Ταμείο Ανάκαμψης : Το μέλλον της Ε.Ε. και η θέση της Ελλάδας

Posted on 26 Ιουνίου, 2020, 4:52 μμ
42 secs

 Ευκλείδης Τσακαλώτος, Γιώργος Σταθάκης, Δημήτρης Λιάκος, Ευγενία Φωτονιάτα, Κώστας Μελάς, Μαρία Καραμεσίνη και Γιώργος Σταμπουλής τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις προοπτικές για την ελληνική οικονομία και κοινωνία


Η πανδημία θέτει προκλήσεις στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική συνοχή των ευρωπαϊκών κοινωνιών και φέρνει την Ευρωπαϊκή Ένωση προ των ευθυνών της. Για πρώτη φορά στην ιστορία της βλέπουμε μια μορφή αμοιβαιοποίησης ενός μέρους του χρέους της, με την πανδημία να αποδεικνύεται ενδεχομένως και καθοριστική καμπή για το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Ταυτόχρονα, η συνθήκη του Covid19 ανέδειξε εκ νέου τη σπουδαιότητα της συζήτησης περί του αναγκαίου μετασχηματισμού της οικονομίας και της παραγωγής, καθώς και περί μιας ανάπτυξης με κοινωνικό και οικολογικό πρόσημο.

Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς δημοσιεύει σήμερα, στο πλαίσιο του προγράμματος «Οικονομία – Παραγωγή – Βιώσιμη Ανάπτυξη» μια συζήτηση για το Ταμείο Ανάκαμψης, το μέλλον της Ε.Ε. και τη θέση της Ελλάδας. Πιο συγκεκριμένα, απευθύναμε τις ίδιες τέσσερις ερωτήσεις σε επτά αριστερούς και προοδευτικούς οικονομολόγους και αναπτυξιολόγους – τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, τον Γιώργο Σταθάκη, το Δημήτρη Λιάκο, την Ευγενία Φωτονιάτα, τον Κώστα Μελά, τη Μαρία Καραμεσίνη και τον Γιώργο Σταμπουλή –  διοργανώνοντας, τρόπον τινά, έναν άτυπο δημόσιο διάλογο, με την ελπίδα ότι οι απαντήσεις των συνομιλητών μας θα δώσουν εξηγήσεις, ιδέες και προτάσεις που θα αποτελέσουν το έναυσμα για προβληματισμό και δημόσια συζήτηση.


Ευκλείδης Τσακαλώτος :

 

·        Η αύξηση των μελλοντικών ευρωπαϊκών προϋπολογισμών, αλλά και η θωράκιση με αυξημένους ίδιους πόρους θα δώσει στην ΕΕ την δυνατότητα να σχεδιάσει και να εφαρμόσει πολιτικές οι οποίες θα ενισχύουν τη σύγκλιση και θα βοηθούν στην αντιμετώπιση οικονομικών κρίσεων και διακυμάνσεων συμπεριλαμβανομένου και κρίσεις όπως η υγειονομική.

·        Σίγουρα ανοίγει μια χαραμάδα σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι η μεγάλη ρωγμή που θα επιθυμούσαμε.

·        Η αναπτυξιακή πολιτική της χώρας απαιτεί μια σοφή διαχείριση της γνώσης, έναν δημοκρατικό προγραμματισμό. Απαιτεί συνεννόηση κυβέρνησης, αντιπολίτευσης, επιμελητηρίων, κοινωνικών φορέων. Αν δεν συναποφασίσουμε ως κοινωνία ποιες είναι οι προτεραιότητές και οι στόχοι  μας, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να τους πετύχουμε. 

 

Γιώργος Σταθάκης :

 

·        Η Ε.Ε. έσπασε κάποια ταμπού. Πρώτον ότι δανείζεται η ίδια. Δεύτερον ότι τα δάνεια θα ξεπληρώνονται είτε από την επιβολή νέων ευρωπαϊκών φόρων σε κάποιες οικονομικές συναλλαγές ή με αύξηση των εθνικών εισφορών που και οι δύο διατηρούν την αναλογικότητα με βάση το επίπεδο ανάπτυξης κάθε χώρας. Τρίτον,  ότι πρόκειται ουσιαστικά για μηχανισμό αναδιανομής υπέρ των πληγέντων κρατών μελών ή αυτών που έχουν πολύ υψηλό χρέος. Τέταρτον, εφόσον τα χρήματα, θα καταλήξουν στο Ταμείο, που θεωρείται μεν έκτακτο, αλλά αποτελεί ουσιαστικά μέρος του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, την επαύριον της κρίσης θα είναι δόκιμη η μονιμοποίηση ενός αυξημένου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, που αποτελεί πάγιο αίτημα των προοδευτικών δυνάμεων στην Ευρώπη.

 

 

Δημήτρης Λιάκος :

 

·        Ο συνδυασμός των εργαλείων της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής αδιαμφισβήτητα αποτελεί θετική εξέλιξη. Ειδικά στο σκέλος των δημοσιονομικών είναι η πρώτη φορά που οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αποφάσισαν να «σηκώσουν» το βάρος των ευθυνών που τους αναλογεί.

·        Καίριο πολιτικό ερώτημα αποτελούν οι προθέσεις των ευρωπαϊκών ηγεσιών για την μετατροπή του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού στο βασικό εργαλείο άσκησης  μιας κοινής δημοσιονομικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

·        Γίνεται αντιληπτό ότι η αποτελεσματική διαχείριση των συνολικών κονδυλίων από τις ευρωπαϊκές πηγές, που θα ξεπεράσουν τα 50 δισ.€ έως το 2027 (προσθέτοντας τους πόρους ΕΣΠΑ), προαπαιτεί ένα εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και αλλαγής του αναπτυξιακού προτύπου.

 

Ευγενία Φωτονιάτα :

 

·        Η συζήτηση απέναντι στην πρόταση της Επιτροπής, εκτιμώ ότι πρέπει να μετατοπιστεί σε πρώτο χρόνο από το θέμα της επάρκειας των πόρων προς το προσωρινό χαρακτήρα του εργαλείου και την ικανότητα του ή μη στην προσαρμογή σε νέες αρνητικές εξελίξεις.

·        Αν και σε πρώτη ανάγνωση οι προτεραιότητες και οι στόχοι που φιλοδοξεί να ικανοποιήσει το Ταμείο Ανάκαμψης σε επίπεδο τίτλων (πράσινη οικονομία, ανθεκτικότητα, δίκαιη μετάβαση) μοιάζουν να απαντούν στις προκλήσεις της εποχής, όμως πρέπει κανείς να δει από πιο κοντά τα «τεχνικά» θέματα όπως τις επιμέρους κατανομές των πόρων, τις διαδικασίες και τα κριτήρια επιλογής. Η εικόνα που διαμορφώνεται από τα στοιχεία αυτά, δημιουργεί προβληματισμούς τόσο για την δυνατότητα συμμετοχής της χώρας με αξιώσεις στη διαδικασία όσο και για την αποτελεσματικότητα των εγκεκριμένων έργων στο σχέδιο ανάκαμψης.

 

Κώστας Μελάς :

 

·        Δεν απαξιώνω το θετικό βήμα που συνεπάγεται αυτή η κοινή έκδοση χρέους. Όμως δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί βήμα προς την ενοποίηση δεδομένου ότι αποτελεί απάντηση σε ένα εξωγενές συμβάν που μεγιστοποίησε τους υπαρκτούς φυγόκεντρους κινδύνους που ήδη ενυπήρχαν, ανεξαρτήτως των αρνητικών επιπτώσεων της πανδημίας. Το βήμα αυτό αποτελεί σταγόνα στον ωκεανό στα συσσωρευμένα οικονομικά προβλήματα των κρατών μελών της ένωσης (μεταξύ των οποίων πρώτο αυτό της απόκλισης των οικονομιών των κρατών μελών) και τα οποία έχουν προέλθει πρωτίστως από τον τρόπο που επιχειρείται να συντελεστεί η ενωσιακή διαδικασία

 

Μαρία Καραμεσίνη :

 

·        Φαίνεται ότι η κοινωνική πολιτική και η πολιτικής απασχόλησης των κρατών μελών της Ε.Ε. διεκδικούν λίγους πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης.

·        Δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε ως θετικό ότι η κατανομή των πόρων του Ταμείου δεν θα γίνει, όπως σε άλλες περιπτώσεις, με βάση τη συνεισφορά αλλά με βάση τις ανάγκες των κρατών-μελών, κριτήριο που εισάγει τη διάσταση της αλληλεγγύης κυρίως προς τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, μέσω της (ανα)διανομής των πόρων προς όφελος των κρατών που έχουν πληγεί δυσανάλογα από την πανδημία ή/και βρίσκονται στην πιο αδύναμη θέση (κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ποσοστό ανεργίας κλπ.).

·        Χωρίς επιπρόσθετες «μνημονιακές δεσμεύσεις» στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου και της «κανονικής» ενισχυμένης εποπτείας, θα μπορούσαν να υπάρχουν συστάσεις για σκληρή δημοσιονομική αναπροσαρμογή σε χώρες με μεγάλο δημόσιο έλλειμμα και χρέος και άρα για περικοπές μισθών και συντάξεων στη χώρα μας.

 

Γιώργος Σταμπουλής :

 

·        Φαίνεται ότι υπερτιμώνται τόσο οι δυνατότητες των πιο αδύναμων χωρών και περιφερειών να αξιοποιήσουν τα κονδύλια, όσο το μέγεθος των διαρθρωτικών προκλήσεων. Ένα σημαντικό ζήτημα είναι η καταλληλότητα των προτεραιοτήτων για όλες τις χώρες και περιφέρειες. Η παρέμβαση χαρακτηρίζεται από τη λογική ότι «ένα κουστούμι μπορεί να ταιριάζει σε όλους».

·        Ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία των παρεμβάσεων να είναι η υποτίμηση της σημασίας της υγειονομικής κρίσης. Δεν πρόκειται για μία κρίση που προστίθεται στις ήδη υπάρχουσες προκλήσεις. Λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως καταλύτης κοινωνικο-τεχνικών αλλαγών που θα έχουν δραματικές επιπτώσεις στην εργασία, το εμπόριο, το διεθνή καταμερισμό εργασίας και τομείς όπως, για παράδειγμα, η λειτουργία και η οικονομία των πόλεων.


Εισαγωγή

 

Η υγειονομική κρίση του Covid-19 βρήκε την Ευρωπαϊκή Ένωση να επουλώνει τις πληγές της από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και τα προγράμματα λιτότητας που εφαρμόστηκαν σε ορισμένα κράτη μέλη. Η πανδημία θέτει προκλήσεις στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική συνοχή των ευρωπαϊκών κοινωνιών και φέρνει την ΕΕ προ των ευθυνών της. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης βλέπουμε μια μορφή αμοιβαιοποίησης ενός μέρους του χρέους της, γεγονός που θέτει νέα δεδομένα στη συζήτηση τόσο για τη νέα περίοδο ύφεσης της Ευρωζώνης όσο και για την ευρωπαϊκή ενοποίηση καθ’ αυτή, με την πανδημία να αποτελεί, εκτός των άλλων, και καθοριστική καμπή για το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Από τη μία πλευρά, οι χώρες οι οποίες επλήγησαν περισσότερο από τον Covid19 με καθαρά υγειονομικούς όρους, αλλά και οι πιο ευάλωτες οικονομικά χώρες που βρίσκονται μπροστά σε μια νέα κρίση, ζητούν την έκδοση Ευρωομολόγου ή αλλιώς Κορωνο-ομολόγου. Από την άλλη, οι «σκληροί» του Βορρά που πιέζουν για περισσότερο δανεισμό και κατ’ επέκταση αύξηση του δημόσιου χρέους των χωρών. Πώς όμως δίνεται μια ουσιαστική στήριξη στην ανάπτυξη και ποια είναι η απάντηση για την Ευρώπη του αύριο; Ποιες είναι οι προκλήσεις που επιφυλάσσονται για την Ελλάδα, τις δημόσιες επενδύσεις και το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας, αλλά και τι πρέπει να περιμένουμε από τις διεργασίες στην Ε.Ε.;

Η συνθήκη του Covid19 ανέδειξε εκ νέου τη σπουδαιότητα της συζήτησης περί του αναγκαίου μετασχηματισμού της οικονομίας και της παραγωγής, καθώς και περί μιας ανάπτυξης με κοινωνικό και οικολογικό πρόσημο. Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, συνεχίζοντας τη μακρά παράδοσή του στην ενασχόληση με τα ζητήματα της οικονομίας από μία κριτική σκοπιά, σκοπεύει να συμβάλει στο δημόσιο διάλογο, προτείνοντας εναλλακτικές αναγνώσεις αυτής της νέας συγκυρίας και, κυρίως, παρουσιάζοντας προτάσεις και επεξεργασίες για ένα διαφορετικό αναπτυξιακό μοντέλο, δημοσιεύει σήμερα, στο πλαίσιο του προγράμματος «Οικονομία – Παραγωγή – Βιώσιμη Ανάπτυξη», μια συζήτηση για το Ταμείο Ανάκαμψης, το μέλλον της Ε.Ε. και τη θέση της Ελλάδας.

