Φώτος Λαμπρινός: «Μας κατατρέχει ένας νεόπλουτος ραγιαδισμός!»

Posted on 25 Απριλίου, 2021, 7:37 μμ
4 secs

Το 1% του πληθυσμού αντιστάθηκε στη χούντα – άλλο αν μετά, βγήκε ξαφνικά όλοι να λένε πως ήταν αντιστασιακοί… Αυτός ο νεόπλουτος ραγιαδισμός οδήγησε στη σημερινή χρεοκοπία.

 

Το να πούμε ποιος είναι και τι έχει κάνει ο Φώτος Λαμπρινός, ενέχει δύο (σοβαρότατους) κινδύνους: Πρώτον, να μη μας φτάσει το δισέλιδο (σίγουρο αυτό). Δεύτερον, να μη μας ξαναμιλήσει ο Φώτος – εντελώς σίγουρο και αυτό, καθώς «ιστορικές αναδρομές» και «λιβανίσματα» για τον ίδιο δεν θέλει.

Εχει πιο σοβαρά πράγματα να κάνει ή εντελώς πιο ασόβαρα και ενδιαφέροντα, βάζω στοίχημα πως θα έλεγε… Ο,τι κι αν δεν πούμε, ωστόσο, για τον Φώτο Λαμπρινό, τούτο θα το πούμε: Είναι ένας σημαντικότατος σκηνοθέτης, από τους πλέον διακεκριμένους και σπουδαίους, που μαθήτευσε και συνεργάστηκε με ονόματα διεθνούς κύρους (εγχώρια και ξένα) και κυρίως που ξέρει και τι θα πει σινεμά και τι θα πει αρχείο και μαρτυρία και κάμερα και Ιστορία και σενάριο και τι να λέμε τώρα!

Με αφορμή το βιβλίο του «Χούντα είναι. Θα περάσει;» (με αυτό το ερωτηματικό που «λέει» τόσα πολλά και που κάποιοι δεν ήθελαν να μπει με τίποτα στον τίτλο της ομώνυμης σειράς στην ΕΡΤ) μιλήσαμε αυτή τη φορά, το πρώτο μέρος του οποίου προσφέρεται με τη σημερινή «Εφ.Συν.». Το επόμενο Σάββατο, έπεται συνέχεια…

Και ακόμα μία, όταν θα μιλήσουμε για το τελευταίο του, αυτοβιογραφικό βιβλίο (που ο ίδιος κατονομάζει «ντοκιμαντέρ»), με τίτλο «Παλαμηδίου 10», που ήδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Γιατί (και) αυτό είναι το υπέροχο με τον Φώτο: είναι ανεξάντλητος.

● Στο βιβλίο σας «Χούντα είναι. Θα περάσει;» περιγράφετε τη χούντα όχι τόσο ως ένα καθεστώς, αλλά ως μια νοοτροπία και μάλιστα από τα κάτω, η οποία διαιωνίζεται.

Αυτό είναι κάτι που παράγει η ίδια η εικόνα… Εξάλλου, του βιβλίου προηγήθηκε η ομότιτλη τηλεοπτική σειρά (13 ημίωρα – υπάρχει διαθέσιμη ελεύθερα στο διαδίκτυο), όπου χρησιμοποίησα αποκλειστικά τα Κινηματογραφικά Επίκαιρα της περιόδου. Αυτά που παρήγε η ίδια η κυβέρνηση, δηλαδή το υπουργείο Τύπου της χούντας.

Τα δεκάλεπτα «Ζουρνάλ», διαδεδομένα ήδη από τις αρχές του 20ού αι. ανά τον κόσμο, ως «Ελληνικά Επίκαιρα» ξεκίνησαν επί Μεταξά, σταμάτησαν στην Κατοχή και στον Εμφύλιο και επανήλθαν μετά το 1950. Πρόκειται για κινηματογραφικά νέα (τα νέα της εβδομάδας), τα οποία παρήγε το κράτος.

Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι σε διεθνές επίπεδο τα «Επίκαιρα» παρήγαν ιδιωτικές εταιρείες, καθώς είχαν τεράστια αγορά και αντίστοιχα κέρδη, εκτός από την περίπτωση των απολυταρχικών καθεστώτων, όπου τα παρήγε το κράτος (όπως έγινε και εδώ).

Στη λογική των «νέων της εβδομάδας», αυτονόητο είναι ότι κάθε κυβέρνηση, ως παραγωγός, λιβάνιζε τον εαυτό της. Ηταν δηλαδή μέσο προπαγάνδας της κυβερνητικής δραστηριότητας και της πολιτικής της άποψης. Ως προς τη θεματογραφία και τη δομή, όλοι σχεδόν ακολουθούσαν τη λογική των πρωτοπόρων γαλλικών Επικαίρων που προβάλλονταν σε ειδικευμένες αίθουσες (Σινεάκ), οι οποίες υπήρχαν σε Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη.

Αυτό το μοντέλο αντέγραφε και η Ελλάδα, θέτοντας πρώτα τα πολιτικά θέματα, μετά κοινωνική ζωή, μόδα, σπορ κ.λπ. Τα ελληνικά Επίκαιρα ήταν υποχρεωτικό να προβάλλονται πριν από την προβολή κάθε ταινίας σε όλες τις αίθουσες της χώρας. Κάποιες φορές στέλνονταν και στο εξωτερικό, στις ελληνικές πρεσβείες.

● Πότε καταπιαστήκατε με αυτό;

Ξεκίνησε από τις σπουδές μου στη Μόσχα. Η διπλωματική μου εργασία, μια ταινία 20’ με τίτλο «Επισκεφτείτε την Ελλάδα» (μια διαδρομή από τον Μεταξά μέχρι τη χούντα), είναι βασισμένη στα κινηματογραφικά υλικά (Επίκαιρα) που ανακάλυψα στα αρχεία της Σοβιετικής Ενωσης.

Οσον αφορά τη «Χούντα είναι. Θα περάσει;», αυτή προέκυψε ως εξής: εργάστηκα ως τεκμηριωτής στο Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο (ΕΟΑ) που ιδρύθηκε το 2007 από τον Θοδωρή Ρουσόπουλο και το έκλεισε το 2011 ο Ηλίας Μόσιαλος.

Πρόκειται για το σημαντικότερο αρχειακό υλικό – την εθνική οπτικοακουστική βιβλιοθήκη! Το ότι το έκλεισαν συνιστά έγκλημα! Μόνο κατακτητές μπορεί να το κάνουν αυτό, για να σβήσουν την ιστορία και την οπτική μνήμη ενός λαού. Και έκλεισε, ενώ ήμασταν έτοιμοι!

Είχαμε τεκμηριώσει και επεξεργαστεί σε υψηλή ανάλυση 4Κ όλο το υλικό και ήταν έτοιμο να αναρτηθεί, ώστε να είναι δημόσια προσβάσιμο και ο καθένας να μπορεί να βλέπει την όψη της χώρας κατά τον 20ό αι.

Η τεκμηρίωση ήταν δύσκολη δουλειά, γιατί τα φιλμ μέχρι τη δεκαετία του 1950 δεν έχουν ήχο. Αρα, αν δεν ξέρεις τι δείχνει η εικόνα, δεν μπορείς να κάνεις τεκμηρίωση. Από τη δεκαετία του 1950 και μετά υπάρχει σχολιαστής (σπίκερ) που περιγράφει τα δρώμενα.

Ωστόσο και εκεί η τεκμηρίωση δεν είναι πλήρης, γιατί βασίζεται μόνο στον ήχο, δίχως οι σχολιαστές να «διαβάζουν» την εικόνα. Χρειαζόταν συνεπώς διόρθωση και αυτό θα έκανα σε δεύτερη φάση, αλλά δεν πρόλαβα. Προς το τέλος, σε συμφωνία με το ΕΟΑ, την ΕΡΤ και τον παραγωγό μου, πήρα κάποιο από αυτό το υλικό και έκανα την τηλεοπτική σειρά για την περίοδο της χούντας, μόνο με Επίκαιρα, χωρίς συνεντεύξεις. Πάνω σε αυτό το υλικό πρόσθεσα δικά μου σχόλια, για τα όσα δείχνει η εικόνα ή σχολιάζει ο σπίκερ.

