοχής των ελίτ προς αυτήν, γιατί η ακροδεξιά ιδεολογικοπολιτική ηγεμονία στους χώρους αυτούς υπερβαίνει τις διακυμάνσεις (αυξομειώσεις) των ποσοστών των πολιτικών δυνάμεων που συγκροτούν το πολιτικό σκηνικό της κάθε συγκυρίας, έχει μεγαλύτερη εμβέλεια και χρονική διάρκεια από τις παραληρηματικές στάσεις και τοποθετήσεις των εφήμερων ναζιστικών μορφωμάτων. Πράγμα που σημαίνει ότι η καταβαράθρωση της πολιτικής δύναμης της Χρυσής Αυγής δεν είναι και το τέλος προσίδιων ιδεολογιών στο σώμα των αστυνομικών. Η καλλιέργεια της ακροδεξιάς ιδεολογικοπολιτικής διαμόρφωσης του προσωπικού των σωμάτων ασφαλείας και του στρατού, συνιστά συστημική επιλογή των κυρίαρχων ελίτ που εκπροσωπούν τον νεοφιλελεύθερο ελληνικό καπιταλισμό της παρούσας ιστορικής φάσης. Οι κυρίαρχες ελίτ θεωρούν το ακροδεξιό ή και φασιστικό πρόταγμα ως αντίβαρο στην ανάπτυξη κινημάτων αντίστασης και μάλιστα υπό τις σημερινές συνθήκες πλήρους έκπτωσης, πολιτικής, ηθικής και ιδεολογικής του πολιτικού προσωπικού του αστισμού.

Κατά συνέπεια, ενώ ο φασισμός δεν συνιστά ενδημικό πρόβλημα της αστυνομίας αυτό καθεαυτό, οι λειτουργίες της αστυνομίας ως ιεραρχικού συστήματος – μηχανισμού καταστολής είναι καθόλα συμβατές με το φασιστικό φαινόμενο. Και εδώ ελλοχεύει κίνδυνος για τα δημοκρατικά δικαιώματα και για την ανάδειξη στην πολιτική σκηνή, δυνάμεων που εκπροσωπούν τους υποτελείς. Θα πρέπει να ληφθεί ωστόσο υπόψη ότι ο φασίστας αστυνομικός, εκών – άκων συγκαταλέγεται και αυτός στα θύματα του φασισμού.

4. Τα δύο κύρια ‘θεσμοθετημένα’ καθήκοντα της Αστυνομίας: Τάξη και Ασφάλεια.

Σε ιδεολογικό – θεωρητικό επίπεδο η Τάξη και η Ασφάλεια είναι απαραίτητοι όροι για τη διασφάλιση των κοινωνικών λειτουργιών. Η διευρυμένη αναπαραγωγή, η κεφαλαιακή συσσώρευση και η κυκλοφορία του κεφαλαίου, απαιτεί ως σύστημα ένα πλαίσιο εύρυθμης και απρόσκοπτης λειτουργίας των όρων της, απαιτεί κοινωνική συναίνεση και ισορροπίες χωρίς κοινωνικές εντάσεις για να λειτουργήσει με τον πλέον επωφελή για την ιθύνουσα ελίτ τρόπο. Ζητούμενο λοιπόν είναι η παγίωση της «κοινωνικής ειρήνης» σε όλο το εύρος της κοινωνικής ζωής. Η κοινωνική ειρήνη ως προϊόν ταξικής συναίνεσης εξασφαλίζει ωστόσο – εκτός από την αναπαραγωγή της κεφαλαιοκρατικής σχέσης – και την ασφαλή ύπαρξη και διαβίωση των υποτελών τάξεων, είναι λειτουργικό στοιχείο της συνολικής κοινωνικής ισορροπίας.

4.1. Η Τάξη.

Η κοινωνική συναίνεση – ταξική ειρήνη ενώ είναι κατ’ εξοχήν ιδεολογικοπολιτική κατηγορία, εξασφαλίζεται πρακτικά από την Αστυνομία με την «επιβολή της Τάξης», η οποία διασταλτικά περιλαμβάνει όλα τα μέσα και τις μορφές επιβολής στα οποία προσφεύγουν οι Κατασταλτικοί Μηχανισμοί του Κράτους για την εκπειθάρχηση της κοινωνίας. Η επιβολή της Τάξης επεκτείνεται από την ευταξία της οδικής κυκλοφορίας και των εκδηλώσεων μαζικού ακροατηρίου μέχρι την καταστολή των διαδηλώσεων και τις ειδικές στρατιωτικές μονάδες εσωτερικής επέμβασης, που η ύπαρξή τους συνήθως παραμένει στην αφάνεια και ο ρόλος τους δεν αποσαφηνίζεται.