Πιο συγκεκριμένα, απευθύναμε τις ίδιες τέσσερις ερωτήσεις σε επτά αριστερούς και προοδευτικούς οικονομολόγους και αναπτυξιολόγους – τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, τον Γιώργο Σταθάκη, το Δημήτρη Λιάκο, την Ευγενία Φωτονιάτα, τον Κώστα Μελά, τη Μαρία Καραμεσίνη και τον Γιώργο Σταμπουλή –  διοργανώνοντας, τρόπον τινά, έναν άτυπο δημόσιο διάλογο για το τι περιμένουμε τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα από τις διεργασίες γύρω από το «Ταμείο Ανάπτυξης» που ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στις απαντήσεις τους, που ακολουθούν, ελπίζουμε ότι ο αναγνώστης και η αναγνώστρια θα βρουν εξηγήσεις, ιδέες και προτάσεις που θα αποτελέσουν το έναυσμα για προβληματισμό και δημόσια συζήτηση.

 

Ευκλείδης Τσακαλώτος: «Σίγουρα ανοίγει μια χαραμάδα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι η μεγάλη ρωγμή που θα επιθυμούσαμε»

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι Καθηγητής Οικονομικών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην Υπουργός Οικονομικών

 

Με τα σημερινά δεδομένα, οι πόροι που θα διατεθούν από την Ε.Ε. μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης είναι επαρκείς; Υπάρχει πρόβλεψη για μια πιθανή δεύτερη φάση της υγειονομικής κρίσης;

 

Πρώτα από όλα, θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι αυτή τη στιγμή το μόνο που έχουμε είναι την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η πρόταση αυτή θα συζητηθεί από όλα τα κράτη μέλη. Ήδη όμως έχουν εκφραστεί ενστάσεις, κυρίως από χώρες του Βορρά, τόσο για το ύψος των μέτρων αλλά και για τoν τρόπο που θα διανεμηθούν, εκταμιευθούν κ.λπ. Βλέπουμε λοιπόν ότι υπάρχουν ακόμη τεράστιες αβεβαιότητες, οι οποίες υποτίθεται ότι θα λυθούν μέχρι τα τέλη του έτους.

Ας υποθέσουμε όμως ότι η πρόταση της Επιτροπής θα εγκριθεί ως έχει. Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε σε αυτή την περίπτωση ότι εκκρεμούν αποφάσεις για το πού θα κατευθυνθούν αυτοί οι πόροι και με τι είδους έλεγχο από την Ε.Ε. Επίσης θα πρέπει να τονίσουμε ότι αποτελεί μια αισιόδοξη ρωγμή για τον τρόπο που λειτουργεί η Ευρώπη αλλά, όπως θα πούμε και παρακάτω, δεν αποτελεί ευρωομόλογο.

Σε κάθε περίπτωση οι πόροι είναι αρκετοί, αλλά δεν είναι επαρκείς. Και κυρίως υπάρχει κενό σχετικά με το τι θα γίνει αν υπάρξει και δεύτερη φάση της υγειονομικής κρίσης και τι θα γίνει αν αυτή αναγκάσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να λάβουν και δεύτερο γύρο μέτρων περιορισμού της κυκλοφορίας, εντείνοντας την κρίση. Κατ’ ελάχιστον θα πρέπει να υπάρξει μια ρήτρα στην οποιαδήποτε συμφωνία ότι σε περίπτωση δεύτερου κύματος θα υπάρξει αναθεώρηση των πόρων και της κατανομής αυτών. Γιατί αυτό θα παρείχε ασφάλεια στα κράτη μέλη για τη λήψη των απαραίτητων εμπροσθοβαρών μέτρων ενίσχυσης της οικονομίας, χωρίς παράλληλα να κινδυνεύουμε να εμπλακούμε σε έναν νέο γύρο διαπραγματεύσεων οι οποίες στην Ευρώπη είναι αρκετές φορές παραλυτικές.

Πέρα από αυτό, η συζήτηση δεν πρέπει να περιοριστεί στο ύψος και την κατανομή, αλλά και στο πώς θα χρηματοδοτηθούν αυτές οι αποφάσεις. Μέχρι στιγμής είναι ασαφής ο χρονικός ορίζοντας αποπληρωμής και διαφαίνεται ότι η αποπληρωμή θα γίνει από τους τακτικούς προϋπολογισμούς της Ε.Ε. τα επόμενα 30 χρόνια. Υπάρχει ο φόβος ότι αυτό μπορεί οδηγήσει σε μείωση των απολαβών από μελλοντικούς προϋπολογισμούς. Με άλλα λόγια, αν διατηρηθεί η τακτική που ακολουθεί μέχρι τώρα η ΕΕ ότι οι προϋπολογισμοί είναι περίπου το 1% – 1,1% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, σημαίνει ότι η μετακύλιση του κόστους αποπληρωμής στις μελλοντικές δεκαετίες θα μειώσει πρακτικά τους πόρους που θα είναι διαθέσιμοι στο μέλλον για την Ευρώπη. Η μεταστροφή μπορεί να γίνει με δύο τρόπους, που και οι δύο πρακτικά σημαίνουν την αύξηση των μελλοντικών ευρωπαϊκών προϋπολογισμών. Ή αύξηση της συνεισφοράς των κρατών ή αύξηση των ευρωπαϊκών ιδίων πόρων. Η τελευταία θα μπορεί να επιτευχθεί είτε με ανακατεύθυνση εσόδων από τους εθνικούς προϋπολογισμούς, είτε με επιβολή νέων φόρων σε δραστηριότητες που ευνοούνται από το μέγεθος της ενιαίας αγοράς αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν φορολογηθεί. Ενδεικτικά, φόροι που έχουν τεθεί κατά καιρούς στο δημόσιο διάλογο είναι η φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας, η φορολόγηση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, περιβαλλοντικοί φόροι, αλλά και η φορολόγηση μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων.

Σε κάθε περίπτωση η αύξηση των μελλοντικών ευρωπαϊκών προϋπολογισμών, αλλά και η θωράκιση με αυξημένους ίδιους πόρους θα δώσει στην ΕΕ την δυνατότητα να σχεδιάσει και να εφαρμόσει πολιτικές οι οποίες θα ενισχύουν τη σύγκλιση και θα βοηθούν στην αντιμετώπιση οικονομικών κρίσεων και διακυμάνσεων συμπεριλαμβανομένου και κρίσεις όπως η υγειονομική.

 

Οι προτεραιότητες που θέτει η Κομισιόν και τα κριτήρια διανομής του πακέτου είναι τα ενδεδειγμένα;

 

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το Ταμείο Ανάκαμψης έχει αρκετά θολά σημεία ακόμα. Θολά σημεία που αφορούν τόσο το ύψος του στο σύνολο, αλλά και για την Ελλάδα, αλλά και για τον τρόπο που θα γίνεται η διαχείριση των πόρων που έχει στη διάθεσή του. Και αυτό, γιατί μέχρι στιγμής αυτό που υπάρχει είναι η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που όμως πρέπει να συζητηθεί και να εγκριθεί από τα κράτη μέλη.

Από τη μέχρι στιγμής πρόταση μπορούμε να διακρίνουμε τουλάχιστον μία θετική πτυχή αλλά και έναν κίνδυνο.

Το θετικό είναι ότι, αν και φαίνεται ότι θα υπάρξουν κάποιες προτεραιότητες ως προς την κατεύθυνση που θα έχουν τα εθνικά προγράμματα, φαίνεται ότι αφήνει βαθμούς ελευθερίας στις χώρες μέλη να θέσουν τις προτεραιότητές τους.

Ο κίνδυνος όμως είναι ότι ο έλεγχος που θα κάνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πού κατευθύνονται στην πορεία αυτοί οι πόροι φαίνεται ότι θα είναι ιδιαίτερα αυξημένος. Έτσι θα υπάρχουν στόχοι και οι εκταμιεύσεις θα γίνονται μόνο αν αυτές είναι εναρμονισμένες με το συμφωνημένο πρόγραμμα.

Σε κάθε περίπτωση, οι ευρύτεροι στόχοι που θέτει η Επιτροπή φαίνεται να μην είναι σε τελείως λάθος κατεύθυνση. Για παράδειγμα, η έμφαση που δίνεται στην πράσινη ανάπτυξη και στην μείωση των εκπομπών άνθρακα δείχνει ότι γίνεται κατανοητή σε έναν βαθμό η κρισιμότητα της κατάστασης. Βέβαια, υπάρχουν διαφωνίες για το σημαίνει πολιτικές φιλικές προς το περιβάλλον, αλλά είναι καιρός να ανοίξει και αυτή η κουβέντα. Παράλληλα, το γεγονός ότι έχουμε διάθεση πόρων με βάση τις ανάγκες των κρατών μελών και το πόσο επλήγησαν από την κρίση είναι εξαιρετικά σημαντικό. Η Ευρώπη δέχθηκε πίεση από την Ιταλία και την Ισπανία, οι οποίες αποτελούν συστημικούς κινδύνους, και το αποτέλεσμα ήταν τα κριτήρια διανομής του πακέτου να έχουν έντονη την λογική της συνοχής.

 

Αλλάζει η πρόταση της Κομισιόν – που περιλαμβάνει τρόπον τινά μια μορφή αμοιβαιοποίησης του χρέους της Ε.Ε. – τον τρόπο με τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσει η ευρωπαϊκή ενοποίηση; Είναι εφικτό να αντέξει η Ένωση τον διχασμό μεταξύ των χωρών που έχουν πληγεί περισσότερο από την υγειονομική κρίση και της ομάδας των σκληρών του Βορρά;

 

Για να δούμε το πώς θα προχωρήσει η ΕΕ πρέπει για αρχή να συμφωνήσουμε στο πού βρίσκεται. Κοιτώντας τα τελευταία 20 χρόνια θα δούμε δύο περιόδους. Τη δεκαετία πριν από την κρίση του 2008 (τα πρώτα χρόνια από την υιοθέτηση του ευρώ) είχαμε μια περίοδο όπου υπήρχε μια τάση σύγκλισης των χωρών, αν και όχι ομοιόμορφη. Σε αυτή την περίοδο βέβαια είχαμε και χώρες που δεν συγκλίνανε (όπως η Ιταλία) αλλά και χώρες που συγκλίνανε (π.χ. Ελλάδα και Ισπανία) αλλά – όπως αποδείχθηκε στην πορεία – με μη βιώσιμο τρόπο. Μετά την χρηματοοικονομική κρίση και τώρα με την υγειονομική κρίση υπάρχει μια γενικότερη τάση απόκλισης μεταξύ των χωρών, κυρίως του Βορρά, γιατί υπάρχει διαφορά στην ικανότητα των χωρών να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις αυτές. Ταυτόχρονα, η Ευρωζώνη είναι μια είναι νομισματική ένωση χωρίς όμως τα όπλα μιας νομισματικής ένωσης. Η  τραπεζική ένωση δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί, ένας μεγάλος προϋπολογισμός παραμένει αίτημα των προοδευτικών δυνάμεων αλλά συναντάει γενναίες αντιδράσεις, όπως και η δυνατότητα της ΕΚΤ να λειτουργεί ως δανειστής τελευταίας καταφυγής.

Το ερώτημα λοιπόν είναι αν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική στιγμή, την στιγμή που αλλάζει την Ευρώπη για πάντα. Η αντίστοιχη στιγμή στην ιστορία των ΗΠΑ ήταν η λεγόμενη «Hamiltonian moment»  όταν δηλαδή ο Alexander Hamilton, ο πρώτος Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ (βλέπουμε εδώ ίσως και την ανάγκη για εμβάθυνση της πολιτικής ενοποίησης) μετέφερε τα χρέη των πολιτειών στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Οι αναλυτές συμφωνούν στο ότι δεν πρόκειται για μια τέτοια στιγμή καθώς βασικές πολιτικές αποφάσεις δεν έχουν ληφθεί. Συμφωνώ όμως με όσους αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν συμβολικές κινήσεις που είναι εξαιρετικά σημαντικές. Κινήσεις που σπάνε ταμπού χρόνων. Η πρόταση έχει δύο καινοτομίες. Τη δυνατότητα της Επιτροπής να δανείζεται, που είναι από μόνη της σημαντική, αλλά και το γεγονός ότι τα δάνεια αυτά εν δυνάμει θα χρηματοδοτηθούν από φόρους στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πέρα όμως από το συμβολικό επίπεδο βλέπουμε ότι η Ευρώπη αποκτά σιγά σιγά και φοβικά κάποια από τα όπλα μιας νομισματικής ένωσης. Η ΕΚΤ παρεμβαίνει αγοράζοντας ομόλογα και παρεμβαίνει με τάση δανειστή τελευταίας καταφυγής, αλλά και αυτό έχει δυστυχώς τα όρια του. Ταυτόχρονα όμως η τραπεζική ένωση, ιδιαίτερα στο σκέλος μια εγγύησης καταθέσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο – ως κρίσιμος κρίκος της αμοιβαιοποίησης του κινδύνου – παραμένει σε αρχικό στάδιο.