● Γιατί είναι τόσο δυνατή η εικόνα; Και ως παρόν και ως παρελθόν;

Η εικόνα πάντα αποκαλύπτει κάτι που δεν το έχεις υπολογίσει! Οσο και αν τα Επίκαιρα ήταν ελεγχόμενα από το κράτος (και το συνεργείο, ο παραγωγός, ο οπερατέρ και η αρχισυνταξία, που ασφαλώς ακολουθεί την κυβερνητική γραμμή), στην εικόνα «τρυπώνει» πάντα κάτι που δεν το επιδιώκεις. Και το βγάζει η εικόνα από μόνη της.

Αν ξέρεις να τη «διαβάζεις», όπως προσπάθησα να κάνω στη σειρά, αποκαλύπτονται πράγματα που τα καταγράφει μεν η εικόνα, αλλά δεν τα σχολιάζει ο σχολιαστής – είτε γιατί δεν τα «βλέπει» είτε αδιαφορεί είτε δεν τον συμφέρει. Είτε και γιατί του ξεφεύγουν. Γι’ αυτό, αρκετές φορές, η εικόνα διαψεύδει το σχόλιο που ακούγεται πάνω σε αυτήν.

Στην τηλεοπτική σειρά, αυτό το υλικό το χρησιμοποίησα με δύο τρόπους. Αφ’ ενός για το πώς έβλεπε η ίδια η χούντα τα τεκταινόμενα, ποια ήταν δηλαδή η οπτική της για τη χώρα. Αφ’ ετέρου για το τι αποκαλύπτει η ίδια η εικόνα.

● Στο βιβλίο κάνετε μια ενδιαφέρουσα σύνδεση ανάμεσα στην εικόνα που η χούντα κατασκεύασε για τον εαυτό της και την τηλεόραση που έστησε τότε και στο γεγονός ότι άνθρωποι που ήταν τότε στην τηλεόραση επί χούντας έστησαν την ιδιωτική τηλεόραση στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο άνθρωπος ο οποίος με ερωτήσεις δήθεν αθώες, ουσιαστικά ανακρίνει στο ΚΕΒΟΠ τους φοιτητές που έχουν συλληφθεί στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, είναι αυτός ο ίδιος που καθοδήγησε τους παραγωγούς των ιδιωτικών τηλεοπτικών καναλιών στις αρχές της δεκαετίας του 1990, για τη δημιουργία του ψυχαγωγικού τους προγράμματος.

● Μιλάτε για τον Νίκο Μαστοράκη.

Ναι. Μέσα από τη συγκεκριμένη ανάκριση, προσπαθούσε να δείξει ότι αυτοί που φώναζαν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου εναντίον της χούντας ήταν ξένα προς τους φοιτητές στοιχεία: αναρχικοί, κομμουνιστές, αντιεξουσιαστές κ.λπ.

Γι’ αυτό και επέμενε στην ερώτηση ποιοι ήταν αυτοί που φώναζαν «Κάτω το κράτος», ενώ δεν ρώτησε ποιοι ήταν αυτοί που φώναζαν «Κάτω η χούντα»! Αυτός ο άνθρωπος ήταν που έφτιαξε το ψυχαγωγικό πρόγραμμα της χουντικής τηλεόρασης, εμφανιζόμενος ο ίδιος σε σειρά εκπομπών – αυτός και μετά!

Για μένα το «βρόμικο ‘89» δεν είναι η υπόθεση του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά το πώς δόθηκε το ελεύθερο στο να ξεκινήσουν τα ιδιωτικά κανάλια. Δεν υπήρχαν καν άδειες ούτε νομικό πλαίσιο ούτε προϋποθέσεις – τίποτα. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά σε αυτό το πράγμα έβαλαν το χεράκι τους και ο Φλωράκης και ο Κύρκος. Και όταν κάτι ξεκινάει έτσι, δεν αλλάζει!

