Η εισβολή στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ, με ηθικό αυτουργό τον ίδιο τον πρόεδρο της χώρας, μας ξάφνιασε όλους. Συνειδητοποιώντας τη βαρύτητα του γεγονότος αναρωτηθήκαμε όλοι τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά σε μια χώρα με εδραιωμένο πολίτευμα, όποια γνώμη κι αν έχουμε γι’ αυτήν. Ολοι; Όχι ακριβώς.

Υπάρχουν ορισμένοι με κονσερβαρισμένες απόψεις, έτοιμοι κάθε στιγμή να στριμώξουν την πραγματικότητα, ώστε να πιεστεί και να παραμορφωθεί, για να χωρέσει στα προκατασκευασμένα και μεροληπτικά κουτάκια τους. Αυτοί, από το πρώτο βράδυ κιόλας, ήταν έτοιμοι να αποφανθούν ότι για όλα φταίει ο λαϊκισμός και ο λαϊκιστής Τραμπ. Και μας εξήγησαν ότι έτσι συμβαίνει παντού, όπου επικρατεί ο λαϊκισμός. Δεν είδατε τι συνέβη με τους δικούς μας αγανακτισμένους; Μερικοί πιο τολμηροί θυμήθηκαν και τη θεωρία των δύο άκρων, παρότι τη γελοιοποίησε – και τους γελοιοποίησε – ο ίδιος ο Τραμπ ισχυριζόμενος ότι στο Καπιτώλιο εισέβαλαν οπαδοί του κινήματος Antifa…

 

Το πραγματικό όνομα του τραμπισμού

Βέβαια, όλοι αυτοί δεν έκαναν τον κόπο να ασχοληθούν με «λεπτομέρειες» και να μας αναφέρουν έστω και μία περίπτωση προέδρου χώρας του «άλλου άκρου», που να έφτασε στο σημείο να γαντζωθεί σε τέτοιο βαθμό από την εξουσία, ώστε να παρακινήσει τους οπαδούς του να ματαιώσουν την εγκατάσταση στο αξίωμα τού νόμιμα και δημοκρατικά εκλεγμένου αντικαταστάτη του ή ακόμα και να απειλήσει ότι θα κηρύξει στρατιωτικό νόμο για τον ίδιο σκοπό. Αγνοώντας όλες τις αποφάσεις των δημοκρατικά νομιμοποιημένων θεσμικών οργάνων, που τον καλούσαν να αποδεχτεί τη λαϊκή ετυμηγορία. Τέτοια πραξικοπηματική λογική, με τη συνοδεία παρωδίας λαϊκής στήριξης, μόνο στη φασίζουσα δεξιά μπορεί να συναντήσει κανείς. Αυτό είναι το πραγματικό όνομα του τραμπικού «λαϊκισμού».

Το πιστοποιούν όχι μόνο η προεκλογική καμπάνια του τέως προέδρου, αλλά και οι χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι των ταγμάτων εφόδου που συμμετείχαν στην εισβολή. Ένας εσμός εθνικιστών, ρατσιστών, ξενοφοβικών, ομοφοβικών, συνωμοσιολογούντων, οπαδών της λευκής υπεροχής, μανιακών της οπλοκατοχής και της οπλοχρησίας εναντίον κάθε «κατώτερης» φυλής, υπηρετών του μίσους για τους μετανάστες σε ένα έθνος μεταναστών…Αυτούς χαρακτηρίζουν λαϊκιστές κάποιοι, με κάθε ελαφρότητα και με εμφανέστατη σκοπιμότητα να απενοχοποιήσουν ηγέτη και οπαδούς μιας τάσης που μισεί τη δημοκρατία, όταν αυτή δεν τους βολεύει. Αυτοί, ωστόσο, αποτελούν πραγματικό κίνδυνο για τη δημοκρατία και όχι όσοι, με τη θέληση του λαού, διεκδικούν μαχητικά το άπλωμα και το βάθεμά της.

 

Η πραξικοπηματική λογική

Το «άλλο άκρο», ο άλλος «λαϊκισμός», η αριστερά για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, εδώ και εξήντα τουλάχιστον χρόνια, όπου κατάφερε να διεκδικήσει και να εξασφαλίσει τη στήριξη της πλειονότητας του λαού, αντιμετωπίστηκε ακριβώς με την ίδια πραξικοπηματική λογική, που χρησιμοποιεί απλώς άλλα μέσα: την υπονόμευση, τον οικονομικό πόλεμο, τη στρατιωτική δικτατορία, τη συνωμοσία υπό τη διεύθυνση ξένων μυστικών υπηρεσιών,τις σφαγές ακόμα και τις άμεσες ξένες στρατιωτικές επεμβάσεις. Με τη λογική της φασίζουσας δεξιάς και όχι κάποιου αντίπαλου τάχα λαϊκισμού. Αυτή την ίδια λογική, με τη μορφή φάρσας, δοκίμασε να εφαρμόσει και στο εσωτερικό των ΗΠΑ ο Τραμπ, γιατί δεν ξέρει άλλη, αν εξαιρέσουμε το μανιπουλάρισμα της κοινής γνώμης με τα εντεταλμένα μέσα κοινωνικής δκτύωσης. Αλλωστε, κι αυτή μια σύγχρονη μορφή της μεθόδου της φαιάς προπαγάνδας είναι.