Τις πολιτικές συγκρούσεις του παρελθόντος αντιμετώπιζε κατ’ αρχήν ο Στρατός. Αυτές οι αρμοδιότητες ανατέθηκαν στην Αστυνομία, όταν απαιτήθηκε να συγκροτηθούν μαζικοί εθνικοί στρατοί για τους μεγάλους πολέμους των εθνών – κρατών μεταξύ τους [12]. Η φαινομενική αποχώρηση του Στρατού από την τήρηση της κοινωνικής συναίνεσης απαίτησε την γιγάντωση των αρμόδιων αστυνομικών υπηρεσιών και την στρατιωτικοποίηση των αντίστοιχων μονάδων.

Για την νομιμοποιητική παγίωση και ιδεολογική δικαίωση της δράσης των ειδικών κατασταλτικών μονάδων τα τελευταία τριάντα χρόνια, απαιτήθηκε ένα ολόκληρο δίκτυο υπηρεσιών δημιουργίας πρόκλησης (χουλιγκανισμός κάθε μορφής), επανδρωμένο από ικανό αριθμό στελεχών, “γνωστών – αγνώστων” χαφιέδων και προβοκατόρων. Αυτοί δρουν πάντα σε συντονισμό με τις δυνάμεις καταστολής. Πολλές φορές εκμεταλλεύονται και προσπαθούν να χειραγωγήσουν την αντίδραση τμημάτων του νεανικού πληθυσμού. Είναι ένα καλά οργανωμένο δίκτυο που δημιουργεί εντάσεις ακόμα κι εκεί που δεν εκδηλώνονται ή ακόμα κι όταν τμήματα της λεγόμενης “άγριας νεολαίας”, δεν προβαίνουν σε ενέργειες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως διασάλευση της τάξης. Στις λαϊκές κινητοποιήσεις της 5ετίας 2010 έως 2014, έδωσαν ηχηρό παρόν. Αρωγοί σε αυτή την πρακτική κατά την περίοδο των κινητοποιήσεων, ήταν και οργανωμένοι φασίστες της “Χρυσής Αυγής” που έδρασαν σαν «αγανακτισμένοι πολίτες» με την ασφαλίτικη έννοια του όρου.

Το δίκτυο δημιουργίας προκλήσεων, οι υπηρεσίες διαχείρισης τους και οι υπηρεσίες αντιμετώπισης των συνεπειών της παρέμβασής τους (η δράση δηλαδή ενάντια στα κινήματα), μαζί με τις επιχειρησιακές μονάδες και τμήματα που παρέχουν τις απαραίτητες υπηρεσίες ευταξίας, συνιστούν έναν μηχανισμό της Τάξης. Τμήματα του μηχανισμού της Τάξης μπορούν να αυτονομούνται, στήνοντας προβοκάτσιες σε εκδηλώσεις μαζικού ακροατηρίου ή πολιτικές κινητοποιήσεις, για να καταστήσουν γνωστή ή να επιβάλλουν την πολιτική τους βούληση, να “προειδοποιήσουν” την διοίκηση, να εκβιάσουν το πολιτικό σύστημα ή ακόμα και να καταδείξουν την “αναγκαιότητα” της ύπαρξής τους.

Η τήρηση της κοινωνικής ειρήνης και ευταξίας είναι το έργο που ο μηχανισμός της Τάξης οφείλει να επιτελεί. Το έργο αυτό όμως το υλοποιεί μέσω διαδικασιών καταστολής διαφορετικών διαβαθμίσεων αυταρχισμού. Συνεπώς, ο μηχανισμός της Τάξης είναι ένας αυτοτροφοδοτούμενος κατασταλτικός μηχανισμός, που σε συνδυασμό με τον Δικαστικό επιχειρησιακό βραχίονα του Κράτους (και συνεπικουρούμενος από τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς, των ΜΜΕ επί παραδείγματι), σε περιόδους κρίσης και κινητοποιήσεων, στρέφεται κυρίως κατά των λαϊκών και κοινωνικών κινημάτων, με πρόσχημα την τήρηση της κοινωνικής ειρήνης και ευταξίας, τις οποίες εξασφαλίζει με αυταρχικές κατασταλτικές μεθόδους.