Γεγονός είναι ότι ο Μαστοράκης έστησε (όπως στη χούντα, έτσι και τότε) το ψυχαγωγικό πρόγραμμα των ιδιωτικών καναλιών, το οποίο υπάρχει ακόμα και επαναλαμβάνεται έως σήμερα στο ίδιο μοτίβο: πρωινάδικα, απογευματινάδικα, ριάλιτι (τα οποία παίζονται το βράδυ) και όλο το υπόλοιπο 24ωρο σχολιάζονται από τις υπόλοιπες «ψυχαγωγικές» εκπομπές.

Την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, τον περασμένο Νοέμβρη, ένα από τα κανάλια που θεωρούνται σοβαρά είχε ριάλιτι! Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταινίες: έχουμε πανδημία, είμαστε κλεισμένοι στα σπίτια μας και βλέπουμε ταινίες, οι περισσότερες γυρισμένες επί χούντας («Ο Λαμπρούκος μπαλαντέρ», «Η Ρένα είναι οφσάιντ» κλπ.) ή βιντεοκασέτες («Ρόδα, τσάντα και κοπάνα», «Καμικάζι αγάπη μου») αλλά και ταινίες για τον Εμφύλιο, που γυρίστηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου επί χούντας («Οι γενναίοι του Βορρά»). Γυρνάνε αυτές οι ταινίες σε όλα τα κανάλια και μεταδίδονται συνεχώς, λες και δεν υπάρχει ελληνικός κινηματογράφος, ταινίες βραβευμένες διεθνώς. Αντίθετα τα κανάλια επιλέγουν την ίδια πάντα «συνταγή», την προ 50ετίας!

● Πώς ερμηνεύετε αυτή τη συνέχεια, από τη χούντα στις μέρες μας;

Το λέω και στο βιβλίο: τα μνημόνια και η χρεοκοπία είναι αποτέλεσμα της χούντας! Ακριβώς γιατί από το ’69 μέχρι το ’72, έκανε ένα σωρό πράγματα που αύξησαν πλασματικά το εισόδημα των Ελλήνων. Οι Ελληνες έβγαλαν χρήματα εκείνο το διάστημα και αυτό καταγράφεται στη σειρά/βιβλίο «Χούντα είναι. Θα περάσει;». Το αστικό τοπίο μεταβάλλεται ραγδαία.

Στην εικόνα των πόλεων υπάρχει τεράστια διαφορά. Σε ένα-δυο χρόνια παρατηρείται τεράστια διαφορά: το αδιαχώρητο από τα Ι.Χ.! Πώς βρέθηκαν ξαφνικά τόσα χρήματα; Χαρίστηκαν τα αγροτικά χρέη, η Ελλάδα μετατράπηκε σε ένα απέραντο εργοτάξιο (το «μυστρί» του Παττακού), ακόμα και τα κοτέτσια έγιναν RentRooms, χωρίς κανένα σύστημα συλλογής φόρων. Υπήρχαν άνθρωποι που έβγαζαν τόσα χρήματα που δεν ήξεραν πώς να τα ξοδέψουν (όπως και μεταπολιτευτικά, που πήγαιναν στα σκυλάδικα με τα πιάτα, λουλούδια κ.λπ.).

Αυτό το πράγμα, όταν έπεσε η χούντα, δεν θες να το αποχωριστείς. Οπότε τι κάνεις; Ψηφίζεις αυτόν που θα συνεχίσει να σου δίνει. Αυτό και έγινε. Και ο άλλος, για να εκλεγεί, τα δίνει και κάπως έτσι φτάσαμε στα σύγχρονα μνημόνια.

● Το γράφετε και στο βιβλίο, ότι το ’69 αρχίζει να αποδομείται αυτό το πρώτο σοκ της χούντας και άρχισε ένας «νεόπλουτος ραγιαδισμός».

