«Η φαντασία είναι πιο σημαντική από τη γνώση!»

Αλβέρτος Αϊνστάιν

«Η φαντασία είναι πιο σημαντική από τη γνώση!»

Αλβέρτος Αϊνστάιν

 

Εισαγωγή

Η Επιστήμη ή μάλλον οι επιστήμες σαν συστήματα κωδικοποίησης, ταξινόμησης, ιεράρχησης και αξιολόγησης των γνώσεων, σαν συστήματα συστημάτων, σαν έννοιες, κατηγορίες και υλική δύναμη, αναδύθηκαν βασανιστικά μαζί με την Νεωτερικότητα. Η επιστήμη κατέχει δικαίως ίσως, την κεντρική θέση που ξέρουμε στους σύγχρονους κοινωνικούς σχηματισμούς. Στο παρόν πόνημα δεν θα ασχοληθούμε με το κλέος της επιστήμης και τα επιτεύγματά της, ούτε με τον επιστημολογικό προβληματισμό για την ίδια την επιστήμη. Ούτε με τις στρεβλώσεις που δημιουργούν σε μεγάλο βαθμό η μεταφυσική προσέγγιση και η εξανθρωπισμένη θεώρηση του κατηγορήματος επιστήμη.

Θα ασχοληθούμε με κάποια καμώματα των ιερέων και θεραπόντων της, των επιστημόνων. Θα ασχοληθούμε με τις επιστημονικές εκτροπές εκείνες που υπήρξαν προϊόντα απάτης, χειραγώγησης, συνειδητής στρέβλωσης των δεδομένων και των μετρήσεων για να εκμαιευτούν προειλημμένα συμπεράσματα και να αιτιολογηθούν έωλες θεωρητικές προσεγγίσεις. Θα αναφερθούμε συνοπτικά σε κάποιες από τις πιο διάσημες, εμβληματικές επιστημονικές απάτες. Θα δούμε αγυρτείες επιστημόνων που ξέπεσαν στο επίπεδο του τσαρλατάνου! Δεν θα ασχοληθούμε με φάρσες σοβαρών επιστημόνων που παρά τον αρχικό τους στόχο, έκαναν αίσθηση και επέδρασσαν στα επιστημονικά δρώμενα, αν και τις βρίσκουμε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Επίσης δεν θα δούμε κάποιες περιπτώσεις παραεπιστημών, όπου εμπλέκονται επιστήμονες σε «ένα στιγμιαίο ολίσθημα της λογικής», και που όταν δεν είναι εξοργιστικές, τις βρίσκουμε εξαιρετικά διασκεδαστικές. Προειδοποιούμε τους αναγνώστες/τριες, ότι χωρίς να παραιτηθούμε από άλλους επιστημονικούς κλάδους, θα ξεκινήσουμε με επιστημονικές απάτες από την ευρύτερη περιοχή της Βιολογίας όπου μπορούμε να ελέγξουμε καλύτερα την αξιοπιστία και την εγκυρότητα των γραφόμενών μας, ώστε να μην υποπέσουμε σε πλάνη ή να προσφύγουμε σε εξαπάτηση!

Θα ξεκινήσουμε ωστόσο το σημείωμά μας με την Επιστημονική πλάνη γιατί πολλές φορές υπάρχει σύγχυση κάποτε ηθελημένη, ανάμεσα στην πλάνη και στην επιστημονική εξαπάτηση.

 

Κεφάλαιο Ι. Η Επιστημονική Πλάνη

Κατ’ αρχήν θα πρέπει να διαχωρίσουμε την επιστημονική απάτη από την επιστημονική πλάνη και την επιστημονική φάρσα. Αντίθετα με την απάτη, η επιστημονική πλάνη είναι συνήθως αθέλητη και συνίσταται σε προσεγγίσεις που πάσχουν σε επίπεδο αξιοπιστίας και εγκυρότητας. Λάθος ερμηνεία δεδομένων, επιστημονικοφανή στερεότυπα ιδεολογικής φύσης, μη ορθή μεθοδολογία που μπορεί να οδηγήσει σε στρέβλωση των στοιχείων μετρήσεων, όλα αυτά μπορούν να παρεισφρήσουν σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους. Η παράθεση των περιπτώσεων θα μπορούσε να γεμίσει ολόκληρο τόμο.

Ι.1. Αιτίες Επιστημονικής Πλάνης: ένα τεχνομεθοδολογικό, επιστημολογικό – γνωσιολογικό αλλά και ιδεολογικό πρόβλημα

Πιο συγκεκριμένα, επισημαίνονται σαν γενεσιουργές αιτίες της πλάνης, η διατύπωση λανθασμένων θεωρητικών ή πειραματικών υποθέσεων εργασίας, η αποδοχή αυθεντιών και της επιρροής τους, η υπερτίμηση επιστημονικών αξιωμάτων και των όρων επενέργειάς τους, η πρόωρη γενίκευση συμπερασμάτων με ανεπαρκή αριθμό στοιχείων ή αστοχίες επεξεργασίας, τα λάθη στην κατηγοριοποίηση και στην ταξινόμηση, οι πολιτικές παρεμβάσεις και ακόμα και σήμερα, η μερική ή και ολοκληρωτική απουσία επικοινωνίας ανάμεσα σε ερευνητικές ομάδες, καθώς και προβλήματα στην κοινοποίηση των δεδομένων. Πέρα από αυτούς τους λόγους, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η επιστήμη προχωρά και δια μέσου μιας διαδικασίας άρνησης της πλάνης που εμπεριέχεται σε αυτήν, δεδομένου ότι η επιστημονική πλάνη είναι κατ’ αρχήν συνάρτηση του επιπέδου ανάπτυξης του επιστημονικού κλάδου στον οποίο αναφέρεται.

Ωστόσο και η επιστημονική πλάνη κάποιες φορές κινείται στα όρια της απάτης στην οποία προσφεύγει σαν έσχατη γραμμή άμυνας των θεωρήσεών της. Κι αυτό γιατί κάποτε είναι δύσκολο και οδυνηρό στους επιστήμονες να αναγνωρίσουν τα «νόθα» τέκνα τους, τα λάθη. Σημειώνεται ότι σε κάποιες περιπτώσεις μια επιστημονική πλάνη μπορεί να συμφύεται στα πειραματικά πλαίσιά της με κάποιου είδους απάτη. Ή αντίθετα η απάτη όσο χρόνο γίνεται πιστευτή προκαλεί λανθασμένες επιστημονικές προσεγγίσεις και θεωρητικές πλάνες. Υπάρχει και η περίπτωση της υποτιθέμενης επιστημονικής απάτης που στρέφεται εις βάρος έγκυρων επιστημονικών εργασιών. Η κατάσταση αυτή συνιστά επιστημονική πλάνη από την πλευρά των επικριτών ή των κατηγόρων! Αυτού του είδους η πλάνη που θεωρεί σαν απάτη μια σοβαρή επιστημονική συνεισφορά, συνήθως μεταφράζεται σε τραγωδία για έντιμους επιστήμονες που βιώνουν την καταφρόνια και την περιφρόνηση της επιστημονικής κοινότητας, του Τύπου και της κοινής γνώμης! Όταν εντοπίζεται η πλάνη, οι υπό κατηγορία επιστήμονες αποκαθίστανται. Σε ουκ ολίγες περιπτώσεις όμως, η δικαίωση είναι δώρον άδωρον γιατί επέρχεται μετά το θάνατο των ενδιαφερόμενων…

Τελειώνοντας με την επιστημονική πλάνη, οι συνέπειες της κάποτε μπορεί να είναι εξαιρετικά καταστροφικές στον πληθυσμό, στην οικονομία και στην κοινωνία. Επί παραδείγματι, ιατρικές ή επιδημιολογικές πλάνες οδηγούν σε τραγωδίες. Πχ το 1990 σε διεθνές επίπεδο, απεβίωσαν 94.000 άτομα από ιατρικά λάθη, παραλείψεις και μη ενδεδειγμένες ή αχρείαστες θεραπείες. Το 2013 ο αριθμός των αποβιωσάντων για τους ίδιους λόγους, ανήλθε σε 142.000 άτομα[1] [1].

Η «ανοσία της αγέλης» είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση, που ενδεχομένως δεν συνιστά επιστημονική πλάνη αυτή καθ’ εαυτή αλλά εμπεριέχει συνδυάζοντας επιστημονικές πλάνες ενδεχομένως και απάτες, πολιτικούς τυχοδιωκτισμούς, βιοπολιτική χειραγώγηση και ιδεολογικά στερεότυπα. Η πολιτική και υγειονομική διαχείριση της παρούσας πανδημίας Covid-19 που οφείλεται στον ιό SARS-CoV-2 [2] [2], είναι πολύ πιθανό να καταστεί στο μέλλον προνομιακό πεδίο μελέτης από πολλούς επιστημονικούς κλάδους.

Ι.2. Η Αποστολή στην Έρημο Γκόμπι, μια Επιστημονική Πλάνη με Happy End

Υπάρχει πάντως μια επιστημονική πλάνη που η πανηγυρική διάψευση της ήταν μια μεγάλη στιγμή για την επιστήμη και δη για την Παλαιοντολογία! Ο Ρόι Τσάπμαν Άντριους (Roy Chapman Andrews) παλαιοντολόγος και φυσιοδίφης πεδίου, τυχοδιώκτης δηλαδή[3] [3] που ενέπνευσε τον κινηματογραφικό ήρωα Ιντιάνα Τζόουνς, ασπαζόταν θεωρίες κατά βάση αντιδραστικές και ρατσιστικές που απέρριπταν μετά βδελυγμίας την καταγωγή των ανθρώπων από την Αφρική. Η θεώρηση αυτή πρέσβευε ότι δεν ήταν δυνατόν οι πρόγονοι του ανθρώπου να εξελιχθούν ως άνθρωποι στις σαβάνες της Αφρικής και στα τροπικά κλίματα όπου πρωτοεμφανίστηκαν και όπου επικρατούσαν «ευνοϊκές» συνθήκες «που τους έκαναν τεμπέληδες». Οι άνθρωποι έπρεπε να κατάγονται από προγόνους που κατοικούσαν στις ξηρές, άγονες και σκληρές για τη επιβίωση στέπες της Κεντρικής Ασίας, που τους έκαναν δυνατούς και ικανούς για εξέλιξη. Μάλιστα, ακόμα και οι πιο εξελιγμένοι πρωτεύοντες πίθηκοι που κατάγονταν από την Αφρική, σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, έκαναν μια μεγάλη μετανάστευση προς τις κεντρικές στέπες της Ασίας, εξελίχθηκαν εκεί χάρις στο αφιλόξενο περιβάλλον και επέστρεψαν πάλι στην Αφρική. Σε αυτή τη μεγάλη επιστροφή, κάποιοι από αυτούς κατέκτησαν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τον ανθρωπιδισμό που τους οδήγησε τελικά στην εξανθρώπιση[4] [4]!

Ο Ρόι Τσάπμαν Άντριους αποφάσισε να αποδείξει αυτές τις προσεγγίσεις και το 1923 διοργάνωσε την πρώτη του αποστολή στην έρημο Γκόμπι για λογαριασμό του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας της Νέας Υόρκης. Κατά τις 10ετείς έρευνές του εκεί δεν ανακάλυψε τίποτα που να σχετίζεται με τη θεωρία που ασπαζόταν, ούτε ένα απολίθωμα ανθρωπίδη. Ανακάλυψε όμως ένα ολόκληρο πλούσιο κόσμο αγνώστων μέχρι τότε δεινοσαύρων που ήκμαζαν σε αυτή την εύφορη πριν 120 εκατομμύρια χρόνια περιοχή, στην αρχή του Κρητιδικού! Δύο από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις του ήταν ο «πρόγονος» του Τρικεράτωπα, ο φυτοφάγος Πρωτοκεράτωπας που πήρε το όνομά του (Protoceratops andrewsi), ο Θηρόποδας Οβιράπτορας (Oviraptor philoceratops)[5] [5] και το πρώτο αυγό δεινοσαύρου. Πολλά από τα είδη δεινοσαύρων που ανακαλύφτηκαν στην έρημο Γκόμπι, μετανάστευσαν από την Ασία στην Αμερικανική Ήπειρο, και ήταν οι πρόγονοι ή συγγενείς ειδών που θεωρούνταν τυπικά Βορειοαμερικανικά. Αποδείχτηκε λοιπόν ότι τα Κερατόψια (ο Τρικεράτωπας και οι συγγενείς του) είχαν ασιατική καταγωγή. Ακόμα και οι φοβεροί Τυραννοσαυρίδες δεν είχαν αποκλειστικό βιότοπο την Βόρεια Αμερική.

Έκτοτε η έρημος Γκόμπι και η περιοχή γενικότερα έγινε ένα είδος Μέκκας για την Παλαιοντολογία των δεινοσαύρων μαζί με τις Μεσοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ, την Αλμπέρτα του Καναδά, την Αργεντινή και την Παταγονία και άλλες. Εξίσου σημαντική ανακάλυψη ήταν τα δεκάδες απολιθώματα μικροσκοπικών θηλαστικών [6] [6] που ζούσαν πλάι στους δεινόσαυρους και επιβίωναν στη σκιά τους! Με αυτό τον εντυπωσιακό τρόπο συνετρίβη η επιστημονική πλάνη της καταγωγής του ανθρώπου από τις στέπες της Κεντρικής Ασίας!

 

Κεφάλαιο ΙΙ. Η Επιστημονική Απάτη, ένας ανεπιθύμητος συνοδοιπόρος της Επιστήμης

Θα μπορούσαμε να ορίσουμε την επιστημονική απάτη σαν μια «θεωρητική», ψευδοεπιστημονική κατασκευή της φαντασίας που συνοδεύεται από ανακοίνωση, δημοσιοποίηση, διδασκαλία ή συγγραφή, χαλκευμένων και ανύπαρκτων στοιχείων, πλαστογραφία ερευνητικών αποτελεσμάτων. Με επιστημολογικούς όρους, είναι η εξαγωγή ex nihilo ερευνητικών αποτελεσμάτων. Με στόχους πάντα ιδιοτελείς. Με μια πιο ελαφριά διάθεση θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η επιστημονική απάτη συγκεντρώνει πολλά ή και όλα τα στοιχεία της επιστημονικής πλάνης αλλά ηθελημένα.

Οι επιστημονικές απάτες συνοδεύουν την επιστήμη από τις απαρχές της. Θα μπορούσε κάλλιστα να συντηρηθεί και να ακμάσει ένα μουσείο αφιερωμένο μόνον σε αυτές. Για την κατανόηση και την αποκάλυψή τους οι απάτες απαιτούν επιστημονικές προσεγγίσεις και άλλων κλάδων εκτός αυτού στον οποίο εκδηλώθηκε η απάτη. Συνδέονται πολλές φορές με την πολιτική χειραγώγηση, την ψυχανάλυση, τις προκαταλήψεις και τον συντηρητισμό του επιστημονικού κατεστημένου. Κάποιες επιστημονικές απάτες, δεν προκάλεσαν σοβαρές συνέπειες, ήταν μάλλον διασκεδαστικές, άλλες όπως οι «ιατρικές», προκάλεσαν θανάτους και άλλες όπως αυτές που συνδέθηκαν με την πολιτική σαν προτάσεις εφαρμογής ή σαν απολογητική, προκάλεσαν κάποτε ακόμα και τραγωδίες και καταστροφές.

Όλες ωστόσο αποτελούν μνημεία της ανθρώπινης ματαιοδοξίας αλλά και της εφευρετικότητας και φαντασίας, της χειραγώγησης και της εκμετάλλευσης της ευπιστίας, καθώς και της ιδιοτελούς σκοπιμότητας. Οι επιστημονικές απάτες δείχνουν και τα όρια των επιστημόνων σαν φυσικών προσώπων και την ανάγκη τους για αναγνώριση, καθώς και τα όρια του ανταγωνισμού στην επιστήμη. Όταν οι απάτες αποκαλύπτονταν, οι εμπνευστές τους έβλεπαν να εξανεμίζεται η εφήμερη δόξα τους και να αντικαθίσταται από καταφρόνια και περιφρόνηση. Όχι πάντα ωστόσο. Κάποιες απάτες επέδειξαν ισχυρή αντοχή στον χρόνο λόγω του ιδεολογικού και πολιτικού τους φορτίου. Οι απάτες του Λυσσένκο πχ στις οποίες προσέφυγε για να καλύψει την επιστημονική – θεωρητική του πλάνη. Επίσης πολιτικοί και κυρίως ιδεολογικοί ήταν οι λόγοι της μακροβιότητας της υπόθεσης απάτης με το κρανίο του «Ανθρώπου του Πιλτντάουν». Σε αυτή την σκανδαλώδη υπόθεση είχε εμπλακεί και εκτεθεί το καθηγητικό κατεστημένο της Βρετανίας, γι’ αυτό η αποκάλυψη και κυρίως η δημοσιοποίηση της άργησαν 41 χρόνια. Όταν οι περισσότεροι, σχεδόν όλοι οι πρωταγωνιστές της είχαν αποβιώσει!

Σημειώνεται ότι δεν έχουν γίνει κάποιες μεθοδικές, συστηματικές μελέτες για το φαινόμενο της επιστημονικής απάτης, αμερικανικές έρευνες ωστόσο στους σπουδαστές των Κολλεγίων που προσέφευγαν στη λογοκλοπή ή χάλκευαν την βαθμολογία τους, κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι η τάση για απάτη αυξάνονταν με την πάροδο του χρόνου και γίνονταν μια κανονιστική σταθερά της συμπεριφοράς, όπου αμβλύνονταν στους σπουδαστές οι ενοχές διάπραξης μιας απαγορευμένης πράξης.

Στο παρόν πόνημα μας ενδιαφέρουν κυρίως και θα μας απασχολήσουν οι αποδεδειγμένες και όχι τόσο οι εικαζόμενες επιστημονικές απάτες. Θα αρχίσουμε με την πιο φημισμένη επιστημονική απάτη, αυτή του «Ανθρώπου του Πιλτντάουν», τιμώντας το ιστορικό της βάθος και βάρος, καθώς και το μέγεθος της αποδοχής της.

 

ΙΙ.1. Ο «Ηωάνθρωπος» του Πιλτντάουν

Το 1912 ένας δικηγόρος και ερασιτέχνης γεωλόγος ονόματι Τσαρλς Ντόουσον (Charles Dawson), ανακάλυψε σε ένα μικρή επιφανειακή ανασκαφή κοντά στο χωριό Πιλτντάουν του Σάσσεξ στη Νοτιοανατολική Αγγλία, ένα κρανίο ανθρωπίδη, την κάτω γνάθο του με δύο δόντια. Ο Ντόουσον ειδοποίησε τον σερ Άρθουρ Σμίθ Γούντγουορντ (Arthur Smith Woodward), γνωστό παλαιοντολόγο και πρόεδρο της Γεωλογικής Εταιρείας του Λονδίνου, ο οποίος συμμετείχε στο τελευταίο στάδιο της ανασκαφής. Η χρονολόγηση σύμφωνα με άλλα ευρήματα λειψάνων ιπποπόταμου και ελέφα που βρέθηκαν στην ίδια ανασκαφή, έδωσαν μια χρονολόγηση κατά 500.000 χρόνια παλαιότερη από τον άνθρωπο του Νεάντερταλ.

Τον Δεκέμβρη του 1912 οι Τσαρλς Ντόουσον και Γούντγουορντ, ανακοίνωσαν την εκπληκτική ανακάλυψή τους: Το κρανίο του πιο αρχαίου ανθρώπου, ενός ενδιάμεσου κρίκου ανάμεσα στον πίθηκο και στον άνθρωπο. Πράγματι, το κρανίο ήταν ανάλογο με του σύγχρονου ανθρώπου, καθώς και τα δόντια ενώ η κάτω σιαγόνα ήταν πρωτόγονη και είχε πηθήκεια χαρακτηριστικά. Ήταν ένας πραγματικός ελλείπων κρίκος στην εξέλιξη προς τον άνθρωπο. Η ανακάλυψη έκανε φοβερή αίσθηση στην κοινή γνώμη. Για τους Βρετανούς ιδίως, προξενούσε ένα είδος εθνικής υπερηφάνειας. Αυτό περιλάμβανε και τους επιστήμονες που το αισθάνονταν το κύρος τους να αναβαθμίζεται έναντι των πρωτοπόρων στον τομέα Γάλλων και Γερμανών! Ο άνθρωπος του Πιλτντάουν και έκτοτε Eoanthropus Dawsoni (Ηωάνθρωπος του Ντόουσον) ήταν μισό εκατομμύριο χρόνια παλαιότερος από τον άνθρωπο του Νεάντερταλ και φαίνονταν και αρχαιότερος από τον πιθανολογούμενο ως πρόγονο του Νεάντερταλ, τον άνθρωπο της Χαϊδελβέργης. Με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια! Όχι μόνον ο αρχαιότερος άνθρωπος βρέθηκε επί βρετανικού εδάφους, φτωχότατου μέχρι τότε σε αντίστοιχα ευρήματα, αλλά φαίνεται να ήταν πιο εξελιγμένος από τους μεταγενέστερους «Γάλλους» και «Γερμανούς» ανθρωπίδες, δηλαδή απολιθώματα που είχαν βρεθεί επί γαλλικού και γερμανικού εδάφους. Ότι έπρεπε για τον βρετανικό εθνικισμό, σε αντιπαράθεση με τους ψηλομύτες Γαλάτες και τους βάρβαρους Τεύτονες. Εξάλλου δεν ήταν μακριά το 1898 που ξέσπασε η «κρίση της Φασόντα» [7] [7] και η ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση έφερε στο χείλος ενός πρόωρου παγκόσμιου πολέμου τη Βρετανία και τη Γαλλία.

Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί παλαιοντολόγοι και παλαιοανθρωπολόγοι, φάνηκαν εξαιρετικά επιφυλακτικοί κυρίως λόγω της αναντιστοιχίας του ευρήματος με την αλληλουχία των μορφών του γένους Homo, οι οποίες ήδη μελετιούνταν επί μακρόν από την ευρωπαϊκή επιστημονική κοινότητα. Ωστόσο ο πρώτος που αμφισβήτησε το εύρημα ήταν Βρετανός! Ήταν ο Σκωτσέζος χειρουργός και ανατόμος Νταίηβιντ Γουώτερστοουν (David Waterston) που αμφισβήτησε τη γνησιότητα του ευρήματος ήδη από το 1913. Ακολούθησε το 1915 ο διαπρεπής Γάλλος παλαιοντολόγος Μαρσελλέν Μπούλ (Marcellin Boule) θεωρούμενος ως αυθεντία στην μελέτη του Ανθρώπου του Νεάντερταλ, που απεφάνθη υπέρ της πλαστότητας του ευρήματος. Το 1923 ο Φραντς Βαϊντενραϊχ (Franz Weidenreich) ήταν ο πρώτος που ανέφερε μετά βεβαιότητας ότι το κρανίο ανήκε σε σύγχρονο τύπο ανθρώπου και το πιο αστείο, η σιαγόνα ανήκε σε πρωτεύοντα πίθηκο και μάλιστα σε ουραγκοτάγκο. Καμία από αυτές τις αναφορές δεν λήφθηκε υπόψη.