4.2. Η Ασφάλεια. – Το ζήτημα της εγκληματικότητας και της διαφθοράς.

Η Ασφάλεια, είναι κλασσική πολιτική λειτουργία προστασίας του καθεστώτος, κυρίως από «εσωτερικούς» κινδύνους. Σαν όρος είναι ιδιαίτερα φορτισμένος ιστορικά, ωστόσο στο παρόν κείμενο θα αντιμετωπισθεί σαν λειτουργία της αντίστοιχης υπηρεσίας αστυνομίας η οποία φαίνεται κατ’ αρχήν να στρέφεται κατά της εγκληματικότητας και να μεριμνά για την προστασία του πολίτη από αυτήν. Η εγκληματικότητα ορίζεται σαν σύνολο παραβάσεων και “εγκλημάτων” που περιγράφεται και οριοθετείται κάθε φορά από το υφιστάμενο Ποινικό Δίκαιο. Δεν είναι μόνον αυτό, αποτελεί ένα πολυσύνθετο φαινόμενο όπου εμπλέκεται όλη η κοινωνία και φέρει ευκρινές ταξικό πρόσημο. Είναι φανερό ότι το κύριο βάρος της προσοχής του ποινικού συστήματος και του κατασταλτικού – τιμωρητικού συμπλέγματος, στρέφεται προς τις υποτελείς τάξεις.

Καθήκον της Αστυνομίας είναι η καταπολέμηση της εγκληματικότητας. Ωστόσο η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, ακόμα και σε επίπεδο ποσοτικής απεικόνισης του φαινομένου, δηλαδή η καταγραφή της, είναι ταξικά φορτισμένη και μεροληπτική [13]. Λειτουργεί σαν μηχανισμός αποκλεισμού και στοχοποίησης ολόκληρων κατηγοριών του πληθυσμού (πχ Ρομά, μετανάστες, χρήστες ουσιών κλπ). Επειδή λοιπόν η εγκληματικότητα είναι έννοια κοινωνικά και ιδεολογικά υπό συνεχή διαπραγμάτευση του καθορισμού της, θα αρκεστούμε στις γενικές αναφορές και σε πιο πρακτική διάσταση.

Η εγκληματικότητα είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις στρατηγικές και τις πρακτικές αντιμετώπισής της. Είναι προφανές από πολιτική άποψη ότι όσο “μεγαλώνει” το έγκλημα τόσο περισσότερο χρειάζεται η ενίσχυση της αστυνομίας. Η περαιτέρω ενίσχυση της αστυνομίας, αυξάνει τις «επιτυχίες» της στην σύλληψη της εγκληματικότητας, πράγμα που μπορεί σκοπίμως να εμφανιστεί και ως αύξηση της εγκληματικότητας. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι σε γενικές γραμμές ότι η Αστυνομία διαχειρίζεται το έγκλημα. Αυτό μπορεί να στοιχειοθετηθεί με τις κάτωθι ενδείξεις – διαπιστώσεις:

Η «Ασφάλεια» (σαν διεύθυνση της Αστυνομίας), μεταπολεμικά επικεντρώθηκε στη δημιουργία αντικομμουνιστικών και αντιδημοκρατικών δικτύων. Με την πτώση της χούντας μεταπολιτευτικά, το κύρος της Αστυνομίας και η λαϊκή αποδοχή της ήταν στο ναδίρ και δεν μπορούσε να στηριχθεί στα υπάρχοντα δίκτυα ελέγχου (μηχανισμοί χαφιέδων), τα οποία σταδιακά και για κοινωνικούς λόγους είχαν αρχίσει να αποδιαρθρώνονται. Η Ασφάλεια “αιφνιδιάστηκε” από το οργανωμένο έγκλημα που άρχισε να αναπτύσσεται στην χώρα με κύριους σταθμούς την εμφάνιση και δράση μαφιών που συνέδεαν την εγχώρια εγκληματικότητα με την «εισαγόμενη» όπου κυριαρχούσαν άτομα αλβανικής, «ρωσοποντιακής» ή άλλης εθνικής προέλευσης. Εγκαθιδρύθηκαν, ήρθαν σε αντιπαράθεση και επικράτησαν νέες συμμαχίες παράνομων συμφερόντων, καθώς και διεύρυνση και καταμερισμός της εγκληματικής δράσης. Οι νέες συνθήκες εγκληματικότητας, ανάγκασαν την αστυνομία να συνδιαλλαγεί σε κάποιο βαθμό με το έγκλημα αυτού του είδους για να μπορέσει να το ελέγξει. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια ιδιότυπη σχέση όσμωσης τμημάτων της με την παρανομία. Η όσμωση αυτή βρίσκεται στην πηγή των κρουσμάτων αστυνομικής παραβατικότητας.

