Την αλαζονική απάντηση του κ. Γεωργιάδη στους μαγαζάτορες του επισιτισμού, που σκοπεύουν να του παραδώσουν τα κλειδιά των επιχειρήσεών τους, γιατί έτσι κι αλλιώς πάνε για κλείσιμο, δεν πρέπει να την αποδώσουμε μόνο στη θρασύτητα του χαρακτήρα του. Από πολιτική άποψη, εκφράζει την προσπάθεια της κυβέρνησης να συνδυάσει τον επικοινωνιακό στόχο της ότι όλα πάνε κατ’ ευχήν, με τη δηλωμένη απόφασή της να μη δαπανήσει «πεταμένα λεφτά». Δηλαδή λεφτά που δημιουργούν και για το μέλλον πάγιες δημοσιονομικές υποχρεώσεις, αντίθετες στη νεοφιλελεύθερη αντίληψή της, όσο κι αν έχουν αποδειχτεί αναγκαίες με την πανδημία (υγεία, συγκοινωνίες, υποδομές, εκπαίδευση…), αλλά και λεφτά που μπορεί να διασώσουν «επιχειρήσεις ζόμπι», όπως οι ίδιοι τις έχουν ονομάσει (μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που δεν βρίσκουν χώρο στο νεοφιλελεύθερο σχέδιό τους), καθώς ανομολόγητη πεποίθηση πολλών ανάμεσά τους είναι ότι το λουκέτο σ’ αυτές είναι μορφή «εξυγίανσης».

 

Δέσμιοι μιας επιτυχίας

Η κυβέρνηση της ΝΔ εξακολουθεί να είναι δέσμια της ευρείας συναίνεσης που γνώρισε η διαχείριση από μέρους της του πρώτου κύματος της πανδημίας στη χώρα μας. Παρά τις προειδοποιήσεις των ειδικών και την πρώιμη εμπειρία από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θεώρησε ότι αυτή η αποδοχή τής δίνει τη δυνατότητα να κατασκευάσει και να εφαρμόσει ένα σχέδιο εξόδου από την υγειονομική και τη συνεπαγόμενη οικονομική κρίση κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της. Έτσι προέκυψε και η πρακτική ανοικτών θυρών που ακολούθησε το περασμένο καλοκαίρι, και η ανεκτικότητα απέναντι στις παράλογες απαιτήσεις της διοικούσας εκκλησίας, και η «αβλεψία» τής Θεσσαλονίκης, και τα μπρος πίσω με τα σχολεία, και η ψευδαίσθηση ότι μπορεί και να αποφύγουμε το δεύτερο κύμα, και η πρόσφατη υποδαύλιση του κοινωνικού αυτοματισμού εκ μέρους του κ. Γεωργιάδη με τον ισχυρισμό ότι άδικα διαμαρτύρεται ο κλάδος του επισιτισμού, δεν έχει ανάγκη από ιδιαίτερη προστασία.

Στο μέγαρο Μαξίμου δεν είναι, βέβαια, τυφλοί, βλέπουν ότι τα ογδονταπεντάρια της αποδοχής της κυβερνητικής πολιτικής της περασμένης άνοιξης έχουν μεταβληθεί σε πενηντάρια το πολύ. Ωστόσο, η έπαρση, ο αυταρχισμός και η ιδεοληψία τούς οδηγούν στο ευχάριστο γι’ αυτούς συμπέρασμα ότι, παρόλα αυτά, η δημοσκοπική επιτυχία παραμένει, το ίδιο και η διψήφια δημοσκοπική διαφορά από την αξιωματική αντιπολίτευση. Άρα, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας και τροποποίησης της κυβερνητικής πολιτικής.

 

Η επιλογή του τακτικισμού

Αυτό που επικοινωνιακά και σε μια προσπάθεια ωραιοποίησης της κατάστασης ονομάστηκε «τακτική ακορντεόν», μόνο έτσι μπορεί να ερμηνευτεί: κάθε φορά που η κυβέρνηση της ΝΔ νομίζει ότι της δίνεται η ευκαιρία, από τη μια, να αποφύγει δαπάνες για επιδόματα και, από την άλλη, να φιλοτεχνήσει μια εικόνα βελτίωσης της κατάστασης, ανοίγει τη στρόφιγγα των χαλαρώσεων και κλείνει τη στρόφιγγα των δαπανών και των δανεικών, με αποτέλεσμα να παίρνει μια ανάσα, αλλά ταυτόχρονα να αναγκάζεται σε λίγες μέρες να επιστρέψει εκεί όπου βρισκόταν στην αρχή. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για τακτική, αλλά για έλλειψη τακτικής, δηλαδή για τακτικισμό.