Όμως οι Ντόουσον – Γούντγουορντ και οι συνεργάτες τους, είχαν ισχυρά επιχειρήματα: Το γεωλογικό στρώμα από όπου αποσπάστηκε το κρανίο όσο και τα λείψανα των ζώων που βρέθηκαν μαζί, δεν άφηναν περιθώρια για αμφιβολίες στην χρονολόγηση. Αλλά σημαντικό ρόλο έπαιξε η επίκληση της αυθεντίας και το κύρος του Άρθουρ Σμίθ Γούντγουορντ που κάλυπταν επιστημονικά το εύρημα. Ο Ντόουσον απεβίωσε πρόωρα από σηψαιμία το 1916 σε ηλικία μόλις 52 ετών αλλά πλήρης δόξης και το κρανίο του Eoanthropus Dawsoni όπως ονομάστηκε προς τιμήν του, εκτίθετο σε περίοπτη θέση στο Βρετανικό Μουσείο.

Με την πάροδο του χρόνου εμπλουτίζονταν συνεχώς το γενεαλογικό δένδρο των Ανθρωπίδων, συσσωρεύτηκε η επιστημονική γνώση στο αντικείμενο και όσο συσσωρεύονταν η γνώση, τόσο δεν ταίριαζε ο άνθρωπος του Πιλτντάουν στο σχήμα. Και τόσο πιο δύσκολο γίνονταν να εξηγηθεί από τους μπερδεμένους επιστήμονες η θέση του στην εξελικτική πορεία και η προέλευσή του. Οι μελέτες συνεχίζονταν πάνω σε ακριβή αντίγραφα που είχε διανείμει το Βρετανικό Μουσείο σε όσους ερευνητές το επιθυμούσαν.

Η αμφισβήτηση συνεχίστηκε αλλά εις μάτην και τα επόμενα χρόνια. Ο Γούντγουορντ έδινε μάχη οπισθοφυλακών. Συνέγραψε ένα βιβλίο υπεράσπισης του Ηωάνθρωπου του Ντόουσον, το «Ο Πρώιμος Άγγλος» (“The Earliest Englishman”) το οποίο εκδόθηκε το 1948. Το 1949 και αφού ο Γούντγουορντ είχε πεθάνει, το κρανίο του ανθρώπου του Πιλτντάουν χρονολογήθηκε με φθόριο από τον Δρα Κέννεθ Ώκλυ (Kenneth Oakley) και ώ του θαύματος, το κρανίο δεν θα μπορούσε να προέρχεται από την ανασκαφή της ύστερης περιόδου των παγετώνων όπου υποτίθεται ότι βρέθηκε! Αυτό ώθησε τον Ώκλυ να συνεχίσει την έρευνα, παίζοντας τον ρόλο του επιστημονικού ντετέκτιβ. Όχι μόνον το κρανίο δεν ήταν αρχαίο και ανήκε στο είδος του σύγχρονου ανθρώπου αλλά είχε εμποτιστεί με όξινη βαφή για να φαίνεται παλιό! Τα δόντια είχαν λιμαριστεί για να φαίνονται φθαρμένα από τη χρήση και η περίφημη γνάθος, όπως είχε διαπιστώσει το 1923 ο Φραντζ Βαϊντενραϊχ, ανήκε πράγματι σε ουραγκοτάγκο! Ακόμα και τα δόντια των απολιθωμένων ζώων που βρέθηκαν στην ανασκαφή, προέρχονταν από δείγματα που είχαν προέλευση την Τυνησία και τη Μάλτα!

Ο Ώκλυ βρίσκονταν προ μιας πρωτοφανούς και συνάμα φτηνιάρικης απάτης! Παρά τα συντριπτικά στοιχεία που συνέλεξε, χρειάστηκε να περάσουν άλλα τέσσερα χρόνια για να βρει το θάρρος το Μουσείο να ομολογήσει ότι ο άνθρωπος του Πιλτντάουν ήταν μια απάτη. Η χαριστική βολή δόθηκε από την τεχνολογία: Το κρανίο υποβλήθηκε το 1959 σε χρονολόγηση με ραδιενεργό ισότοπο άνθρακα 14 και αποδείχτηκε ότι προέρχονταν από την μεσαιωνική εποχή! Η δε γνάθος του ουραγκοτάγκου ήταν το πολύ 500 ετών! Οι εξετάσεις DNA του 2016 επιβεβαίωσαν τις προηγούμενες αποκαλύψεις και έβαλαν οριστικό τέλος στην κηλίδα αυτή της ιστορίας της Παλαιοντολογίας.

Ήταν το άδοξο τέλος μιας εντυπωσιακής απάτης, μιας επιστημονικής λαθροχειρίας που κράτησε καμιά 40αριά χρόνια γιατί κανείς δεν τόλμησε νωρίτερα να θέσει σε αμφισβήτηση το βρετανικό επιστημονικό κατεστημένο και κατ’ επέκταση και άλλους επιστήμονες που συμμερίζονταν τις ίδιες επιστημονικές απόψεις. Ποιος όμως ή ποιοι επινόησαν και υλοποίησαν αυτή την απάτη, με ποια κίνητρα και τι στόχους;

ΙΙ.1.1. Ένοχοι και Συνεργοί, Θύματα και Θύτες

Το βασικά θύματα αυτής της απάτης εκτός από την ίδια την Επιστήμη και τον Ορθολογισμό σε ένα υψηλό επίπεδο αφαίρεσης, ήταν η επιστημονική ηθική, η μεθοδολογία και η δεοντολογία. Και φυσικά οι επιστήμονες που ενστερνίστηκαν τα πορίσματα από τα χαλκευμένα ευρήματα και η κοινή γνώμη που πίστεψε σε αυτά.

Ως πιθανότερος ένοχος καταδείχτηκε όπως ήταν φυσικό ο Ντόουσον που επεδίωκε διακαώς την αναγνώριση. Όμως μια τέτοια υπόθεση δεν μπορούσε να στηθεί από έναν μόνο άνθρωπο, χρειαζόταν μηχανισμό, οργάνωση και κάλυψη. Όπως δεν μπορούσε μόνος του να προμηθευτεί τα λείψανα του ιπποπόταμου και του ελέφαντα, συνεπώς θα πρέπει να είχε και συνενόχους. Βέβαια όλα αυτά θεωρούνται απαραίτητα για να στηθεί μια τέτοια απάτη τον 21ο Αιώνα εν έτει 2020. Ίσως τα πράγματα το 1912 να ήταν λιγότερο σύνθετα και να αρκούσαν δύο άνθρωποι για να στήσουν αυτή την «κομπίνα» αλλά όχι να κάνουν πραγματική ανασκαφή. Και τούτο δεδομένου ότι από τα μέσα του 19ου Αιώνα, το λεγόμενο κυνήγι των απολιθωμάτων απαιτούσε πέρα από τον επιστήμονα και τους συνεργάτες του, σεβαστό αριθμό εμπλεκομένων σκαφτιάδων, βαστάζων, ένοπλων συνοδών κλπ, κάτι που γνωρίζουν όσοι έχουν ασχοληθεί με την εκπληκτική ιστορία των «κυνηγών απολιθωμάτων», που αν και επιστήμονες, ήταν περισσότερο τυχοδιώκτες, έμποροι και κάποτε άθλια υποκείμενα! Ας πούμε ότι στην περίπτωσή μας, επειδή η ανασκαφή ήταν επιφανειακή και δίπλα στον δρόμο – κάτι πολύ βολικό, γελοία βολικό – δεν απαιτήθηκε μεγάλο συνεργείο. Ούτε καν χρειάστηκε να σκάψουν πολύ και πολλοί. Σε μία χαρακτηριστική και «ιστορική» φωτογραφία φαίνεται η ανασκαφή ένα μέτρο ύψος – τρία μέτρα πλάτος, το μήκος δεν φαίνεται καλά. Γύρω από το χαντάκι εμφανίζονται ο Ντόουσον, ο Γούντγουορντ που κρατούν από ένα φτυάρι, ένας σκαφτιάς, ένας συνεργάτης από αυτούς που αναφέρουμε πιο κάτω και μια λευκή χήνα που ποζάρει καμαρωτή σε πρώτο πλάνο, κερδίζοντας και αυτή μια θέση στην Ιστορία!

Ο Γούντγουορντ σαν επιστήμονας και αξιότιμος πρόεδρος της Γεωλογικής Εταιρείας, τέθηκε για ευνόητους λόγους στο απυρόβλητο. Θεωρήθηκε ότι έπεσε θύμα της απάτης και η κάλυψη της με το κύρος του δεν ήταν παρά επιστημονική πλάνη. Λίγο δύσκολο να γίνει δεκτό αυτό για έναν επιστήμονα με την εμπειρία του Γούντγουορντ. Άλλωστε πρέπει να εξέτασε ενδελεχώς το κρανίο. Ενδεχομένως ο Γούντγουορντ αν βέβαια δεν βαρύνονταν η βρετανική συνείδησή του με ένοχες πράξεις, να αντιλήφθηκε κάποιο πρόβλημα αλλά να σιώπησε επειδή είχε ήδη εκτεθεί. Υπάρχει κι άλλη εξήγηση σχετικά με το θεωρητικό υπόβαθρο της στάσης του και της στάσης των επιστημόνων που υποστήριξαν την γνησιότητα του κρανίου, εξήγηση που εκτίθεται στην επόμενη παράγραφο.

Ποιοι όμως ήταν οι άλλοι συνεργοί; Στην πατρίδα της Αγκάθα Κρίστι κι όχι μόνο, πολλοί επιδόθηκαν εν είδει Σέρλοκ Χόλμς στην επίλυση του γρίφου και διατυπώθηκαν πολλές υποθέσεις, λογικές ή παράλογες.

Σύμφωνα με κάποιες από αυτές τις υποθέσεις, ο Ντόουσον ήταν αθώος του αίματος, έπεσε κι αυτός θύμα απάτης στην περίπτωση του κρανίου. Κάτι που μπορεί να ίσχυε αν ο παθιασμένος με τις Γεωεπιστήμες Ντόουσον δεν είχε ήδη δώσει δείγματα γραφής απατεώνα. Αρκετές από τις αρχαιολογικές και παλαιοντολογικές του ανακαλύψεις αποδείχτηκαν εκ των υστέρων «χόακες», προϊόντα εξαπάτησης[8] [8]. Μέχρι τον θάνατό του όμως δεν είχαν ακόμη αποκαλυφθεί οι κατεργαριές του κι ο ίδιος παρότι ερασιτέχνης έχαιρε κάποιας εκτίμησης στους επιστημονικούς κύκλους της εποχής και πριν την «ανακάλυψη» του κρανίου. Ο Ντόουσον απήλαυσε για τέσσερα χρόνια μια διεθνή επιστημονική αναγνώριση που ελάχιστοι επιστήμονες έχουν την τύχη να βιώσουν…

Αν ο απατεωνάκος Ντόουσον ήταν κι αυτός θύμα, πράγμα εξαιρετικά απίθανο, θα έπρεπε να βρεθεί άλλος ένοχος. Για τον ρόλο αυτό προτάθηκαν διάφοροι συνεργάτες ή άσπονδοι φίλοι του, όπως οι Ουίλλιαμ Ράσκιν Μπάττερφηλντ (William Ruskin Butterfield) συντηρητής του Μουσείου του Χάστιγκς και ο φίλος του Σάμιουελ Άλλισον Γουντχεντ (Samuel Allison Woodhead) ή ο Γκράφτον Έλλιοτ Σμίθ (Grafton Elliot Smith) ένας Αυστραλός ανατόμος που σχετίζονταν με την ανασκαφή. Κάποιοι από αυτούς είχαν τη δυνατότητα να προμηθευτούν τα απολιθώματα. Όμως δεν γνωρίζουμε με ποιόν τρόπο κατάφεραν να τα τοποθετήσουν στην ανασκαφή για να εκδικηθούν τον Ντόουσον, χωρίς αυτός να αντιληφθεί κάτι.

Μία κάπως πιο φαντεζί δημοσίευση του περιοδικού «Science» το 1983, δείχνει σαν ένοχο τον γνωστό συγγραφέα Άρθουρ Κόναν Ντόιλ (Sir Arthur Ignatius Conan Doyle)! Στη δημοσίευση οι δύο συγγραφείς της John Winslow και Alfred Meyer διατείνονται ότι ο Ντόιλ ήταν ο εγκέφαλος που οργάνωσε την απάτη και συμμετείχε στην πραγματοποίηση της. Ο Κόναν Ντόιλ εκτός από συγγραφέας ήταν και γιατρός, άρα μπορούσε να χαλκεύσει τα στοιχεία. Είχε επίσης και τη δυνατότητα να τα προμηθευτεί, καθώς και να έχει πρόσβαση στα υλικά της παραχάραξης. Είχε κίνητρο την αντιπάθεια προς το επιστημονικό κατεστημένο της εποχής του που τον είχε χαρακτηρίσει σαν τσαρλατάνο λόγω της ενασχόλησής του με τον πνευματισμό και γνώριζε καλά την περιοχή αυτή του Σάσσεξ για να στήσει το σκηνικό. Επιπλέον σύμφωνα με τους αρθρογράφους, σε κάποια μυθιστορήματά του περιγράφει καταστάσεις που παραπέμπουν εμμέσως στην υπόθεση. Γνώριζε άραγε ο Ντόιλ τον Ντόουσον; Και πως κατάφερε να τον εκμεταλλευτεί ή να τον κάνει συνένοχο; Πάντως ο Κόναν Ντόιλ δεν κέρδισε κάτι από την υποθετική αυτή νίκη του, δεν έκανε ποτέ περιπαικτικές δηλώσεις εις βάρος των υποτιθέμενων θυμάτων της φάρσας του, προφανώς φοβούμενος τις συνέπειες.

ΙΙ.1.2. Ένας Ιησουίτης στην γκρίζα ζώνη

Τέλος, σοβαρές υποψίες στρέφονται στο πρόσωπο του μετέπειτα διάσημου Ιησουίτη ιερέα Πιέρ Τεγιάρ ντε Σαρντέν (Pierre Teilhard de Chardin), πρόσφατα χειροτονημένου εκείνη την εποχή, σπουδαστή Παλαιοντολογίας και φίλου του Ντόουσον, που ήταν παρών εξ αρχής στην όλη υπόθεση της ανασκαφής. Σύμφωνα με μια υπόθεση, ο νεαρός Ιησουίτης θέλησε είτε να κάνει φάρσα στον Ντόουσον είτε να συμμετέχει χάριν παιδιάς στην εξαπάτηση που προετοίμαζε ο τελευταίος. Το νεαρό της ηλικίας του προδιέθετε για κάτι τέτοιο. Ο Τεγιάρ εξάλλου είχε τη δυνατότητα να στήσει το σκηνικό μιας επιτυχημένης φάρσας ή απάτης, μπορούσε να προμηθευτεί τα υλικά της παραχάραξης και ο Ντόουσον είχε την εμπειρία να τους δώσει μια λίγο ως πολύ αληθοφανή όψη. Στην πορεία, αν δεχτούμε την υπόθεση της φάρσας, βλέποντας την έκταση δημοσιότητας που πήρε η υπόθεση δεν τόλμησε να αποκαλυφθεί.

Μία άλλη εξήγηση αρκετά ισχυρή είναι ότι η απάτη στήθηκε από την αρχή από τους Ντόουσον και Τεγιάρ σε συνεργασία, για τους δικούς του λόγους ο καθένας. Ο Ντόουσον διψούσε για επιστημονική καταξίωση, για να καταφέρει να μπει στο πάνθεον των μεγάλων της Επιστήμης, στο πλευρό των Λινναίου, Δαρβίνου, βαρώνου Κυβιέ, Λαμάρκ, Γουάλλας κλπ, καθώς και των Γερμανών, Γάλλων και Αμερικανών παλαιοντολόγων που με τις εντυπωσιακές ανακαλύψεις τους στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, σηματοδότησαν την ιστορία της ζωής στη Γη. Ενδεχομένως κι άλλοι συνεργάτες να συμμετείχαν στη εξαπάτηση.

Αντίθετα, τα κίνητρα του ιερωμένου Τεγιάρ είναι απροσδιόριστα, καθώς και ο ρόλος του στην υπόθεση. Είναι μια σκοτεινή ιστορία που τον σημάδεψε σαν μελανή κηλίδα σε όλη τη μετέπειτα ζωή και καριέρα του. Από την άποψη της ιστορίας της επιστήμης και της επιστημονικής ηθικής, ο Τεγιάρ αναδείχθηκε σε κεντρικό πρόσωπο σε αυτή την υπόθεση.

Ας μείνουμε για λίγο στον Πιέρ Τεγιάρ ντε Σαρντέν, την πιο ενδιαφέρουσα προσωπικότητα από όλους τους εμπλεκόμενους στο σκάνδαλο του «Ηωάνθρωπου του Ντόουσον» και μελλοντικά διακεκριμένο επιστήμονα. Η μοίρα του επεφύλαξε να ζήσει όλα αυτά για τα οποία ο Ντόουσον έστησε την απάτη. Ποιος όμως ήταν ο Τεγιάρ;

Ο Πιέρ Τεγιάρ ντε Σαρντέν (1881-1955) εκτός από Ιησουΐτης ιερέας και επίδοξος φαρσέρ, υπήρξε φιλόλογος, παλαιοντολόγος και παλαιοανθρωπολόγος, πανεπιστημιακός καθηγητής σε φημισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα, γεωλόγος, φιλόσοφος και ήρωας του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου! Υπήρξε και κάτι άλλο. Ήταν ο μόνος από τα βασικά πρόσωπα που συνέδεσαν το όνομά τους με την υπόθεση του Πιλτντάουν και ζούσε ακόμα όταν αποκαλύφθηκε επίσημα το σκάνδαλο. Είχε δηλαδή το καθήκον να υπερασπίσει τον εαυτό του, το κύρος του και την επιστημοσύνη του.

Οι έρευνες του Τεγιάρ στην Κίνα άφησαν εποχή με αποκορύφωμα τη συμμετοχή του στις έρευνες για τον «Άνθρωπο του Πεκίνου» (Sinanthropus pekinensis) όπου απέδειξε ότι ο ανθρωπίδης αυτός χρησιμοποιούσε εργαλεία, κατατάσσοντάς τον στην ομάδα των Homo Faber [9] [9]. Αυτός ήταν ο πραγματικός Ιντιάνα Τζόουνς της εποχής του χάρις στις συμμετοχές του στην υπό τον Ρόι Τσάπμαν Άντριους φημισμένη αποστολή στην έρημο Γκόμπι στην οποία αναφερθήκαμε ήδη και στην περιπετειώδη «Κίτρινη Περιοδεία» (Croisière Jaune) της Citroën από τη Βηρυτό μέχρι το Πεκίνο [10][10]. Μεγάλο μέρος της μυθιστορηματικής ζωής του το πέρασε στα ερευνητικά πεδία της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ασίας. Έκανε επίσης ερευνητική δουλειά στην Ευρώπη, στη Βόρεια Αφρική, τις Ινδίες και αλλού.

Ο Τεγιάρ προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο κόσμους, τη θρησκεία και την επιστήμη. Κέρδισε τη φήμη και τον σεβασμό μαζί με την κριτική και την δυσπιστία. Κατηγορήθηκε αρκετές φορές σαν αιρετικός και υπέστη διώξεις όσο ήταν εν ζωή από τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Απαγορεύτηκαν κατά καιρούς τα βιβλία του, επειδή παρόλο που ήταν πιστός Καθολικός και ιερωμένος, πίστευε με πάθος στην εξελικτική θεωρία της προέλευσης του ανθρώπου. Σ’ αυτή του την πίστη είχε συνεισφέρει ο Μαρσελλέν Μπουλ που υπήρξε καθηγητής του. Θα ήταν ενδιαφέρουσα η σχέση ανάμεσα στον καθηγητή που από τη μια που είχε καταγγείλει από τους πρώτους τον «Ηωάνθρωπο» του Ντόουσον σαν πλαστό άθυρμα και την ανακάλυψή του σαν απάτη και στον σπουδαστή από την άλλη, που ελέγχονταν σαν κύριος συντελεστής της απάτης. Ίσως ο Μπουλ κάποια στιγμή να έμαθε από τον ίδιο την αλήθεια.

Ο Τεγιάρ εκτός από τα προβλήματα με την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, υπέστη σκληρή κριτική από άλλους επιστήμονες για την χριστιανική – μεταφυσική θεώρηση της εξέλιξης και για τις αμφίσημες φιλοσοφικές του απόψεις. Εμπεριστατωμένη κριτική άσκησε στις θέσεις του Τεγιάρ ο Στέφεν Τζέυ Γκουλντ (Stephen Jay Gould), ο ογκόλιθος αυτός της Εξελικτικής Βιολογίας. Ο Γκουλντ ασχολήθηκε επίσης επισταμένα με την υπόθεση του Ηωάνθρωπου του Ντόουσον. Όχι μόνο με τον ρόλο των προσώπων αλλά και με την κριτική του θεωρητικού υπόβαθρου που κατέστησε δυνατή την αποδοχή και τη μακροβιότητα της απάτης του Πιλτντάουν. Όσον αφορά τον ρόλο του Τεγιάρ, αφού μελέτησε την αλληλογραφία του, αποφάνθηκε ότι αυτός πιθανότατα ήταν σε γνώση της απάτης κι ίσως να μην ήταν μόνο συνένοχος αλλά και συνδιοργανωτής του εγχειρήματος του Ντόουσον. Επειδή ο Γκουλντ την τελευταία 20ετία πριν τον πρόωρο θάνατό του το 2002, είχε υπερασπιστεί με πάθος την θεωρία της εξέλιξης ενάντια στην επίθεση του νέου ανορθολογισμού, του δημιουργισμού (creationism) και της θρησκοληψίας, απεχθάνονταν τις παρεμβάσεις της εκκλησίας στην επιστήμη [11][11]. Οι φιλοσοφικές και θεολογικές αναζητήσεις του Τεγιάρ στην βιολογία της εξέλιξης ενείχαν έντονα στοιχεία μεταφυσικής τελεολογίας, κάτι που ίσως να επηρέασε σε κάποιο βαθμό τη θέση του υλιστή και ορθολογιστή Γκουλντ έναντι στον Τεγιάρ.

ΙΙ.1.3. Ποιος Ποιόν…

Τελικά η απάτη του Πιλτντάουν, έβγαλε στην επιφάνεια ένα ζοφερό κλίμα διαπλοκής, αντιθέσεων, δολοπλοκιών και φιλοδοξιών αλλά και ελαφρότητας και αντιεπιστημονικής fin du siècle νοοτροπίας που επικρατούσε στην επιστημονική κοινότητα κατά το τέλος της Μπελ Επόκ, λίγο πριν από το παγκόσμιο σφαγείο του Μεγάλου Πολέμου. Έφερε στο φως ένα πνεύμα συγκάλυψης και συνενοχής που με πείσμα συντηρούσε η επιστημονική κοινότητα της Βρετανίας. Χρειάστηκαν δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και το πέρασμα στην ατομική εποχή για να αποσύρουν σιωπηρά τα υλικά τεκμήρια – το περίφημο κρανίο – δίνοντας έτσι τέλος σε ένα επιστημονικό όνειδος.