Η χούντα επανέφερε εμμέσως όλη τη σχέση και τη νοοτροπία που κληρονομήσαμε από την Τουρκοκρατία των 500 χρόνων – για την οποία δεν μιλά κανείς! Οι οπτικές αναπαραστάσεις της διαχρονικής πορείας του Ελληνισμού περνάνε από τον Βουλγαροκτόνο στον Κολοκοτρώνη! Για το τι έγινε αυτά τα 500 χρόνια κανείς δεν μιλάει. Είναι δυνατόν να μην έγινε τίποτα;

Η βιβλιογραφία είναι ελάχιστη. Θαυμάζω το βιβλίο του Μιχάλη Σακελλαρίου για τη 2η Τουρκοκρατία στην Πελοπόννησο, όπου αναφέρει πως τον 18ο αιώνα οι Μοραΐτες πολέμησαν μαζί με τους Οθωμανούς κατά των Βενετών και των Γενοβέζων. Γιατί συνέβη αυτό; Και γιατί κάποια χρόνια αργότερα ο μεγαλύτερος τοκογλύφος στην Πελοπόννησο ήταν Ελληνας; Από πού έβγαζε τα χρήματα; Μόνο από τους Τούρκους;…

Τα έχουμε απωθήσει όλα αυτά, λόγω των περιπετειών της χώρας τα τελευταία 200 χρόνια και το μόνο που έγινε στη διάρκεια της Κατοχής, για να στρατευθεί ο κόσμος στην Αντίσταση, ήταν η αναφορά στους καπετάνιους, τους πολέμαρχους και τη Φιλική Εταιρεία του ’21.

Αλλά μέσα στη χούντα, με τον νεοπλουτισμό και ταυτόχρονα με το «μη μιλάς»/«μην αντιδράς», δημιουργήθηκε ένας νεόπλουτος ραγιαδισμός! Κακά τα ψέματα, το 1% του πληθυσμού αντιστάθηκε στη χούντα – άλλο αν μετά, βγήκε ξαφνικά όλοι να λένε πως ήταν αντιστασιακοί… Αυτός ο νεόπλουτος ραγιαδισμός οδήγησε στη σημερινή χρεοκοπία.

● Το θέμα είναι αν έχει φύγει η νοοτροπία αυτή.

Ισως είναι νωρίς να το πούμε. Ωστόσο η χούντα έβγαλε κάτω από το χαλί τη νοοτροπία και την εμπειρία της Τουρκοκρατίας και αυτό εκλήθησαν να το ικανοποιήσουν μετά τη χούντα οι δημοκρατικές κυβερνήσεις, ως εθνική απαίτηση πλέον, συνεχώς δανειζόμενες.

Εκείνο που θα ήθελα είναι οι άξιοι ιστορικοί που έχουμε, και είναι πολλοί, να ασχοληθούν και με την περίοδο της χούντας και με την Τουρκοκρατία περισσότερο… Και μαζί με αυτούς και οι ίδιοι οι πολιτικοί. Ισως τότε δεν βλέπαμε πολλά από τα όσα συμβαίνουν σήμερα. Αρκεί να σας πω πως δεν αντέχω να ξαναπεράσω από την Πανεπιστημίου (έτσι που την κατάντησε-κατέστρεψε ο Μπακογιάννης).

Και φυσικά ούτε να ξαναπάω στον Παρθενώνα μπορώ. Που πήγε η Μενδώνη και τον τσιμεντάρισε! Είναι δυνατόν; Ηλίθιος ήταν ο Πικιώνης που διαμόρφωσε τόσο αριστοτεχνικά τον χώρο γύρω; Δεν ήξερε αυτός να βάλει τσιμέντο; Ηταν βλάκας που έβαλε με τα χεράκια του ένα ένα τα βότσαλα σε όλο τον πεζόδρομο και άφησε τις πέτρες και τ’ αγριόχορτα πάνω στον βράχο;

efsyn.gr

...