Με πολύ απλά λόγια θα έλεγα ότι σίγουρα ανοίγει μια χαραμάδα σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι η μεγάλη ρωγμή που θα επιθυμούσαμε. Αν δεν είναι τώρα η ώρα να μιλήσουμε για ένα ευρωπαϊκό ταμείο ανεργίας για παράδειγμα πότε θα είναι; Ταυτόχρονα το γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη κουβέντα για αιρεσιμότητες, αλλά και η σκληρή πραγματικότητα ότι οι ευρωπαϊκές συνθήκες ανεστάλησαν, μεν αλλά σε καμία περίπτωση δεν καταργήθηκαν μας δείχνει ότι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας.

 

Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, οι όροι εκταμίευσης και η σκληρή εποπτεία της χρήσης των κονδυλίων θα οδηγήσουν σε μια νέα μορφή μνημονίων; Ποιες πρέπει να είναι οι προτεραιότητες ενός ελληνικού σχεδίου ανάπτυξης;

 

Η Ελλάδα αλλά και η Ευρώπη μπαίνουν σε μια πρωτόγνωρη φάση. Η υγειονομική κρίση έχει θέσει πολλές συζητήσεις σε καινούρια βάση, τόσο για την φύση και το ρόλο του δημοσίου συστήματος υγείας, αλλά και το ρόλο του κράτους γενικότερα. Ρόλοι που είναι κομβικοί στη διασφάλιση και ενίσχυση τόσο της οικονομικής σταθερότητας όσο και της ανάπτυξης, κάτι που πλέον γίνεται κατανοητό σε ευρύτερα ακροατήρια. Το Ταμείο Ανάκαμψης και η διαχείριση του από το κράτος αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα για τη χώρα. Για αυτό, το πρόγραμμα της εκάστοτε κυβέρνησης έχει κομβικό ρόλο, καθώς με βάση αυτό θα εγκρίνονται ή θα απορρίπτονται τα έργα και οι δράσεις.

Εδώ θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί με τις προτάσεις και προτεραιότητες της κυβέρνησης της ΝΔ. Τα δείγματα που έχει δείξει μέχρι στιγμής είναι η έμφαση στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και μείωσης της φορολογίας ως αναπτυξιακό μοχλό. Από την άλλη βλέπουμε την παντελή έλλειψη οράματος για το μέλλον και σαν κορμός της ανάπτυξης είναι και πάλι η τσιμεντοποίηση (με διάφορες διευκολύνσεις των κατασκευών) και ο τουρισμός. Δεν βλέπουμε να υπάρχει κάποια μέριμνα για ενίσχυση της καινοτομίας και της εξωστρέφειας. Κανένα πλαίσιο για ουσιαστική ενίσχυση νεοφυών επιχειρήσεων και στήριξη τομέων δραστηριότητας υψηλής παραγωγικότητας.

Στον αντίποδα, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι εντελώς διαφορετικής φιλοσοφίας. Προτείνεται ένα μείγμα που θα χρησιμοποιεί τον δημοσιονομικό χώρο που θα δημιουργείται στο μέλλον τόσο για μείωση φορολογικών (και άλλων) βαρών, αλλά και για την ενίσχυση των δαπανών τόσο στο κοινωνικό κράτος (συμπεριλαμβανομένου του συστήματος υγείας) αλλά και δράσεων που θα έχουν στόχο την ενίσχυση της καινοτομίας και της φιλικής προς το περιβάλλον ανάπτυξης.

Στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που θα ολοκληρωθεί και θα δημοσιευτεί στο επόμενο διάστημα, βασικοί άξονες θα είναι η δημιουργία μια ολοκληρωμένης πρότασης, που θα οδηγεί σε μετασχηματισμό της οικονομίας με ενίσχυση των παραγωγικών δυνάμεων και της καινοτομίας, αλλά με γνώμονα και τον οικολογικό μετασχηματισμό της οικονομίας μεσοπρόθεσμα. Σε κάθε περίπτωση, η ανάπτυξη δεν μπορεί πάρα να συνοδεύεται από συγκεκριμένα μέτρα μείωσης των ανισοτήτων, γιατί σε κάθε άλλη περίπτωση, θα είναι θνησιγενής. Τούτων λεχθέντων, η αναπτυξιακή πολιτική της χώρας απαιτεί μια σοφή διαχείριση της γνώσης, έναν δημοκρατικό προγραμματισμό. Απαιτεί συνεννόηση κυβέρνησης, αντιπολίτευσης, επιμελητηρίων, κοινωνικών φορέων. Αν δεν συναποφασίσουμε ως κοινωνία ποιες είναι οι προτεραιότητές και οι στόχοι  μας, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να τους πετύχουμε.

 

 

Γιώργος Σταθάκης: «Την επαύριον της κρίσης θα είναι δόκιμη η μονιμοποίηση ενός αυξημένου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, που αποτελεί πάγιο αίτημα των προοδευτικών δυνάμεων στην Ευρώπη»

Ο Γιώργος Σταθάκης είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, πρώην Υπουργός Οικονομίας & Ανάπτυξης

 

Με τα σημερινά δεδομένα, οι πόροι που θα διατεθούν από την Ε.Ε. μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης είναι επαρκείς; Υπάρχει πρόβλεψη για μια πιθανή δεύτερη φάση της υγειονομικής κρίσης;

 

Οι πόροι, τα 750 δις, από τα οποία  τα 500 δις είναι πόροι για απευθείας χορηγίες και τα 250 είναι με τη μορφή δανείων,  είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα. Ως γνωστόν ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός είναι εξαιρετικά μικρός, οριακά το 1% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, δηλαδή 170 δις, από τα οποία τα μισά τα απορροφά η Κοινή Αγροτική Πολιτική. Οι εθνικοί προϋπολογισμοί είναι κατά μέσο όρο το 46% του ΑΕΠ. Συνεπώς οι «εθνικές λύσεις» αντιμετώπισης της κρίσης, που κυριάρχησαν στις προηγούμενες δεκαετίες, ενισχύονταν από το απλό στατιστικό δεδομένο της ανυπαρξίας ευρωπαϊκών δημοσιονομικών πόρων. Εξ ου και η μάχη για το ευρωομόλογο την περίοδο εκείνη. Σε ό,τι αφορά τους θεσμούς που δημιουργήθηκαν όπως ο ESM, επρόκειτο ουσιαστικά για «ενδιάμεσους μηχανισμούς», ανάμεσα στις αγορές και τη χώρα που αδυνατούσε να δανειστεί, οπότε δανείζονταν για λογαριασμό της, με εγγυήσεις από τις υπόλοιπες χώρες, επιβάλλοντας όμως τους γνωστούς μνημονιακούς όρους.

Άρα το γεγονός ότι η ίδια η Επιτροπή προχωράει σε δανεισμό 750 δις προς διάθεση στα κράτη μέλη για την αντιμετώπιση της κρίσης είναι πολύ σημαντικό βήμα. Το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο είχε ζητήσει ακόμα μεγαλύτερο ποσό, συγκεκριμένα μέχρι 2 τρις, το οποίο θα περιελάμβανε και τη μελλοντική  αστάθεια που πιθανόν να προκαλέσει ένα δεύτερο κύμα πανδημίας.

 

Οι προτεραιότητες που θέτει η Κομισιόν και τα κριτήρια διανομής του πακέτου είναι τα ενδεδειγμένα;

 

Αυτά μένει να οριστικοποιηθούν στους επόμενους μήνες. Η κεντρική ιδέα είναι ότι θα κατανεμηθούν τα χρήματα σε τρεις άξονες, που είναι η πράσινη ανάπτυξη, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και το κοινωνικό κράτος. Τα εθνικά προγράμματα και οι δράσεις κάθε κράτους θα εγκρίνονται από την Κομισιόν. Πρακτικά, διαφαίνεται ότι οι πόροι θα διατεθούν με τρόπο παρόμοιο με αυτά που ισχύουν για τα ΕΣΠΑ. Τα κριτήρια διανομής δεν είναι απολύτως γνωστά αλλά οι πρώτες ενδείξεις φέρουν μία ευνοϊκή ρύθμιση για τις μεσογειακές χώρες καθώς η Ισπανία και η Ιταλία θα λάβουν από περίπου 140 δις η κάθε μία, και η Ελλάδα 32 δις.

 

Αλλάζει η πρόταση της Κομισιόν – που περιλαμβάνει τρόπον τινά μια μορφή αμοιβαιοποίησης του χρέους της Ε.Ε. – τον τρόπο με τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσει η ευρωπαϊκή ενοποίηση; Είναι εφικτό να αντέξει η Ένωση τον διχασμό μεταξύ των χωρών που έχουν πληγεί περισσότερο από την υγειονομική κρίση και της ομάδας των σκληρών του Βορρά;

 

Η Ε.Ε. έσπασε κάποια ταμπού. Πρώτον ότι δανείζεται η ίδια. Δεύτερον ότι τα δάνεια θα ξεπληρώνονται είτε από την επιβολή νέων ευρωπαϊκών φόρων σε κάποιες οικονομικές συναλλαγές ή με αύξηση των εθνικών εισφορών που και οι δύο διατηρούν την αναλογικότητα με βάση το επίπεδο ανάπτυξης κάθε χώρας. Για το λόγο αυτό αντιδρούν έντονα κάποιες από τις πιο ανεπτυγμένες χώρες. Τρίτον,  ότι πρόκειται ουσιαστικά για μηχανισμό αναδιανομής υπέρ των πληγέντων κρατών μελών ή αυτών που έχουν πολύ υψηλό χρέος. Τέταρτον, εφόσον τα χρήματα, θα καταλήξουν στο Ταμείο, που θεωρείται μεν έκτακτο, αλλά αποτελεί ουσιαστικά μέρος του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, την επαύριον της κρίσης θα είναι δόκιμη η μονιμοποίηση ενός αυξημένου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, που αποτελεί πάγιο αίτημα των προοδευτικών δυνάμεων στην Ευρώπη.

 

Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, οι όροι εκταμίευσης και η σκληρή εποπτεία της χρήσης των κονδυλίων θα οδηγήσουν σε μια νέα μορφή μνημονίων; Ποιες πρέπει να είναι οι προτεραιότητες ενός ελληνικού σχεδίου ανάπτυξης;

 

Το Ταμείο Ανασυγκρότησης δεν είναι μνημόνιο. Ούτε η γενναιόδωρη ρευστότητα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αντίθετα ο δανεισμός από τον ESM, που διαθέτει άλλα 450 δις για την κρίση, κινδυνεύει να περιλαμβάνει κάποιους μνημονιακούς όρους (αυξημένης επιτήρησης). Με δεδομένο δε ότι για δύο τουλάχιστον χρόνια τίθεται σε αναστολή το Σύμφωνο Σταθερότητας, ακόμα και οι δημοσιονομικοί κανόνες κάθε χώρας είναι σαφώς πιο ελαστικοί.

Το Εθνικό Σχέδιο είναι το κρίσιμο ζήτημα. Η επιτάχυνση της πράσινης ανάπτυξης οφείλει να συνδυαστεί με την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας και να είναι κοινωνικά δίκαιη, να αποτρέψει δηλαδή την πράσινη μετάβαση να γίνει νέα μορφή κοινωνικού αποκλεισμού. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός, μπορεί να αποτελέσει προνομιακό πεδίο ανάδειξης των πλεονεκτημάτων της Ελλάδας σε νέες τεχνολογίες και την καινοτομία και ταυτόχρονα να συνδυαστεί με σημαντικές μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση και στη διαχείριση των δημόσιων πόρων,  ενισχύοντας τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα και διατηρώντας στο ακέραιο τις μέριμνες για τα δικαιώματα του πολίτη. Η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους δημιουργεί μοναδικές ευκαιρίες για  την ενίσχυση του καθολικού ενιαίου συστήματος υγείας, με τομές όπου χρειάζονται.