Η υπόθεση της φάρσας είναι βολική. Ουσιαστικά απαλλάσσει από το δόλο κατά περίπτωση, κύριους πρωταγωνιστές της υπόθεσης μετατρέποντάς τους σε θύματα!

Τον Ντόουσον δύσκολα μπορεί να τον απαλλάξει κανείς από την ενοχή και να τον χαρακτηρίσει ως θύμα. Σαν φιλόδοξος δικηγόρος δεν είχε πολλές ευκαιρίες να διακριθεί. Σαν ερασιτέχνης Γεωλόγος ελάχιστες, δεν ήταν καν ο τομέας ειδίκευσής του. Σαν επίδοξος Παλαιοντολόγος μόνον ως παραχαράκτης και πλαστογράφος θα μπορούσε να συναντήσει την ποθητή δόξα, σε μια εποχή μετάβασης[12] [12] και όπου οι ανακαλύψεις της επιστήμης και οι εφαρμογές της τεχνολογίας, άλλαζαν ραγδαία τον κόσμο προς το καλό και προς το ακόμα χειρότερο.

Αν ο έμπειρος Γούντγουορντ συμμετείχε ή ήταν θύμα, δεν έχει τόση σημασία, όσο οι προκαταλήψεις του που τον οδήγησαν να πειστεί από την απάτη ή να την αποδεχθεί. Εξάλλου είναι πιθανόν να εμφορούνταν κι αυτός από τα ίδια κίνητρα περί δόξης του Ντόουσον. Υπήρξαν από νωρίς τα στοιχεία που καταδείκνυαν την απάτη, καθώς και οι νέες γνώσεις που ανέτρεπαν τις θεωρητικές δοξασίες που υποστήριζε το κρανίο του Πιλτντάουν. Σε αυτό το πλαίσιο, το χειρότερο και ανεπίτρεπτο για έναν καταξιωμένο επιστήμονα σαν τον Γούντγουορντ είναι ότι δεν είχε το σθένος να παραδεχτεί το λάθος του και να αναστοχαστεί την εγκυρότητα των θεωρητικών του πεποιθήσεων. Αυτή η έκπτωση της επιστημονικής ηθικής αφορά και αρκετούς από τους συναδέλφους του, που δεν τόλμησαν ούτε μια χρονολόγηση να διενεργήσουν όσο ο Γούντγουορντ ήταν εν ζωή.

Ο Ντόουσον, οι μυημένοι συνεργάτες του σε αυτή την υπόθεση και ο Γούντγουορντ, ήταν με όρους ηθικής αξιοκατάκριτοι, άθλιοι απατεώνες που αμαύρωσαν το κύρος της επιστήμης και τους άξιζε η ατίμωση, από την οποία όμως τους προστάτευσε η υφιστάμενη ηθική έκπτωση και διαφθορά της καθεστηκυίας επιστημονικής ελίτ του κλάδου και πιθανόν αμοιβαίοι εκβιασμοί.

Σύμφωνα πάλι με την υπόθεση της φάρσας, αν οι Τεγιάρ και Άρθουρ Κόναν Ντόιλ συμμετείχαν κι αυτοί στην παραχάραξη, δεν τόλμησαν να δρέψουν τους καρπούς της φάρσας – απάτης τους. Γιατί θα επέσυραν την οργή του επιστημονικού κόσμου και όχι μόνον, με πολύ σοβαρές εις βάρος τους συνέπειες.

Ο Τεγιάρ κινείται κυριολεκτικά στη γκρίζα ζώνη, στη «ζώνη του Λυκόφωτος». Ο ρόλος του είναι ο πλέον αμφιλεγόμενος. Κατά την προσωπική μας άποψη, ο νεαρός Τεγιάρ ήταν εξαιρετικά προικισμένος σε πνευματικά και ακαδημαϊκά προσόντα όντας ήδη Φιλόλογος και Θεολόγος. Όσο ευφυής κι αν ήταν, βρίσκουμε πιο πιθανό εκείνη την περίοδο να ήταν αυτός το θύμα απάτης παρά να έκανε τέτοιου είδους φάρσα στον Ντόουσον, την «παλιά καραβάνα» με την τόση εμπειρία στην νοθεία, την παραχάραξη και την πλαστογραφία. Επειδή όμως, όπως είπαμε ήταν ευφυής, το πιο πιθανό είναι αν όχι να συμμετείχε, τουλάχιστον να αντιλήφθηκε την απάτη. Κι αν όχι τότε, το 1915 που ήταν μαθητής του Μπουλ. Ο επιστήμονας που μελέτησε τον Άνθρωπο του Πεκίνου και άφησε σημαντικό έργο, δεν μπορεί να μην αντιλήφθηκε έστω και με μικρή καθυστέρηση σε όλη του την έκταση τι είχε συμβεί. Δεν φαίνεται να μίλησε ποτέ δημόσια, ακόμα και μετά το θάνατο του Γούντγουορντ το 1948.

Ο Τεγιάρ ήταν η πιο αμφιλεγόμενη και συνάμα η πιο τραγική μορφή της υπόθεσης Πιλτντάουν. Η παρουσία του στο σκάνδαλο του ανθρώπου του Πιλτντάουν και η υποψία ότι ήταν και δικό του έργο, τον ακολούθησε σαν σκιά σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Κι αυτό θα πρέπει να τον κυνηγούσε στα χαρακώματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στα σπουδαστήρια και στους ναούς, στις αχανείς Εκτάσεις της Κίνας…

ΙΙ.1.4. Κριτική του Θεωρητικού Υπόβαθρου της Υπόθεσης του Ανθρώπου του Πιλτντάουν

Η περίπτωση της απάτης του Πιλτντάουν σημειώνει ο Στέφεν Τζέυ Γκουλντ, δημιούργησε ένα είδος επιστημονικού ρήγματος στην κοινότητα των Παλαιοντολόγων, φέρνοντας αντιμέτωπους τους επιστήμονες τόσο μεταξύ τους, όσο και με τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπά τους. Πολύ σημαντική για την σκέψη τους ήταν η θέση που πρέσβευε ότι επειδή ο εγκέφαλος και η νόηση έκανε τον άνθρωπο αυτό που είναι, προηγήθηκε εξελικτικά από το υπόλοιπο ανθρώπινο σώμα. Με άλλα λόγια πίστευαν ότι η εξελικτική ανάπτυξη της διανοητικής ικανότητας που συναρτάτο με την ανάπτυξη του εγκεφάλου, όφειλε νομοτελειακά να προηγείται της εξελικτικής ανάπτυξης των άλλων ανθρώπινων χαρακτηριστικών, τα οποία και συμπαρέσυρε στην εξέλιξη. Ανάμεσα σε αυτά τα χαρακτηριστικά συμπεριλαμβάνονταν και η μορφή του προσώπου, κατά συνέπεια δε και της κάτω σιαγόνας. Η θέση αυτή ήταν μια επιστημονική πλάνη.

Συνεπώς αυτό που πρέσβευε σημαντικό μέρος της επιστημονικής κοινότητας ήταν ακριβώς αυτό που τους προσέφερε το κρανίο του Πιλτντάουν: την επαλήθευση της θεωρίας και στην ισχυροποίηση των θεωρητικών τους πεποιθήσεων. Ένας ανεπτυγμένος και ογκώδης εγκέφαλος, που προηγούνταν εξελικτικά του υπόλοιπου σώματος το οποίο όπως φανέρωνε η κάτω γνάθος του, μπορεί να ήταν και έντονα πιθήκειο! Η πεποίθηση αυτή ήταν τόσο ισχυρή ώστε υπήρξαν επιστήμονες που για τρεις τουλάχιστον 10ετίες, παρόλα τα νέα ευρήματα που επιβεβαίωναν το ακριβώς αντίθετο κι ενώ είχε ραγίσει η εικόνα του Ηωάνθρωπου του Ντόουσον, έβλεπαν σε αυτόν την επιβεβαίωση αυτής της λανθασμένης θέσης.

Οι ανακαλύψεις των τελευταίων 70 ετών διέλυσαν τα στερεότυπα των αρχών του 20ου Αιώνα που θεωρούσαν τον εγκέφαλο σαν την «ατμομηχανή της εξέλιξης». Έχει καταδειχτεί πλέον ότι η εξέλιξη ακολούθησε την εντελώς αντίθετη διαδρομή, όπως εξάλλου είχε προτείνει στο εξελικτικό σχήμα του πριν δύο αιώνες ο Κάρολος Δαρβίνος: Πρώτα εμφανίστηκε στους μακρινούς προγόνους των ανθρώπων η μείωση του μεγέθους της κάτω σιαγόνας που θεωρείται και το πρώτο δείγμα ανθρωπιδισμού [13][13]. Κατόπιν κατακτήθηκε η όρθια στάση. Σε μεταγενέστερο στάδιο εξέλιξης και ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών που οδήγησαν στην απελευθέρωση των άνω άκρων και την μετατροπή τους σε χέρια, επήλθε η ανάπτυξη του όγκου του εγκεφάλου[14] [14].

ΙΙ.1.5. Συνενοχή και Αποδοχή…

Κλείνοντας την ιστορία της υπόθεσης του Πιλτντάουν, φρονούμε ότι ανεξάρτητα από το ποιος ή ποιοι μεθόδευαν και υλοποίησαν αυτή την εντυπωσιακή και μείζονα επιστημονική απάτη, καθώς και ποια ήταν τα κίνητρα που τους ώθησαν στην πράξη αυτή, το σημαντικό είναι ότι υπήρξε συνενοχή και αποδοχή μιας μεγάλης μερίδας του επιστημονικού κόσμου και της κοινής γνώμης. Όσο για τη βρετανική κοινωνία της εποχής, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι όπως και τμήμα της επιστημονικής κοινότητας, έτσι και αυτή ήταν «ώριμη» να υποδεχτεί αυτή την επιστημονική απάτη και έτοιμη να αποδεχθεί και να υιοθετήσει τα συμπεράσματά της.

 

ΙΙ.2. Η Υπόθεση Αναγέννησης του Aurochs, μια Επίμονη Επιστημονική Απάτη

Θα αναφερθούμε στην περίπτωση των «προφεσόρων» αδελφών Χάιντς και Λουτς Χεκ (Heinz Heck και Ludwig Georg Heinrich Heck εν συντομία Lutz Heck), ζωολόγων και διευθυντών των ζωολογικών κήπων του Μονάχου και του Βερολίνου αντίστοιχα. Σαν υπόθεση υπήρξε μια σύνθετη περίπτωση που σχετίζεται άμεσα με τις αντιλήψεις των ναζί για την οικολογία και την τύχη που επεφύλαξαν στο περιβάλλον. Συνδύασε επίσης τόσο την επιστημονική απάτη και αγυρτεία όσο και τον ακραίο αντιεπιστημονικό ανορθολογισμό του Φασισμού, εμπεριέχοντας μια σειρά επιστημονικές πλάνες. Η υπόθεση των αδελφών Χεκ αφορά την προσπάθειά τους να αναβιώσουν τον εξαφανισμένο πρόγονο όλων των εξημερωμένων βοοειδών της Ευρασίας και της Βορείου Αφρικής τον Bos Taurus Primigenius ή Άουροξ – Aurochs [15][15], που στα ελληνικά αποδίδεται με το αρχαίο μεν αλλά μάλλον κακόηχο όνομα Ούρος! Θα χρησιμοποιήσουμε στο παρόν σημείωμα την εξελληνισμένη γραφή Άουροξ, σαν περισσότερο εύηχη και κυρίως άκλιτη.

Όλα αυτά συνέβαιναν στον ζόφο του Γ΄ Ράιχ, των διώξεων των αντιφρονούντων, των ναζιστικών εγκλημάτων και της ανθρωποσφαγής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που ακολούθησε. Και είναι εξοργιστικό το ότι η υπόθεση αυτή παρατείνεται έως τις μέρες μας, είτε σαν πλάνη είτε σαν απάτη τσαρλατάνων είτε σαν ιδεοληψία, κατάλοιπο του ανορθολογισμού αυτής της θεωρητικής κόπρου που ήταν το λίπασμα στην άνθιση του Φασισμού. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, δηλαδή από το ιστορικό πλαίσιο που τοποθετείται η υπόθεση.

ΙΙ.2.1. Η Σκοτεινή Πλευρά του Φεγγαριού

Το τέλος του 19ου Αιώνα και η αρχή του 20ου σημαδεύτηκε από ευρύτατες ανατροπές και νέες αντιλήψεις, ανησυχίες και υπόγεια ρεύματα ανορθολογισμού, που ονομάστηκαν «φαινόμενα του ‘‘τέλους του αιώνα’’» (fin de siècle). Πολλά από αυτά αποτελούσαν άρνηση και αντίδραση στον ορθολογισμό των ραγδαία αναπτυσσόμενων επιστημών. Παρουσιάστηκαν και αναπτύχθηκαν ψευδοεπιστημονικές διδασκαλίες, λαϊκίστικες ψευδοκουλτούρες και απίστευτοι διανοητικοί ακροβατισμοί. Ανάλογα φαινόμενα ανορθολογισμού μας ακολουθούν έκτοτε…

Τότε εμφανίζονται και γίνονται δεκτές από εκπροσώπους τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς, οι πρώτες αντιλήψεις του περιβαλλοντισμού, απότοκοι της έντονης αστικοποίησης, της άνευ προηγουμένου βιομηχανικής ανάπτυξης και της ασφυκτικής επιρροής των επιπτώσεών τους στους αστικούς πληθυσμούς. Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου οι τάσεις αυτές μορφοποιούνται και συνδέονται με έναν ιδιότυπο νεορομαντισμό που προσπάθησε να αποκαταστήσει την σχέση του ανθρώπου της πόλης με τη φύση, την ύπαιθρο και το χωριό. Οι τάσεις αυτές συνοδεύονταν από μία μεταφυσική και εξιδανικευτική μάλλον παρά επιστημονική προσέγγιση. Είναι χαρακτηριστική η κριτική που άσκησε στον περιβαλλοντισμό αυτού του τύπου ο Τσάρλι Τσάπλιν στις τελευταίες σκηνές της περίφημης ταινίας του «Μοντέρνοι καιροί». Πρωτοπόροι υπήρξαν οι Γερμανοί, ως πιο επιρρεπείς στις θεωρίες της «κοινωνικής εντροπίας» και του «εκφυλισμού» που επιφέρει τάχα ο μοντέρνος τρόπος ζωής.

Οι αντιλήψεις αυτές υιοθετούμενες από το μαζικό κίνημα του ανερχόμενου γερμανικού φασισμού, συνδυάστηκαν με ρατσιστικές θεωρίες του κοινωνικού δαρβινισμού, της «ηρωικής τευτονικής» μυθολογίας της άριας υπεροχής και της ανωτερότητας του αίματος, καθώς και ανορθολογικές μεταφυσικές προσεγγίσεις της φύσης. Ιδιαίτερα στη ναζιστική φιλολογία ο περιβαλλοντισμός αποκτά κεντρική σημασία στην αντίληψη του επαναπροσδιορισμού της σχέσης βιομηχανίας και υπαίθρου. Ο ιστορικός του φασισμού Στάνλεϋ Παίην αναφέρει ότι υπό το πρίσμα αυτό, ο πεπεισμένος χορτοφάγος και παθιασμένος με την υγιεινή διαβίωση Χίτλερ «ήταν πολύ πιο μπροστά από την εποχή του στο ενδιαφέρον του για την οικολογία, τη μόλυνση και τις περιβαλλοντικές μεταρρυθμίσεις»! Στην πράξη ετέθη ως μελλοντικός στόχος, ένα απίστευτο όσο και ανέφικτο παραγωγικό σύστημα που συνδύαζε ένα εκρηκτικό μείγμα γεωπολιτικού επεκτατισμού ιμπεριαλιστικής έμπνευσης [16][16], ανορθολογισμού και της τεχνολογικής υποδομής της πολυδιαφημισμένης γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής. Το μείζον αυτό στρατηγικό σχέδιο συνοδεύονταν από ένα κρεσέντο «αντικαπιταλιστικής» ρητορείας που αντανακλούσε τις ιδεοληπτικές φαντασιώσεις περί υπεροχής τη αρίας φυλής του Χίτλερ και των ναζί «θεωρητικών».

Οι Επιστήμες εκείνη την περίοδο βρίσκονταν σε άνθιση, την οποία ανέκοψε η άνοδος των ναζί στην εξουσία. Δεν θα επεκταθούμε στις φασιστικές και ναζιστικές αντιλήψεις για την Επιστήμη ούτε στο ρόλο που της επιφύλαξαν. Ούτε στα εγκλήματα που διαπράχτηκαν, πολλές φορές υπό την μορφή πειραμάτων ευγονικής και αλλόκοτων θεραπειών – βασανιστηρίων. Έχουν γραφεί τόμοι για αυτά. Θα αρκεστούμε στην περίπτωση που μας απασχολεί. Επισημαίνουμε ωστόσο ότι ένα μεγάλο ποσοστό του επιστημονικού κόσμου της Γερμανίας, με προεξάρχοντες τους γιατρούς, αποτέλεσε ένα είδος πολιτικού στρατού του ναζιστικού Γ΄ Ράιχ.

ΙΙ.2.2. Η Οικολογία της Φυλετικής Καθαρότητας, το Ιδεολογικό Υπόβαθρο των Ερευνών των Αδελφών Χεκ

Στο θεωρητικό ή πιο σωστά στο ιδεολογικό υπόβαθρο του «έργου» των αδελφών Χεκ βρίσκονταν ο περίφημος εκφυλισμός, η ψευδοεπιστημονική «θεωρία» που αποτέλεσε κλασσικό στοιχείο του ιδεολογικού οπλοστασίου του Φασισμού από την εποχή του εισηγητή του σύγχρονου φυλετισμού και της θεωρίας της φυλετικής ανισότητας Αρτύρ ντε Γκομπινώ (Arthur de Gobineau, 1816-1882) και του οπαδού της αποικιοκρατίας και μισογύνη Πιερ ντε Κουμπερτέν. Ο εκφυλισμός θεωρήθηκε σαν αποτέλεσμα της απώλειας της φυλετικής καθαρότητας εξ αιτίας της επιμιξίας με «κατώτερες» φυλές. Για την αντιμετώπιση του εκφυλισμού αναπτύχθηκαν θεωρητικά και πρακτικά σχήματα Ευγονικής που βρήκαν εύφορο έδαφος στην ναζιστική ιδεολογία. Αυτές οι προσεγγίσεις επεδίωκαν στην πράξη την κάθαρση της Αρίας φυλής από τη μίξη της με κατώτερες φυλές με τις γνωστές συνέπειες. Όμως ο νέος Άριος άνθρωπος του χιλιετούς Ράιχ, έπρεπε να ζήσει σε ένα καθαρμένο περιβάλλον, περιστοιχισμένος από «άριες» φυλές ζώων!

Οι αδελφοί Χεκ ήταν από την αρχή φιλοναζί, από την εποχή που κανείς δεν έπαιρνε το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα και τους ηγέτες του στα σοβαρά. Την 10ετία του 1920 ανακοίνωσαν ότι αποφάσισαν να αναγεννήσουν τον πρόγονο όλων των σύγχρονων εξημερωμένων βοοειδών τον Άουροξ. Η επιλογή αυτή των αδελφών Χεκ οφείλονταν στην λατρεία που έτρεφαν για τη δύναμη και την επιθετικότητα. Ο ίδιος ο Λουτς Χεκ σε κείμενό του ομολογεί ότι από παιδί γοητεύονταν από την γερμανική μυθολογία και τη φαντασία του εξήπταν οι μυθικές μάχες του Ζήγκφρηντ με τους Βόνασους [17][17] και τους Άουροξ, που θεωρούσε τα πιο ισχυρά ζώα της προγερμανικής πανίδας.

Τις ιδέες των Χεκ μοιράζονταν και άλλοι πριν από αυτούς. Πολλοί εκτροφείς δημιούργησαν νέες ράτσες κατοικίδιων εκείνη την περίοδο, μεταξύ αυτών και σκύλους. Ο αξιωματικός του ιππικού και κυνοτρόφος Μαξ φον Στέφανιτς (Max Emil Friedrich von Stephanitz 1864-1936) ακολουθώντας το δρόμο είχαν ανοίξει οι εκτροφείς αυτοί, αποφάσισε όχι τόσο να δημιουργήσει μια νέα ράτσα σκύλων, όσο να επαναφέρει στη ζωή μία ράτσα που κατά την φαντασία του θα πρέπει να συνόδευε σε κάποιους ανιστορικούς χρόνους τους Άριους στο έπος της κατάκτησης του ευρωπαϊκού Βορρά! Επειδή οι πρώιμες φολκλόρ προφασιστικές και πρωτοφασιστικές φαντασιώσεις της εποχής του, θεωρούσαν τους προγόνους των Γερμανών σαν κτηνοτρόφους και αγρότες που είχαν μια σχεδόν μυστικιστική σχέση με τη γη, αποφάσισε να δημιουργήσει έναν ποιμενικό σκύλο που θα ήταν κοντά στον πρόγονό του λύκο. Κατάφερε μέχρι το 1919 να δημιουργήσει κάνοντας συνεχείς διασταυρώσεις ποιμενικών σκύλων της Λυκαονίας της Θουριγγίας, της Φρακονίας και της Βυτεμβέργης, τον γερμανικό ποιμενικό (Deutscher Schäferhund), το σε όλους γνωστό και δημοφιλές ‘‘λυκόσκυλο’’[18] [18] που μόνο μια επιφανειακή ομοιότητα έχει με τον λύκο αλλά αυτό μικρή είχε σημασία [19][19]. Το λυκόσκυλο σαν ο κατ’ εξοχήν «άριος σκύλος» έγινε το αγαπημένο κατοικίδιο του Χίτλερ.

Συνεπώς, το δρόμο για τους αδελφούς Χεκ είχαν ανοίξει ήδη άλλοι «πρωτοπόροι». Πριν περάσουμε στο «έργο» των αδελφών Χεκ ας ρίξουμε μια ματιά στο αναφερόμενο είδος.

ΙΙ.2.3. Το θλιβερό τέλος του είδους AurochsBos Taurus Primigenius

Ο Άουροξ ήταν ένα περήφανο ζώο που τα τρία ή τέσσερα υποείδη του είχαν κατανομή σε όλο σχεδόν τον Παλαιό Κόσμο, στην Ευρώπη στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ασία, στην Ινδική Υποήπειρο και στην Βόρειο Αφρική. Ένα είδος που απεικόνισε η τέχνη, από τα σπήλαια του Λασκώ και της Αλταμίρας μέχρι την πύλη της Ιστάρ στη Βαβυλώνα και τα έργα της κλασσικής εποχής και του Μεσαίωνα. Το είδος είχε επιδείξει μεγάλη αντοχή στον χρόνο, στις οικολογικές πιέσεις και στον υβριδισμό με εξημερωμένα βοοειδή, στις επιζωοτίες καθώς και στο απηνές κυνήγι των Βασιλέων και των ανώτερων ευγενών των οποίων αποτελούσε προνομιακά αποκλειστικό θήραμα. Κατάφερε να επιζήσει μέχρι τον 17ο Αιώνα, όπου υπέκυψε παρά τις προσπάθειες διατήρησης του είδους.