Υπάρχουν στιγμές που η φασίζουσα δεξιά αισθάνεται ισχυρή και τολμά να θεωρητικοποιεί και να διατυπώνει με περισπούδαστο τρόπο αυτή την ωμή επιδίωξή της. Να αντιμετωπίζει, δηλαδή, κάθε απόπειρα της αριστεράς να διεκδικήσει ισότιμα την κυβέρνηση σαν απειλή για τη δημοκρατία τάχα, στην πραγματικότητα για την ίδια. Νωπή είναι ακόμα η δήλωση του κ. Βορίδη για την ανάγκη να ληφθούν όλα τα απαραίτητα θεσμικά μέτρα, ώστε να αποκλειστεί η άνοδος της αριστεράς στην κυβέρνηση, διότι οι ιδέες της είναι ελαττωματικές. Θεωρούν εκτροπή την ισότιμη διεκδίκηση της κυβέρνησης, γιατί θεωρούν ελαττωματική την ιδέα της παράδοσης του «φέουδου» σε άλλους εκτός από τον εαυτό τους. Μπορεί ο Μπάιντεν να μην είναι αριστερός, αλλά για τον Τραμπ είναι οπωσδήποτε ελαττωματικός.

 

Ανιστόρητες συγκρίσεις

Το αξιοσημείωτο είναι ότι δεν ακούγονται μόνο από την πλευρά της δεξιάς τέτοιες φωνές, που εξισώνουν υπό την ψευδή επιγραφή του λαϊκισμού εντελώς αντίθετα φαινόμενα. Ακούγονται και από την όχθη των αυτοαποκαλούμενων φιλελεύθερων «εκσυγχρονιστών», «μεταρρυθμιστών». Από εκεί συχνά προέρχονται και οι ανιστόρητες συγκρίσεις της εισβολής στο Καπιτώλιο με την πολυήμερη πολιορκία της Βουλής από τους αγανακτισμένους. Το πόσο ανεδαφική είναι η σύγκριση, μπορεί να φανεί και από το γεγονός ότι στην πρώτη περίπτωση υποκινητής και υποστηρικτής της εισβολής ήταν ο ίδιος ο φορέας της κρατικής εξουσίας, ενώ στη δεύτερη είχαμε ένα αυθόρμητο λαϊκό κίνημα που ζητούσε την παραίτηση της κυβέρνησης και την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, αυτήν ακριβώς που αρνήθηκε ο Τραμπ να αναγνωρίσει. Και παρά το γεγονός ότι η «πολιορκία» της Βουλής στην Αθήνα κράτησε μέρες και στην πλατεία Συντάγματος μπορούσες να βρεις μέσα στη λαοθάλασσα κάθε καρυδιάς καρύδι και να ακούσεις τα πιο αντικοινοβουλευτικά συνθήματα, εισβολή και βανδαλισμοί μέσα στο κτήριο δεν υπήρξαν. Όχι επειδή ήταν λιγότερη η αγανάκτηση, αλλά γιατί οι ιδέες που επικράτησαν στο γνήσιο λαϊκό κίνημα, ήταν ιδέες της κινηματικής, ριζοσπαστικής και δημοκρατικής αριστεράς, που μόνο την πραξικοπηματική αντίληψη δεν έχει για οδηγό της.

Και για να μη νομιστεί ότι ευλογούμε απλώς τα γένια μας, θα κλείσουμε με την εκτίμηση ενός ανθρώπου που δεν ανήκει στην αριστερά, του διευθυντή της «Καθημερινής» Αλ. Παπαχελά. Σχολιάζοντας πικρά την εισβολή στο Καπιτώλιο, το ίδιο εκείνο βράδυ στον τηλεοπτικό «Σκάι», παρατήρησε ότι ο ελληνικός λαός αποδείχθηκε πολύ πιο ώριμος, γιατί η αγανάκτησή του δεν είχε την ίδια κατάληξη. Παρά το βάσιμο και το μέγεθος της αγανάκτησής του, θα συμπληρώναμε εμείς, αναζήτησε πολιτική, δημοκρατική, κινηματική διέξοδο κλίνοντας επ’ αριστερά.

 

Πηγή: Η Εποχή