Η αστυνομική παραβατικότητα φαίνεται να συμβαδίζει με τις ποσοτικές διακυμάνσεις της καταγραφόμενης εγκληματικότητας. Η διαφθορά στην αστυνομία καταγράφεται στην ετήσια έκθεση της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης αυτής, προκύπτει ότι η Υπηρεσία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική ενάντια στην μικρή και μεσαία διαφθορά στο Αστυνομικό Σώμα, αλλά της “διαφεύγει” η «σύμπλευση» με τη μεγάλη, τη «διακεκριμένη» διαφθορά (παραοικονομία πολύ υψηλού τζίρου, λαθρεμπόριο καυσίμων, καπνικών, ναρκωτικά, trafficking κλπ), η οποία δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί και να ευδοκιμήσει χωρίς την συνεργασία ή έστω την ανοχή τμήματος της αστυνομικής ιεραρχίας.

Επίσης δεν προσεγγίζεται με προθυμία ή και καθόλου, η οικονομική ή “επιχειρηματική” εγκληματικότητα [14] που στρέφεται κατά της κοινωνίας, του δημοσίου συμφέροντος και των εργαζομένων στις επιχειρήσεις όπου εντοπίζονται τέτοια φαινόμενα όπως η παράβαση του φορολογικού και του εργατικού δικαίου, η εισφοροδιαφυγή, οι «τριγωνικές» οικονομικές σχέσεις και οι εικονικές συναλλαγές, η εν γένει καταστρατήγηση του νομικού πλαισίου. Η παραβίαση των όρων του, είναι συνήθης τρόπος για την ευνοϊκή έκβαση του ανταγωνισμού προς όφελος συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων. Επί παραδείγματι ήταν η Αστυνομία αυτή που υλοποιούσε πολιτικές “ανακύκλωσης” μεταναστών εργατών, επαναπροωθώντας τους στα σύνορα δημοσία δαπάνη, ευνοώντας έτσι στρατηγικές αναπτυξιακές επιλογές έντασης εργασίας, τις οποίες είχαν υιοθετήσει μερίδες του κεφαλαίου κατά την πρώτη περίοδο της εισδοχής Αλβανών και Βορειοηπειρωτών οικονομικών μεταναστών στη χώρα.

Με τις παράτυπες αυτές τακτικές ή παραλείψεις της η ΕΛ.ΑΣ.:

α) Συμμετείχε με σχεδόν άμεσο τρόπο, στις στρατηγικές εκμετάλλευσης του εγχώριου και αλλοδαπού εργατικού δυναμικού. Αυτό το επιτέλεσε υποστηρίζοντας συγκεκριμένες αναπτυξιακές επιλογές μερίδων του κεφαλαίου και τις προσιδιάζουσες εργασιακές πρακτικές της εργοδοσίας εις βάρος του συνόλου της εργατικής τάξης.

β) Ανέχτηκε την οικονομική εγκληματικότητα και έτσι ενίσχυσε κατ’ αρχήν έμμεσα την πολιτική εξαπάτηση και διαφθορά, τη διαπλοκή τμημάτων του πολιτικού προσωπικού και στελεχών της διοίκησης με τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Τμήματα της ιεραρχίας της Ελληνικής Αστυνομίας συμμετείχαν άμεσα και μάλιστα με κομβικό ρόλο στο σύστημα της διαπλοκής.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πολιτική διαφθορά και η οικονομική εγκληματικότητα διαιωνίζουν την εξάρτηση, την υποταγή και εν τέλει την εξαθλίωση των υποτελών τάξεων.