Ο Άουροξ, σύμφωνα με τις διασωθείσες περιγραφές, είχε μήκος σώματος 2,5 έως 3 μέτρα, ύψος από 1,70 έως 2 μέτρα στο ακρώμιο, τα κέρατα του αρσενικού ήταν πελώρια, μπορούσαν να φτάσουν μέχρι 1,20 μέτρα είχαν μορφή λύρας και φύονταν προς τα έξω. Ο σεξουαλικός διμορφισμός ήταν έντονος, το αρσενικό ήταν σκούρο έως μαύρο και πρέπει να ζύγιζε από 850 έως 1000 κιλά (ο Βόνασος ή ευρωπαϊκός Βίσωνας για σύγκριση ζυγίζει 800 με 850 κιλά και ο αμερικάνικος Βίσωνας από 600 μέχρι 1200 κιλά). Το θηλυκό ήταν μικρότερο, σκούρας καφέ απόχρωσης και είχε ύψος στο ακρώμιο 1,50 έως 1,60 μέτρα. Μάλιστα στην αρχή τα δύο φύλα θεωρήθηκαν από τους φυσιοδίφες του 19ου Αιώνα σαν δύο ξεχωριστά είδη. Τα θηλυκά ζούσαν σε ολιγάριθμες αγέλες μαζί με τα μικρά τους, τα αρσενικά σε μικρότερες ομάδες ή και μοναχικά. Θηρευτές του είδους στα αρχαία οικοσυστήματα, ήταν τα λιοντάρια κυρίως τα ευρωπαϊκά και τα ασιατικά υποείδη, οι λύκοι, καθώς και οι ύαινες στους βιότοπους που συναντιόνταν τα δύο είδη. Στις ασιατικές δασώδεις περιοχές θηρευτές ήταν οι τίγρεις και περιστασιακά οι αρκούδες.

Οι τελευταίοι πληθυσμοί του είδους στην Ευρώπη παρήκμασαν εκτός από τις επιζωοτίες και τον υβριδισμό, από την όχληση των κατοικίδιων βοοειδών και των αλόγων που μοιράζονταν τα ίδια βοσκοτόπια. Οι Άουροξ περιορίστηκαν μόνο σε κάποιες βασιλικές δασικές και ημιδασικές εκτάσεις της Πολωνίας. Στη μείωση του πληθυσμού έπαιξε ρόλο και το κυνήγι ωστόσο είχαν θεσπιστεί από τον 16ο Αιώνα, περιορισμοί που παρείχαν σχετική προστασία. Το 1564 ο πληθυσμός τους ήταν ήδη εξαιρετικά μειωμένος. Οι βασιλικοί φύλακες καταμέτρησαν καμιά τριανταριά ενήλικα δείγματα και λήφθηκαν αυστηρά μέτρα προστασίας και πλήρους απαγόρευσης του κυνηγιού τους, πράγμα που σταθεροποίησε τον πληθυσμό τους για αρκετά χρόνια. Στα τέλη του 16ου και αρχές του 17ου Αιώνα, ο βασιλιάς της Πολωνίας Σιγκισμούνδος ή Ζήγκμουντ Βάζα ο ΙΙΙος, επαίρετο ως ο μόνος μονάρχης της Ευρώπης που διέθετε σαν συλλογή ένα κοπάδι από Άουροξ, τα τελευταία του είδους τους. Κάτι που οι βασιλείς και ευγενείς της Ευρώπης (εφόσον βέβαια ήταν εγγράμματοι), γνώριζαν μόνο από τις περιγραφές του Καίσαρα, του Τάκιτου και του Πλίνιου και μεσαιωνικά κείμενα.

Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες η κατάρρευση του πληθυσμού συνεχίστηκε και το 1620 επιζούσε μόνον ένα θηλυκό. Ήταν ο τελευταίο δείγμα τους είδους της στον πλανήτη μέχρι τον θάνατό της σε ηλικία 30 ετών.

ΙΙ.2.4. Η μέθοδος των αδελφών Χεκ

Η μέθοδος των αδελφών Χεκ αν υπήρξε ποτέ κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν μέθοδος με την αυστηρή έννοια του όρου, ήταν κάτι ανάμεσα στην ιδεοληπτική πίστη, την απάτη και την επιστημονική πλάνη. Η προσέγγιση βασίζονταν στο ότι οι Άουροξ σαν πρόγονοι των εξημερωμένων συγγενών τους μοιράζονταν τμήματα του γενετικού υλικού («χαρακτηριστικά» ήταν ο χρησιμοποιούμενος όρος) με τους απογόνους τους, κάτι που ισχύει. Έτσι με μια σειρά επιλεγμένων διασταυρώσεων, ήλπιζαν να εξαλείψουν τα χαρακτηριστικά της εξημέρωσης, να απαλλάξουν από αυτά τον Άουροξ τους, επαναφέροντάς τον στην «άγρια» κατάσταση.

Το πρόγραμμα ανασύστασης του εμβληματικού πλην εξαφανισμένου είδους υιοθετήθηκε από τους ναζί οι οποίοι όταν κατέλαβαν το 1933 την εξουσία διευκόλυναν τους Χεκ και τους παρείχαν τεχνική υποστήριξη για να προωθήσουν το εγχείρημά τους. Ο ισχυρότερος υποστηρικτής των Χεκ και ιδίως του Λουτς ήταν ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, μανιώδης κυνηγός. Υπό την αιγίδα του οι Χεκ χρηματοδοτήθηκαν αδρά από ειδικό ταμείο που διαχειρίζονταν οι SS. Οι ναζί είχαν ανάγκη από την αναγέννηση ενός εμβληματικού «γερμανικού – άριου» ζώου, δεδομένου ότι εκείνη την περίοδο στις ΗΠΑ επέφερε καρπούς η προστασία του αμερικανικού Βίσωνα που είχε φτάσει στο κατώφλι της εξαφάνισης. Στην Πολωνία που βρίσκονταν στην πρωτοπορία της διάσωσης ειδών, επανεισήχθη ο Βόνασος και το άγριο άλογο Ταρπάν στον ονομαστό δρυμό της Μπιαλοβιέζα, το σωζόμενο τμήμα ενός αρχέγονου εκτεταμένου δάσους που κάλυπτε κάποτε ολόκληρη τη βόρεια Ευρώπη.

Οι αδελφοί Χεκ διασταύρωσαν πάνω από μια ντουζίνα ράτσες ανάμεσα σε αυτές τους μαχητικούς ισπανικούς ταύρους και τους συγγενείς τους της Καμάργκ γιατί ο Άουροξ σαν γνήσια άρια αγελάδα έπρεπε να είναι και επιθετικός. Οι αδελφοί Χεκ αν και ακολούθησαν διαφοροποιημένες προσεγγίσεις σε διαφορετικές πόλεις και διαφορετικούς χρόνους, ανακοίνωσαν ότι επιτέλους κατάφεραν να έχουν ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα κάτι που από ζωολογική άποψη είναι αδύνατο. Είναι προφανές ότι εδώ εμφιλοχώρησε απάτη.

Η πρώτη δυσκολία ήταν ότι δεν είχαν ακριβή εικόνα του ζώου που θα επιχειρούσαν να ανασυστήσουν. Η ακριβής μορφή του Άουροξ δεν θεωρείτο γνωστή στη λεπτομέρεια της. Οι βραχογραφίες των προϊστορικών σπηλαίων που αναπαριστάνουν το είδος, θεωρούνται πολύ στυλιζαρισμένες για να δίνουν πληροφόρηση ακριβούς απεικόνισης [20][20]. Πέρα από ζωγραφικές απεικονίσεις του είδους μέχρι τον 17ο Αιώνα, σκελετούς και κάποια δείγματα δέρματος δεν είχαν άλλη πληροφόρηση. Συνεπώς, ακόμα και σε επίπεδο φαινοτύπου, το πρόγραμμα είχε ήδη εκτραπεί από άποψη φερεγγυότητας.

Τελικά πριν από το 1936 και σε χρόνους ρεκόρ, οι αδελφοί Χεκ είχαν τους Άουροξ τους και η φήμη τους απογειώθηκε. Τιμήθηκαν από το ναζιστικό καθεστώς και ο Λουτς ανακηρύχτηκε «φύρερ της προστασίας του περιβάλλοντος». Σαν φύρερ της οικολογίας ήταν επιφορτισμένος με την εκπαίδευση των «φυσιοδιφών» SS κι έκανε παρέα με τον στρατάρχη Γκαίρινγκ και τον «ραϊχσφύρερ» των SS Χάινριχ Χίμλερ, που εύρισκαν εξαιρετικό ενδιαφέρον στο έργο του, ο καθένας για τους λόγους του. Ο Γκαίρινγκ για να βρει για τα κυνήγια του ένα ζώο αντάξιο της φήμης του σαν κυνηγού και ο Χίμλερ γιατί το έβλεπε σαν σταθμό στην αναζήτηση των απαρχών του ηρωικού έπους των Αρίων. Στους Ολυμπιακούς αγώνες του Βερολίνου, ο ζωολογικός κήπος όπου προΐστατο ο Λουτς παρουσιάζονταν στους ξένους επισκέπτες σαν μοντέλο ναζιστικού ιδρύματος.

Βέβαια η αγελάδα των Χεκ δεν έμοιαζε ιδιαίτερα με τον Άουροξ. Ήταν ένα σαφώς μικρότερο ζώο, δεν είχε την «αθλητική» όψη δύναμης του πρωτοτύπου που τόσο επιθυμούσαν οι ναζί, δεν παρουσίαζε τον έντονο σεξουαλικό διμορφισμό του προγονικού είδους και τα κέρατα δεν είχαν το μέγεθος των αντίστοιχων του άγριου προγόνου αν και το σχήμα τους μετά από πολλές προσπάθειες, πλησίαζε κάπως το αντίστοιχο του πρωτοτύπου. Όλα αυτά θεωρήθηκαν όμως λεπτομέρειες.

Ωστόσο υπήρχε ένα σοβαρότερο πρόβλημα από τον φαινότυπο του είδους: ήταν η γονιδιακή του ταυτότητα, ο γονότυπος εκείνος που παίζει τον κυρίαρχο ρόλο στην μορφή, οργάνωση και εξέλιξη του είδους. Στο πεδίο αυτό δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη και δεν μπορούσε εξάλλου να ληφθεί καμία μέριμνα από τους δύο αδελφούς. Η Γενετική είχε σημειώσει προόδους εκείνη την εποχή και οι γενετιστές περιφρόνησαν εντελώς το εγχείρημα και τα αποτελέσματά του. Θεώρησαν και δικαίως ότι το ζώο που προέκυψε δεν ήταν ο μυθικός Άουροξ που υποτίθεται ότι συνάντησαν οι γερμανικές ορδές στις απαρχές της καθόδου τους στην Ευρώπη. Το ζώο των Χεκ δεν ήταν παρά μία μπανάλ αγελάδα! Ήταν όπως έγραψε ο M. Daszkiewicz, «σαν να διασταύρωνες διάφορες ράτσες σκύλων, περιμένοντας να δημιουργήσεις τον πρόγονό τους λύκο», για να επανέλθουμε στον άριο σκύλο που προαναφέραμε. Φυσικά οι γενετιστές αυτοί, όσοι τουλάχιστον επέζησαν από τους διωγμούς, σιώπησαν. Από την επιστημονική κοινότητα τους υποστήριξαν ελάχιστοι γενετιστές όπως ο καθηγητής Baur και ο συνάδελφός του Eugen Fischer. Ο Φίσερ ήταν ιδρυτής και διευθύνων ενός κάποιου «Ινστιτούτου Ανθρωπολογίας, Γενετικής και Ευγονικής» το οποίο υποστήριζε με ψευδοεπιστημονικές «αποδείξεις» τις ρατσιστικές θέσεις των ναζί. Ο Φίσερ επηρέασε σαν «στοχαστής» τον «Άγγελο του θανάτου» Δρα Γιόζεφ Μένγκελε του οποίου απολάμβανε την εκτίμηση…

Οι αδελφοί Χεκ, όπως και οι ομοϊδεάτες τους ναζί Ζωολόγοι, υπέπεσαν σε μία βασική συστημική μεγαπλάνη, ότι δηλαδή μπορούσαν να αντιστρέψουν την πορεία της ειδογένεσης, να ακολουθήσουν δηλαδή με διασταυρώσεις επιλεγμένων δειγμάτων μια εξέλιξη «αρνητικής» φοράς, μια αντίστροφη εξέλιξη. Από την εποχή ήδη του Δαρβίνου είχε καταστεί αξίωμα ότι η εξέλιξη σαν φυσική λειτουργία κινείται μόνο προς μία κατεύθυνση και σήμερα γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η εξέλιξη γενετικά είναι προσθετική κι όχι αφαιρετική διαδικασία, ακόμα κι όταν εξαφανίζονται όργανα κάποιου είδους. Κανονικά η συζήτηση για την επιστημονική εγκυρότητα και την αξιοπιστία της επιχείρησης Άουροξ θα έπρεπε να σταματήσει εδώ. Την συνεχίζουμε ωστόσο γιατί η υπόθεση αυτή έχει «ουρές» μέχρι τις μέρες μας.

Μία αναγέννηση και πιθανή επανεισαγωγή στο περιβάλλον του Άουροξ ή κάθε άλλου εξαφανισμένου είδους υπό το πρίσμα των σύγχρονων γνώσεων, θα ήταν πιθανή με κλωνισμό υπό τρεις βασικές προϋποθέσεις:

α) Εάν εξασφαλιστεί πλήρες DNA του εξαφανισμένου είδους σε επαρκή ποσότητα και σε άριστη κατάσταση, επειδή το γενετικό υλικό υποβαθμίζεται με την πάροδο του χρόνου.

β) Εάν εξασφαλιστεί η απαιτούμενη πολύπλοκη τεχνική υποδομή για την υλοποίηση του εγχειρήματος. Καμία από τις δύο προϋποθέσεις αυτές δεν καλύπτονταν την 10τία του 1930 [21][21], οι Χεκ δεν είχαν καμία πρόσβαση σε τέτοιες τεχνικές και τεχνολογία αντίστοιχη με τη σημερινή.

γ) Εάν εξασφαλιστεί η συμβατότητα με την υφιστάμενη οικολογική κατάσταση των βιοτόπων εισαγωγής, δεδομένου ότι τα σύγχρονα κεντροευρωπαϊκά οικοσυστήματα απέχουν πολύ από τα αντίστοιχα όπου ήκμασαν το υποείδη του Άουροξ. Αυτό είναι κάτι που υποτιμάται ακόμα και από τους σύγχρονους γενετιστές που διαθέτουν τα μέσα για χειρισμούς γενετικού υλικού που ενδεχομένως να οδηγήσει στην αναγέννηση δειγμάτων πρόσφατα εξαφανισμένων ειδών.

ΙΙ.2.5. Η δράση των Χεκ και οι συνέπειές της κατά τη διάρκεια του Πολέμου

Με την έναρξη της πολεμικής σύρραξης, την καταστροφική εντατικοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής για τις ανάγκες του Πολέμου και την εξάπλωσή του, το περιβάλλον υπέστη ανυπολόγιστες παγκόσμιες καταστροφές. Πέρα από την αναμενόμενη περιβαλλοντική καταστροφή που προξενεί ένας μεγάλος πόλεμος και μάλιστα παγκόσμιας κλίμακας, ήταν και οι στοχευμένες πολιτικές του ναζισμού που προετοίμασαν και ενέτειναν την καταστροφή. Την στρατιωτική εξάπλωση του ναζιστικού Ράιχ στα ευρωπαϊκά εδάφη, ακολούθησε μία συστηματική και ολοκληρωτική καταλήστευση των φυσικών πόρων των κατακτημένων χωρών και περιοχών.

Η δράση των Χεκ και κυρίως του Λουτς κατά τη διάρκεια του πολέμου, ήταν ένα άνευ προηγουμένου ξεκλήρισμα ακόμα και απειλούμενων ειδών στα προστατευόμενα φυσικά πάρκα της κατεχόμενης Ευρώπης, από τις κλοπές και τα κυνήγια που οργάνωνε ο ορισθείς ως «φύρερ της προστασίας του περιβάλλοντος» για λογαριασμό των Γκαίρινγκ, Ρίμπεντροπ και άλλων αστέρων του ναζιστικού Ράιχ[22] [22]. Σπάνια είδη από τα δάση, τα πάρκα, τους κήπους της Ανατολικής Ευρώπης και κυρίως της Πολωνίας, στέλνονταν στη Γερμανία όπου κατέληγαν σε ζωολογικούς κήπους, ιδιωτικές συλλογές ή ακόμα σε πολυτελή τραπέζια συμποσίων!

Ο Λουτς Χεκ έβαλε στο μάτι τον δρυμό της Μπιαλοβιέζα, από όπου έκλεψε όσους ευρωπαϊκούς Βίσωνες και άγρια άλογα Ταρπάν μπόρεσε. Έκλεψε επίσης τα σπάνια άγρια άλογα Πρεβάλσκι (Equus Caballus Przewalski) από πάρκο προστασίας του είδους στην Ουκρανία, τα οποία εξαφανίστηκαν έκτοτε και αυτό ήταν σοβαρή απώλεια για τη Ζωολογία και την διατήρηση του είδους. Στη θέση τους εγκατέστησε για πολλαπλασιασμό στην άγρια φύση τους ψευδο – Άουροξ του. Η εισαγωγή στο φυσικό περιβάλλον της εξτραβαγκάντσιας των Χεκ συνιστούσε ένα μεγάλο κίνδυνο για τη βιοποικιλότητα.

Εκτός από αυτά τα «ανδραγαθήματα», ο Λουτς Χεκ κινήθηκε δραστήρια και στο «θεωρητικό» πεδίο: Ξένες ή γερμανικές επιστημονικές περιβαλλοντικές ή εργασίες γενετικής μη συμβατές με τη «ναζιστική επιστήμη» παραδόθηκαν στην πυρά. Το χειρότερο ήταν ότι κάποιοι άτυχοι επιστήμονες από αυτούς που τις είχαν εκπονήσει ή είχαν διαφωνήσει με τις ανοησίες των Χεκ, οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και κάποιοι εξαφανίστηκαν κυριολεκτικά! «Νύχτα και Ομίχλη» (Nacht und Nebel)…

Ο Λουτς Χεκ μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας κατηγορήθηκε για εγκλήματα πολέμου. Τον κατηγόρησαν οι Πολωνοί για το κυνήγι των επιστημόνων και την λογοκλοπή των συγγραμμάτων τους, καθώς και για τις κλοπές ζώων από δρυμούς και ζωολογικούς κήπους. Τον κατηγόρησαν και οι Σοβιετικοί για τις κλοπές και την εξαφάνιση των σπάνιων αλόγων Πρεβάλσκι και το έγκλημα της καταστροφής του Ουκρανικών βιότοπων για την προετοιμασίας εγκατάστασης Γερμανών εποίκων.

Ο Χεκ κατέφυγε στον δυτικό τομέα της Γερμανίας, όπου ζητήθηκε η έκδοσή του. Επωφελήθηκε από το κλίμα που δημιουργήθηκε με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και τη γλύτωσε για «διαδικαστικούς» λόγους. Πέθανε το 1983 ουσιαστικά ατιμώρητος για τα εγκλήματά του. Το 1984 αναγέρθηκε προς τιμήν του αναμνηστικό γλυπτό στον ζωολογικό κήπο του Βερολίνου!

ΙΙ.2.6. Από την επιστημονική πλάνη και αγυρτεία στην απάτη

Ο Άουροξ δεν «πέθανε» μαζί με τους αδελφούς Χεκ. Εκτίθεται κάποτε και επί πληρωμή μέχρι τις μέρες μας, σε διάφορες φάρμες όχι σαν μια κοινή ράτσα αγελάδας αλλά σαν Άουροξ και σε κάποιες περιπτώσεις σαν Άουροξ του Χεκ. Από τα τέλη της 10ετίας του 1990 άρχισαν να εμφανίζονται δειλά στην αρχή και πιο ανοιχτά στη συνέχεια, περισπούδαστες αναλύσεις για το εγχείρημα των αδελφών Χεκ, «μετριοπαθείς» παρουσιάσεις που επικαλούνται την αντικειμενικότητα και κριτικές ίσων αποστάσεων.

Η υπόθεση της άριας αγελάδας του προφέσορα Χεκ στην εποχή του ήταν μια εξαιρετικά σύνθετη υπόθεση. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο σαν αγυρτεία παρά σαν καθαρή περίπτωση επιστημονικής απάτης ή πλάνης. Αλλά ήταν όλα αυτά εξίσου. Ήταν απότοκος του πνεύματος ανορθολογισμού και της ιδεοληπτικής στρέβλωσης που προξένησαν στην Επιστήμη ο φασισμός και η ναζιστική παραφυάδα του. Σήμερα όμως η παρουσίαση κατοικίδιας ράτσας αγελάδας του Χεκ σαν αναγεννημένου Άουροξ, είναι μια καθαρή απάτη που καλύπτεται από επιστημονικό μανδύα με στόχο την απόσπαση οφέλους. Όμως πίσω από αυτό κρύβεται κάτι σοβαρότερο. Πίσω από την επανεμφάνιση του ψεύτικου Άουροξ κρύβονταν το SIERDAH [23] [23], ένα Διεθνές Συνδικάτο Εκτροφής, Επανεισαγωγής και Ανάπτυξης του Άουροξ του Χεκ.

Το SIERDAH είναι ένας περίεργος οργανισμός με αρκετή δύναμη και οικονομική επιφάνεια απ’ ότι φαίνεται από τον αριθμό των εκτροφείων στο Βέλγιο, Ολλανδία, Σουηδία, Ελβετία, Ουγγαρία, Ισπανία και φυσικά στη Γερμανία! Οι δικτυακός τόπος του οργανισμού φιλοξενείτο και φιλοξενείται ακόμα από τον σέρβερ της Κτηνιατρικής σχολής της Νάντης. Κι αυτό είναι ένα ακόμα σκάνδαλο. Ένας οργανισμός που είχε στο όνομά του το όνομα ενός ναζί εγκληματία που γλύτωσε σκανδαλωδώς από το δικαστήριο και την τιμωρία. Ένας οργανισμός που στα έντυπά του προωθούσε και προωθεί επικοινωνιακά την αγελάδα του Χεκ σαν προϊόν «γενετικών χειρισμών Γερμανών επιστημόνων τις δεκαετίες του 1920 -1930». Είδαμε ήδη ότι δεν έγινε κανένας «γενετικός χειρισμός» στην περίπτωσή των Χεκ. Το SIERDAH σε δεύτερο επίπεδο ανάλυσης προωθούσε την ιστορική λήθη και έναν ιδιόρρυθμο «βιοαναθεωρητισμό».