Γύρω από το Εθνικό Σχέδιο θα κριθούν κυβέρνηση και αντιπολίτευση, καθώς τεκμαίρω ότι θα υπάρξουν πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις τόσο για το περιεχόμενο του σχεδίου όσο και τον τρόπο διάθεσης και διαχείρισης των πόρων.

 

Δημήτρης Λιάκος : «Δυο βασικά ερωτήματα που τίθενται αφορούν αφενός την επάρκεια των πόρων, άρα και την τελική αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων της ΕΕ, και την  διατηρησιμότητα τους στους επόμενους προϋπολογισμούς»

Ο Δημήτρης Λιάκος είναι οικονομολόγος, πρώην Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και πρώην πρόεδρος του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής.

 

Με τα σημερινά δεδομένα, οι πόροι που θα διατεθούν από την Ε.Ε. μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης είναι επαρκείς; Υπάρχει πρόβλεψη για μια πιθανή δεύτερη φάση της υγειονομικής κρίσης;

 

Προτού αναλύσουμε τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (E.E.) να υπογραμμίσουμε ότι σήμερα βρισκόμαστε στη φάση των διαπραγματεύσεων επί της πρότασης της Commission και καθορισμού των κρίσιμων λεπτομερειών της. Για την τελική απόφαση απαιτούνται αρκετά προκαθορισμένα βήματα που προβλέπονται  από τις ευρωπαϊκές διαδικασίες, όπως η συζήτηση – διαπραγμάτευση και η ομόφωνη συμφωνία στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και η μετέπειτα αποδοχή/έγκριση από το Ευρωκοινοβούλιο. Από την οριστικοποίηση της πρότασης απέχουμε αρκετά, καθώς η διαφωνία τεσσάρων χωρών (Ολλανδία, Σουηδία Δανία και Αυστρία) και οι διαχρονικές ιδεοληψίες των «θεματοφυλάκων της ευρωπαϊκής κανονικότητας» αναμένεται να προκαλέσουν τη διαφοροποίηση της κατατεθειμένης πρότασης τόσο στο σκέλος της κατανομής μεταξύ επιχορηγήσεων και δανείων όσο και ως προς το περιεχόμενο και την διαδικασία ελέγχου του μηχανισμού εποπτείας.

Σημαντικό κεφάλαιο των επικείμενων διαπραγματεύσεων αποτελεί ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός (Multiannual Financial Framework/MFF) με βασικά επίδικα το επίπεδο των συνεισφορών της κάθε χώρας και το τελικό ύψος του. Κρίσιμο σημείο είναι η υιοθέτηση ιδίων πόρων για τη χρηματοδότηση του MFF, με σημαντικότερο την πρόταση φορολόγησης των αμερικάνικων τεχνολογικών «γιγάντων», θέμα αμιγώς πολιτικό λόγω της εκφρασμένης απειλής της κυβέρνησης των ΗΠΑ για «αντίποινα» στην περίπτωση επιβάρυνσης των συγκεκριμένων εταιρειών. Η τελική διαμόρφωση του MFF αποτελεί κορυφαίο ζήτημα καθώς αφενός θα χρησιμοποιηθεί ως εγγύηση αποπληρωμής των ομολόγων που θα εκδώσει η Commission και αφετέρου αποτελεί το βασικό εργαλείο χρηματοδότησης των πολιτικών σύγκλισης των ευρωπαϊκών οικονομιών.

Η πρόταση της E.Ε. αναφέρεται στη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης (Next Generation EU) συνολικού ύψους 750 δισ.€, και στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της περιόδου 2021-2027 προτείνοντας τη διαμόρφωση του στα 1,1 τρισ. €. Σε προηγούμενη φάση το Eurogroup είχε προχωρήσει στην έγκριση 540 δισ.€, ενώ από τον Μάρτιο η ΕΚΤ εφαρμόζει ένα πρόγραμμα αγοράς κρατικών και εταιρικών ομολόγων (pandemic QE) ύψους 1,35 τρισ.€. Στην αρχή της πανδημίας η Ε.Ε. είχε προχωρήσει στην αναστολή των αρχών του Συμφώνου Σταθερότητας και στην χαλάρωση των κανόνων κρατικών ενισχύσεων, αποφάσεις που επέτρεψαν στις χώρες της Ευρώπης να προχωρήσουν στην λήψη μέτρων σε εθνικό επίπεδο με την χρήση ιδίων δημοσιονομικών μέσων.

Ο συνδυασμός των εργαλείων της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής αδιαμφισβήτητα αποτελεί θετική εξέλιξη. Ειδικά στο σκέλος των δημοσιονομικών είναι η πρώτη φορά που οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αποφάσισαν να «σηκώσουν» το βάρος των ευθυνών που τους αναλογεί, αποφεύγοντας την επανάληψη λαθών του πρόσφατου παρελθόντος. Κύρια αιτία της αλλαγής στάσης αποτελεί το γεγονός ότι η πανδημική κρίση επηρεάζει ταυτόχρονα όλον τον πλανήτη, με ανυπολόγιστες σε μέγεθος και χρονικότητα συνέπειες.

Παρόλα αυτά η αντικειμενική αδυναμία ακριβούς εκτίμησης των μακροοικονομικών δεδομένων, καθώς η εκδήλωση των συνεπειών του lock down είναι σταδιακή, καθιστά επισφαλή οποιαδήποτε θέση περί επάρκειας των ληφθέντων μέτρων. Για αυτό τον λόγο η προσέγγιση ορισμένων ευρωπαίων αξιωματούχων για προκαθορισμένη χρονική διάρκεια ισχύος των παρεμβάσεων κρίνεται ως απόλυτα άστοχη. Η διάρκεια των μέτρων – παρεμβάσεων πρέπει να έχει άμεση συσχέτιση με την οριστική εξάλειψη των πηγών πρόκλησης των αρνητικών επιπτώσεων και την αποφυγή κάθε πιθανότητας double dip της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Παρά το γεγονός της μη ταύτισης των εκτιμήσεων, όλοι οι αναλυτές συμφωνούν ότι η ύφεση που θα καταγραφεί το 2020 θα είναι εξαιρετικά βαθιά, με αυξημένες πιθανότητες να ανέλθει σε διψήφια ποσοστά. Δεν πρέπει να διαφεύγει της ανάλυσης μας το γεγονός ότι οι παρεμβάσεις της Ε.Ε. μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης θα εκκινήσουν το 2021, με  τα αναγκαία μέτρα στήριξης να λαμβάνονται έως σήμερα κυρίως από τις εθνικές κυβερνήσεις και την ΕΚΤ. Για την ενίσχυση του «οπλοστασίου» κρίνεται ως επιτακτική ανάγκη η ενεργοποίηση των προγραμμάτων που έχουν ανακοινωθεί από τα ευρωπαϊκά όργανα, καθώς η καθυστερημένη υλοποίηση τους δυσχεραίνει την προσπάθεια διαχείρισης της εξελισσόμενης κρίσης.

Σύμφωνα με τις προτροπές της Ε.Ε. οι κυβερνήσεις των χωρών μελών οφείλουν να προχωρήσουν στην ενίσχυση των εθνικών συστημάτων υγείας, προκρίνοντας παράλληλα τη συνεργασία των ερευνητικών κέντρων για την παρασκευή ιατροφαρμακευτικού υλικού που θα είναι ικανό να αντιμετωπίσει ή έστω να περιορίσει τις συνέπειες του Covid19 στην ανθρώπινη υγεία. Στο σκέλος των αναπτυξιακών προβλέψεων οι πιθανότητες ενός νέου γύρου πανδημίας και ενδεχόμενου lock down οικονομιών ή κλάδων δεν ενσωματώνεται στα οικονομετρικά μοντέλα παρατηρήσεων. Όλοι αναγνωρίζουν ότι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο ο βαθμός δυσκολίας διαχείρισης των συνεπειών θα είναι σημαντικά μεγαλύτερος από τον σημερινό.

 

 

Οι προτεραιότητες που θέτει η Κομισιόν και τα κριτήρια διανομής του πακέτου είναι τα ενδεδειγμένα;

 

Η πρόταση της Ε.Ε. χαρακτηρίζεται φιλόδοξη τόσο ως προς το μέγεθος όσο και ως προς τους επιμέρους στόχους της. Η προτεραιοποίηση στην αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας ήταν απαραίτητη και ταυτόχρονα απαιτητή από τις χώρες που βάλλονται περισσότερο από την κρίση με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια.

Παρά την πίεση, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα των τρεχουσών εξελίξεων και την ανάγκη εύρεσης της κατάλληλης πολιτικής ισορροπίας, η Commission διατήρησε και ενίσχυσε τους μακροπρόθεσμους στόχους που έθεσε το 2018 για την κλιματική ουδετερότητα και το ψηφιακό μέλλον της Ευρώπης. Παράλληλα αναγνωρίζοντας αδυναμίες του παρελθόντος και το έλλειμμα προνοητικότητας στην αντιμετώπιση έκτακτων συνθηκών πρότεινε προγράμματα για την ενίσχυση της ασφάλειας, των μηχανισμών πολιτικής προστασίας, των πολιτικών μετανάστευσης, της παιδείας, του πολιτισμού, της απασχόλησης, της υγείας, της γεωργίας κ.ά. Μέσα στην πρόταση εμπεριέχονται ιδέες για την κάλυψη του διαχρονικού επενδυτικού κενού που παρατηρείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο ακολουθώντας την πεπατημένη της περιόδου Junker για ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων μέσω του μηχανισμού εγγυήσεων και μόχλευσης των κονδυλίων της. Οι παραπάνω παρεμβάσεις αντικατοπτρίζονται μέσω του σχεδιασμού ειδικών προγραμμάτων που θα χρηματοδοτηθούν από το MFF της περιόδου 2021-2027. Επομένως δυο βασικά ερωτήματα που τίθενται αφορούν αφενός την επάρκεια των πόρων, άρα και την τελική αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεών της, και την  διατηρησιμότητα τους στους επόμενους προϋπολογισμούς.

Καίριο πολιτικό ερώτημα αποτελούν οι προθέσεις των ευρωπαϊκών ηγεσιών για την μετατροπή του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού στο βασικό εργαλείο άσκησης  μιας κοινής δημοσιονομικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός έχει ως επιμέρους στόχους την ενίσχυση της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, την σύγκλιση των οικονομιών και την ενδυνάμωση των κοινωνικών δομών, ωστόσο το μέγεθος του δεν κρίνεται ως επαρκές για την κάλυψη αυτών των προτεραιοτήτων, την αντιμετώπιση έκτακτων γεγονότων και κυρίως για την μετατροπή του σε ένα ισχυρό εργαλείο εφαρμογής αποτελεσματικών πολιτικών.

Όσον αφορά την κατανομή των κονδυλίων, η εμφανής πρόθεση της Ε.Ε. είναι η ενίσχυση των χωρών με κριτήριο το μέγεθος των συνεπειών της πανδημίας στις οικονομίες τους. Αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης, η Ελλάδα να αποτελέσει μια από τις ωφελημένες χώρες της κατανομής κονδυλίων σε όρους ΑΕΠ, ενώ η Ιταλία και η Ισπανία, που υπέστησαν δυστυχώς τις τραγικότερες και μεγαλύτερες συνέπειες στο υγειονομικό σκέλος της πανδημίας, να λάβουν τα περισσότερα χρήματα σε απόλυτους αριθμούς. Ειδικά για την Ιταλία, πίσω από την πρόταση της Commission κρύβονται δυο επιμέρους παραδοχές. Η πρώτη αφορά την αναγνώριση του κινδύνου ότι η μη «διάσωσή» της θα προκαλούσε ανεξέλεγκτους κλυδωνισμούς που θα αύξαναν σημαντικά τις πιθανότητες διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δεύτερη παραδοχή αφορούσε την ελλιπή επάρκεια δημοσιονομικών πόρων της Ιταλίας για την κάλυψη των τεράστιων οικονομικών και κοινωνικών αναγκών, γεγονός που θα επέφερε την καταγραφή τεραστίου ελλείμματος στον προϋπολογισμό της ενώ ταυτόχρονα θα προκαλούσε την αμφισβήτηση σχετικά με τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και την ικανότητα πρόσβασης στις κεφαλαιαγορές. Επομένως η εκδήλωση μιας νέας ευρωπαϊκής κρίσης χρέους που τόσο ταλάνισε την γηραιά ήπειρο την προηγούμενη δεκαετία, με θύμα της την Ελλάδα και τον λαό της, θα ήταν σχεδόν βέβαιο γεγονός.

