Ο Τεό Ψαραδέλλης υπήρξε ένας άνθρωπος της δράσης και όχι της θεωρίας και ήταν ένας υποδειγματικός μαχητής ενάντια στη δικτατορία των συνταγματαρχών.

 

Ο Τεό Ψαραδέλλης, ο φίλος και σύντροφός μας, δεν ζει πια. Λιθογράφος εργάτης, συνδικαλιστής, επαναστάτης αγωνιστής, ήταν μια γοητευτική, γενναιόδωρη και θαρραλέα μορφή.

Υπήρξε ένας άνθρωπος της δράσης και όχι της θεωρίας, ήταν ένας υποδειγματικός μαχητής ενάντια στη δικτατορία των συνταγματαρχών (1967-1974), κάτι το οποίο του απέδωσε ένα «δίπλωμα» που στόλισε την κουζίνα του!

Μετά το πραξικόπημα του 1967, εντάχθηκε χωρίς δισταγμό στην αντίσταση κατά της στρατιωτικής χούντας. Συνελήφθη για πρώτη φορά το 1969 -με την κατηγορία ότι έκλεψε φορτίο δυναμίτη για μελλοντική δράση-, βασανίστηκε με τη φρικτή μέθοδο της φάλαγγας και στη συνέχεια κλείστηκε στην απομόνωση.

Με υπομονή και πείσμα -κάτι που θυμίζει τον ήρωα της διάσημης ταινίας του Μπρεσόν «Ενας καταδικασμένος σε θάνατο δραπέτευσε»- κατάφερε, χρησιμοποιώντας ένα κουτάλι, να ανοίξει την κλειδαριά και να δραπετεύσει, εκμεταλλευόμενος μια στιγμή απροσεξίας των φυλάκων.

Μετά μία περιπετειώδη θαλάσσια διαδρομή σε βάρκα με κουπιά, ο Τεό φτάνει στην Τουρκία και έπειτα από σύντομη παραμονή σε αυτήν τη χώρα προσπαθεί να καταφύγει στη Βουλγαρία. Ωστόσο, φυλακίστηκε από τις βουλγαρικές αρχές -δηλαδή τη σταλινική γραφειοκρατία- οι οποίες παρέδωσαν, χωρίς δισταγμό, αυτόν τον επικίνδυνο τροτσκιστή στην ελληνική αστυνομία…

Κατά τη διάρκεια της δίκης του στην Ελλάδα, ο πρόεδρος του στρατοδικείου ειρωνεύτηκε τους «αδελφούς κομμουνιστές Βουλγάρους» που τον πρόδωσαν, προκαλώντας την ακόλουθη οργισμένη απάντηση από τον Ψαραδέλλη: «Αυτό το ζήτημα δεν σας αφορά. Μια μέρα οι Βούλγαροι εργάτες θα τακτοποιήσουν τους λογαριασμούς τους με τους σταλινικούς στη χώρα τους».

Μετά την καταδίκη του από το δικαστήριο της χούντας ο Τεό φυλακίστηκε, αλλά κατορθώνει να δραπετεύσει για δεύτερη φορά! Αφού διέσχισε τα Βαλκάνια (αποφεύγοντας τη Βουλγαρία…) και την Ιταλία, κατέληξε αυτοεξόριστος στη Γαλλία το 1971.

Στο Παρίσι, αγωνίζεται με τους Ελληνες εξόριστους ενάντια στη δικτατορία και εργάζεται ως λιθογράφος στην εφημερίδα «Rouge». Συμμετέχει επίσης στις δραστηριότητες του Επαναστατικού Κομμουνιστικού Συνδέσμου (Ligue Communiste Revolutionaire), όπου θα συναντήσει μια Γιουγκοσλάβα σύντροφο, τη Νάντια, που θα γίνει η σύζυγός του και η μητέρα των δύο παιδιών του.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1974, μετά την πτώση των συνταγματαρχών, ο Τεό δραστηριοποιήθηκε για άλλη μια φορά στο τροτσκιστικό κίνημα. Και ως ένας ακτιβιστής που είχε πειστεί για τον επείγοντα χαρακτήρα της δημοσίευσης των κλασικών του επαναστατικού μαρξισμού επέτρεψε στον εαυτό του να παγιδευτεί -όχι χωρίς αφέλεια- στην επίθεση σε μια τράπεζα το 1986, μια ενέργεια η οποία, ευτυχώς, δεν προκάλεσε θάνατο ή τραυματισμό σε κανένα.