Τελικά ο φορέας αυτός έκανε μια επενδυτική κίνηση με κερδοσκοπικό πρόσημο αλλά και υπόρρητο ιδεολογικό φορτίο: Κατέθεσε πρόταση στο πολωνικό Υπουργείο Περιβάλλοντος, να αγοράσει μεγάλες περιοχές εκεί που διοργάνωνε τα κυνήγια του ο Γκαίρινγκ, για να δημιουργήσει μια μεγάλη φάρμα εκτροφής των ψευδο – Άουροξ και να εισάγει την ναζιστική αγελάδα στο οικοσύστημα. Αυτή θα ήταν μια επένδυση που κατά τον φάκελο θα αύξανε την τουριστική υπεραξία της περιοχής. Το δυστύχημα είναι ότι το πολωνικό παράρτημα του WWF φαίνεται ότι συντάχθηκε με την πρόταση. Θέλουμε να ελπίζουμε ότι το πολωνικό παράρτημα του WWF υπέπεσε σε πλάνη από τις οικολογικές σάλτσες που συνόδευαν την πρόταση του αμφιλεγόμενου φορέα. Η κίνηση αυτή του SIERDAH φανέρωνε τη μεγάλη του οικονομική επιφάνεια και γεννά ερωτήματα ως προς την προέλευσή της. Πιθανώς θα έχουν γίνει σχετικές έρευνες και θα υπάρχουν στοιχεία τα οποία δεν είναι στη διάθεσή μας.

Ευτυχώς η κυβέρνηση της Πολωνίας απέρριψε την πρόταση και αποκάλυψε την απάτη με τον Άουροξ, διαφυλάσσοντας την ιστορική μνήμη και σεβόμενη τους Πολωνούς επιστήμονες που εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα του θανάτου. Παράλληλα άρχισε και μια ενοχλητική για τον φορέα συζήτηση για τους σκοπούς του και τις θέσεις του. Μετά από αυτή την εξέλιξη το SIERDAH αφαίρεσε το τελικό «Η», αρχικό του ονόματος του Χεκ από το λογότυπο του και μετονομάστηκε σε SIERDA [24] [24].

Τελειώνοντας, το 2006 ιδρύθηκε από Πολωνούς επιστήμονες ένα «Ίδρυμα για την Αναδημιουργία του Άουροξ», φορέας που είχε ως στόχο τη αναδημιουργία του είδους με κλωνοποίηση, χρησιμοποιώντας DNA μουσειακών δειγμάτων. Και αυτή τη προσπάθεια συνάντησε την άρνηση των πολωνικών Αρχών. Οι πρόγονοι των σημερινών εξημερωμένων βοοειδών είχαν εξαφανιστεί οριστικά μετά το 1620 και ο Άουροξ ή Ούρος θα έπρεπε να αναπαυτεί επιτέλους εν ειρήνη.

 

ΙΙ.3. Ο Πλαστογράφος Καθηγητής Γεωλογίας. Η Υπόθεση Γκούπτα, ένα συλλογικό Πανεπιστημιακό σκάνδαλο

Ο Βίσβα Ζιτ Γκούπτα (Viswa Jit Gupta), ήταν ένας σεβαστός και παραγωγικότατος καθηγητής Γεωλογίας, Πρύτανης της Σχολής Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου «Πεντζάμπ» (Punjab) της Τσαντιγκάρ (Chandigarh) πρωτεύουσας του κρατιδίου Πεντζάμπ, της πόλης που σχεδίασαν οι Άλμπερτ Μάγιερ (Albert Mayer) και Λε Κορμπυζιέ [25] [25].

Ο Γκούπτα έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης στην κοινότητα των Παλαιοντολόγων και των Γεωλόγων και είχε γίνει γνωστός για την εκπόνηση και εισαγωγή στον διεθνή επιστημονικό διάλογο μιας επαναστατικής θεωρίας για την γεωλογική εξέλιξη των Ιμαλαΐων και τον σχηματισμό της κοιλάδας του Κασμίρ. Οι θεωρητικές του προσεγγίσεις παρουσίαζαν ισχυρή τεκμηρίωση αφού συνοδεύονταν πάντοτε από πληθώρα απολιθωμάτων και πετρωμάτων από τις in situ έρευνές του και από δημοσιεύσεις τεκμηρίωσης. Ήταν για μια 20ετία στην αιχμή της λόγχης της έρευνας της Σχολής Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου.

Το 1989 όμως, ξέσπασε σκάνδαλο από ένα άρθρο του John A. Talent Αυστραλού Γεωλόγου στην επιθεώρηση Nature, όπου αμφισβητούσε ευθέως τα αποτελέσματα των εργασιών και παρουσίαζε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είχε συλλέξει μετά από έρευνα πέντε τουλάχιστον ετών αποδεικνύοντας ότι επρόκειτο για εξαπάτηση κατ’ εξακολούθηση. Αφορμή για την έρευνα αυτή στάθηκε μια αποστολή του Τάλεντ και του συνεργάτη του John Pickett στο Νεπάλ σε μια περιοχή όπου ο Γκούπτα υποτίθεται ότι είχε συλλέξει σπάνια απολιθώματα κωνοδόντων [26] [26] από την Δεβόνια περίοδο. Δεν βρέθηκε κανένα απολίθωμα αφού δεν εντοπίστηκε ποτέ καμία από τις 20 τοποθεσίες που υποτίθεται ότι διενεργήθηκαν οι ανασκαφές. Ο περαιτέρω έλεγχος απέδειξε ότι οι φωτογραφίες που συνόδευαν τις δημοσιεύσεις του Γκούπτα, ήταν «φωτοσοπιές» από «τεχνητώς κεχρωσμένες» φωτογραφίες αντίστοιχων αμερικανικών ευρημάτων ανασκαφής του 1879 στην περιοχή της Νέας Υόρκης!

Η έρευνα σχετικά με τις εργασίες και τις δραστηριότητες του Δρα Γκούπτα αποκάλυψε ότι προέβαινε συστηματικά σε λογοκλοπή για ένα διάστημα άνω των 25 χρόνων. Είχε «δανειστεί» τις εργασίες 124 επιστημόνων εκ των οποίων οι 68 ήταν συμπατριώτες του. Από όλο του το έργο, ελάχιστα οφείλονταν στην πένα του αφού παρουσίαζε σαν δικές του πάνω από 450 δημοσιεύσεις συναδέλφων του. Μάλιστα τα προϊόντα λογοκλοπής του καθηγητή είχαν δημοσιευτεί και σε διεθνείς επιστημονικές επιθεωρήσεις κύρους [27] [27]!

Ακολούθησε σάλος από τις αποκαλύψεις, κάποια δε στιγμή η υπόθεση άρχισε να εκτρέπεται κοινώς να «χοντραίνει», καθώς Τάλεντ αφού απέτυχε η προσπάθεια χρηματισμού του από τον Γκούπτα για να αποσύρει τα δημοσιεύματα και τις καταγγελίες του, δέχτηκε απειλές για τη ζωή του! Το ενδιαφέρον στην υπόθεση είναι η απροθυμία της Συγκλήτου της Σχολής Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Punjab, να θέσει τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων. Οι πανεπιστημιακές αρχές έκαναν ότι ήταν δυνατόν, αρχικά να καλύψουν τον Γκούπτα και κατόπιν να τον «ρίξουν στα μαλακά». Παρέπεμψαν στο Πειθαρχικό τους δύο στενούς συνεργάτες του Γκούπτα με την κατηγορία ότι αυτοί φαλκίδευσαν τα στοιχεία των εργασιών του καθηγητή!

Όπως αναφέραμε η υπόθεση είχε πάρει πολύ άσχημη τροπή. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε το δίκτυο ABC, ο ένας στενός συνεργάτης του Γκούπτα που έκανε κάποιες αποκαλύψεις, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα! Και ώ τι σύμπτωση, την ίδια περίοδο η ηλικιωμένη μητέρα του άλλου συνεργάτη του Arun Ahluwalia έπεσε θύμα τροχαίου αλλά τη γλύτωσε μόνο με σοβαρά κατάγματα! [28][28] . Ο Arun Ahluwalia, απαλλάχθηκε τελικά, ως θύμα της απάτης και συνέχισε την καριέρα του στο Πανεπιστήμιο Punjab στην Τσαντιγκάρ.

Με τον σάλο από τις αποκαλύψεις και την κατακραυγή της επιστημονικής κοινότητας, η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου της οποίας ήταν μέλος, υποχρεώθηκε το 1991 να τον αποπέμψει από τις τάξεις της, του αφαίρεσε κάθε διοικητική αρμοδιότητα και αποφάσισε να μην κάνει καμία μελλοντική αύξηση στον μισθό του. Ελαφρά ποινή για έναν απατεώνα τέτοιου διαμετρήματος και διεθνούς εμβέλειας! Ο Γκούπτα θα συνταξιοδοτούνταν σε οκτώ χρόνια, άρα η χρηματική ποινή δεν ήταν ιδιαίτερα βαριά, δεδομένου ότι ο Γκούπτα διατήρησε τη θέση του. Το σκάνδαλο δεν εκτονώθηκε με την ελαφρά τιμωρία του Γκούπτα. Η πρόκληση των Αρχών του Πανεπιστημίου κορυφώθηκε το 1992 όταν ο Γκούπτα αποκαταστάθηκε, γεγονός που θεωρήθηκε σαν ένα δεύτερο και σοβαρότερο σκάνδαλο στην υπόθεσή του. Η εξέλιξη αυτή ξεσήκωσε εκ νέου την κατακραυγή των επιστημονικών κύκλων στην Ινδία αλλά και διεθνώς, καθώς αμαύρωνε την εικόνα των ινδικών πανεπιστημίων.

Η αποκάλυψη των παραχαράξεων και εξαπάτησης του Δρα Γκούπτα συνεχίστηκαν: Το 1994 ο Γκούπτα κατηγορήθηκε ότι είχε παρουσιάσει κλεμμένα απολιθώματα και είχε παραχαράξει δεδομένα. Αποκορύφωμα, η παρουσίαση απολιθωμάτων αμμωνιτών που ισχυρίστηκε ότι απέσπασε από ένα κοίτασμα χαλαζία στη Βορειοανατολική Ινδία και αποκαλύφτηκε ότι προέρχονταν από το Μαρόκο! Κατόπιν αυτών των αποκαλύψεων, επιβεβαιώθηκε η καταγγελία του Τάλεντ ότι είχε διεκδικήσει την πατρότητα ανακαλύψεων σε ανύπαρκτες ανασκαφικές τοποθεσίες.

Έτσι στα τέλη του 1994 η «Ένωση Επιστημονικών Αξιών» του Πανεπιστημίου Punjab δηλαδή κάτι σαν Επιτροπή Ηθικής του Πανεπιστημίου, παρενέβη κατηγορώντας τις Αρχές του Πανεπιστημίου ότι με την απόφασή ατιμωρησίας του Γκούπτα, υπονόμευαν το κύρος της ινδικής επιστήμης και υπέθαλπαν τέτοιου είδους αποκλίνουσες πρακτικές στου κόλπους όλων των επιστημονικών κλάδων.

Όλες αυτές οι απάτες είχαν σαν στόχο να συντηρήσουν το ενδιαφέρον για τη φαντεζί θεωρία του Δρα Γκούπτα. Η οποία ως είναι ευνόητο αναβάθμιζε την εικόνα και το κύρος της Σχολής Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου. Εις βάρος βέβαια της επιστημονικής ηθικής, της έρευνας και της δεοντολογίας. Και σε τελευταία ανάλυση εις βάρος των Επιστημών της Παλαιοντολογίας αρχικά αφού τα φαλκιδευμένα ευρήματα δεν σχετίζονταν με τις περιοχές ανακάλυψης και την οικολογική διασπορά τους πράγμα που οδηγούσε σε επιστημονικές πλάνες. Προβλήματα εντοπίζονταν και στον τομέα της Γεωλογίας, αφού τα χαλκευμένα στοιχεία είχαν αρνητικές επιπτώσεις στην αξιοπιστία των στρατογραφικών απεικονίσεων ολόκληρων περιοχών που είχαν στηριχθεί σε αυτά. Αυτό απ’ ότι φαίνεται μικρή είχε σημασία για το κατεστημένο του Πανεπιστημίου. Οι αρχές του Πανεπιστήμιου Punjab ήταν αναμφισβήτητα συνένοχες γι’ αυτό άλλωστε δεν τιμώρησαν ποτέ ουσιαστικά τον Γκούπτα παρά την κατακραυγή, τις καταγγελίες και τις παρεμβάσεις της Επιτροπής Ηθικής του Πανεπιστημίου, η οποία ευτελίστηκε απολύτως ως θεσμός από τις ίδιες τις πανεπιστημιακές αρχές!

Η ιστορία αυτή τουλάχιστον για τον πρωταγωνιστή της, είχε τελικά happy end! Ο απατεών, πλαστογράφος, παραχαράκτης, λογοκλόπος και ολίγον γκάγκστερ Δρ Γκούπτα αφυπηρέτησε κανονικά το 2002…

Στο δια ταύτα, η όλη υπόθεση γεννά κάποιες σκέψεις και ερωτήματα αφού συνέβη σε ένα πανεπιστήμιο σαν το Πανεπιστήμιο Punjab που διέθετε φήμη, ήταν πλούσιο, οργανωμένο κατά τα αγγλοσαξωνικά πρότυπα και καλλιεργούσε ευρωπαϊκές παραδόσεις αξιοπιστίας και εγκυρότητας. Τι θα μπορούσε να συμβεί στις σημερινές συνθήκες που τείνουν να επικρατήσουν διεθνώς και μετατρέπουν τα Πανεπιστήμια σε κυνηγούς επιδοτήσεων και ιδιωτών χορηγών σε ένα πανεπιστήμιο μικρότερου ακαδημαϊκού διαμετρήματος;

Ενδεχομένως το Πανεπιστήμιο Punjab να είχε δεσμούς με επιχειρήσεις που σχετίζονταν με κάποιο τρόπο με τις έρευνες και τη δραστηριότητα του Γκούπτα. Ίσως αυτά να μην είναι παρά εικασίες και η ανοχή στις απάτες του, να ήταν απλώς ζήτημα συνενοχής των Αρχών του Πανεπιστημίου ή ενός πλέγματος κοινών συμφερόντων και αμοιβαίων εκβιασμών. Είναι ενδεικτικό ωστόσο του τι θα μπορούσε να συμβεί στις μέρες μας αν ένα από τα συνδεδεμένα με την αγορά Πανεπιστήμια, σε ένα νεοφιλελεύθερο πλαίσιο σχέσεων αντιμετώπιζε προβλήματα υποχρηματοδότησης. Ας φανταστούμε την ακρότατη περίπτωση, ότι ένα μέλος του ακαδημαϊκού προσωπικού του Ιδρύματος αυτού επινοεί, οργανώνει και αναπτύσσει μια απάτη με εντυπωσιακό επιστημονικό μανδύα. Ας υποθέσουμε ότι η αξιοποίηση αυτής της απάτης προσδίδει κύρος, επιδοτήσεις και χρηματοδότηση. Και ότι η κατάσταση αυτή αποδεικνύεται εξαιρετικά «βολική» και γύρω της αναπτύσσεται ενδεχομένως ένα άτυπο μικροδίκτυο συμφερόντων και υποστήριξης, μια εξαιρετικά μικρή, κλειστή ομάδα συνενόχων που έχουν να κερδίζουν όλοι κάτι.

Αν παρ’ ελπίδα αποκαλυφθεί η απάτη αλλά δεν έχει ακόμα ξεσπάσει σκάνδαλο, κάποιοι δε από τους συνωμότες ανήκουν στις Πανεπιστημιακές Αρχές, μέχρι ποιο σημείο θα μπορούσαν να φτάσουν για να αποτρέψουν το σκάνδαλο; Το χειρότερο φυσικά σε τέτοιες περιπτώσεις είναι το τραύμα που θα υποστεί το ίδρυμα σαν θεσμός, η επιστημονική κοινότητα και το κύρος και η ηθική της Επιστήμης.

Μιλάμε για μια υποθετική περίπτωση. Ωστόσο συνέβη σε ένα μεγάλο ίδρυμα μιας μεγάλης χώρας με επιστημονική παράδοση. Κι ότι συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί. Επί παραδείγματι στην υπόθεση του Άουροξ που αναφέραμε, ο αμφιλεγόμενος φορέας «Διεθνές Συνδικάτο Εκτροφής, Επανεισαγωγής και Ανάπτυξης του Άουροξ» – SIERDA, που εκμεταλλεύεται μια ναζιστική αθλιότητα, προβάλλεται από την Κτηνιατρική Σχολή της Νάντης, του κατ’ εξοχή φορέα του κλάδου που οφείλει να καταγγέλλει τις απάτες τσαρλατάνων ή κατ’ όνομα επιστημόνων. Ένα Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα προβάλλει φορέα που είχε το όνομα ενός ναζί στο λογότυπό του και το αφαίρεσε μόνο μετά το θόρυβο που δημιουργήθηκε! Υπάρχει άραγε κάποια τόσο ισχυρή σχέση χορηγού – ωφελούμενου στις σχέσεις του σκοτεινού φορέα και του Ιδρύματος;

 

ΙΙ.4. Σινίσι Φουτζιμούρα, το «Χέρι του Θεού» ή ο «Θεϊκός Ανασκαφέας»

Ο Σινίσι Φουτζιμούρα (Shinichi Fujimura) εργάζονταν ως απόφοιτος Λυκείου σε μια βιοτεχνία αλλά είχε και άλλα ενδιαφέροντα. Έδειχνε ενθουσιασμό για την Αρχαιολογία από τότε που είχαν βρεθεί θραύσματα από αρχαία αγγεία τεχνοτροπίας Τζομόν (Jōmon) της αντίστοιχης περιόδου [29][29] στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το 1972 σε ηλικία 22 ετών άρχισε να μελετάει Αρχαιολογία σε μία πείσμονα διαδικασία αυτομόρφωσης. Παράλληλα άρχισε να αναζητά προϊστορικά λείψανα σε όλο το νησιωτικό σύμπλεγμα της Ιαπωνίας.

Σε λιγότερο από δέκα χρόνια είχε γίνει ένας αυτοδίδακτος αρχαιολόγος περιωπής με αποδοχή πρωτοφανή για ερασιτέχνη από τους αρχαιολόγους ακόμα και από Πανεπιστημιακούς. Τομή στην καριέρα του ήταν το 1981 που ανακάλυψε τα αρχαιότερα κεραμικά θραύσματα σε ένα ανασκαφικό στρώμα ηλικίας 40.000 ετών. Μάλιστα είχε καταφέρει να ολοκληρώσει την ανασκαφή μόνος του ή με ελάχιστους συνεργάτες. Ίδρυσε και μια Μη Κυβερνητική Οργάνωση (αναγνωρισμένη λύση!) για να μπορεί να αποσπά πόρους για να πραγματοποιεί τις επιστημονικές επιτυχίες του.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της λαμπρής του καριέρας, έλαβε μέρος σε 180 περίπου ανασκαφές, αποκτώντας τα παρατσούκλια «το χέρι του θεού» και «θεϊκός ανασκαφέας». Κι αυτό γιατί κάθε φορά ανακάλυπτε ολοένα και πιο αρχαία και πιο σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα.

Οι ανακαλύψεις του φιγουράριζαν σε ακαδημαϊκά εγχειρίδια, επιστημονικές πραγματείες και δημοσιεύσεις Αρχαιολόγων. Μάλιστα οι ανακαλύψεις του ώθησαν στην αλλαγή της περιοδολόγησης της Παλαιολιθικής Εποχής στην Ιαπωνία, μεταθέτοντας κατά 300.000 χρόνια νωρίτερα την αρχή της.

Παρόλη την αναγνώριση που απολάμβανε από τους αρχαιολόγους, οι ανθρωπολόγοι και οι γεωλόγοι διαβεβαίωναν ότι οι ανακαλύψεις του δεν είχαν συνάφεια με τις πολιτισμικές ταξινομήσεις των αντικειμένων ούτε με την γεωλογική ανάλυση των τοποθεσιών ανασκαφής. Τα ευρήματα του Φουτζιμούρα, αποτελούσαν ένα είδος ανωμαλίας στον ιστορικό, πολιτισμικό και γεωλογικό περίγυρο όπου ανακαλύπτονταν. Ωστόσο η εξαιρετική φήμη του καταδίκαζε σε σιωπή τις όποιες κριτικές που παρουσιάζονταν όπως και στην περίπτωση της απάτης του Πιλτντάουν το κύρος του Άρθουρ Σμίθ Γούντγουορντ, κατάπνιγε τις φωνές αμφισβήτησης.

Τον Οκτώβρη του 2000 ο Φουτζιμούρα και η ομάδα του ανήγγειλαν μια εξαιρετική ανακάλυψη αμυγδαλόσχημων πέτρινων χειροπελέκεων (bifaces) ηλικίας 500.000 ετών που βρέθηκαν ανάμεσα στα λείψανα προϊστορικού «οικισμού» ή μάλλον τοποθεσίας όπου ζούσαν ομάδες παλαιολιθικών ανθρώπων. Όμως λίγες ημέρες μετά, μετά η ημερήσια εφημερίδα (Mainichi Shinbun) δημοσίευσε φωτογραφίες του Φουτζιμούρα που λήφθηκαν την παραμονή της μεγάλης «ανακάλυψης» και τον συνέλαβαν χωρίς να το αντιληφθεί ενώ παράχωνε τα ευρήματα για να τα βρουν την επόμενη ημέρα οι συνεργάτες του! Η φωτογράφηση αυτή ήταν προϊόν μιας 6μηνης προσπάθειας ομάδας δημοσιογράφων, που τον παρακολουθούσε για την επιβεβαίωση ή όχι των υποψιών που είχαν διατυπώσει οι ανθρωπολόγοι και οι γεωλόγοι, σχετικά για την γνησιότητα των προηγούμενων «ανακαλύψεών» του.

Ένας από τους διαπρέστερους «ειδικούς» της ιαπωνικής Αρχαιολογίας αν και ερασιτέχνης, ο Σινίσι Φουτζιμούρα συνελήφθη κλέπτων οπώρας! Για κακή του τύχη, συνελήφθη όταν ανακοίνωσε θριαμβευτικά την ανακάλυψη της αρχαιότερης παλαιολιθικής τοποθεσίας του ιαπωνικού αρχιπελάγους!

Αντίθετα από άλλους απατεώνες, ο Σινίσι Φουτζιμούρα ομολόγησε την απάτη την ίδια ημέρα που δημοσιεύτηκαν οι φωτογραφίες σε συνέντευξη τύπου και ζήτησε συγνώμη. Ο Φουτζιμούρα παραδέχτηκε ότι όχι μόνον παραχάρασσε τα ίχνη αλλά κατασκεύαζε και κίβδηλα αντικείμενα που παράχωνε σε αρχαία γεωλογικά στρώματα για να αποδείξει ότι ανακάλυπτε αρχαίους οικισμούς εξαιρετικά μεγάλης ηλικίας. Στην απολογία του ισχυρίστηκε ότι κίνητρό του ήταν η σφοδρή επιθυμία την οποία δεν μπορούσε να ελέγξει, να είναι αυτός ο άνθρωπος που θα ανακάλυπτε τα πιο παλιά λίθινα λείψανα στην Ιαπωνία.