Στον παρακάτω πίνακα αποτυπώνεται η κατανομή των κονδυλίων ανά χώρα, με βάση την πρόταση της Ε.Ε. (Πηγή: European Commission)

Αλλάζει η πρόταση της Κομισιόν – που περιλαμβάνει τρόπον τινά μια μορφή αμοιβαιοποίησης του χρέους της Ε.Ε. – τον τρόπο με τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσει η ευρωπαϊκή ενοποίηση; Είναι εφικτό να αντέξει η Ένωση τον διχασμό μεταξύ των χωρών που έχουν πληγεί περισσότερο από την υγειονομική κρίση και της ομάδας των σκληρών του Βορρά;

 

Το θέμα της αμοιβαιοποίησης του δημόσιου χρέους αποτελεί ένα ζήτημα ταμπού για τις περισσότερες χώρες του ευρωπαϊκού βορρά από την εποχή των συζητήσεων για την δημιουργία της Κοινής Ευρωπαϊκής Αγοράς. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι ισχύουσες συνθήκες που διέπουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν επιτρέπουν την άμεση αμοιβαιοποίηση του χρέους. Σε μεταγενέστερο χρόνο, η διαμόρφωση μιας εσωτερικής επικοινωνιακής ατζέντας που κατασκευάστηκε και στηρίχθηκε πάνω στα αρνητικά στερεότυπα για τον ευρωπαϊκό Νότο, λειτουργούσε αποτρεπτικά στην προώθηση εναλλακτικών λύσεων τόσο για αυτό το θέμα όσο και του διαμοιρασμού του ρίσκου.

Η πρόταση της Ε.Ε. για την χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης μέσω των κεφαλαιαγορών, εμπεριέχει την έννοια της αμοιβαιοποίησης με τρόπο που να μην εγείρει ενστάσεις περί παραβίασης των Συνθηκών. Ωστόσο πρέπει να τονισθεί ότι έμμεση αμοιβαιοποίηση έχει πραγματοποιηθεί μέσω του ESM, καθώς οι χώρες μέλη αναλογικά με το μερίδιο τους έχουν εγγυηθεί τη δυνατότητα του οργανισμού να εκδίδει ομόλογα και στη συνέχεια να δανειοδοτεί τις χώρες που προσφεύγουν σε αυτόν. Επίσης, να καταγραφεί ότι η Commission είχε δανεισθεί στο παρελθόν από τις αγορές, δημιουργώντας τον μηχανισμό χρηματοοικονομικής σταθεροποίησης (EFSM), στον οποίο η χώρα μας είχε προσφύγει το 2015 για την κάλυψη των αναγκών εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, για το μεσοδιάστημα από την συμφωνία του Ιουλίου και την ενεργοποίηση του τρίτου προγράμματος του ESM τον Αύγουστο του ίδιου έτους.

Το κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον της Ευρώπης περνάει από την απάντηση στο βασικό ζήτημα της προώθησης της ενοποίησης. Αυτό σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές ηγεσίες πέραν της νομισματικής και τραπεζικής ενοποίησης θα προχωρήσουν σε προωθητικές ενέργειες για την διαμόρφωση μιας κοινής δημοσιονομικής πολιτικής. Η διαμόρφωση κοινών και ταυτόχρονα ευέλικτων κανόνων, η δημιουργία ενός ενιαίου οργάνου διαχείρισης του δημόσιου χρέους, η ύπαρξη ενός σταθερά μεγάλου σε μέγεθος προϋπολογισμού που να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ουσιαστικής σύγκλισης των οικονομιών και η αποφυγή του φορολογικού ανταγωνισμού εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας είναι μερικά μόνο από τα ερωτήματα που χρήζουν απαντήσεων. Αν σε αυτά προσθέσουμε την ύπαρξη κοινών κανόνων ενίσχυσης επιχειρήσεων μέσω των κρατικών χρηματοδοτήσεων και εγγυήσεων γίνεται αντιληπτός ο βαθμός δυσκολίας του εγχειρήματος και τα πραγματικά αίτια πίσω από την αποφυγή εκκίνησης, έστω σε φιλολογικό επίπεδο, της συζήτησης περί της εμβάθυνσης και της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης. Ειδικά το ζήτημα των κρατικών ενισχύσεων, που έως σήμερα βασίζεται στα δημοσιονομικά περιθώρια της κάθε χώρας, η ανυπαρξία ενός ισχυρού και επαρκούς κοινού ευρωπαϊκού εργαλείου, ενδεχομένως να αποτελέσει την κύρια αιτία διεύρυνσης των ανισοτήτων εντός της κοινότητας και της όξυνσης των διαφορών μεταξύ Βορρά και Νότου. Εάν σε όλα προστεθούν οι ιδεοληψίες συντηρητικών κύκλων περί υιοθέτησης «σκληρών» αιρεσιμοτήτων για τη  χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη κατάθεσης από τον προοδευτικό πολιτικό χώρο προτάσεων που αφενός θα απομακρύνουν τον κίνδυνο διχασμού της ευρωπαϊκής οικογένειας και αφετέρου θα ισχυροποιούν το κοινό οικοδόμημα ανοίγοντας τη συζήτηση της επόμενης ημέρας προς την κατεύθυνση της σύγκλισης και της ενοποίησης.

 

Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, οι όροι εκταμίευσης και η σκληρή εποπτεία της χρήσης των κονδυλίων θα οδηγήσουν σε μια νέα μορφή μνημονίων; Ποιες πρέπει να είναι οι προτεραιότητες ενός ελληνικού σχεδίου ανάπτυξης;

 

Οι πρόσφατες δηλώσεις ευρωπαίων αξιωματούχων σε συνδυασμό με τις εκφρασμένες αντιρρήσεις των frugal four χωρών μελών (σημειωτέον, οι τέσσερις χώρες συνεισφέρουν καθαρά στον MFF) δημιουργούν εύλογες ανησυχίες για την υιοθέτηση αυστηρών κανόνων για την εκταμίευση των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Μια τέτοια εξέλιξη θα επανέφερε στις μνήμες αρκετών ευρωπαϊκών λαών τις μνημονιακές περιόδους, γεγονός που θα καθιστούσε την αποφυγή του διχασμού της ευρωπαϊκής οικογένειας αδύνατη. Πολιτικά δε, η αποδοχή από οποιαδήποτε κυβέρνηση ενός «σκληρού μηχανισμού» επιτήρησης θα ισοδυναμούσε με αυτοκτονική προδιάθεση.

Η λύση που φαίνεται να υποστηρίζεται είναι η κατάθεση από την κάθε χώρα των αναπτυξιακών και μεταρρυθμιστικών προταγμάτων της και η παρακολούθηση εκπλήρωσης τους μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου (European Semester), με την Ε.Ε. να ελέγχει την πρόοδο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της κάθε χώρας. Σε καμία περίπτωση αυτή η διαδικασία δεν εμπεριέχει την υλοποίηση συγκεκριμένης και προκαθορισμένης λίστας μέτρων και αλλαγών που να συσχετίζεται με εκταμιεύσεις ποσών, χαρακτηριστικά των μνημονίων που εφαρμόστηκαν σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Μια ανάλογη διαδικασία έχει υιοθετήσει η Ε.Ε. για την εκταμίευση των κονδυλίων ΕΣΠΑ, όπου προβλέπεται η ικανοποίηση συγκεκριμένων αιρεσιμοτήτων, αλλά σαφώς δεν έχουν τον χαρακτήρα μνημονιακών προαπαιτούμενων.

Γίνεται αντιληπτό ότι η αποτελεσματική διαχείριση των συνολικών κονδυλίων από τις ευρωπαϊκές πηγές, που θα ξεπεράσουν τα 50 δισ.€ έως το 2027 (προσθέτοντας τους πόρους ΕΣΠΑ), προαπαιτεί ένα εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και αλλαγής του αναπτυξιακού προτύπου. Μην λησμονούμε ότι στην χώρα έχουν εισρεύσει τεράστια ποσά από την δεκαετία του ‘80, τα οποία δαπανήθηκαν με τρόπο που αποδείχθηκε καταστροφικός στην κρίση της προηγούμενης δεκαετίας και ανεπαρκής για την αντιμετώπιση της τρέχουσας αρνητικής συγκυρίας. Διαχρονικά παρατηρήθηκαν φαινόμενα κακοδιαχείρισης και ευνοϊκής μεταχείρισης συγκεκριμένων ιδιωτικών συντεχνιών, ενώ οι απαραίτητες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στάλθηκαν στις καλένδες λόγω του περιβόητου πολιτικού κόστους. Από την άλλη, η προσέγγιση για το «αόρατο χέρι» της αγοράς που θα υποδείξει και θα αναδείξει τους κλάδους πάνω στους οποίους θα στηριχθεί το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, προσπαθεί να διαγράψει την διαχρονική αποτυχία της αυτορρύθμισης της αγοράς και της κατασκευής ενός αποδεδειγμένα αναποτελεσματικού παραγωγικού υποδείγματος. Η δημιουργία ενός παραγωγικού σχεδίου απαιτεί μεταξύ πολλών άλλων την ενσωμάτωση των κλάδων με συγκριτικό πλεονέκτημα και την παροχή στοχευμένων κινήτρων ενίσχυσης τους, τις απαραίτητες αλλαγές και μετασχηματισμούς με συντονισμό πολιτικών/εργαλείων/μέτρων για την δημόσια διοίκηση, την παιδεία, την δικαιοσύνη, την ενίσχυση των θεσμών και της κοινωνικής εκπροσώπησης, τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού και ασφαλιστικού συστήματος, την ουσιαστική αναβάθμιση του κοινωνικού κράτους, το reskilling – upskilling του εργατικού δυναμικού, τη διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων. Παράλληλα απαιτείται ο συγχρονισμός με τις διεθνείς τάσεις και τις προτεραιότητες της Ε.Ε., πράσινη ανάπτυξη/κλιματική αλλαγή και ψηφιακός μετασχηματισμός, και η διατήρηση της τάσης εξωστρέφειας που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια.

Η κατάθεση και εφαρμογή ενός νέου αναπτυξιακού και παραγωγικού προτύπου απαιτεί έναν ευρύ δημόσιο διάλογο με τη συμμετοχή πολιτικών κομμάτων, επιστημονικών και πανεπιστημιακών φορέων, κοινωνικών εταίρων και επιμελητηρίων, της κοινωνίας των πολιτών. Το αναπτυξιακό υπόδειγμα, πάνω στο οποίο θα στηριχθεί η ελληνική οικονομία για τα επόμενα χρόνια, αφορά το σύνολο της κοινωνίας και των συμμετεχόντων στην παραγωγική διαδικασία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να περιορισθεί ως το αποτέλεσμα της εργασίας μιας ομάδας ειδικών επιστημόνων.

 

Ευγενία Φωτονιάτα : «Η συζήτηση απέναντι στην πρόταση της Επιτροπής πρέπει να μετατοπιστεί σε πρώτο χρόνο από το θέμα της επάρκειας των πόρων προς τον προσωρινό  χαρακτήρα του εργαλείου και την ικανότητα του ή μη προσαρμογής σε νέες αρνητικές εξελίξεις»

Η Ευγενία Φωτονιάτα είναι δρ. Οικονομικής Επιστήμης, πρώην ειδική γραμματέας Διαχείρισης Τομεακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του ΕΤΠΑ & του ΤΣ

 

Με τα σημερινά δεδομένα, οι πόροι που θα διατεθούν από την Ε.Ε. μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης είναι επαρκείς; Υπάρχει πρόβλεψη για μια πιθανή δεύτερη φάση της υγειονομικής κρίσης;

 

Ο Covid19 εκδηλώθηκε στην ευρωπαϊκή οικονομία ως μια συμμετρική εξωτερική διαταραχή, προκαλώντας σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις, το βάθος και κυρίως η διάρκεια των οποίων δεν μπορεί να εκτιμηθεί ακόμη. Αν και αρχικά καταγράφηκαν αποκλίσεις στις προβλέψεις για το ύψος της ύφεσης μέσα στο 2020, σταδιακά συγκλίνουν προς την εκτίμηση ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα βιώσει μια ύφεση που θα κινηθεί σε διψήφια ποσοστά. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά – συμμετρικότητα διαταραχής και αβεβαιότητα επιπτώσεων – οδήγησαν την Ε.Ε για πρώτη φορά στην ενεργοποίηση δημοσιονομικών εργαλείων για την αντιμετώπιση των συνεπειών. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφέρεται:

  • στη συγκρότηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης «Next Generation EU» ύψους 750 δις €, εκ των οποίων τα 440 δις € σε μορφή επιχορηγήσεων, 60 δις € σε εγγυήσεις και 250 δις € υπό μορφή δανείων,
  • στη δημιουργία «γέφυρας» μεταξύ τρέχοντος (2014-2020) και προσεχούς (2021-2027) πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου, μέσω της ενίσχυσης του τρέχοντος ΠΔΠ κατά 11,5 δις €[*],
  • στη διαμόρφωση του ύψους του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2021-2027 στα 1.1 τρις €[†].