γ) Υπέθαλψε τη μικρομεσαία παραβατικότητα που ευδοκιμεί στους κόλπους τμημάτων του προσωπικού της, καθιστώντας την ανεκτή για λόγους σκοπιμότητας και συνενοχής.

Συνεπώς, η Ασφάλεια από την οπτική της λειτουργίας καταπολέμησης του εγκλήματος, μπορεί να χαρακτηρισθεί μάλλον σαν διαδικασία διαχείρισης της εγκληματικότητας και διαμόρφωσης των συσχετισμών στους κόλπους της διαφθοράς, στο περιθώριο του υφιστάμενου θεσμικού και πολιτικού πλαισίου και σε αναφορά με αυτό.

Στην περίπτωση που ισχύει ο ανωτέρω ισχυρισμός, η Ασφάλεια σαν επίδικο κινδυνεύει να παραμείνει στο πεδίο περισσότερο ενός ιδεολογήματος παρά σαν λειτουργία προστασίας των πολιτών από φαινόμενα παράτυπης λειτουργίας του ελληνικού καπιταλισμού. Για να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο η Ασφάλεια, θα πρέπει αφενός να επανακαθοριστεί εννοιολογικά η εγκληματικότητα ως κατηγόρημα, στο κοινωνικό – ταξικό της πλαίσιο και αφετέρου η νέα προσέγγιση να συνοδευτεί από συγκεκριμένα και ρηξικέλευθα μέτρα κάθαρσης της ΕΛ.ΑΣ.

5. Αριστερά και Αστυνομία.

Κατ’ αρχήν, θέση μας είναι ότι οι διαδικασίες ιδεολογικής παραγωγής και «ιδεολογικής εκπομπής» των κατασταλτικών μηχανισμών, δεδομένης της εγγενούς αστάθειας της ιδεολογικής επιβολής, είναι διαρκής και συνιστά πεδίο διαπάλης και σύγκρουσης. Υπό τη έννοια αυτή, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί δεν είναι μη διαπερατοί από την ταξική πάλη, παρόλη την προσπάθεια που καταβάλλεται από τις αστικές δυνάμεις για να ισχύσει αυτό. Οι κατασταλτικοί μηχανισμοί είναι και αυτοί ως ένα βαθμό, πεδία διεξαγωγής της ταξικής πάλης [15]. Συνεπώς υφίστανται πάντοτε δυνατότητες πολιτικής επιρροής της Αριστεράς. Ωστόσο υπάρχουν όρια της επιρροής Αριστεράς και το ζητούμενο είναι να διερευνηθούν αυτά τα όρια.

Η Αστυνομία σαν Κατασταλτικός Μηχανισμός του Κράτους, σαν ιεραρχικό σύστημα και αντίστοιχη τεχνοδομή, αντίθετα από αυτό που πρεσβεύουν κάποιοι που αντιλαμβάνονται τα θεσμοθετημένα πολιτικά υποκείμενα σαν ένα είδος «σασί» που δεν αλλάζει εξ αιτίας της «στρεπτικής ακαμψίας» του, είναι ένα σχετικά ευμετάβλητο θεσμοπολιτικό και ταξικό υποκείμενο, που σαν χαμαιλέων προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των θεμελιωδών σκοπών που εξυπηρετεί. Αυτό βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι αρκεί να αποκτήσει η Αριστερά ιδεολογική και πολιτική πρόσβαση στην αστυνομία για να αποκτήσει και την ιδεολογική ηγεμονία. Αλλά ακόμα κι αν αποκτήσει ιδεολογική ηγεμονία, τότε η Αστυνομία θα έχει γίνει κάτι διαφορετικό, θα πρέπει να είναι μια «μη Αστυνομία», γιατί είναι η ίδια η διαρθρωτική δομή του ιεραρχικού συστήματος που αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία του αστισμού. Και αυτό γιατί η διαρθρωτική δομή του ιεραρχικού συστήματος είναι διαμεσολαβητής του αστισμού, προσιδιάζει στην αστική ιδεολογία και είναι σε τελευταία ανάλυση αναπόσπαστο στοιχείο της κεφαλαιοκρατικής σχέσης και της αναπαραγωγής της.