Ο Φουτζιμούρα απολύθηκε άμεσα από έναν ιδιωτικό φορέα το «Παλαιολιθικό Ινστιτούτο Tohoku», στο οποίο είχε προσληφθεί ως διευθυντής, με το οποίο είχε «γόνιμη» συνεργασία και το οποίο είχε οργανωθεί στα μέτρα του. Το Ινστιτούτο χωρίς τον Φουτζιμούρα και τις αγυρτείες του έπαψε να έχει αντικείμενο και έκλεισε το 2004!

Ο Φουτζιμούρα ομολόγησε ότι έκανε απάτη σε δύο μόνον ανασκαφικές τοποθεσίες, όπου έθαψε έναν πολύ μεγάλο αριθμό πλαστών λίθινων εργαλείων δίπλα στα ελάχιστα αυθεντικά. Ωστόσο η απάτη του αυτή, σκίασε με υποψίες ολόκληρο το ερευνητικό έργο στο οποίο συμμετείχε, στην Ιαπωνία και στο εξωτερικό. Κανένας δεν ήταν σίγουρος ποια ήταν τα ευρήματα που δεν είχε παραχαράξει και ποια τα γνήσια. Οι Αρχαιολόγοι που ενέταξαν τα πορίσματα του Φουτζιμούρα στο θεωρητικό τους οπλοστάσιο οδηγήθηκαν σε επιστημονικές πλάνες. Αυτή η κατάσταση δημιούργησε όπως ήταν φυσικό, σοβαρό πρόβλημα και στους Αρχαιολόγους με τους οποίους συνεργάστηκε στο ανασκαφικό πεδίο. Τόσο το έργο όσο και η εντιμότητά τους τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Ένας από αυτούς, ο Mitsuo Kagawa Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Beppu, σε μια πράξη διαμαρτυρίας αυτοκτόνησε το 2001 για λόγους ευθιξίας, ως γνήσιος απόγονος των Σαμουράι. Ένα τραγικό θύμα της μεγαλομανίας του Φουτζιμούρα.

Όσο για τον Φουτζιμούρα, άλλαξε το όνομά του και προσπάθησε να ξαναφτιάξει τη ζωή του.

 

II.5. Ο «Πάπας του Κλωνισμού» Καθηγητής Χουάνγκ Βου – Σουκ

Οι επιστημονικές απάτες όταν διενεργούνται από επιφανείς επιστήμονες, δεν κλονίζουν το κύρος μόνον της επιστήμης. Αν μάλιστα συνδέονται με την δημόσια υγεία, οι συνέπειές τους στρέφονται έμμεσα ή και άμεσα κατά του γενικού πληθυσμού. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κορεάτη καθηγητή της Κτηνιατρικής Γουάνγκ ή Χουάνγκ Βου – Σουκ (Hwang WooSuk) ενός από τους πιο ονομαστούς ειδικούς στην κλωνοποίηση, εθνικού ήρωα της Νότιας Κορέας και υποψήφιου για το βραβείο Νόμπελ.

Ο Χουάνγκ Βου – Σουκ πατέρας του πρώτου κλωνοποιημένου σκύλου [30] [30], χρηματοδοτούνταν από το Υπουργείο Υγείας της Νότιας Κορέας με 500.000 € κατ’ έτος και μπορούσε να ταξιδεύει δωρεάν εφ’ όρου ζωής με την εθνική αεροπορική εταιρεία που του εξασφάλιζε τα εισιτήρια. Η διεθνής του φήμη σαν «Πάπα του κλωνισμού» απογειώθηκε το 2004 και 2005 με την παρουσίαση έντεκα σειρών βλαστοκυττάρων από ανθρώπινα έμβρυα. Δύο άρθρα που δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση SCIENCE, πυροδότησαν παγκόσμια ένα τεράστιο κύμα ελπίδας για επίτευξη θεραπειών περιπτώσεων παράλυσης και άλλων εκφυλιστικών νόσων.

Ωστόσο το 2005, ο στενός του συνεργάτης Ροχ Ιλ Σουνγκ ομολογεί ότι είχαν αγοράσει ωάρια από 18 δότριες, πράγμα που θεωρήθηκε πλήγμα στην επιστημονική δεοντολογία και ηθική και ο Χγουάνγκ αναγκάζεται να παραιτηθεί. Η κάθοδος στην κόλαση αρχίζει! Η ανάλυση του DNA των βλαστοκυττάρων έδειξε ότι ήταν όμοια με τα αρχικά, σαν να μην είχαν δηλαδή υποστεί γενετικό χειρισμό, καθώς και ότι τα στοιχεία του δεύτερου άρθρου είχαν χαλκευτεί και οι σειρές των βλαστοκυττάρων ήταν μόνον πέντε κι όχι έντεκα!

Η επιθεώρηση SCIENCE αποσύρει τα άρθρα του Χουάνγκ που σημειωτέον είχαν συνυπογράψει 15 ειδικοί το πρώτο και 25 το δεύτερο, η κυβέρνηση σταματά την χρηματοδότηση και ο υπουργός Υγείας παραιτείται λόγω της σκανδαλώδους όπως χαρακτηρίστηκε επιχορήγησης που είχε ανέλθει συνολικά στα 40 εκατομμύρια δολάρια! Το σκάνδαλο ξεφεύγει από τα σύνορα της Ν. Κορέας και γίνεται διεθνές. Συγκροτούνται δύο επιτροπές ελέγχου, μία κυβερνητική και μία επιστημονική που συγκρότησε το πανεπιστήμιο της Σεούλ. Ο Χουάνγκ προσάγεται σε δίκη, ισχυρίζεται χωρίς να πείσει ότι δεν έκανε αυτός την πλαστογράφηση των μετρήσεων, καταδικάζεται πρωτόδικα σε δύο χρόνια φυλακή και επιστροφή των επιχορηγήσεων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων. Τελικά η ποινή του μειώθηκε σε δεύτερο βαθμό σε έξι μήνες.

Τι ήταν εκείνο που ώθησε έναν διάσημο και καταξιωμένο επιστήμονα σε αυτή την κατρακύλα; Υπέκυψε σε μια ισχυρή πίεση των Μήντια; Τον ώθησε άραγε μια αδήριτη και ισχυρή ροπή ματαιοδοξίας για περαιτέρω αναγνώριση; Ας αφήσουμε την απάντηση στην Ψυχολογία και την Ψυχανάλυση. Σημειώνουμε ωστόσο τη ρήση του Γάλλου γενετιστή Αξέλ Καν (Axel Kahn) ότι «η κλωνοποίηση είναι κάτι σαν το τρίγωνο των Βερμούδων του επιστημονικού ορθολογισμού! Καθιστά τρελούς όλους εκείνους που εμπλέκονται με αυτήν»! Για να γίνουν κατανοητά τα κίνητρα του Χουάνγκ θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η προσπάθεια απόσπασης πόρων, η αστρονομική κερδοφορία και το αχαλίνωτα ανταγωνιστικό πλαίσιο στον χώρο της επιστημονικής έρευνας στον κλάδο, που ευνοεί τέτοιες συμπεριφορές. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε τελευταία ανάλυση η όλη σήψη του συστήματος εκμετάλλευσης της Υγείας, τόσο στον τομέα του φαρμάκου και των θεραπειών όσο και των αντίστοιχων πολιτικών.

Όλο αυτό το όζον σύστημα αναδύθηκε σε κοινή θέα λόγω επικαιρότητας της πανδημίας Covid-19 και της ανάγκης για την αντιμετώπιση της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «περιπέτεια» των πατεντών των εμβολίων και των θεραπευτικών φαρμάκων που φανερώνουν την απληστία των αντίστοιχων βιομηχανιών και την απροθυμία κρατών και διεθνικών θεσμών να δράσουν προς όφελος των λαών, περιορίζοντας τις ορέξεις του πανίσχυρου διεθνούς λόμπυ της φαρμακοβιομηχανίας και τον λυσσαλέο μεταξύ τους εμπορικό πόλεμο. Χρειάστηκε η γνωστή παρέμβαση Μπάιντεν για να συνταχθούν κάποιοι πολιτικοί έστω και λεκτικά, με μια πρόταση έξω από την λογική των νεοφιλελεύθερων επιταγών και κελευσμάτων.

Το αποτέλεσμα του σκανδάλου Χουάνγκ για να επανέλθουμε στην περίπτωσή μας, κόστισε μια αναμφισβήτητη καθυστέρηση της έρευνας στον τομέα των εμβρυικών βλαστοκυττάρων και κατά συνέπεια στην ανάπτυξη θεραπειών με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας, βυθίζοντας έστω και προσωρινά τους ειδικούς του τομέα σε ένα κλίμα συνολικής δυσπιστίας. Οι έρευνες συνεχίζονται αλλά υπάρχει ακόμα κενό νομικού πλαισίου που λειτουργεί σαν τροχοπέδη. Όσο για τον κύριο καθηγητή, ο Χουάνγκ Βου – Σουκ ίδρυσε μια εταιρεία κλωνοποίησης σκύλων για πλούσιους ιδιοκτήτες που δεν θα ήθελαν να αποχωριστούν λόγω θανάτου το αγαπημένο τους κατοικίδιο!

 

II.6. Ο Σύριλ Μπαρτ, η Ευφυία σαν Ταξικό και Φυλετικό Κληρονομικό Προνόμιο και το Σκάνδαλο των Διδύμων

Ο Κύριλλος Μπαρτ (Cyril Burt) και από το 1946 σερ, ήταν άλλη μια περίπτωση επιστήμονα διεθνούς αναγνώρισης που διολίσθησε στην επιστημονική αγυρτεία. Θεωρούνταν μέχρι τον θάνατό του το 1971, ότι ανήκε στην χορεία των πρωτοπόρων ερευνητών στον κλάδο της Ψυχολογίας και της αντίστοιχης στατιστικής ανάλυσης. Εξέδιδε και μια επιθεώρηση κύρους, το «British Journal of Satistical Psychology».

Ο σερ Σύριλ Μπαρτ ήταν ένας αστός, οπαδός της Δεξιάς και όπως αποδείχτηκε, το έργο του σημαδεύτηκε έντονα από την ιδεολογικοπολιτική του ένταξη. Θεωρητικοποίησε τις πεποιθήσεις του και προσπάθησε με κάθε μέσο να τις τεκμηριώσει. Συνεισέφερε στην εκπόνηση των στάνταρ που διέπουν την μεθοδολογία των ψυχομετρικών τεστ (δεν είναι της παρούσης να αναφερθούμε στην κριτική αυτών των μεθόδων). Οι επιστημονικές θέσεις του αντανακλούσαν διαδεδομένες αντιλήψεις της βρετανικής κοινωνίας και όχι μόνον, με σαφές ταξικό πρόσημο. Σύμφωνα με αυτές η νοημοσύνη ήταν κληρονομική, μη εξαρτώμενη στο ελάχιστο από το κοινωνικό περιβάλλον ούτε από την μόρφωση.

Για την απόδειξη της θέσης αυτής ο Μπαρτ μελετούσε ομοζυγώτες διδύμους [31] [31]οι οποίοι για διάφορους λόγους, είχαν ανατραφεί από διαφορετικές οικογένειες. Η ιδέα αυτή σαν σύλληψη διέθετε κάποιο μεθοδολογική έρεισμα, ωστόσο ήταν αρκετά δύσκολο να βρει κανείς διδύμους που να είχαν ανατραφεί χωριστά.

Ο Σύριλ Μπαρτ δημοσίευσε το 1943 τα πρώτα πορίσματα των ερευνών του σε δείγμα 156 ζευγών διδύμων εκ των οποίων τα 15 ήταν ομοζυγώτες γνήσιοι δίδυμοι που ανατράφηκαν ξεχωριστά. Εκπόνησε έναν συντελεστή συσχέτισης 0,54 για τους μη γνήσιους διδύμους και 0,77 για τους γνήσιους. Οι τρεις επόμενες μελέτες του 1955, 1958 και 1966 βασίζονταν σε ολοένα και πολυπληθέστερα δείγματα, στην δε τελευταία το δείγμα περιλάμβανε 53 ζεύγη γνήσιων διδύμων που είχαν χωριστεί από την γέννησή τους. Όλες αυτές οι έρευνες καταδείκνυαν ότι η κληρονομικότητα ήταν ο επικρατέστερος παράγων διαμόρφωσης των νοητικών ικανοτήτων.

Ο Μπαρτ σαν σύμβουλος του βρετανικού Υπουργείου Παιδείας άσκησε στην εποχή του καθοριστική επιρροή στα προγράμματα εκπαίδευσης του Ηνωμένου Βασιλείου. Τα προγράμματα αυτά διαμόρφωσαν ένα τυπικό κριτήριο προβιβασμού των μαθητών στις μεγαλύτερες τάξεις του σχολείου. Η επιλογή αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί κατόπιν IQ τεστ από την ηλικία των 11 ετών. Έτσι τα προγράμματα αυτά αποτέλεσαν τη βάση για την διαχείριση της κοινωνικής κινητικότητας μέσω της εκπαίδευσης, εις βάρος των παιδιών των υποτελών τάξεων. Κάποιοι ψυχολόγοι μάλιστα προχώρησαν ένα βήμα ακόμα. Τα αποτελέσματα των μελετών του Μπαρτ χρησίμευσαν για να πιστοποιήσουν ρατσιστικές θεωρίες περί πνευματικής κατωτερότητας κάποιων εθνικών μειονοτήτων, που διαβιούσαν σε υποβαθμισμένες από άποψη κοινωνικοοικονομικών συνθηκών περιοχές. Τα όχι και τόσο ενθαρρυντικά αποτελέσματα των IQ τεστ αυτών των ατόμων, θεωρήθηκε ότι οφείλονταν σε εγγενή φυλετικά χαρακτηριστικά καθότι κληρονομικά, μια καθαρά ταξική προσέγγιση όπου δεν λαμβάνονταν σοβαρά υπόψη ο κοινωνικός περίγυρος, το μορφωτικό περίγραμμα και οι συνθήκες διαβίωσης.

Το φασιστικό πρόσημο των θεωρητικών αυτών προσεγγίσεων, δημιούργησε ανησυχία στην επιστημονική κοινότητα κι έτσι τα αποτελέσματα των μελετών του Σύριλ Μπαρτ μπήκαν στο μικροσκόπιο συναδέλφων του. Ο Leon J. Kamin διαπρεπής καθηγητής Ψυχολογίας στο Πρίνστον, ανακάλυψε εκπληκτικές συμπτώσεις στις στατιστικές σειρές του Μπαρτ. Και στις τρεις τελευταίες μελέτες επί παραδείγματι, ο συντελεστής συσχέτισης 0,77 των γνήσιων διδύμων ήταν πάντα ο ίδιος, με ελαφρά διαφοροποίηση στο τρίτο δεκαδικό ψηφίο. Κι αυτό ακόμα και όταν οι κατανομές των δειγμάτων ήταν διαφορετικές. Μία σύμπτωση κατά τον Κάμιν, πολύ βολική για να είναι ακριβής. Ο Κάμιν επέφερε το πρώτο ρήγμα στην θεωρία του Μπαρτ, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο τελευταίος είχε «πειράξει» τα στατιστικά δεδομένα για να ταιριάζουν απόλυτα στα επιθυμητά αποτελέσματα!

Το 1976, πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Μπαρτ, ένας δημοσιογράφος των Sunday Times ο Olivier Gillie ανακάλυψε στοιχεία κραυγαλέας απάτης. Οι δύο στενότερες συνεργάτιδες του Μπαρτ, οι επιφορτισμένες να αναζητούν και να βρίσκουν τα ζεύγη των διδύμων και οι οποίες αναφέρονταν στις ερευνητικές σημειώσεις και αρθρογραφούσαν στην επιθεώρησή του, ήταν πρόσωπα ανύπαρκτα! Τα ονόματά τους ανήκαν στα 20 ψευδώνυμα εικονικών αρθρογράφων που χρησιμοποιούσε ο Μπαρτ στο έντυπό του για να ενισχύσει τις θέσεις του. Επιπλέον, τα περισσότερα ζεύγη διδύμων ήταν καθαρές επινοήσεις όπως επίσης και τα τεστ IQ των υποτιθέμενων γονιών τους! Εν κατακλείδι, στη διάρκεια άνω των 25 ετών έρευνας, μόνον 15 ζεύγη διδύμων από τις δεκάδες των δηλωθέντων, είχαν πρακτικά συμμετάσχει στα τεστ! Επιπλέον, ο Σύριλ Μπαρτ, φαίνεται ότι παραποίησε τα στατιστικά δεδομένα μελετών και άλλων ερευνητών που δημοσίευε στο British Journal of Satistical Psychology, με τρόπο ώστε να είναι πιο συμβατά με τις πεποιθήσεις του.

Η υπόθεση του Σύριλ Μπαρτ έλαβε έντονη πολιτική χροιά πυροδοτώντας οξύτατη πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τις θέσεις του και την πρακτική εφαρμογή τους. Το Εργατικό κόμμα κατηγόρησε τους Συντηρητικούς ότι σαν κυβέρνηση αξιοποίησαν πολιτικά τα πορίσματα του Μπαρτ και εφήρμοσαν εις βάρος των υποτελών τάξεων, μια εξόφθαλμα ρατσιστική και ταξική πολιτική αποκλεισμών στην Εκπαίδευση.

Είναι προφανές ότι η κληρονομικότητα παίζει ρόλο στην διαβίβαση χαρακτηριστικών αλλά το επίδικο στην πραγματικότητα στην περίπτωση του Μπαρτ και των ομοϊδεατών του, ήταν όχι η ευφυία σαν καθαρή ιδιότητα της Νόησης αυτή καθ’ εαυτή, αλλά οι απορρέουσες νοητικές ικανότητες και το κοινωνικό κι επαγγελματικό status που θα πρέπει να αντιστοιχεί σε αυτές. Κι ακόμα χειρότερα, μαζί με τις διακρίσεις του φύλου και της εθνικής προέλευσης, η χρήση αυτών των νοητικών ικανοτήτων – χαρακτηριστικών, σαν στοιχείο διαχωρισμού και στοχευμένου κοινωνικού αποκλεισμού. Όπως ακριβώς και σωματομετρικά χαρακτηριστικά, λόγου χάρη το χρώμα του δέρματος, των ματιών, των μαλλιών, το ύψος, η παχυσαρκία ή μια ενδεχόμενη αναπηρία, έτσι και η νοητική ταυτότητα ή ότι μπορούσε να περιγράφει σαν τέτοια, έγινε άλλος ένας ψυχοκοινωνικός αναβαθμός διάκρισης, για άνοδο ή για πτώση.

Ο Μπαρτ θεωρήθηκε από αρκετούς από τους παλιούς οπαδούς του, σαν θύμα ενός είδους παράνοιας που τον έκανε επιθετικό ενάντια στους επικριτές του και τον ώθησε στα άκρα. Η «αστική» διανόηση επικαλείται σαν ελαφρυντικό την κώφωση και την κακή κατάσταση της υγείας του τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Η συστημική, συντηρητική διανόηση ακόμα και μέχρι σήμερα αναγνωρίζει το «νεανικό» έργο του και κριτικάρει αμήχανα τις βασικές του θέσεις της περιόδου της ηλικιακής ωριμότητας, κυρίως λόγω της κατακραυγής κατά της ρατσιστικής και ταξικής τους νοοτροπίας. Ωστόσο και τα νεανικά του χρόνια έχουν σκοτεινά σημεία που επηρέασαν το επιστημονικό του έργο. Στην επιστημονική του σταδιοδρομία συνδέθηκε νωρίς και συνεργάστηκε με ακραίους κύκλους προφασιστικών ακροδεξιών αντιλήψεων και με οπαδούς της Ευγονικής.

Η πολιτική εργαλειοποίηση του έργου του από την βρετανική Δεξιά αποσκοπούσε στον αποκλεισμό τμημάτων του πληθυσμού από την Εκπαίδευση που λειτουργούσε ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας και ανόδου. Οι αναλογίες με την εκπαιδευτική πολιτική της καθ’ ημάς κυρίας Υπουργού Παιδείας είναι καταφανείς. Ο στόχος είναι απολύτως ο ίδιος, απλά η πολιτική της ηγεσίας του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας είναι πιο πραγματιστική: εκτός από την ανάσχεση της κοινωνικής κινητικότητας των υποτελών τάξεων μέσω αποκλεισμού τους από την εκπαίδευση, επιδιώκει επίσης μια ιδιόρρυθμη αξιοποίηση του αποκλεισμού αυτού από την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, με την ιδιωτικοποίηση τμημάτων της Παιδείας που θα απορροφήσουν τους πλέον εύπορους από τους αποκλεισμένους. Επίσης δεν θεωρεί ανοιχτά βλάκες τα παιδιά των υποτελών τάξεων όπως οι ρέκτες των θεωριών του Μπαρτ, το ιδεολόγημα της κληρονομικής νοητικής ανεπάρκειας των αποκάτω έχει αντικατασταθεί από το ιδεολόγημα της κληρονομικής αριστείας των αποπάνω. Μικρή διαφορά ωστόσο…

 

II.7. Άρθουρ Τζων Έβανς, ο άνθρωπος που έκανε μια εκπληκτική αρχαιολογική ανακάλυψη, όπως τη δημιούργησε ο ίδιος!

«Εδώ είναι Δύση κύριε.

Όταν ο θρύλος προσλαμβάνεται σαν γεγονός,

τότε δημοσιεύουμε τον θρύλο!»

« Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Λίμπερτυ Βάλανς» [32] [32]

Τα μεγάλα αριστουργήματα του Μινωικού Πολιτισμού δεν ήταν ακριβώς έτσι όπως τα βλέπουμε, αυτό που βλέπουμε είναι ως ένα (μεγάλο) βαθμό, προϊόν της φαντασίας και των εμμονών ενός ανθρώπου, του σερ Άρθουρ Έβανς (Sir Arthur John Evans) και του επιτελείου του. Αυτό που αποτελεί την κυρίαρχη εικόνα στην Κνωσσό, αιωρείται ισορροπώντας ανάμεσα στην επιχειρηθείσα αποκατάσταση και στην «καλοπροαίρετη» πλαστογράφηση. Στην Κνωσσό συνυπάρχουν σε μια ετεροβαρή ισορροπία, αφενός η προσπάθεια για επιστημονική προσέγγιση και αφετέρου η καλλιτεχνική, αρχιτεκτονική και κοινωνιολογική απεικόνιση ενός λαμπρού πολιτισμού, όπως όμως εκφράστηκε υπό το παραμορφωτικό πρίσμα των ιδεοληψιών των αρχών του Εικοστού Αιώνα. Αυτό προκύπτει και από την 679 σελίδων βιογραφία – αγιογραφία [33]) [33] που αφιέρωσε στον Άρθουρ Έβανς ο Τζόζεφ Αλεξάντερ Μακ Γκιλλιβραιη, ανασκαφέας, μελετητής και Έφορος της Κνωσού από το 1980, υπό την αιγίδα της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών. Η περίπτωση του σερ Άρθουρ Έβανς και του επιτελείου του που αφορά τη χώρα μας, δεν είναι όπως θα δούμε επιστημονική απάτη με την στενή έννοια του όρου αλλά μια ιδιόμορφη και εξαιρετικά ευαίσθητη υπόθεση που σηματοδοτεί μια ολόκληρη εποχή και μια συγκεκριμένη νοοτροπία στην επιστημονική έρευνα. Οπότε θα προσπαθήσουμε να είμαστε όσο το δυνατόν φειδωλοί σε χαρακτηρισμούς και αφορισμούς.