Η χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης θα πραγματοποιηθεί μέσω δανεισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τη διεθνή κεφαλαιαγορά. Η αποπληρωμή των κεφαλαίων θα γίνει την περίοδο 2028 – 2058 από μελλοντικούς προϋπολογισμούς της ΕΕ καθώς και από νέους ίδιους πόρους, αυτόνομου χαρακτήρα[‡] . Εξαιρετικά κρίσιμο βήμα για το μέλλον του Ταμείου, αλλά και της πολιτικής συνοχής στην Ε.Ε αποτελεί η ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης και η ψήφιση του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2021 -2027

Η πρόταση της Επιτροπής επί της αρχής θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια θετική εξέλιξη, ειδικά μετά από μια πρώτη περίοδο χαμηλής κινητικότητας και αντίδρασης. Είναι ιδιαίτερα κρίσιμο ότι, δυο και πλέον μήνες μετά την έναρξη της πανδημίας, η ΕΕ έστειλε το μήνυμα ότι προτίθεται να παρέμβει συλλογικά και αποφασιστικά στην αντιμετώπιση των συνεπειών της, επιστρατεύοντας σημαντικούς πόρους από κοινού για χρήση από τα κράτη μέλη. Αυτό συνιστά μια αναβάθμιση της αξιοπιστίας της που μείωσε την οικονομική αβεβαιότητα και περιόρισε τις διακυμάνσεις των αγορών.

Ειδικότερα, η ενεργοποίηση των προτεινόμενων εργαλείων σηματοδοτεί μια μετατόπιση – έστω και προσωρινή της Ε.Ε από το δόγμα της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και συγκροτεί ένα διαφορετικό σε σχέση με το παρελθόν μίγμα πολιτικής.

Το ερώτημα της επάρκειας των συγκεκριμένων μέτρων δεν μπορεί να απαντηθεί εκ των προτέρων καθώς δεν γνωρίζουμε ούτε την έκταση, ούτε την διάρκεια της διαταραχής που προκάλεσε η πανδημία. Η συζήτηση απέναντι στην πρόταση της Επιτροπής, εκτιμώ ότι πρέπει να μετατοπιστεί σε πρώτο χρόνο από το θέμα της επάρκειας των πόρων προς τον προσωρινό[§] χαρακτήρα του εργαλείου και την ικανότητα του ή μη προσαρμογής σε νέες αρνητικές εξελίξεις. Ο σχεδιασμός του Μέσου Ανάκαμψης στηρίχτηκε σε προβλέψεις ύφεσης και εκτιμήσεις ανάκαμψης στη βάση μη επανάληψης μιας δεύτερης φάσης υγειονομικής κρίσης, με μικρό χρόνο ζωής και χαρακτήρα έκτακτης βοήθειας, και στερείται οποιασδήποτε δικλείδας ασφαλείας σε περίπτωση που οι μακροοικονομικοί δείκτες αποκλίνουν των αρχικών προβλέψεων. Η έναρξη βέβαια μιας συζήτησης και αιτήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την παγίωση και απόκτηση μονιμότερου χαρακτήρα του Ταμείου θα αποτελούσε μια σημαντική προοδευτική τομή για το μέλλον της Ε.Ε

 

Οι προτεραιότητες που θέτει η Κομισιόν και τα κριτήρια διανομής του πακέτου είναι τα ενδεδειγμένα;

 

Σύμφωνα με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 80% του συνολικού χαρτοφυλακίου του Μέσου Ανάκαμψης θα προσανατολιστεί στην αντιμετώπιση των συνεπειών της υγειονομικής κρίσης και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των ευρωπαϊκών οικονομιών (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και REACT-EU)[**]. Παράλληλα, η φιλοσοφία των νέων προτεινόμενων επενδυτικών προγραμμάτων – που αποτελούν διακριτό πυλώνα – λειτουργεί ως συνέχεια (σε επίπεδο μηχανισμού και προτεραιοτήτων) του πακέτου Junker με κύρια εργαλεία τις εγγυήσεις και την μόχλευση των ευρωπαϊκών πόρων[††]. Προβλέπονται επίσης ειδικά προγράμματα για τη στήριξη της πράσινης μετάβασης σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία (Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης)[‡‡] για τον ψηφιακό μετασχηματισμό του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, την ενίσχυση της υγειoνομικής ασφάλειας (EU4Health), την ενίσχυση του μηχανισμού πολιτικής προστασίας της ΕΕ για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης μεγάλης κλίμακας (rescEU) και την ενίσχυση της έρευνας στον τομέα της υγείας και της πράσινης ψηφιακής μετάβασης (Ορίζων Ευρώπη).

Αν και σε πρώτη ανάγνωση οι προτεραιότητες και οι στόχοι που φιλοδοξεί να ικανοποιήσει το Ταμείο Ανάκαμψης σε επίπεδο τίτλων (πράσινη οικονομία, ανθεκτικότητα, δίκαιη μετάβαση) μοιάζουν να απαντούν στις προκλήσεις της εποχής, όμως πρέπει κανείς να δει από πιο κοντά τα «τεχνικά» θέματα όπως τις επιμέρους κατανομές των πόρων, τις διαδικασίες και τα κριτήρια επιλογής. Η εικόνα που διαμορφώνεται από τα στοιχεία αυτά, δημιουργεί προβληματισμούς τόσο για την δυνατότητα συμμετοχής της χώρας με αξιώσεις στη διαδικασία όσο και για την αποτελεσματικότητα των εγκεκριμένων έργων στο σχέδιο ανάκαμψης. Ενδεικτικά σημεία που χρήζουν προσοχής είναι:

  • Κεντρική διαχείριση και ποιοτικά κριτήρια στην αξιολόγηση των προτάσεων των κρατών μελών. Η διαχείριση των πόρων του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας προτείνεται να είναι κεντρική και να πραγματοποιείται από την Επιτροπή. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ίδια η Επιτροπή θα αξιολογεί και θα εγκρίνει τις προτάσεις σε επίπεδο έργων (ή ομαδοποίησης έργων) που θα καταθέσουν τα κράτη μέλη (deadline υποβολής 31/12/2022). Η αξιολόγηση των προτάσεων περιλαμβάνει – σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δεδομένα – έναν πυρήνα ασαφών ποιοτικών κριτηρίων. Τα ποιοτικά κριτήρια φέρουν μεγάλο βάρος υποκειμενισμού, αφήνουν περιθώρια διακριτικής ευχέρειας και εφαρμογής κατά τη διαδικασία της αξιολόγησης, στη βάση ιδεολογικών προσεγγίσεων π.χ. ποια μεταρρύθμιση συνιστά ενίσχυση της ανθεκτικότητας ( “whether the recovery and resilience plan is expected to contribute to effectively address challenges”).
  • Ανταγωνιστική διαδικασία στην διεκδίκηση των πόρων. Σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής στο πλαίσιο του Μηχανισμού Ανάκαμψης και με βάση την αρχική εθνική κατανομή η Ελλάδα δύναται να λάβει έως 19.3 δις € σε μορφή επιχορηγήσεων. Αν και το ύψος αυτό ως ποσοστό του ΑΕΠ (2019) είναι σημαντικό (τρίτη υψηλότερη θέση των κ-μ ΕΕ, μετά τη Βουλγαρία και την Κροατία), δεν μπορεί να θεωρείται «κλειδωμένο» για τη χώρα καθώς αν κατά τη διαδικασία αξιολόγησης των προτάσεων (όπως περιγράφηκε παραπάνω) μέρος αυτών δεν τύχει θετικής αξιολόγησης, οι αντίστοιχοι πόροι αποδεσμεύονται και τίθενται σε ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών χωρίς τα όρια κατανομών. Ειδικά μάλιστα για τα προγράμματα ενίσχυσης των ιδιωτικών επενδύσεων δεν υφίσταται καν αρχική εθνική κατανομή και η διαδικασία είναι αμιγώς ανταγωνιστική.
  • Κλίμακα και βαθμός ωριμότητας προτεινόμενων έργων. Στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι προτάσεις που θα υποβληθούν αναφέρεται ότι δημόσιες επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να είναι σε συνάφεια. Η συνάφεια μεταφράζεται σε απόρριψη επένδυσης αν αυτή δεν οδηγεί σε μεταρρύθμιση. Ο όρος αυτός, φωτογραφίζει την επιλογή της Επιτροπής για προσανατολισμό των πόρων σε μεγάλης κλίμακας ώριμα έργα. Η Ελλάδα δεν φαίνεται να διαθέτει σ’ αυτή την χρονική στιγμή την έτοιμη πρώτη ύλη δηλαδή μια δεξαμενή έργων με τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική απόφαση για πάγωμα και τη μη ενεργοποίηση εμβληματικών πρωτοβουλιών υλοποίησης και ωρίμανσης δημόσιων υποδομών που αναπτύχθηκαν την περίοδο 2015-2019 (π.χ. Πρόγραμμα Φιλόδημος, Πρόγραμμα Ηλέκτρα για την ενεργειακή εξοικονόμηση σε δημόσια κτίρια).

 

Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027 (σε δις € , τιμές 2018)

 

Αλλάζει η πρόταση της Κομισιόν – που περιλαμβάνει τρόπον τινά μια μορφή αμοιβαιοποίησης του χρέους της Ε.Ε. – τον τρόπο με τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσει η ευρωπαϊκή ενοποίηση; Είναι εφικτό να αντέξει η Ένωση τον διχασμό μεταξύ των χωρών που έχουν πληγεί περισσότερο από την υγειονομική κρίση και της ομάδας των σκληρών του Βορρά;

 

Οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των χωρών μελών της ΕΕ είναι τόσο παλιές όσο και η ίδια η ΕΕ και σε μεγάλο βαθμό αντικειμενικές. Υπάρχουν χώρες περισσότερο και λιγότερο πλούσιες, χώρες με πλεονάσματα και χώρες με ελλείμματα, χώρες πιστωτές και χώρες οφειλέτες. Αυτές οι διαφορές παράγουν και διαφορετικές πολιτικές προτεραιότητες και στόχους για κάθε χώρα ή ομάδα χωρών που δημιουργούν τις συνήθεις μακρόχρονες διαπραγματεύσεις για τη λήψη αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι να αναζητεί κανείς τρόπους εξάλειψης αυτών των διαχωριστικών γραμμών αλλά ένα δημοκρατικό πλαίσιο λειτουργίας βασισμένο στις αρχές της αλληλεγγύης που θα επιτρέπει τη δίκαιη κατανομή των βαρών και των ωφελειών κάθε πολιτικής απόφασης.

Η σημερινή κρίση της πανδημίας είναι όπως είπαμε παραπάνω μια συμμετρική διαταραχή, δηλαδή έπληξε όλες τις χώρες με παρόμοιο τρόπο, πράγμα που δημιουργεί κοινές προτεραιότητες μεταξύ των χωρών και συντελεί στην κατεύθυνση της κοινής αντιμετώπισης. Από την άλλη πλευρά, η ένταση και τα επιμέρους χαρακτηριστικά της πανδημίας διαφέρουν από χώρα σε χώρα και καθεμιά διαθέτει περισσότερο ή λιγότερο επαρκείς πόρους για την αντιμετώπισή της σε εθνικό επίπεδο. Δημιουργείται, συνεπώς, η ανάγκη καθορισμού ενός κοινού στρατηγικού πλαισίου και η υλοποίησή του θα πρέπει να υποστηριχθεί από μεταφορά πόρων μεταξύ των χωρών.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε άλλη μια πολιτική διαπραγμάτευση μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την κατανομή αυτών των πόρων, που ύστερα από μια περίοδο στασιμότητας φαίνεται επιτέλους να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση με την εξαγγελία της πρότασης της Επιτροπής. Μένει να δούμε την τελική μορφή που θα λάβει αυτή η πρόταση στη Σύνοδο Κορυφής, όμως η γενική προσδοκία είναι πως δεν θα απομακρυνθούμε πολύ από το αρχικό σχέδιο. Η ΕΕ έχει περάσει κατά καιρούς πολλούς εσωτερικούς διχασμούς – με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διαχείριση της προηγούμενης κρίσης – και έχει καταφέρει να τους ξεπεράσει, αν και όχι πάντα ανώδυνα και όχι πάντα με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο. Αισιοδοξούμε ότι θα επικρατήσουν εκείνες οι φωνές που δίνουν μεγαλύτερο βάρος στα μακροχρόνια οφέλη της αλληλεγγύης και της εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών και αντιλαμβάνονται ότι η αμοιβαιοποίηση μέρους του χρέους και του οικονομικού ρίσκου είναι προϋπόθεση για τη μελλοντική επιβίωση της ΕΕ.