Παρόλο που η Αριστερά μπορεί να διαχειριστεί ένα τέτοιο ιεραρχικό σύστημα και μπορεί να το αναδιαρθρώσει, η γραφειοκρατική τεχνοδομή που αρθρώνεται γύρω από αυτό είναι τελικά ασύμβατη με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των υποτελών τάξεων. Αυτό βέβαια συμβαίνει όχι εξ ορισμού, αλλά γιατί η γραφειοκρατική τεχνοδομή ενός ιεραρχικού συστήματος που σκοπό έχει την συντήρηση και αναπαραγωγή του, δεν θα πρέπει να έχει νόημα έξω από τους όρους λειτουργίας του, δηλαδή στους κόλπους της κοινωνίας που ευαγγελίζεται η Αριστερά. Κι αυτό θα συμβαίνει καθ’ όλη τη διαδικασία υλοποίησης ενός «αριστερού» σχεδίου. Όσο δηλαδή ολοκληρώνεται ένα «αριστερό» σχέδιο οργάνωσης της κοινωνίας, τόσο και θα διαβρώνεται η Αστυνομία σε όλες τις συστημικές παραμέτρους της.

Η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και η Αστυνομία:

Με βάση τα όσα εκτέθηκαν, υφίσταται πάντα ένα θεμελιώδες ερώτημα. Στην γενική του μορφή εκφράζεται στο αν μπορεί να παρέμβει η Αριστερά για να δημιουργήσει μια άλλη διαμόρφωση και λειτουργία της Αστυνομίας και στην ειδική του μορφή αν μπόρεσε και μέχρι ποιο σημείο να παρέμβει η κυβερνώσα Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ στον αναπροσανατολισμό της Αστυνομίας.

Επίδικο των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ για την αναδιάρθρωση της ΕΛ.ΑΣ. (που παραμένει σε ισχύ και κατά την παρούσα συγκυρία της επανόδου της ΝΔ στην διακυβέρνηση) ήταν η προσπάθεια της κυβέρνησης της Αριστεράς να αναδιαρθρώσει την Ελληνική Αστυνομία. Και μάλιστα να μην παραμείνει στο επίπεδο μιας διοικητικής ή επιχειρησιακής αναδιάρθρωσης, αλλά να επιχειρήσει μια εις βάθος αναμόρφωση των δομών, τον στόχων και των ιδεολογικών σταθερών του σώματος. Να αποσπάσει την Ελληνική Αστυνομία από την ηγεμονία της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Ποιες ήταν οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την Αστυνομία πριν γίνει κυβέρνηση, ποιες από αυτές υιοθέτησε σαν κυβέρνηση, τι επιχείρησε να κάνει, τι πέτυχε που απέτυχε, ποιες πολιτικές άφησε εκκρεμείς και ποιες είναι οι σημερινές του θέσεις, είναι το αντικείμενο ενός επόμενου σημειώματος. Σε αυτό θα επιχειρηθεί να καταγραφεί η αποκτηθείσα πολιτική εμπειρία στην πράξη και κατά πόσον ισχύουν και πώς λειτουργούν στο πρακτικό πολιτικό πεδίο τα ανωτέρω εκτεθέντα.

Σημειώσεις

1. Στους Βασικούς βραχίονες του κράτους θα μπορούσε να ενταχθεί, υπό όρους φυσικά και ο Θεσμικο – Πολιτικός Μηχανισμός δηλαδή το όλον πολιτικό σύστημα υπό την ευρεία έννοιά του (κοινοβούλιο, πολιτειακοί παράγοντες, πολιτικά κόμματα και θεσμοθετημένες συλλογικότητες που ασκούν εξουσία).

2. Αυτό που χαρακτηρίζει το κράτος σαν τέτοιο είναι η πρόθεση της κυρίαρχης τάξης για να κρατηθεί “διαχωρισμένο” από την πάλη των τάξεων, ώστε να λειτουργεί εργαλειακά προς όφελος της εξουσίας, σύμφωνα με την αλτουσσεριανή θεωρητική προσέγγιση στο «Γιατί το κράτος είναι μια μηχανή» («Marx dans ses limites», «Φιλοσοφικά και πολιτικά κείμενα» L. Althusser).