II.7.1. Προβλήματα Ιστορικής Θεώρησης, Τεχνομεθοδολογικές, Ανασκαφικές και Ανθρωπολογικές Αστοχίες

Τρία είναι τα μείζονα ζητήματα που προκύπτουν από την καταλυτική παρέμβαση του Έβανς στον χώρο της Κνωσσού:

Το πρώτο είναι το αρχαιολογικό μέρος, δηλαδή οι εφαρμοσθείσες από τον Έβανς τεχνικές και η αυθαίρετη απόδοση αρχιτεκτονικών στοιχείων και ευρημάτων τέχνης. Σε αυτό προσμετρώνται:

α) η απαράδεκτη ανασκαφική διαδικασία που θύμιζε περισσότερο λεηλασία με αποτέλεσμα την καταστροφή της στρωματογραφικής απεικόνισης των ευρημάτων και την οριστική απώλεια της σχετικής πληροφορίας και

β) η ιδιοτελής ιδιοποίηση από τον Έβανς περίπου 3000 επιγραφικών πλίνθινων πινακιδίων Γραμμικής γραφής Α΄ και Β΄ που είχαν βρεθεί in situ. Αποτέλεσμα να καθυστερήσει σχεδόν πέντε δεκαετίες η αποκωδικοποίηση της Γραμμικής Β΄, της αρχαιότερης αποδεδειγμένα ελληνικής διαλέκτου[34]. [34]

Το δεύτερο ζήτημα εντοπίζεται στην θεώρηση του ίδιου του Μινωικού Πολιτισμού:

α) Στην περιοδολόγηση του Μινωικού Πολιτισμού και τη σχέση του με τον Μυκηναϊκό. Ο Έβανς προχώρησε με βάση την κεραμική τυπολογία [35] [35]. Αυτό δεν ήταν κατ’ ανάγκη λάθος, ωστόσο η περιοδολόγηση του αρχαιολόγου Νικόλαου Πλάτωνα (1909-1992) με βάση τις Ανακτορικές περιόδους [36] [36], ήταν περισσότερο προσαρμοσμένη στις πιο σύγχρονες αντιλήψεις περί Ανακτορικής Οικονομίας (Économie Palatiale) και άνοιξε τον δρόμο σε νέες προσεγγίσεις της σχετικής περιοδολόγησης. Άλλο σφάλμα του Έβανς ήταν η «Κρητοκεντρική» του αντίληψη, ότι δηλαδή ο Μυκηναϊκός πολιτισμός ήταν προέκταση του Μινωικού, άποψη που ενώ είχε κάποια αποδοχή αρχικά, καταρρίφθηκε από τα αρχαιολογικά δεδομένα [37] [37], καθώς και από την γραμμική γραφή Β΄, αποδεικνύοντας ότι οι δύο πολιτισμοί ήταν σαφώς διακριτοί και ότι ο Μυκηναϊκός πολιτισμός ήταν πρωτότυπος.

β) Στην καταγωγή των Μινωιτών. Ο Έβανς υπέθεσε ότι η Μινωίτες κατάγονταν από την Βόρεια Αφρική, υπόθεση που αποδείχτηκε λανθασμένη. Οι Μινωίτες φαίνεται ότι είχαν μάλλον Κεντροευρωπαϊκή προέλευση κι ακόμα κατάγονταν από την περιοχή του Καυκάσου και από την Κεντροασιατική Στέπα. [38][38]

γ) Στην διάρθρωση της Μινωικής Κοινωνίας. Ο Έβανς κατηγορήθηκε ότι θεώρησε την Κρητική κοινωνία σαν μια «ειρηνική θαλασσοκρατία» ή μια ήπια μοναρχία, αναζητώντας αναλογίες με την αποικιοκρατική Βρετανική αυτοκρατορία της εποχής του [39][39]. Το σφάλμα του Έβανς ήταν ότι επειδή δεν βρήκε τείχη και οχυρώσεις, υιοθέτησε ασμένως την εικόνα ενός φιλειρηνικού πολιτισμού. Αυτό φαίνεται ότι είναι μάλλον μακριά από την πραγματικότητα. Γιατί αν η κοινωνική οργάνωση των Μινωιτών αρθρώνονταν γύρω από μια ανακτορική γραφειοκρατία [40][40], σε συνδυασμό με τα αρχαιολογικά ευρήματα, κάποια εκ των οποίων αναδεικνύουν στρατιωτική οργάνωση αφενός και την ύπαρξη αναδυόμενων ανταγωνιστικών αυτοκρατοριών με πρόσβαση στο Λιβυκό πέλαγος και στην Ανατολική Μεσόγειο αφετέρου, καταδεικνύουν ότι η επέκταση και η κυριαρχία των Μινωιτών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν θα πρέπει να ήταν και τόσο ειρηνική [41]. [41] Όπως δεν ήταν ειρηνική και η επέκταση της αιματοβαμμένης βρετανικής αποικιοκρατίας, αντίθετα με την εικόνα που είχε στο μυαλό του και διακονούσε ιδεολογικά ο Έβανς.

Δεν έχουμε επαρκείς γνώσεις για το αν η Μινωική κοινωνία ήταν μάλλον μητριαρχική, σε διαδικασία μετάβασης ή πατριαρχική όπως οι νεοφερμένοι Μυκηναίοι επικυρίαρχοι ή η κοινωνία της Δωρικής παράδοσης στην Κρήτη των ιστορικών χρόνων. Ο τρόπος επέκτασης των Μινωιτών είναι ένα κλειδί: Υποθετικά πάντα μιλώντας, ένας πιο ειρηνικός τρόπος επέκτασης ενδεχομένως να προϋπέθετε μια πιο ήπια κοινωνική οργάνωση και αντίθετα, μια πιο βίαιη επέκταση θα προσομοίαζε περισσότερο με την οργάνωση των πατριαρχικών κοινωνιών των γενών των Μυκηναίων εισβολέων. Ωστόσο όλα αυτά δεν είναι παρά εικασίες. Δεν θα επεκταθούμε άλλο στο πολύπλοκο και σοβαρό αυτό θέμα για να μην επισύρουμε την μήνιν των Ιστορικών επιστημόνων που πιθανόν διαβάσουν το παρόν πόνημα!

Το τρίτο ζήτημα εντοπίζεται στην υστεροφημία του Έβανς.

Αλλά σε αυτό το θέμα θα αναφερθούμε αφού ολοκληρώσουμε την παρουσίαση της …«επεμβατικής» αρχαιολογίας του σερ Άρθουρ Τζων Έβανς και των συνεργατών του.

II.7.2. Η «Επεμβατική» Αρχαιολογία του Έβανς

Οι υπέροχες τοιχογραφίες της δεύτερης χιλιετίας πριν την χρονολογία μας, που αποτελούν την ναυαρχίδα των εκθεμάτων του Μουσείου Ηρακλείου, ο Πρίγκηπας με τους κρίνους, η τοιχογραφία με τα δελφίνια, οι τρεις δέσποινες στα γαλάζια με τα εντυπωσιακά ρούχα και τις βοστρυχωτές κόμες τους, αναδίδουν μια εξαιρετική φρεσκάδα και έναν απίστευτο μοντερνισμό. Και αυτό δεν είναι τυχαίο, η αλήθεια είναι ότι αυτές οι διάσημες τοιχογραφίες είναι σε μεγάλο βαθμό σύγχρονες. Το αυθεντικό τους τμήμα που επιβίωσε στον χρόνο, καταλαμβάνει στην πραγματικότητα ελάχιστα τετραγωνικά εκατοστά, η υπόλοιπη σύνθεση αποτελεί σε μεγάλο βαθμό ευφάνταστη ανακατασκευή. Την παρήγγειλε ο ίδιος ο Έβανς στις αρχές του Εικοστού Αιώνα. Το μεγαλύτερο τμήμα της τοιχογραφίας με τα δελφίνια, εκπονήθηκε από τον Ολλανδό Πιετ Ντε Ζονγκ (Piet de Jong) ζωγράφο και αρχιτέκτονα που απασχολούνταν από τον Έβανς στις «αποκαταστάσεις» των ευρημάτων κατά την 10ετία του 1920. Ο Πρίγκηπας με τα κρίνα και την τόσο άβολη ανατομικά στάση του, «αποκαταστάθηκε» το 1905 από τον Ελβετό Εμίλ Ζιγιερόν (Émile Gilliéron), από κάποια θραύσματα ενός τμήματος της κεφαλής με το «στέμμα» χωρίς το πρόσωπο, ένα τμήμα του κορμού και του μηρού, τα οποία κατά πάσα πιθανότητα, δεν ανήκαν στην ίδια ζωγραφική παράσταση [42]. [42]

Η ιστορία των τριών Δεσποινών στα Γαλάζια, είναι αρκετά σύνθετη: κι αυτή η ζωγραφική παράσταση ήταν σύνθεση εν είδη παζλ του Ζιγιερόν από πολλά ετερόκλητα θραύσματα. Όμως η «αποκατεστημένη» σύνθεση καταστράφηκε σε σεισμό το 1926 και ανακατασκευάστηκε από τον γιό του Ζιγιερόν. Είναι πλέον σχεδόν αδύνατο να εντοπιστούν τα αυθεντικά κομμάτια, δεδομένου ότι τα περισσότερα απωλέσθηκαν κατά τον σεισμό κι αρκετά από αυτά που φαίνονται σήμερα σαν αυθεντικά, δεν είναι παρά αντίγραφα της πρώτης «αποκατάστασης»!

Το λαμπρό παλάτι της Κνωσσού δέχεται πάνω από μισό εκατομμύριο επισκέπτες τον χρόνο και τις «καλές» χρονιές οι επισκέπτες μπορεί να αγγίξουν και το εκατομμύριο. Ωστόσο λίγοι από τους επισκέπτες γνωρίζουν ότι οι περίφημες κόκκινες κολώνες του, οι μνημειακές κλίμακες που δεν οδηγούν πουθενά, οι «αίθουσες του θρόνου» με διαστάσεις δωματίου, όλα αυτά είναι σύγχρονες αναπαραστάσεις, «ανακατασκευές» όπως παραδέχονταν ο ίδιος ο Έβανς. Είναι ένας θρίαμβος του κινήματος του Μοντερνισμού των αρχών του Εικοστού Αιώνα και αυτό το πιστώνουμε στον Έβανς! Ήταν τα πρώτα κτίσματα στην Κρήτη με υλικό το μπετόν αρμέ, όπως και η κατοικία του, η βίλλα Αριάδνη! Την επιρροή αυτή του Μοντερνισμού, εντοπίζει η Κάθυ Γκήρ στην μελέτη της για τον ρόλο της Κνωσσού στην ιστορία της Κουλτούρας του Εικοστού Αιώνα, με τίτλο «Η Κνωσσός και οι Προφήτες του Μοντερνισμού» [43]. [43]

Το πρόβλημα είναι ότι τα «μπετά» του Έβανς κατέστρεψαν το στρωματογραφικό υπόβαθρο και ότι υπήρχε από κάτω, όπως θα γίνει και με τα μνημεία της βυζαντινής Θεσσαλονίκης αν και όταν θα «πέσουν τα μπετά» του σταθμού της Βενιζέλου…

Το ότι η ανακατασκευή του Έβανς είναι αυθαίρετη ή απατηλή είναι δεδομένο. Μέχρι ποιο σημείο και σε πόσο βαθμό, είναι ένα ερώτημα που πλανάται ακόμα. Σαν απαράδεκτα στοιχεία κρίνονται από τους ειδικούς, τα λαβυρινθώδη «πανωσηκώματα», δηλαδή οι άνω όροφοι του ανακτόρου με τις κολώνες, οι τοιχογραφίες, κυρίως αυτές της «αίθουσας της Βασίλισσας» με τα δελφίνια, τα ψαράκια και τους αχινούς. Οι ειδικοί σήμερα υποθέτουν βάσιμα, ότι τα αυθεντικά θραύσματα της «τοιχογραφίας» αυτής που βρίσκονται στο Μουσείο Ηρακλείου, είναι πιθανόν να είναι ψηφίδες από ψηφιδωτό σε δάπεδο αρχαίου ορόφου που καταστράφηκε, όταν το Μέγαρον κατέρρευσε.

Οι ιδεοληψίες του Άρθουρ Έβανς γύρω από την «θεά μητέρα» και ο κεντρικός ρόλος που της αποδίδει στο μινωικό θρησκευτικό σύστημα αν υπήρχε κάτι τέτοιο, επιδρά στις αναπαραστάσεις των γυναικείων μορφών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα δύο αγαλματίδια που παριστάνουν τη θεά ή ιέρεια με τα φίδια. Ο Έβανς εμφανίζεται εμμονικός με αυτές τις γυναικείες «θεότητες». Ο Βιογράφος του Γκιλλιβραιη δίνει μια όχι ιδιαίτερα πειστική ερμηνεία: ότι ο Έβανς ήταν επηρεασμένος από την απώλεια της μητέρας του νωρίς κατά την παιδική του ηλικία.

Και αυτές όμως οι θεές ή ιέρειες, είναι περίπτωση πλαστογραφίας [44]. [44] Από την μία σώζονταν μόνον το τμήμα κάτω από την μέση, οπότε όλο το υπόλοιπο σώμα και τα φίδια είναι προϊόν φαντασίας, από δε το δεύτερο αγαλματίδιο έλειπαν τα φίδια και το κεφάλι. Ανέλαβε να συμπληρώσει τα «κενά» των αυθεντικών ευρημάτων ο Χαίηλβορ Μπατζ (Halvor Bagge), ένας από τους καλλιτέχνες του επιτελείου του Έβανς. Γύρω από αντίγραφα αυτών των δύο αγαλματιδίων αναπτύχθηκε ένα ιδιόρρυθμο εμπόριο όπου «γνήσια» αντίγραφά τους ή πλαστά κομμάτια αγοράζονταν από συλλέκτες και μουσεία.

II.7.3. Η Υστεροφημία του Έβανς

Επανερχόμαστε στο θέμα της υστεροφημίας του σερ Άρθουρ Τζων Έβανς. Για να ήμαστε δίκαιοι θα πρέπει να τον τοποθετήσουμε στο πλαίσιο της εποχής του. Είναι η εποχή του τέλους της κλασσικής αποικιοκρατίας και της ανάπτυξης ιμπεριαλιστικών πολιτικών και ανταγωνισμών που οδηγήσαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι η εποχή όπου οι επιστήμονες γίνονται οργανικά τμήματα της επιθετικής πολιτικής των αποικιοκρατών και της ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Η επιστημονική έρευνα σε κάποιες περιπτώσεις, θύμιζε περισσότερο πλιάτσικο παρά ακαδημαϊκή διαδικασία. Ο αρχαιολόγος, ο βιολόγος ή ο παλαιοντολόγος, γίνονται συλλέκτες και κλεπταποδόχοι και ολόκληρα συγκροτήματα μνημειακών πυλών και τειχών αρχαίων πόλεων, τμήματα ναών με τους βωμούς τους και συμπλέγματα γλυπτών, μεταφέρονται στα μουσεία των Μητροπόλεων. Είναι η εποχή των Αρχαιολογικών Αποστολών, αυτού του υφιστάμενου μέχρι σήμερα μεταλλαγμένου κατάλοιπου του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού. Η περίοδος αυτή γεφύρωσε δύο αιώνες, άρχισε από την δεκαετία του 1870, εποχή του πολέμου των οστών (Bone Wars) που διεξήγαγαν με συμμορίες ένοπλων συνεργατών οι περιώνυμοι κυνηγοί απολιθωμάτων Έντουρντ Κόουπ (Edward Drinker Cope) και Όθνιελ Μαρτς (Othniel Charles Marsh) και συνεχίστηκε σχεδόν μέχρι τον Μεσοπόλεμο. Εποχές και νοοτροπίες που γέννησαν ένα τύπο επιστήμονα τυχοδιώκτη σαν τον Ρόι Τσάπμαν Άντριους, τον αυτοδίδακτο Ερρίκο Σλήμαν και τον ίδιο τον Άρθουρ Έβανς.

Ο Έβανς κινήθηκε στη γκρίζα ενδιάμεση ζώνη ανάμεσα στην επιστημονική ανακάλυψη, στην πλαστογράφηση και σε μια ιδιόρρυθμη εξαπάτηση. Μια εξαπάτηση ωστόσο που θα μπορούσε να θεωρηθεί και θεμιτή, με την έννοια ότι αυτή πιθανόν να ήταν η αντίληψη που είχε ο Έβανς για την επιστημονική ηθική και την μεθοδολογία που την εξυπηρετούσε. Ο Έβανς χαίρει μιας αναμφισβήτητης εκτίμησης από αρκετούς σύγχρονους επιστήμονες και μιας συγκαταβατικής αντιμετώπισης από τον επιστημονικό κόσμο των εξόφθαλμων επιστημονικών του ανομημάτων. Στις αξιολογήσεις του έργου του και της επιστημονικής του αξίας, υπάρχει πάντα ένα «ναι μεν αλλά»! Είτε αναγνωρίζουν την μεγάλη του συνεισφορά στην περίπτωση της Κνωσσού αλλά καταδικάζουν την αντιεπιστημονική παρέμβασή του είτε προτάσσουν την κριτική στην αντιεπιστημονική παρέμβασή του αλλά υποκλίνονται στο μέγεθος της ανακάλυψής του.

Η Audrey Caire μέλος του Διδακτικού προσωπικού της Σχολής Ιστορίας της Σορβόννης επί παραδείγματι, αναγνωρίζει ότι παρόλο που «πολλές από τις θεωρίες και τις μεθόδους του, θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής» όπως το διατυπώνει κομψά, ωστόσο η τρόπος της σύλληψης της ελληνική προϊστορίας εκ μέρους του, είναι ευρέως διαδομένος στους επιστημονικούς κύκλους και άφησε διαρκές αποτύπωμα [45]. [45] Έτσι η πλάστιγγα της ιστορίας για τα έργα και τις ημέρες του Έβανς, παραμένει έναν αιώνα μετά αιωρούμενη σε μια θέση σταθερής ισορροπίας. Βέβαια υπάρχουν και οι χωρίς «ναι μεν αλλά» απροκάλυπτα ενθουσιώδεις αγιογραφήσεις…

Εν κατακλείδι, δεν θα ψέξουμε τον Έβανς ως αλαζόνα ιμπεριαλιστή και πεπεισμένο ρατσιστή που υπήρξε, ούτε και για τις τάσεις σεξουαλικής επιθετικότητας που εκδήλωνε εις βάρος άλλων ανθρώπων. Ούτε θα τον χαρακτηρίσουμε κάτι σαν έναν Ντίσνεϋ ή χειρότερα σαν ένα Μπάρνουμ [46] [46] της Αρχαιολογίας, αυτό θα τον αδικούσε.

Θα του χρεώσουμε ωστόσο πέρα από τις βάναυσες και καταστροφικές παρεμβάσεις του, ότι δεν ανακάλυψε στην πραγματικότητα αυτός πρώτος την Κνωσσό. Προηγήθηκαν οκτώ πρόδρομοι με επιφανέστερο τον Ηρακλειώτη Μίνωα Καλοκαιρινό, αρχαιοδίφη και αρχαιοπώλη (αλλ’ όχι αρχαιοκάπηλο) ο οποίος ανέσκαψε το 1878 τον λόφο Τσελεπή Κεφάλα στην περιοχή του ανακτόρου της Κνωσσού. Όλες οι προηγούμενες ανασκαφές όπως και η δική του, σταμάτησαν λόγω της κατοχής της Κρήτης από τους Τούρκους [47], [47] από φόβο της απαλλοτρίωσης των ευρημάτων και της αδυναμίας ή της απροθυμίας της Ελλάδας να παρέμβει για την παραμονή τους στην Μεγαλόνησο, κάτι που έδωσε την ευκαιρία στον Έβανς να σφετεριστεί ουσιαστικά την λαμπρή ανακάλυψη.

Ο Έβανς αγόρασε την περιοχή των προηγούμενων ανασκαφών και διενήργησε τις ανασκαφές του ανενόχλητος από την τουρκική διοίκηση, στα όρια της ιδιοκτησίας του. Ούτε ο όρος Μινωικός Πολιτισμός που αποδίδεται σε αυτόν είναι δικός του. Ο όρος ανήκει στον Karl Friedrich Christian Hoeck ιστορικό, κλασσικό φιλόλογο και βιβλιοθηκονόμο. Ο ίδιος ο Έβανς είχε ομολογήσει σχετικά με τον όρο ότι δεν τον επινόησε αυτός, απλώς τον «εφάρμοσε».

 

Κεφάλαιο ΙΙΙ. Για την Αντιμετώπιση της Επιστημονικής Εξαπάτησης και του Αναθεωρητισμού του Νεοφιλελευθερισμού στην Επιστήμη

ΙΙΙ.1. Μια Απόπειρα Τυπολογικής Κατάταξης της Επιστημονικής Εξαπάτησης

Ολοκληρώνοντας το παρόν σημείωμα και με βάση τα όσα εκτέθηκαν, συνοψίζουμε με μία προσπάθεια τυπολογικής κατάταξης των περιπτώσεων επιστημονικής απάτης, συνδέοντάς την τόσο με τα κίνητρα όσο και με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

α) Η περίπτωση του λάθους, της επιστημονικής πλάνης που μπορεί υπό προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε επιστημονική εξαπάτηση.

Η πλάνη μπορεί να προκύψει από μεθοδολογικές αβλεψίες ή λανθασμένες μετρήσεις και να οδηγήσει σε λανθασμένα πορίσματα όπως έχουμε ήδη αναφέρει. Μπορεί να εξελιχθεί σε απάτη μόνον όταν ο επιστήμονας που περιέπεσε στην πλάνη αντιλαμβανόμενος το λάθος το αποκρύπτει σκόπιμα. Τότε περνάει στη ζώνη του λυκόφωτος! Επειδή, ακόμα κι ένας επιστήμονας είναι κοινός θνητός και μπορεί να έχει αδυναμίες, είναι ανθρώπινο να αγκιστρωθεί σε μια λανθασμένη θεωρία και να δυσκολευτεί να προχωρήσει σε έναν αναστοχασμό και απόρριψη. Κατανοητό μεν, κατακριτέο δε.

β) Η περίπτωση της λογοκλοπής.

Αυτή είναι αρκετά συνηθισμένη περίπτωση στην ιστορία των επιστημών. Συμβαίνει όταν αντιγράφει κάποιος ολόκληρα συγγράμματα και μελέτες χωρίς να αναφέρει τις πηγές του ή ακόμα χειρότερα οικειοποιούμενος συμπεράσματα ή πορίσματα άλλων, τα παρουσιάζει σαν δικά του. Από αυτές που αναφέρθηκαν, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του καθηγητή Γκούπτα που διακρίθηκε και στην λογοκλοπή.

