Με ένα ερώτημα απάντησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στην κριτική του ΣΥΡΙΖΑ για την υποκριτική στάση της κυβέρνησης την ημέρα των Θεοφανείων όσον αφορά την τήρηση των αυστηρών μέτρων καραντίνας, που υποτίθεται ότι ισχύουν για όλους: «Προτείνει [ο ΣΥΡΙΖΑ] να μείνουν κλειστοί οι ναοί με τη χρήση βίας;»

Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ αντέτεινε πως η κυβέρνηση έχει την ευθύνη των αποφάσεων και, επίσης, την ευθύνη της μη τήρησής τους, και ότι η συνύπαρξη των δύο ευθυνών οδηγεί τους πολίτες σε σύγχυση και μετατρέπει την κατάσταση σε φαρσοκωμωδία. Πολύ νωρίτερα, ωστόσο, όταν έγινε γνωστή η αντίδραση της διοικούσας εκκλησίας για το νέο γενικό απαγορευτικό, από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε διατυπωθεί ένα πρότερο ερώτημα: Τι θα κάνει τώρα η κυβέρνηση, θα στείλει τα ΜΑΤ στους ναούς;

 

Θρησκευτικό συναίσθημα και μικροπολιτική

Η ημιεπίσημη απάντηση στο ερώτημα «γιατί δύο μέτρα και σταθμά;» είναι ότι δεν θέλει να έρθει σε σύγκρουση με το θρησκευτικό συναίσθημα, ότι το σέβεται και το παίρνει υπόψη της. Την πραγματική απάντηση, όμως, την έδωσε άθελά του ο κ. Γεωργιάδης ψιλοκάνοντας αυτοκριτική για το χειρισμό της τραγικής περίπτωσης της Θεσσαλονίκης. Αυτοκριτική υποκριτική, ωστόσο, που δεν συνοδεύεται από έμπρακτη μεταμέλεια, καθώς και για τα Θεοφάνεια την ίδια αδιαφορία έδειξαν για τις προειδοποιήσεις των ειδικών. Ούτε θεμελιώνει ως δικαιολογητική βάση της ανεκτικής στάσης το σεβασμό του θρησκευτικού συναισθήματος. Αντίθετα, αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση δεν πορεύεται σύμφωνα με τις υποδείξεις των λοιμωξιολόγων ή με τις πολιτικές εκτιμήσεις της, που συνθηματοποιούνται με το γνωστό «πρώτα η υγεία». Μάλλον τα ιδιοτελή μικροπολιτικά συμφέροντα πρωτεύουν.

Τι ομολόγησε ο κ. Γεωργιάδης; Ότι, ενώ υπήρχαν έγκαιρα προειδοποιήσεις από τους επιστήμονες και την τοπική αυτοδιοίκηση για τους υπαρκτούς κινδύνους που απειλούσαν τη συμπρωτεύουσα, η κυβέρνηση τις αγνόησε και επέτρεψε την πραγματοποίηση των θρησκευτικών εκδηλώσεων στις 26 Οκτωβρίου. Έκανε αυτή την ομολογία με αρκετή ελαφρότητα, αν σκεφτεί κάποιος το γεγονός ότι αυτό στοίχισε περί τους τρεις χιλιάδες νεκρούς. Και προφανώς δεν το έκανε υπό την ξαφνική επήρεια ενός πολιτικού φιλελευθερισμού, αλλά με οδηγό τη νεοφιλελεύθερη υποκρισία. Η οποία, για χάρη του αναμενόμενου εκλογικού οφέλους από το χάιδεμα των πιο συντηρητικών στρωμάτων, μπορεί να συνδυάζει το νεωτερικό κοσμικό πνεύμα του ανταγωνιστικού αγοραίου ατομικισμού με τις θρησκευτικές δοξασίες. Απλά επειδή και τα δύο μπορεί να αποφέρουν κέρδη, πολιτικά και άλλα.

 