 

Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, οι όροι εκταμίευσης και η σκληρή εποπτεία της χρήσης των κονδυλίων θα οδηγήσουν σε μια νέα μορφή μνημονίων; Ποιες πρέπει να είναι οι προτεραιότητες ενός ελληνικού σχεδίου ανάπτυξης;

 

Το προτεινόμενο πλαίσιο διαχείρισης του Ταμείου (όροι εκταμίευσης, εργαλεία παρακολούθησης) ακολουθεί την φιλοσοφία της διαχείρισης των προγραμμάτων ΕΣΠΑ. Στη βάση αυτή, οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης και εκταμίευσης των πόρων παίρνουν την μορφή αιρεσιμοτήτων και δεν έχουν χαρακτήρα προαπαιτούμενων όπως αυτά εφαρμόστηκαν στα προηγούμενα μνημόνια. Η βασική διαφορά μεταξύ των δύο, είναι ότι η παρακολούθηση του Ταμείου και η αξιολόγηση της προόδου κάθε χώρας ενσωματώνεται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.

Η υγειονομική κρίση φέρνει στο προσκήνιο το χαμηλό βαθμό ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας και επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση το θέμα της αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου. Το μοντέλο μεγέθυνσης που επικράτησε τις προηγούμενες δεκαετίες στη χώρα μας, χαρακτηρίστηκε από απουσία οποιασδήποτε αναπτυξιακής στρατηγικής και αναπτύχθηκε άναρχα και στρεβλά. Το έλλειμμα γνήσιου αναπτυξιακού σχεδίου, στην βάση διαδικασιών δημοκρατικού σχεδιασμού και συλλογικής διαβούλευσης, οδήγησε την χώρα σε μειονεκτική θέση και σε αδυναμία κινητοποίησης των πραγματικών δυνατοτήτων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα καθώς και αξιοποίησης του υψηλής εξειδίκευσης ανθρώπινου δυναμικού. Η ανάκαμψη της οικονομίας, δεν μπορεί παρά να βασιστεί στις αναπτυξιακές προτεραιότητες της χώρας όπως ορίζονταν στην Αναπτυξιακή Στρατηγική 2020, η οποία λειτουργεί ως ένα ολοκληρωμένο εργαλείο συντεταγμένου παραγωγικού μετασχηματισμού. Στον πυρήνα της, βρίσκονται οι στόχοι βιώσιμης ανάπτυξης και αναδεικνύονται η οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική διάσταση της αναπτυξιακής διαδικασίας. Κάτω από την «ομπρέλα» της ενοποιήθηκαν μια σειρά τομεακών και οριζόντιων στρατηγικών και μεταρρυθμίσεων σε κομβικούς τομείς όπως στην ενέργεια, στη ψηφιακή οικονομία, στην κυκλική οικονομία, στον αγρο-διατροφικό τομέα, στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, στην κλιματική προσαρμογή, στη νησιωτικότητα και αποτυπώθηκαν περισσότερες από 100 μεταρρυθμίσεις και αναπτυξιακές πολιτικές, με σαφή χρονοδιαγράμματα καθώς και 40 εμβληματικοί ποσοτικοί στόχοι για την παρακολούθηση και αξιολόγηση της πορείας υλοποίησής της.

 

Κώστας Μελάς : «Τα μέτρα της ΕΕ αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό στα συσσωρευμένα οικονομικά προβλήματα των κρατών μελών της Ένωσης, τα οποία έχουν προέλθει πρωτίστως από τον τρόπο που επιχειρείται να συντελεστεί η ενωσιακή διαδικασία»

 

Ο Κώστας Μελάς είναι δρ. Οικονομικών, διδάσκων Διεθνή Οικονομικά και Τραπεζική στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

 

Με τα σημερινά δεδομένα, οι πόροι που θα διατεθούν από την Ε.Ε. μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης είναι επαρκείς; Υπάρχει πρόβλεψη για μια πιθανή δεύτερη φάση της υγειονομικής κρίσης;

 

Η επάρκεια των πόρων είναι πάντοτε ένα σχετικό μέγεθος σε μια διαδικασία εν εξελίξει μάλιστα  σε καθεστώς υψηλής αβεβαιότητας. Εξάλλου κανείς δεν έχει αναφέρει βάσει ποιων κριτηρίων  καθορίστηκε το ύψος των πόρων προς διάθεση. Όταν ασκείται διακριτική οικονομική πολιτική  υπάρχει η ευχέρεια των φορέων της οικονομικής πολιτικής να μεταβάλλουν με τις ενέργειες τους τα διάφορα οικονομικά μεγέθη που ελέγχουν ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες και τις προβλεπόμενες συνθήκες. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην ΕΕ, όπου επικρατεί η άσκηση οικονομικής πολιτικής κανόνων, δηλαδή ένα σύνολο απλών και προκαθορισμένων κατευθυντηρίων γραμμών οικονομικής πολιτικής στους οποίους επιχειρείται να προσαρμοσθεί η οικονομική δραστηριότητα. Αυτή η διαφορά στον τρόπο άσκησης της οικονομικής πολιτικής είναι καθοριστική για να διαχωρίσει δύο σχολές σκέψεις : την παρεμβατική και την  υποτιθέμενη μη παρεμβατική. Η τελευταία γίνεται παρεμβατική μόνο αν σημαντικά εξωγενή γεγονότα προκαλούν μεγάλες αρνητικές αναταραχές (όπως η πανδημία Covid19). Όμως η λογική της παρέμβασης είναι οργανικά ενσωματωμένη στην βασική της αντίληψη, δηλαδή αυτή της μη παρέμβασης.

Παράδειγμα διακριτικής οικονομικής πολιτικής την τελευταία περίοδο (από την περίοδο Ντράγκι) είναι η ασκούμενη νομισματική πολιτική από την ΕΚΤ. Ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες προσαρμόζει την πολιτική της (με αύξηση διαθέσιμων πόρων και συνεχή μείωση των απαιτούμενων κριτηρίων). Μια παρόμοια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, με ελάχιστα κριτήρια και προσαρμοσμένα στις ιδιαίτερες  ανάγκες των κρατών μελών θα ήταν σαφώς περισσότερο αποτελεσματική. Επιπλέον με αυτό τον τρόπο θα χρηματοδοτούνταν τα κράτη μέλη και όχι τα προγράμματα που καθορίζει η ΕΕ, και τα οποία σαφώς δεν είναι πολιτικά ουδέτερα, αλλά αντιθέτως  μεροληπτούν  υπέρ  αυτών που αποφασίζουν για το πως θα διατεθούν τα χρήματα. Όπως σημειώνει ο Λιούις Κάρολ «το ερώτημα είναι ποιος είναι τ’ αφεντικό – αυτό είν’ όλο».

Τώρα: ακόμη δεν γνωρίζουμε το συνολικό ύψος των μέτρων  δεδομένου ότι δεν υπάρχει απόφαση για το λεγόμενο Σχέδιο Ανάκαμψης. Επομένως θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε τα τελικά νούμερα του Σχεδίου Ανάκαμψης και να δούμε  τι ακριβώς εμπεριέχει το 7ετές δημοσιονομικό πλάνο.

Γνωρίζουμε, για την ώρα, το συνολικό ύψος των τριών εγκεκριμένων προγραμμάτων (540 δις ευρώ). Όμως δεν γνωρίζουμε ακόμη, και από αυτά ,τι ύψος θα κατευθυνθεί σε κάθε κράτος μέλος, δεδομένου ότι χρειάζεται αίτηση του κάθε ενός ξεχωριστά (βεβαίως με τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που έχουν τεθεί) για να λάβει τους αναλογούντες πόρους μετά από έγκριση των αρμοδίων οργάνων της Επιτροπής και σε βάθος χρόνου. Συνεπώς γνωρίζουμε το μέγιστο διαθέσιμο ποσό αλλά δεν γνωρίζουμε τι θα αιτηθεί κάθε κράτος μέλος και το σημαντικότερο τι θα εγκριθεί και τι τελικά θα εισπράξει. Σημειώνουμε ότι από τα 240 δις ευρώ του ESM, παρά το μηδενικό επιτόκιο, κανένα κράτος μέχρι σήμερα δεν θέλει να κάνει χρήση!!!

Οι πόροι θα ενταχθούν στον πολυετή προϋπολογισμό της ένωσης (2021-2027) και θα διατεθούν κατά τη διάρκεια του. Συνεπώς οι πόροι θα διατεθούν με βάση τα συνηθισμένα κριτήρια που υπάρχουν σήμερα και διέπουν τους προϋπολογισμούς της ένωσης συν τα πρόσθετα κριτήρια, που θα τεθούν λόγω τη ιδιαιτερότητας της παρούσας κατάστασης, εντός 7 ετών. Αυτό σημαίνει αργή και γραφειοκρατική αντιμετώπιση της κρίσης. Ενώ η ίδια η επιτροπή στις εκτιμήσεις της θεωρεί ότι οι οικονομίες της ευρωζώνης θα υποστούν συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά μ.ό.  7,7% το 2020, οι πόροι προγραμματίζονται να δοθούν σε βάθος επταετίας. Όσοι έχουν εμπειρία από τα αντίστοιχα προγράμματα τύπου ΕΣΠΑ, γνωρίζουν ότι για να φτάσουμε στις τελικές εγκρίσεις των προγραμμάτων θα χρειαστούν το ελάχιστο δύο έτη. Μήπως θα έχουμε θάψει τότε το σημερινό ετοιμοθάνατο;

Αν όλα τα παραπάνω είναι σωστά, τότε γίνεται αντιληπτό ότι τα ποσά που αφορούν στο Σχέδιο Ανάκαμψης, δεν κατευθύνονται για να αντιμετωπίσουν τις άμεσες (;)  συνέπειες της κρίσης της πανδημίας, αλλά περισσότερο αφορούν στο σχεδιασμό ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, με βάση το σχεδιασμό της ευρωπαϊκής επιτροπής, για το προσεχές μέλλον. Οι πόροι που ουσιαστικά κατευθύνονται ως ευθεία απάντηση της κρίσης που δημιούργησε η πανδημία είναι τα τρία ήδη εγκεκριμένα προγράμματα ύψους 540 δις ευρώ. Σαφέστατα είναι ανεπαρκείς.  Βεβαίως υπάρχουν πάντοτε οι εθνικοί πόροι που κάθε κράτος μέλος χρησιμοποιεί για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Όπως γίνεται άμεσα κατανοητό οι χώρες με συσσωρευμένα δημοσιονομικά πλεονάσματα  έχουν σαφώς μεγαλύτερες δυνατότητες στήριξης της οικονομικής τους δραστηριότητας.

 

Οι προτεραιότητες που θέτει η Κομισιόν και τα κριτήρια διανομής του πακέτου είναι τα ενδεδειγμένα;

 

Χρειάζεται να περιμένουμε να δούμε την τελική πρόταση και τις δεσμεύσεις για τα δάνεια, τις εγγυήσεις και τις επιχορηγήσεις που αφορούν στο Σχέδιο Ανάκαμψης. Να δούμε τελικά σε ποιους τομείς της οικονομίας (οι χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης  θέλουν συγκεκριμένους) θα δίνεται η βοήθεια. Μέχρι τώρα όλα είναι απλά ένα σχέδιο.