3. Θα ήταν ενδιαφέρουσα μια εμπειρική έρευνα στους κόλπους της Ελληνικής Αστυνομίας σχετικά με τα ιδιαίτερα ιδεολογικά ρεύματα, τις επιμέρους «κουλτούρες» του προσωπικού και την ακροδεξιά, φασιστική διείσδυση. Επειδή δεν διαθέτουμε πρόσβαση σε πρωτογενές υλικό, θα αρκεστούμε σε διατυπώσεις που θα ισχύουν περισσότερο σαν υποθέσεις εργασίας. Υπάρχει σχετική βιβλιογραφία που αναφέρεται με άμεσο ή έμμεσο τρόπο στο θέμα (Σ. Βιδάλη, Νατ. Τσουκαλά, Γ. Πανούσης κλπ). Επίκαιρα είναι και βιβλία όπως:

α) Το συλλογικό έργο «Βαθύ κράτος» που περιλαμβάνει και στοιχεία θεωρητικής ανάλυσης. Σε αυτό αναφέρεται σαν ιδεολογικό υπόβαθρο του προσωπικού της ΕΛ.ΑΣ. το τρίπτυχο «εθνικισμός – ρατσισμός – σεξισμός». Πιστεύουμε ότι η παράθεση αυτή, όσον αφορά τον ρατσισμό και το σεξισμό ανταποκρίνεται περισσότερο στην επικαιρότητα της περιόδου που συντάχθηκε το αντίστοιχο κείμενο και όχι σε κύριες και γενικευμένες ιδεολογικές κατηγοριοποιήσεις.

β) Η «Μαύρη βίβλος της Χρυσής Αυγής» του Δ. Ψαρρά με πλούσια τεκμηρίωση, που έχει περισσότερο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον.

4. Η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) στην σημερινή της μορφή αυτή, ιδρύθηκε κατόπιν συνένωσης της Αστυνομίας Πόλεων και της Ελληνικής Χωροφυλακής (Νόμος 1481/1-10-1984, ΦΕΚ 152/Α΄) και η λειτουργία της διέπεται από τον Νόμο 2800/2000 (ΦΕΚ τεύχος 41/Α΄/29.02.2000) και τις τροποποιήσεις του. Σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, η Ελληνική Αστυνομία θεωρείται κατ’ αρχήν και κατ’ εξοχήν όργανο Τάξης και Ασφάλειας με σκοπό «την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών…» και «την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και … την άσκηση της … δημόσιας και κρατικής ασφάλειας» κλπ, κλπ.

5. Μάλιστα, όσο λιγότερο ορατή είναι η ιδεολογική λειτουργία, τόσο και περισσότερες πιθανότητες έχει να είναι αποτελεσματική, υποβάλλοντας στο υποκείμενο την ψευδαίσθηση ότι δρα με δική του πρωτοβουλία, σύμφωνα με τα «πιστεύω» και τις αρχές της «πρακτικής ιδεολογίας» (ηθικής) του.

6. Η πρωτογενής πολιτική κοινωνικοποίηση έχει συντελεστεί ήδη στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον και από τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους, κυρίως αυτού της Εκπαίδευσης.

7. Αυτή αποτελείται από τους κρατικούς υπαλλήλους της Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, τους κατώτερους και μεσαίους εκπροσώπους του Δικαστικού σώματος, τους στρατιωτικούς των μεσαίων και κατώτερων βαθμίδων, τους εκπαιδευτικούς, το νοσηλευτικό προσωπικό του δημόσιου συστήματος Υγείας, τμήματα των ελεύθερων επαγγελματιών κλπ.

8. Εν μέρει υπό την αλτουσσεριανή του έννοια, δεδομένου ότι δεν συμμεριζόμαστε απολύτως τον αλτουσσεριανό ορισμό, όπως εξηγούμε παρακάτω.

9. «Εσείς είστε το κράτος…», αποστροφή λόγου του Κώστα Μητσοτάκη ως πρωθυπουργού, προς τα στελέχη των ΜΑΤ.