γ) Η περίπτωση της πλαστογράφησης.

Θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν η «βασίλισσα όλων των ειδών επιστημονικής απάτης» [48] [48]. Βασίζεται σε εσκεμμένα ψεύδη, μυθεύματα και σε ωμή πλαστογράφηση επιστημονικών ή ερευνητικών δεδομένων. Σε αυτήν δε την απατεωνιά προσφεύγουν δυστυχώς ολοένα και πιο συχνά φιλόδοξοι επιστήμονες της νέας γενιάς. Με αυτόν τον τύπο εξαπάτησης φλερτάρισαν όλες οι περιπτώσεις που αναφέρονται στο παρόν σημείωμα.

δ) Η περίπτωση της αστοχίας του επιστημονικού ορθολογισμού με τη διολίσθηση της λογικής υπό την στενή της έννοια, που οδηγεί στην παρα /ψευδο-επιστήμη.

Οι «διδασκαλίες» αυτές βασίζονται στη διατύπωση ψευδοεπιστημόνικών πορισμάτων χωρίς πειραματικά στοιχεία ή εμπειρικά δεδομένα, που αντίκεινται σε αποδεδειγμένα επιστημονικά συμπεράσματα. Επιπλέον χαρακτηρίζονται από την επιλεκτική παρουσίαση ή εξαφάνιση δεδομένων για τη στήριξη ισχυρισμών που δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν, οπότε η απουσία δειγμάτων καθιστά αδύνατη την πειραματική επαλήθευση. Ή από την έλλειψη ή παραποίηση ποσοτικής δειγματοληπτικής μελέτης στην περίπτωση εμπειρικής έρευνας, στον τομέα των κοινωνικών επιστημών. Επίσης οι «διδασκαλίες» αυτές, χαρακτηρίζονται από μεθοδολογική ασάφεια ή παραπομπή σε ανύπαρκτες πηγές. [49] [49] Πρόκειται για περιπτώσεις καθαρής αγυρτείας και παρόλο που κάποιες από αυτές έχουν σοβαρές κοινωνικές συνέπειες, δεν είναι της παρούσης η ενασχόληση με αυτές.

ε) Μία περίπτωση στα όρια της εξαπάτησης είναι αυτή της επιστημονικής φάρσας.

Αυτή συνήθως στοχεύει στην ανάδειξη των αδυναμιών ή ακόμα και την γελοιοποίηση των ακαδημαϊκών, δημόσιων – κρατικών θεσμών ή και ιδιωτικών ιδρυμάτων. Πολλές φορές είναι μια περίπτωση έξυπνης και διασκεδαστικής αν και κάποτε ενοχλητικής παρέμβασης επιστημόνων ενάντια στο κατεστημένο του χώρου τους! Αντίθετα από τις πραγματικές επιστημονικές απάτες, στην περίπτωση αυτής της «εξαπάτησης», ο επιστημονικός μύθος προορίζεται να γίνει αντιληπτός και φανερός από την αρχή. Αναφέρουμε ωστόσο ότι κάποιες τέτοιες φάρσες ήταν εξαιρετικά επιτυχημένες ώστε παρέσυραν κάποιους αφελείς. Ούτε και αυτές οι περιπτώσεις ήταν αντικείμενο του παρόντος σημειώματος.

 

ΙΙΙ.2. Αναζητώντας Ακαδημαϊκά ‘Αντισώματα’ ενάντια στην Επιστημονική Εξαπάτηση

Το θέμα της επιστημονικής απάτης είναι πληγή της επιστημονικής έρευνας και αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα από την επιστημονική κοινότητα. Όπως αναφέρθηκε ήδη, οι νέοι επιστήμονες στις μέρες μας είναι περισσότερο ευεπίφοροι απ’ ότι στο παρελθόν, στην προσφυγή σε εξαπάτηση για ιδιοτελείς σκοπούς. Έτσι, το 2001 ο μαθηματικός και διδάκτωρ στην επιστημονική εκλαϊκευτική δημοσιογραφία Μισέλ ντε Πρακοντάλ, εξέδωσε βιβλίο με τίτλο «Η επιστημονική απάτη σε 10 μαθήματα» (Michel de Pracontal. Paris, Éditions de la Découverte, 2001), που περιλαμβάνει ακόμα και ασκήσεις στο τέλος του κάθε κεφαλαίου!

Ας μείνουμε για λίγο στο βιβλίο αυτό. Στόχος του βιβλίου ήταν να λειτουργήσει τρόπον τινά σαν θεωρητικό «εμβόλιο» μεθοδολογικών αντισωμάτων ενάντια στην επιστημονική εξαπάτηση, των φοιτητών αλλά και των νέων επιστημόνων, να τους βοηθήσει να ελέγξουν την ευπιστία τους απέναντι στην αυθεντία στον χώρο της επιστήμης και να αντιμετωπίσουν την πίεση που τους ασκείται από το κύρος της αυθεντίας!

Η φιλοσοφία του βιβλίου εστιάζεται στην απάντηση δύο ερωτημάτων: στο γιατί μια απάτη έχει μεγαλύτερη επιτυχία αν ενδύεται με επιστημονικό μανδύα και αν ο επιστήμονας έστω και σε μικρότερα βαθμό, εκτίθεται κι αυτός στους κινδύνους της εξαπάτησης. Το βιβλίο είναι δομημένο με τέτοιο τρόπο ώστε να λειτουργεί φαινομενικά σαν οδηγός για επιστημονική εξαπάτηση, από ειδικούς φυσικά κι όχι από απλούς τσαρλατάνους, αλλά στην πραγματικότητα στόχευε να λειτουργήσει σαν οδηγός αποτροπής. Είναι εντυπωσιακό το εύρος των επιστημονικών πεδίων και θεμάτων που περιλαμβάνει, πεδίων που επιδέχονται έστω και οριακά την εμφιλοχώρηση συνειδητής παραπλάνησης ή ακούσιας πλάνης. Ωστόσο αυτό είναι και το βασικό μειονέκτημα του βιβλίου. Σύμφωνα με την κριτική του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Λυών ΙΙ Τζιρολάμο Ραμουννί (Girolamo Ramunni), [50] [50] ο συγγραφέας του βιβλίου βάζει κάποιες φορές στο ίδιο σακούλι τις επιστημονικές απάτες με τις επιστημονικές πλάνες και τα ακούσια λάθη στις μετρήσεις, μην διευκρινίζοντας σαφώς τα όρια πλάνης και απάτης. Εξισώνει έτσι νομπελίστες με απατεώνες, όπως λόγου χάρη την ενδεχόμενη νεανική φάρσα ενός επιστήμονα του διαμετρήματος του Πιέρ Τεγιάρ ντε Σαρντέν με την επικίνδυνη για την δημόσια υγεία απάτη ενός τσαρλατάνου ψευδογιατρού!

Ωστόσο παρά αυτές του τις αδυναμίες το βιβλίο ήταν εξαιρετικά χρήσιμο για την κατανόηση της επιστημονικής απάτης, ευχάριστο στην ανάγνωση αλλά κυρίως χρησίμευσε σαν έναυσμα για μια επιστημολογική συζήτηση στη γαλλική επιστημονική κοινότητα για την πρόληψη της επιστημονικής εξαπάτησης, της σύμφυσής της με την πολιτική χειραγώγηση αλλά και την αντιμετώπιση του ψευδο-ορθολογισμού που αναπτύσσεται συνήθως από αναθεωρητικές προσεγγίσεις εκπροσώπων της Άκρας Δεξιάς.

 

ΙΙΙ.3. Η Κοινοτοπία της Πολιτικής Καταδολίευσης με Επιστημονικό Μανδύα ή πως Διαπλέκεται η Πολιτική Χειραγώγηση με την Επιστήμη

Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις επιστημονικής εξαπάτησης που περιγράψαμε, παρατηρούμε ότι δεν θα είχαν την επιτυχία ή την αντοχή στην κριτική που επέδειξαν αν δεν υπήρχε πίσω τους κάποιου είδους πολιτική ανοχή. Ή ακόμα χειρότερα, αν δεν υπήρχε πίσω τους ακόμα και άμεση πολιτική παρέμβαση για την κάλυψη τους, κατά το αρχικό στάδιο τουλάχιστον. Αν δεν υπήρχε η ανοχή ή ακόμα και η ενεργή συνδρομή μερίδας του επιστημονικού και του πολιτικού κατεστημένου στην συγκάλυψη, οι περιπτώσεις αυτές θα παρέμεναν στο επίπεδο μιας «χαμηλής πτήσης» χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες για την αξιοπιστία της επιστήμης.

Θα μπορούσαμε λοιπόν να περιγράψουμε την περίπτωση της υποταγής της Επιστήμης ή μάλλον επιστημόνων σε μια επιβαλλόμενη πολιτική σκοπιμότητα, σαν μία ιδιαίτερη περίπτωση επιστημονικής εξαπάτησης. Η σύμφυση της πολιτικής σκοπιμότητας με την επιστήμη, εξυπηρετεί συνήθως τον στόχο της χειραγώγησης της κοινής γνώμης και την υποταγή – ενσωμάτωσή της σε πολιτικούς σχεδιασμούς. Αυτή η ιδιόρρυθμη διαπλοκή πολιτικών και επιστημόνων λειτουργεί σαν ψιμύθιο απολογητικής αμφιλεγόμενων πολιτικών αποφάσεων, καλύπτοντας τες με ένα μανδύα επιστημοσύνης.

Η σχέση πολιτικής και επιστήμης δεν είναι κατ’ ανάγκη κάτι κακό και κυρίως δεν μπορεί να προσεγγιστεί με ηθικολογικούς όρους. Ωστόσο επιχειρείται η δυσφήμιση αυτής της σχέσης από κάποιες τρέχουσες αγοραίες αντιλήψεις περί πολιτικής που διακινούνται έντεχνα από εκπροσώπους της χειρότερης εκδοχής της. Η επιστήμη ως πολιτισμική δυναμική διαδικασία ενσωματώνεται σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό σαν συστημική λειτουργία του. Έτσι η πολιτική αξιοποίηση της επιστήμης επ’ αγαθώ ή επί τα χείρω, δεν είναι κάτι ασυνήθιστο, αποκτά δε θετικό ή απαξιωτικό ηθικό περιεχόμενο από τους στόχους και τον τρόπο λειτουργικής ενσωμάτωσης στις κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες.

Η χρήση της επιστήμης ή μάλλον της επιστημονικής ιδιότητας ιδιοτελών ή αφελών θεραπόντων της για λόγους πολιτικής χειραγώγησης, είναι σύνηθες φαινόμενο του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος διακυβέρνησης. Φυσικά το φαινόμενο αυτό παρουσιάστηκε και σε άλλα καθεστώτα (πχ η περίπτωση Λυσσένκο κατά την «σταλινική περίοδο» της ΕΣΣΔ) αλλά στις μέρες μας συνδέεται με την διάδοση συντηρητικών ιδεολογιών, έξαρσης των εθνικιστικών αντιλήψεων και ιστορικού αναθεωρητισμού ακροδεξιάς συνήθως απόχρωσης κλπ. Στη διάχυση αυτή υπόκεινται όλοι οι τομείς εφόσον εντοπίζεται τόσο στις φυσικές, όσο και στις κοινωνικές επιστήμες [51] [51]. Οφείλεται κυρίως στην εκρηκτική επέλαση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που δρα σαν μια αντεπαναστατική οπισθοδρόμηση και στο επιστημονικό πεδίο. Στον χώρο της Επιστήμης, το φαινόμενο συνδέεται επίσης σε κάποιο βαθμό με την σχετική υποχώρηση της ακαδημαϊκότητας, η υπονόμευση της οποίας καλλιεργείται συστηματικά από τις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού και στοχεύει στην κάμψη της αντίστασης των πανεπιστημίων ενάντια στην υποταγή τους στις επιταγές της αγοράς. Η υποταγή των πανεπιστημίων στους νόμους της αγοράς αφορά τόσο το διοικητικοθεσμικό, το διδακτικό και το οργανωτικό πεδίο όσο και αυτό της επιστημονικής έρευνας.

Η επιστημονική εξαπάτηση καθιστάμενη στοιχείο της πολιτικής χειραγώγησης, αποκτά κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο και λόγω της συχνότητάς της, εμφανίζεται πλέον σαν κοινοτοπία. Θα μπορούσε πχ πριν από μια εικοσαετία να δηλώσει με την ίδια άνεση, πολιτικός που τυγχάνει και πανεπιστημιακός, ότι το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης ευθύνεται για την τραγωδία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Ποια είναι στην περίπτωση αυτή τα όρια ανάμεσα στην επιστημονική εξαπάτηση και στην πολιτική αγυρτεία; Όταν μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων υιοθετεί έστω και δια της αφωνίας, την άποψη μιας κυβέρνησης ότι ο κορωναϊός κολλά στις πλατείες και στους ανοιχτούς χώρους, αλλά δεν κολλά στις καταστάσεις συνωστισμού στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στις υπερπλήρεις σχολικές τάξεις ή στους μαζικούς εργασιακούς χώρους, ποια είναι και που βρίσκονται τα όρια ανάμεσα στην επιστημονική εξαπάτηση και στην πολιτική αγυρτεία; Όταν η Πανδημία θεωρείται ότι δεν προσβάλει τους πιστούς που συνωστίζονται περιφρονώντας τα μέσα προφύλαξης στις εκκλησίες, αυτό είναι θρησκοληψία και επιστημονική τύφλωση ή πολιτική ιδεοληψία και σκοπιμότητα; Ή όλα αυτά μαζί;

Αλήθεια με ποια επιστημονικά δεδομένα εισηγήθηκε επαναφέροντας πεπαλαιωμένες ιδεοληψίες, μια κάποια επιστημονική επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας την κατάργηση των νέων προγραμμάτων σπουδών της Ιστορίας του έτους 2019, που προέκυψαν μετά από ενδελεχή μελέτη και εφαρμογή των σύγχρονων τάσεων διδακτικής στον τομέα; Ποιοι επιστήμονες και με ποιες επιστημονικά τεκμηριωμένες προσεγγίσεις, εισηγήθηκαν μεταξύ άλλων, την κατάργηση της προγραμματισμένης ίδρυσης Νομικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας; Ποιοι αρχαιολόγοι, κληρονόμοι και ρέκτες της παρεμβατικής μεθοδολογίας του Έβανς, ποιοι δικαστικοί και πολιτικοί, με ποιο επιστημονικό, πολιτικό και ηθικό βάρος όταν ο επιστημονικός κόσμος διεθνώς βρίσκεται απέναντί τους, αποφασίζουν να προχωρήσει η καταστροφή της μεσαιωνικής Θεσσαλονίκης στον σταθμό του μετρό της Βενιζέλου;

Και πως μπορεί να χαρακτηριστεί το πόνημα της οπισθοδρομικής αναθεώρησης του οικογενειακού δικαίου που διέπει τις σχέσεις μεταξύ γονέων και τέκνων, που όπως φαίνεται συντάχθηκε από κάποιους μετακλητούς υπαλλήλους υπό την εποπτεία ενός υπουργού μη ειδικού στο αντικείμενο; Μια διαδικασία η οποία κατέληξε σε ένα νομοθέτημα αναθεώρησης ενός νόμου που εκπονήθηκε το 1982 – 83 από μια αφρόκρεμα Ελλήνων νομικών και θεωρήθηκε πανευρωπαϊκά σαν μία από τις πιο προοδευτικές προσεγγίσεις του ζητήματος. Κατά πόσο υποτάχθηκε αυτή η διαδικασία αναθεώρησης στην πολιτική ιδεοληψία των συντακτών της και κατά πόσο συντάχθηκαν οι εμπλεκόμενοι επιστήμονες με αυτήν; Η παντελώς ατυχής αποστροφή ενός επιστήμονα που ανήκει στο κυβερνητικό επιτελείο, ότι οι διδάκτορες και οι υποψήφιοι διδάκτορες είναι εν πολλοίς τεμπελχανάδες, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν επιστημονική ή σαν πολιτική αγυρτεία;

 

ΙΙΙ.4. Η Επίθεση του Νεοφιλελεύθερου Αναθεωρητισμού στον Επιστημονικό Ορθολογισμό

Την τελευταία τριακονταετία, ο επιστημονικός αναθεωρητισμός, κυρίως στις κοινωνικές επιστήμες και στις ανθρωπιστικές λεγόμενες σπουδές, αποτελεί την αιχμή της λόγχης μιας ουσιαστικά πολιτικής επίθεσης που διεξάγεται προνομιακά στο ακαδημαϊκό πεδίο αλλά απευθύνεται στο σύνολο της κοινωνίας. Η εκ νέου ανάγνωση πχ του ιστορικού γίγνεσθαι, με ερμηνευτικούς όρους που προσπαθεί να επιβάλει μια επιθετική διεθνής μεγαλοαστική ελίτ, δεν αφορά μόνον την ιστορία. Διαπερνά κάθετα την ιστορικά συντελεσμένη τεχνοεπιστημονική διαδικασία και τα επιτεύγματά της, από τον Διαφωτισμό και εντεύθεν.

Ο Αναθεωρητισμός αυτός έχει τρία βασικά χαρακτηριστικά:

α) Έχει την τάση όχι μόνον να αμφισβητεί αποδομώντας τα πορίσματα της επιστήμης αλλά και να επιχειρεί την απορρύθμιση των ίδιων των μεθοδολογικών κανόνων της επιστημονικής επαλήθευσης. Δηλαδή να επιτίθεται στα θεμέλια της επιστημονικής μεθόδου αυτής καθ’ εαυτής.

β) Η θεμελιώδης ιδεολογική σταθερά του είναι ο ατομικισμός στο ηθικό, φιλοσοφικό και κοινωνικοπολιτικό πεδίο. Είναι η θεωρητικοποιημένη επιβολή της ιδιοτέλειας και στο σημείο αυτό συνδέεται άρρηκτα με τον νεοφιλελευθερισμό και την ιδεολογία του Ελευθεριασμού, [52] [52] που είναι η αποθέωση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, της απόλυτης κυριαρχίας των αγορών, του αντικρατισμού και της πλήρους απορρύθμισης, καθώς επίσης και ενός ξετσίπωτου κοινωνικού δαρβινισμού.

γ) Συνδέεται άρρηκτα με ρεύματα της Άκρας Δεξιάς, της Alt right, όχι μόνον στην Βορειοαμερικανική Ήπειρο αλλά και στην Ευρώπη.

Εκεί ακριβώς που συμβάλλουν ο αναθεωρητισμός και ο νεοφιλελευθερισμός, εκεί ευδοκιμούν αφενός τα άνθη της ροπής για επιστημονική εξαπάτηση ή και αγυρτεία, αφετέρου η πολιτική χειραγώγηση με επιστημονικά εργαλεία. Εκεί ευδοκιμούν και σαν «επιστημονικοπολιτικά» υβρίδια τα fake news. Εκεί επίσης ανθεί και ο επικίνδυνος για τη επιστήμη απορρέων ψευδο – ορθολογισμός, μια «ορθολογική» άρνηση του επιστημονικού ορθολογισμού που καταντά μια «επιστημονική» άρνηση της επιστήμης! Ο ψευδο – ορθολογισμός, είναι εργαλείο αντεπίθεσης στην ορθολογική αντίδραση της επιστήμης ενάντια στην εξαπάτηση κάθε μορφής. Ο ανορθολογικός αυτός ψευδο – ορθολογισμός, που συνήθως εμφανίζεται με τον μανδύα του Σκεπτικισμού (ή σαν Ζητητική στη γαλλική του εκδοχή), είναι ένα είδος πέμπτης φάλαγγας του ανορθολογισμού.

Από φιλοσοφική άποψη ο Σκεπτικισμός του ελευθεριάζοντος αναθεωρητισμού δεν είναι παρά μια ακραία στρέβλωση της καρτεσιανής de omnibus dubito, όπου ο αντίστοιχος «κακός δαίμων» [53] [53] της είναι η αντανάκλαση στο επιστημολογικό και ιδεολογικό πεδίο του επελαύνοντος νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός, αυτός ο ακραίος ατομικισμός εκφραζόμενος στο εποικοδόμημα ως αναθεωρητισμός, θίγει το θεμέλιο της ίδιας της επιστημονικής διαδικασίας. Έτσι η επαλήθευση σαν βασική συνιστώσα της τεχνοεπιστημονικής μεθοδολογικής διαδικασίας, απεκδύεται από κάθε συλλογική διάσταση και η επιστημονική μέθοδος μετατίθεται αποκλειστικά σε μια ατομικιστική κλίμακα προβληματισμού και σύλληψης.

Το θεωρητικό πλαίσιο κριτικής της επιστημονικής μεθόδου από τους σοβαρούς σκεπτικιστές γιατί αρκετοί από αυτούς είναι τσαρλατάνοι, υπόκειται σε μια αντιφατική θεώρηση της επιστήμης. Αφενός η θεώρησή τους υπόκειται σε μια τάση που αναζητά με φετιχιστική εμμονή στον Λόγο, την πνευματική αρχή που οδηγεί την ανθρώπινη ιστορία και αφετέρου υπόκειται σε μια τάση σχετικιστικής θεώρησης, που θέλει να υπονομεύσει την κοινωνική οργάνωση της επιστήμης και την συλλογική της υπόσταση. Ένα θεωρητικό παράδοξο, μία θεωρητική συνταγή που οδηγεί σε βαθιά μεταφυσική και εν τέλει αντιδραστική θεώρηση της επιστήμης.

Η ανάπτυξη των κοινωνικών μέσων δικτύωσης ευνόησε την ευδοκίμηση ομάδων διάδοσης αυτών των δοξασιών. Από άποψη κοινωνικοεπαγγελματικού προφίλ, στις ομάδες αυτές στο εξωτερικό τουλάχιστον, κυριαρχούν μεσαία και ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων, Μηχανικοί, καθώς και νέοι ερευνητές ιδιωτικών ή δημόσιων κέντρων έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης αιχμής. Λόγω του αυξανόμενου αριθμού των σχετικών ιστοτόπων, ο κύκλος αυτός κινδυνεύει να καταστεί σταδιακά, σφετεριστής της επιστημονικής έκφρασης και ενημέρωσης στο διαδίκτυο. Παράλληλα γίνεται και ο φορέας προπαγάνδισης σημαντικού όγκου επιστημονικής εξαπάτησης πολιτικού ενδιαφέροντος, δεξιού κυρίως προσήμου και υπονομευτής της επιστημονικής ηθικής. Ο κύκλος αυτών των στελεχών, υπηρετεί την κοινοτοπία της πολιτικής καταδολίευσης μέσω της επιστήμης και γίνεται η μήτρα της επιστημονικής εξαπάτησης και της διαπλοκής της με την πολιτική αγυρτεία. Έτσι διαχέεται μια αγοραία αντίληψη για τις κοινωνικές επιστήμες οι οποίες δεν θεωρούνται σαν τέτοιες, ο Μαρξ λόγου χάρη και οι επιστήμονες που ακολουθούν την μαρξική θεώρηση στην επιστημονική τους προσέγγιση θεωρούνται από αμφιλεγόμενοι έως τσαρλατάνοι, όπως επίσ&eta