Οι διακρίσεις πληρώνονται

Επειδή, όμως, δεν θα κάνουμε ότι ξεχάσαμε τάχα το ερώτημα του κυβερνητικού εκπρόσωπου «έπρεπε να κλείσουν με τη βία οι ναοί;», ας το απαντήσουμε με σαφήνεια: όχι. Όπως δεν έπρεπε να αντιμετωπιστούν με πολύ ωμότερη αστυνομική βία οι εντελώς συμβολικές εκδηλώσεις τιμής στις 17 Νοεμβρίου και τις 6 Δεκεμβρίου. Ένας χρόνος σχεδόν, ωστόσο, ήταν αρκετός για να πειστούν και οι θρησκευόμενοι και οι ιεράρχες, ότι υπάρχουν θρησκευτικές πρακτικές που αποτελούν παραβίαση του νόμου που προνοεί για την καταπολέμηση των λοιμωδών νοσημάτων. Και δεν είναι θέμα σεβασμού του νόμου, αλλά της ανθρώπινης ζωής η συμμόρφωση με τον υγειονομικό κανόνα. Και ότι η θρησκευτική πεποίθηση δεν αποτελεί επαρκή νομικά και ηθικά λόγο για ειδική μεταχείριση. Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση με οδηγό μια μεροληπτική πολιτική κατεύθυνση και με μια συμπεριφορά αλά καρτ, που έσπερνε και εξακολουθεί να σπέρνει σύγχυση, αμφιβολίες και να καλλιεργεί την πεποίθηση ότι τα μέτρα παίρνονται για άλλους από τους διακηρυσσόμενους λόγους, Ο,τι χειρότερο, δηλαδή, για την οχύρωση του πληθυσμού μιας χώρας απέναντι σε μια πανδημία.

 

Άλλο βία και άλλο αυστηρότητα

Η αυστηρότητα στη λήψη και την τήρηση μέτρων οφείλει πρώτα και κύρια να εξαντλείται σε πεδία όπου δεν θίγεται αναγκαστικά η άσκηση κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων. Και όπου αυτό επιβάλλεται, χρειάζεται να γίνεται στο επιβαλλόμενο αντικειμενικά μέτρο και με φειδώ. Όχι όπως γίνεται συχνά σήμερα, όπου επιλέγονται κυρίως μέτρα που εξελίσσονται σε τερατώδεις ασκήσεις καταστολής με αμφίβολη χρησιμότητα, τουλάχιστον ως προς την πανδημία, την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση κωφεύει στις εκκλήσεις για λήψη αποτελεσματικών μέτρων στα μέσα συγκοινωνίας, στους χώρους εργασίας, στις κλειστές δομές… Και σαν να μην έφτανε αυτό, εφαρμόζει την πολιτική της με διακρίσεις, όπως αυτές για τις οποίες συζητάμε, που μειώνουν την αναγκαία πειστικότητα της επιχειρηματολογίας για την ανάγκη λήψης μέτρων και, επιπλέον, έχουν συχνά εγκληματικές επιπτώσεις, όπως στην περιοχή της Θεσσαλονίκης.

Χρειάζεται, βέβαια, να πούμε δυο λόγια και για την αξιωματική αντιπολίτευση, γιατί με το θεσμικό της βάρος παίζει σημαντικό ρόλο στον τρόπο αντιμετώπισης κρίσιμων ζητημάτων, όπως αυτά που συζητάμε. Στις ανακοινώσεις της παρατηρήθηκε ένα έλλειμμα κριτικής προς τη στάση της διοικούσας εκκλησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από σαφέστατη διάθεση διακριτικής μεταχείρισής της και συμμετοχής της σε ένα παιχνίδι ανταγωνισμού με την πολιτεία για την κατοχύρωση αυτής της διακριτικής μεταχείρισης. Το οποίο, δεν πρέπει να το ξεχνάμε, εξελίσσεται σε διεκδίκηση ισότιμου με τη δημοκρατικά νομιμοποιημένη πολιτική εξουσία ρόλου στη ρύθμιση ζητημάτων που δεν δικαιολογούν τη συμμετοχή της σε ένα καθεστώς σύγχρονου κοσμικού κράτους δικαίου. Αντίθετα, θυμίζουν έντονα τις προσπάθειες επιβολής ενός αναχρονιστικού καθεστώτος συνδιοίκησης ή και θεοκρατικής αντίληψης, που αξιολογικά έχει τοποθετηθεί στην προϊστορία της ανθρώπινης εξέλιξης.

Η ριζοσπαστική και ανανεωτική αριστερά ιδιαίτερα, πρέπει να έχει και να καταθέτει σταθερά και σε κάθε ευκαιρία μια ξεκάθαρη θέση για τις σχέσεις της με την ορθόδοξη και την κάθε άλλη εκκλησία. Γιατί μόνο έτσι μπορεί και τις δημοκρατικές σχέσεις μαζί τους να εδραιώσει, και το διαπαιδαγωγητικό ρόλο της να παίξει, και την πεπατημένη της ανάδειξης της διοικούσας εκκλησίας σε πολιτικό και εκλογικό παράγοντα να εξαλείψει . Επιβάλλοντας την ιδρυτική αρχή της ίδιας της ορθόδοξης εκκλησίας «τα του καίσαρος τω καίσαρι».

 

Πηγή: ΕΠΟΧΗ