10. Ο σεξισμός ως υφέρπουσα νοοτροπία αποτυπώνεται σε αντιλήψεις που εξέφρασαν γυναίκες αστυνομικοί: ενώ ισχυρίζονται ότι δεν υφίστανται διακρίσεις σε σχέση με τους άνδρες συναδέλφους τους οι οποίοι «τις προσέχουν» (με την έννοια της προστασίας), παραδέχονται ότι «πρέπει να προσπαθούν περισσότερο», για «να μην δίνουν αφορμές» κλπ. δηλαδή υπόκεινται σε άδηλες διακρίσεις σεξιστικού περιεχομένου.

11. Αυτό δεν σημαίνει ότι κράτος δικαίου και κράτος έκτακτης ανάγκης δεν είναι πολιτικά και ιστορικά διακριτές μορφές, της ίδιας ωστόσο οντότητας. Σημαίνει ότι το κράτος είναι ουσιαστικά ενιαίο κατηγόρημα που εμπεριέχει όλες τις δυνατές μορφές εκδήλωσής του. Όροι όπως «βαθύ κράτος», αστυνομικό κράτος, παρακράτος και συναφείς, δεν είναι παρά θεωρητικές επινοήσεις, έγκυρες από την άποψη της τρέχουσας πολιτικής θεωρίας, που διευκολύνουν τη μεθοδολογική ταξινόμηση και την ιστορική προσέγγιση πολιτικών υποκειμένων. Ποια θα είναι ακριβώς η μορφή της διακυβέρνησης και η πολιτική εκδήλωση του κράτους εξαρτάται πάντα από τους συσχετισμούς που επιβάλλονται από την πολιτική και την οικονομική συγκυρία. Έτσι προκύπτει και το ιδεολογικό φορτίο του φιλελεύθερου συνταγματισμού ή αυτό του αυταρχικού κράτους, στο οποίο εντάσσεται και η φασιστική επιλογή.

12. Την περίοδο που σημαδεύτηκε από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου ο καπιταλισμός περνούσε από το στάδιο της απόλυτης στην σχετική υπεραξία.

13. «Η Ελληνική Αστυνομία σε επίπεδο ΑΤ και σε επίπεδο ΑΔ, ΓΑΔ, ΑΕΑ φροντίζει συστηματικά για την παραγωγή, τήρηση, ενημέρωση, ανάλυση και αξιοποίηση αναλυτικών στατιστικών στοιχείων σχετικά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εγκληματικότητας και της θυματοποίησης σε τοπικό επίπεδο, τα οποία δημοσιοποιούνται στο κοινό και τίθενται στη διάθεση της επιστημονικής κοινότητας».

14. Τα αναφερόμενα ως εγκλήματα «λευκού κολάρου». Είναι κοινός τόπος ότι σε πλείστες όσες περιπτώσεις, οι ενεχόμενοι σε αυτά τα εγκλήματα, εξαντλούν την επιείκεια του κατασταλτικού – τιμωρητικού συμπλέγματος.

15. Επανερχόμενοι στο ζήτημα του «διαχωρισμού» επισημαίνουμε ότι σύμφωνα με την λενινιστική αντίληψη για το κράτος σαν «μια δύναμη, που φαινομενικά στέκει πάνω από την κοινωνία (…), που προήλθε από την κοινωνία, (…), που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ’ αυτήν» («Κράτος και Επανάσταση» κεφ. 1ο) και την αλτουσσεριανή σκέψη της μη διαπερατότητας, του «διαχωρισμού» των μηχανισμών καταστολής από την πάλη των τάξεων («Marx dans ses limites»), υφίσταται μια αντινομία. Η αντινομία αυτή είναι φαινομενική και φιλοσοφικής διάστασης. Σύμφωνα με αυτή την πρώιμη αλτουσσεριανή αντίληψη, αν ερμηνευτεί «λενινιστικά», ένας οργανισμός που «διενεργεί» την ταξική πάλη σαν ταξικό «εργαλείο», δεν υπόκειται σε αυτήν με τον τρόπο που υπόκεινται στην ταξική πάλη άλλοι οργανισμοί ή πολιτικά υποκείμενα. Φρονούμε ότι η ίδια η ταξική πάλη είναι το πεδίο καθορισμού των όρων διαπερατότητας ή μη, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά και αυτό ισχύει για όλους τους πολιτικούς οργανισμούς του κοινωνικού σχηματισμού. Αυτό όμως αποτελεί αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης.

Δημοσιεύτηκε στις 02-07-20, στο δίκτυο Via Publica

...