Ούτε για τακτική «βλέποντας και κάνοντας» μπορούμε να μιλήσουμε, καθώς και η ίδια και εμείς όλοι έχουμε μεν δει τι γίνεται σε ανάλογες περιπτώσεις, και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά αυτά που είδαμε να υπαγορεύει η πικρή εμπειρία τους δεν τα εφαρμόζει η κυβέρνηση της ΝΔ από το καλοκαίρι και μετά. Βλέπουμε, δηλαδή, αλλά δεν κάνουμε σύμφωνα με αυτά που μας προειδοποιούν όσα έχουμε δει.

 

Τα ίδια και με το εμβόλιο

Τα αποτελέσματα αυτής της προσέγγισης τα βλέπουμε και στο χειρισμό του κρίσιμου ζητήματος των εμβολίων. Η σχεδόν αυτόματη αντίδραση της κυβέρνησης στην είδηση ότι επίκειται η παραγωγή εμβολίων κατά του συγκεκριμένου κορονοϊού, ήταν η προαναγγελία εκ μέρους της του τέλους της πανδημίας, και μάλιστα πριν το καλοκαίρι. Και η, επίσης σχεδόν αυτόματη, απάντηση σε όσους παρατηρούσαν ότι «δεν αρκεί το εμβόλιο» ούτε υγειονομικά ούτε οικονομικά, ήταν ότι κινδυνολογούν και καταστροφολογούν για μικροκομματικούς λόγους.

Η μόνη έγνοια της κυβέρνησης ήταν και σ’ αυτό το πεδίο πώς θα καλλιεργήσει τεχνητή ατμόσφαιρα ευφορίας και περιορισμού των δικαιολογημένων απαιτήσεων της κοινωνίας. Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο. Παθητική παρακολούθηση της διεθνούς διαμάχης (με οικονομικό και πολιτικό υπόβαθρο) για τα εμβόλια, παραποίηση και λοιδορίες για κάθε πρόταση που περιλάμβανε την ανάγκη διεθνών πρωτοβουλιών και στο πλαίσιο της ΕΕ, με στόχο τη γρηγορότερη και επαρκέστερη προμήθεια δόσεων εμβολίου –και όχι μόνο για τη χώρα μας, καθώς, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, «όταν ένας δεν είναι ασφαλής, κανένας δεν μπορεί να είναι».

Κάθε υπαινιγμός για υποχώρηση των περιορισμών της πατέντας μπροστά στην παγκόσμια ανάγκη καταγγελλόταν σαν επιστροφή σε σοβιετικό καθεστώς. Κάθε ιδέα για πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να άρουν τις συνέπειες μιας καθαρά πολιτικής και προκατειλημμένης απαξίωσης εμβολίων εκτός του κυκλώματος των πολυεθνικών, όπως το ρωσικό και το κινέζικο για παράδειγμα, σκεπαζόταν με ένα πέπλο σιωπής. Διότι κάθε υπόδειξη για βελτίωση μιας κατάστασης, που ο επικοινωνιακός σχεδιασμός την ήθελε ιδανική, θεωρήθηκε ότι μπορεί να υπονομεύσει τον ισχυρισμό ότι εδώ, στη χώρα μας, όλα βαδίζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στον καλύτερο δυνατό μικρόκοσμό μας.

Έπρεπε να προηγηθούν η Γερμανία και η Γαλλία, όταν βρέθηκαν μπροστά στην πραγματική ανάγκη για άμεση αύξηση του αριθμού και του ρυθμού προμήθειας των εμβολίων, για να μπορέσει και στην Ελλάδα να δοθεί σήμα ότι σπάει το σχετικό απαγορευτικό στα μέσα ενημέρωσης. Χωρίς να σπάσει, βέβαια, το εμπάργκο της κριτικής στην επαρχιώτικη, συμπλεγματική και βλαπτική για το λαό συμπεριφορά τής ελληνικής κυβέρνησης.

Πηγή: Η Εποχή