, ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΜΠΑΪΝΤΕΝ, INDEPENDENTNEWS

Οι γενναίες μεταρρυθμίσεις που εξήγγειλε ο Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν κατά την ομιλία του στο Κογκρέσο θορύβησαν τις συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες δυνάμεις εντός και εκτός ΗΠΑ. Χαιρετίστηκαν ως ένα -τηρουμένων των αναλογιών- νέο New Deal, όπως τα μέτρα που θέσπισε ο Πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούσβελτ μετά τη Μεγάλη  Ύφεση (Κραχ) του 1929 για την καταπολέμηση της φτώχειας, της ανεργίας και της κοινωνικής κρίσης με την αύξηση των δημοσίων δαπανών, την εκτέλεση δημοσίων έργων και τη στήριξη των πιο αδύναμων.

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα και στη σκιά της πανδημίας η «χώρα των ευκαιριών» αναγκάζεται να ασπαστεί στοιχειώδεις ιδέες και αξίες του κοινωνικού κράτους, του «μεγάλου κράτους», το οποίο επιχειρούν με κάθε τρόπο να δυσφημήσουν οι θιασώτες της «ελεύθερης», αλλά στην ουσία ασύδοτης αγοράς.

Το σχέδιο Μπάιντεν έχει δυο άξονες. Ο πρώτος, με την ονομασία American Jobs Plan, συνολικού ύψους 2,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, προβλέπει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας με δημόσιες επενδύσεις για έργα υποδομών και για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ο δεύτερος άξονας, με την ονομασία American Families Plan, συνολικού ύψους 1,8 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, αποβλέπει στην ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, όπως πληρωμένη γονική άδεια, μείωση διδάκτρων, ακόμα και δωρεάν σπουδές στο κολέγιο, νηπιακή φροντίδα.

Λεφτά δεν υπάρχουν, αλλά θα βρεθούν με την αύξηση της εταιρικής φορολογίας από το 21% στο 28%, λέει το σχέδιο Μπάιντεν, καθώς και από την αύξηση της φορολογίας για τα πλούσια φυσικά πρόσωπα, τους πολύ πλούσιους. Πράγματα σχεδόν ανήκουστα  για την Αμερική των τελευταίων δεκαετιών, παρότι ο Μπάιντεν προτάσσει τις «αμερικανικές» δουλειές και οικογένειες.

Με άλλα λόγια, την ώρα που στην Ευρώπη οι νεοφιλελεύθεροι επιμένουν ιδεοληπτικά να καταστρέψουν ό,τι έχει απομείνει όρθιο από το κοινωνικό κράτος, οι Δημοκρατικοί στην Αμερική (που δεν τους λες και… κομμουνιστές) προσπαθούν να ξαναχτίσουν πολλά από εκείνα που γκρέμισαν και οι δικές τους κυβερνήσεις. Αυτά τα… αμερικανάκια φαίνεται να αντιλαμβάνονται τον τοίχο που δεν (θέλουν να) βλέπουν οι θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού στον κλωβό των Βρυξελλών, καθώς και σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ή, αν θέλετε, αυτοί οι Αμερικάνοι επιχειρούν να κλείσουν τις τρύπες στο καράβι πριν τους παρασύρει στον πάτο.

Όμως η κυβέρνηση Μπάιντεν -παρά τα μεγάλα λόγια- δεν μπορεί να υλοποιήσει εύκολα τα σχέδιά της. Δεν είναι μόνο η ισχνή πλειοψηφία που έχει στη Βουλή των Αντιπροσώπων και η οριακή πλειοψηφία στο άλλο σώμα του Κογκρέσου, τη Γερουσία. Σ’ αυτή τη στήλη (ΑΥΓΗ της Κυριακής, 4.4.2021) περιγράψαμε πώς χάθηκε η μάχη για το ομοσπονδιακό ωρομίσθιο των 15 δολαρίων, όχι μόνο λόγω της λυσσαλέας αντίδρασης των Ρεπουμπλικανών, αλλά -κυρίως- εξαιτίας του μπλόκου που έστησαν μερικοί Δημοκρατικοί γερουσιαστές.

Τις μέρες που ακολούθησαν, αντιμέτωπος με την οργή της βάσης, ο Λευκός Οίκος του Μπάιντεν γλύκανε το χάπι επιβάλλοντας το ωρομίσθιο των 15 δολαρίων μόνο στους εργολάβους που συναλλάσσονται με το Δημόσιο.  Ήταν μια σημαντική κίνηση, μια μικρή νίκη, που όμως έδειξε και τα όρια…

Αυτά τα όρια θα πρέπει να ξεπεράσουν οι Δημοκρατικοί, βήμα το βήμα, από μέτρο σε μέτρο, για να υλοποιήσουν τα πακέτα των δημοσίων επενδύσεων και του κοινωνικού κράτους, απέναντι στους Ρεπουμπλικανούς, στους καρχαρίες της Γουόλ Στριτ, στα λόμπι των φαρμακευτικών, του πετρελαίου κ.ά. Θα είναι ταυτόχρονα μια μεγάλη μάχη στο εσωτερικό του κόμματος, όπου επίσης έχουν ρίζες τα οργανωμένα συμφέροντα. Ακόμα και εκεί η προοδευτική πτέρυγα χρειάζεται να παλεύει για τα αυτονόητα.

Σ’ αυτό τον αγώνα καλεί ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς, πρώην εσωκομματικός αντίπαλος του Μπάιντεν για το προεδρικό χρίσμα. Σήμερα, από τη σημαντική θέση του προέδρου της Επιτροπής Προϋπολογισμού της Γερουσίας, ο Σάντερς επισημαίνει ότι η κυβέρνηση των Δημοκρατικών οφείλει να σταματήσει τη λεηλασία του αμερικανικού Δημοσίου από τις πανίσχυρες φαρμακευτικές εταιρείες, που χρεώνουν μέχρι 10 φορές παραπάνω τα ίδια φάρμακά τους σε σχέση με τον γειτονικό Καναδά και άλλες χώρες.

Ζητά να ενισχυθεί και να διευρυνθεί το πρόγραμμα Medicare, το οποίο χορηγεί ιατρική φροντίδα στους άνω των 65 ετών, καθώς και στα άτομα με βαριά αναπηρία. Το πρόγραμμα θεσμοθετήθηκε τη δεκαετία του 1960 και αποτελεί τη μοναδική σανίδα σωτηρίας για τους ηλικιωμένους Αμερικανούς που δεν έχουν ιδιωτική ασφάλιση. Ο προοδευτικός γερουσιαστής προτείνει να μειωθεί το όριο ηλικίας για την ένταξη στο πρόγραμμα στα 60 έτη και να περιληφθούν  στοιχειώδεις παροχές, όπως η στοματική φροντίδα και τα γυαλιά οράσεως.

Τα λεφτά θα βρεθούν, λέει ο Μπέρνι Σάντερς, από τα υπερκέρδη των φαρμακευτικών, εφόσον καταργηθεί ο νόμος που σήμερα εμποδίζει το Medicare να διαπραγματευτεί τις τιμές των φαρμάκων με τις εταιρείες.

Η ΑΥΓΗ