Γιατί λοιπόν να εμπλακεί σε μια παρόμοια ενέργεια, δώδεκα χρόνια μετά την πτώση του καθεστώτος των συνταγματαρχών; Ο Ψαραδέλλης θα εξηγήσει αργότερα ότι ο στόχος του ήταν να εξοικονομήσει πόρους για να χρηματοδοτήσει την έκδοση των έργων του Παντελή Πουλιόπουλου, θεμελιωτή του ελληνικού τροτσκισμού, κάτι που εκκρεμούσε επί χρόνια. Αλλά δεν πήρε τίποτα και, έχοντας κατανοήσει τον ρόλο που διαδραμάτισε σε αυτή την επιχείρηση η οργάνωση «17 Νοέμβρη», έκοψε τους δεσμούς μαζί της.

Εκείνοι και εκείνες που γνωρίζουν τον Τεό και έχουν αγωνιστεί στο πλευρό του θα αναγνωρίσουν σε αυτό το μείγμα ευπιστίας και πολιτικής εντιμότητας αυτού του λιθογράφου που, όπως και άλλοι Ελληνες εργάτες της γενιάς του και της πολιτικής του παράδοσης, ορκίστηκε έναν πραγματικό σεβασμό στον πολιτισμό εν γένει, και ειδικότερα στην πολιτική κληρονομιά του επαναστατικού μαρξισμού. Εναν σεβασμό ακόμη μεγαλύτερο, αφού ο ίδιος είχε υποχρεωθεί να σταματήσει το σχολείο από το δημοτικό.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1990, ύστερα από μια σοβαρή χειρουργική επέμβαση στην καρδιά, ο Τεό εγκατέλειψε τον ενεργό ακτιβισμό. Ωστόσο, το 2002, κατά τη διάρκεια της αστυνομικής εκστρατείας για την εξάρθρωση της οργάνωσης «17 Νοέμβρη», φυλακίστηκε και πάλι μετά από καταγγελίες «μεταμελημένων» – που αργότερα θα τις αποσύρουν δημοσίως.

Η δίκη του θα πραγματοποιηθεί το 2003 και θα προκαλέσει έντονο διεθνές ενδιαφέρον. Στην απολογία του, ο Τεό αναγνώρισε τη συμμετοχή του στη ληστεία του 1986, αλλά αυτό το αδίκημα είχε ήδη παραγραφεί. Σίγουρα, μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι έδειξε απερισκεψία, αφέλεια και εσφαλμένη πολιτική κρίση… Ας θυμηθούμε, ως ελαφρυντική περίσταση, την περίφημη φράση του Μπρεχτ στην «Οπερα της πεντάρας»: «Η κλοπή μιας τράπεζας δεν είναι τίποτα σε σύγκριση… με την ίδρυση μιας τράπεζας».

Αντιμέτωπος με τις κατηγορίες της αστυνομίας, ο Ψαραδέλλης αρνείται οποιαδήποτε συμμετοχή σε ομάδες των οποίων δεν συμμερίζεται τον εθνικιστικό προσανατολισμό και ακόμη λιγότερο τις μεθόδους: την εκτέλεση βουλευτών, βιομηχάνων, δεξιών δημοσιογράφων, Τούρκων διπλωμάτων… «Η ιδεολογία μου», ξεκαθάρισε στην απολογία του, «δεν μου απαγορεύει την απαλλοτρίωση τραπεζών, αλλά καταδικάζει, πολιτικά και ηθικά, τις δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων».

Ημασταν ανάμεσα στους πολλούς μάρτυρες υπεράσπισης, Ελληνες και Γάλλους, που ήρθαν στη δίκη του για να εξηγήσουν τις ενέργειες του Ψαραδέλλη και να δείξουμε την ασυμβατότητα μεταξύ της πολιτικής του κουλτούρας και των δολοφονικών πρακτικών.

Πολλές πολιτικές προσωπικότητες, στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, υπέγραψαν έκκληση για την απελευθέρωσή του. Τελικά, το δικαστήριο αναγνώρισε την αθωότητά του και αφέθηκε ελεύθερος.

Καλό ταξίδι, αγαπητέ φίλε. Κατάφερες για ακόμα μια φορά να αποδράσεις.

Δεν θα σε ξεχάσουμε.

*Η Ελένη Βαρίκα είναι καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Παρίσι VIII. Ο Μικαέλ Λεβί είναι επίτιμος διευθυντής Κοινωνιολογικών Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Ερευνας της Γαλλίας

efsyn.gr