Όμως με τα υπάρχοντα στοιχεία σημειώνουμε παραδειγματικά τα εξής :

Ο πρώτος πυλώνας του Σχεδίου Ανάκαμψης  αφορά τη στήριξη των κρατών μελών της Ε.Ε. (ουσιαστικά πρόκειται για ένα  επταετές ΠΔΕ το οποίο όμως θα κατευθυνθεί σε συγκεκριμένα προγράμματα τα οποία έχουν καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή). Το βασικό όχημα ονομάζεται Διευκόλυνση Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Recovery and Resilience Facility), το οποίο  υπολογίζεται ότι θα μπορεί να δώσει  επιχορηγήσεις 310 δισ. ευρώ και δάνεια 250 δισ. ευρώ. Οι χώρες που θα αιτηθούν πόρους από το συγκεκριμένο εργαλείο θα πρέπει να καταθέσουν αναλυτικά σχέδια δημόσιων επενδύσεων και συνοδευτικών μεταρρυθμίσεων, τα οποία πρέπει να συμβαδίζουν με τις βασικές προτεραιότητες της Ε.Ε.: την πράσινη μετάβαση, την ψηφιακή ατζέντα και την ενίσχυση της «ανθεκτικότητας»  των οικονομιών της Ένωσης απέναντι σε μελλοντικά σοκ. Επιπλέον, θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις συστάσεις πολιτικής του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Τα εθνικά αυτά σχέδια θα εξετάζονται και θα εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η έγκρισή της όμως, παρότι αναγκαία, δεν είναι ικανή συνθήκη για την αποδέσμευση των χρημάτων. Θα πρέπει να εγκριθούν και από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Ωστόσο η απόφαση του Συμβουλίου δεν χρειάζεται να είναι ομόφωνη, αλλά λαμβάνεται με ειδική πλειοψηφία. Δεν είναι μόνο αυτές οι δυσκολίες : οι απαιτήσεις – αιρεσιμότητες  που αφορούν μεταρρυθμίσεις (προκειμένου να εγκριθούν τα σχέδια των κρατών και συνεπώς οι επιχορηγήσεις και τα δάνεια)  ίσως δεν γίνουν ευνοϊκά δεκτές από χώρες όπως η Ιταλία, ενώ οι αιρεσιμότητες που αφορούν το σεβασμό του κράτους δικαίου είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα συναντήσουν την αντίδραση της Ουγγαρίας και μάλλον της Πολωνίας. Θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε πως θα ξεπερασθούν αυτές οι δυσκολίες. Παράλληλα θα πρέπει να μη ξεχνούμε ότι στην περίπτωση της έγκρισης των σχεδίων των κρατών μελών θα υπάρχει επιτήρηση για το κατά πόσον η χρησιμοποίηση των πόρων γίνεται σύμφωνα με τους σκοπούς που έχουν διατυπωθεί.  Επιπλέον, οι πόροι θα διατεθούν με βάση τις προτεραιότητες της ένωσης στους αναφερόμενους παραπάνω τομείς και όχι με βάση τις ανάγκες και τα  ιδιαίτερα προβλήματα της κάθε χώρας που δημιουργήθηκαν ή οξύνθηκαν  λόγω της πανδημίας Covid19.

Υπάρχει βέβαια  και το  δεύτερο μέρος του πρώτου πυλώνα το React-EU, που περιγράφεται ως ένα «συμπλήρωμα της πολιτικής συνοχής», αξίας 55 δισ. ευρώ, και θα παρέχει επιχορηγήσεις με ευέλικτους όρους σε ΟΤΑ, νοσοκομεία κ.ο.κ. για την άμβλυνση των κοινωνικο-οικονομικών συνεπειών της κρίσης. Το τρίτο μέρος είναι η ενίσχυση των προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης (κατά 15 δισ. ευρώ) και του «Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης» προς την οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα (κατά 32,5 δισ. ευρώ).

Ο δεύτερος πυλώνας εστιάζει στη στήριξη του ιδιωτικού τομέα. Η Επιτροπή προτείνει την ενίσχυση του προγράμματος InvestEU (αυξάνοντας τους πόρους τους στα 15,3 δισ. ευρώ) και την προσθήκη σε αυτό ενός εργαλείου στρατηγικών επενδύσεων. Το εργαλείο αυτό η Επιτροπή ελπίζει ότι θα κινητοποιήσει ιδιωτικές επενδύσεις αξίας 150 δισ. ευρώ που θα «υποστηρίξουν μία σειρά από κρίσιμες αλυσίδες αξίες». Πάντοτε μιλάμε για τα μέγιστα ποσά με βάση το σχεδιασμό. Το τι θα πραγματοποιηθεί είναι άγνωστο.

 

Αλλάζει η πρόταση της Κομισιόν – που περιλαμβάνει τρόπον τινά μια μορφή αμοιβαιοποίησης του χρέους της Ε.Ε. – τον τρόπο με τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσει η ευρωπαϊκή ενοποίηση; Είναι εφικτό να αντέξει η Ένωση τον διχασμό μεταξύ των χωρών που έχουν πληγεί περισσότερο από την υγειονομική κρίση και της ομάδας των σκληρών του Βορρά;

 

Προφανώς και όχι. Ουσιαστικά πρόκειται για έκδοση κοινών πιστοποιητικών χρέους, με εγγύηση των κρατών μελών, προκειμένου να αυξηθούν κατά κύριο λόγο οι δημόσιες επενδύσεις με ομοιόμορφο τρόπο στα κράτη μέλη. Δεν απαξιώνω το θετικό βήμα που συνεπάγεται αυτή η κοινή έκδοση χρέους. Όμως δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί βήμα προς την ενοποίηση δεδομένου ότι αποτελεί απάντηση σε ένα εξωγενές συμβάν που μεγιστοποίησε τους υπαρκτούς φυγόκεντρους κινδύνους που ήδη ενυπήρχαν, ανεξαρτήτως των αρνητικών επιπτώσεων της πανδημίας. Το βήμα αυτό αποτελεί σταγόνα στον ωκεανό στα συσσωρευμένα οικονομικά προβλήματα των κρατών μελών της Ένωσης (μεταξύ των οποίων πρώτο αυτό της απόκλισης των οικονομιών των κρατών μελών) και τα οποία έχουν προέλθει πρωτίστως από τον τρόπο που επιχειρείται να συντελεστεί η ενωσιακή διαδικασία[§§]. Αναμένοντας, οι ευρωπαϊκές αρχηγεσίες,  ότι η συνέχιση της ενοποιητικής διαδικασίας με τη συνέχιση του ίδιου υποδείγματος  θα επιφέρει άλλα αποτελέσματα από όσα έχει επιφέρει μέχρι σήμερα, αποτελεί λάθος in principio.

 

Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, οι όροι εκταμίευσης και η σκληρή εποπτεία της χρήσης των κονδυλίων θα οδηγήσουν σε μια νέα μορφή μνημονίων;

 

«Τίποτα δεν θα είναι δωρεάν και άνευ όρων» στην ΕΕ, όπου κυριαρχεί ο γερμανικός Ordoliberalismus. Το πρώτο θέμα που χρειάζεται επομένως είναι να δούμε εάν η επιτροπεία θα είναι μόνο μέσω ευρωπαϊκού εξαμήνου ή εάν θα υπάρξουν επιπρόσθετες πλάγιες δεσμεύσεις. Διότι όπως ξεκαθάρισε και ο καθ’ ύλην αρμόδιος εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόβσκις, θα έρθουν σε βάθος 7ετίας και βεβαίως με τα ανάλογα attachments (επιτήρηση). Με άλλα λόγια, η εκταμίευσή τους δεν θα είναι καθόλου εύκολη και επομένως ούτε και σίγουρη.  Επομένως η επιτήρηση και η ενισχυμένη εποπτεία αναφορικά με την χρήση των πόρων είναι δεδομένη.

Όμως για την Ελλάδα προκύπτει ένα επιπλέον πρόβλημα το οποίο είναι ίσως και το πλέον επικίνδυνο για αυστηρότερη ακόμη εποπτεία που δεν γνωρίζουμε τα όρια της. Πρόκειται  για το ονομαζόμενο  φρένο στην «λευκή επιταγή» για πλήρη δημοσιονομική χαλάρωση το 2021, σε χώρες υπό μεταμνημονιακή επιτήρηση (Ελλάδα) και όσες έχουν υψηλό χρέος (Ιταλία). Δηλαδή υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να επανέλθουν οι δημοσιονομικοί περιορισμοί έστω και με νέο τρόπο από το 2021. Είναι γνωστό ότι με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είχε αναιρεθεί η ισχύς του Συμφώνου Σταθερότητας, για τους δημοσιονομικούς περιορισμούς,  από το Μάρτιο του 2020 λόγω της πανδημίας. Πιθανολογείται ότι οι τέσσερις χώρες – Δανία, Αυστρία, Σουηδία και Ολλανδία – προκειμένου να δεχθούν την πρόταση για τα κονδύλια ύψους 750 δισεκατομμυρίων ευρώ, έχουν θέσει θέμα για την απάλειψη της «ρήτρας διαφυγής». Με τη σιωπηλή υποστήριξη του υπόλοιπου Βορρά, οι «4» επιδιώκουν να περάσουν σειρά μέτρων και διαβαθμίσεων, προκειμένου να δημιουργηθεί μια «νέου τύπου» δημοσιονομική χαλάρωση το 2021. Έτσι  χώρες όπως η Ελλάδα με μεταμνημονιακό πρόγραμμα και η Ιταλία με υψηλό χρέος ενδέχεται να «αποχαιρετήσουν» τη λεγόμενη «ρήτρα διαφυγής», που επιτρέπει χωρίς περιορισμούς παροχές και δαπάνες λόγω του κορονοϊού. Αντιθέτως, θα μπαίνουν συγκεκριμένοι στόχοι με βάση το ύψος της ύφεσης. Τώρα μόνο μετά τη λήξη του τρίτου τριμήνου μπορούν να υπάρξουν ασφαλείς εκτιμήσεις για το ύψος της ύφεσης. Επομένως και εδώ χρειάζεται να περιμένουμε.

Η βασική στόχευση ενός μακροχρόνιου ελληνικού σχεδίου ανάπτυξης δεν μπορεί παρά να έχει δύο βασικούς και συνδεόμενους στόχους: την αύξηση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας (δηλαδή την αύξηση των παραγόμενων τελικών προϊόντων ή ευρισκομένων στο τελικό στάδιο της παραγωγής) κάτι που μπορεί να συμβεί, δεύτερον, την αύξηση της προστιθέμενης αξίας του πρωτογενούς τομέα (αγροτική παραγωγή), του δευτερογενούς τομέα (μεταποίηση) με έμφαση στη βιομηχανία και των υποτομέων του τριτογενούς (υπηρεσίες) που ενσωματώνουν υψηλή και σύγχρονη τεχνολογία. Αυτό προϋποθέτει περιορισμό και αναπροσανατολισμό του τουριστικού κλάδου που τείνει να εξελιχθεί σε μονοκαλλιέργεια.

Η ένταξη μας σε μια αγορά όπως η ευρωπαϊκή (υψηλής τεχνολογίας) χωρίς να έχουν απομακρυνθεί οι αιτίες που προκαλούν αδυναμία στον εγχώριο μεταποιητικό τομέα να τις ανταγωνιστεί (χαμηλή παραγωγικότητα  και χαμηλής ενσωμάτωσης τεχνολογίας), απλά θα καταστήσει τις ελληνικές επιχειρήσεις μη βιώσιμες, καθώς φτηνές εισαγωγές που δεν έχουν ενσωματωμένο το επιπλέον κόστος θα είναι εύκολα προσβάσιμες στους καταναλωτές.

Αντίστοιχα, η επιδιωκόμενη υποκατάσταση της ακριβής εγχώριας παραγωγής από φτηνές εισαγωγές και το προσδοκώμενο όφελος για τους Έλληνες καταναλωτές θα αποδειχθεί μάλλον μικρής σημασίας, καθώς η μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, ως βασική συνέπεια  της επακόλουθης μείωσης ή και διακοπής παραγωγικής δραστηριότητας, απόλυσης προσωπικού και μείωσης αποδοχών ειδικά στον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών (δηλαδή, κυρίως τη μεταποίηση), θα υπερκαλύψει  την οποιαδήποτε μείωση τιμών.

Η χώρα θα χάσει την παραγωγική βάση που της απομένει, καθώς τα εμπορεύσιμα προϊόντα πλέον θα εισάγονται, υποκαθιστώντας τα μη ανταγωνιστικά εγχώρια παραγόμενα προϊόντα. Όμως η παραγωγική αυτή, κυρίως μεταποιητική, βάση είναι και ο πυρήνας της μηχανής που μπορεί διαχρονικά να εξασφαλίσει την προσέγγιση του επιπέδου διαβίωσης των ανεπτυγμένων χωρών, καθώς και την ποιοτική απασχόληση.

Αλλά ακόμα και τα προϊόντα που δεν είναι αποτέλεσμα μεταποίησης, όπως οι πρώτες ύλες ή τα αγροτικά προϊόντα, απαιτούν συχνά σαν εισροή προϊόντα μεταποίησης. Συνεπώς, η γενίκευση της προαναφερόμενης ανάλυσης,  στην ανάγκη ύπαρξης μιας επαρκώς διαφοροποιημένης και υγιούς μεταποιητικής βάσης είναι εύλογη και ορθή. Η παραγωγή προϊόντων (η δημιουργία πραγμάτων)  παραμένει αναπόσπαστη προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός υγιούς παραγωγικού οικοσυστήματος. Εδώ εμφανίζεται η κύρια ερώτηση : το σχέδιο ανάκαμψης μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς αυτή την κατεύθυνση; Μάλλον όχι τόσο για αντικειμενικούς λόγους όσο και για υποκειμενικούς. Αλλά οι συγκεκριμένες  απαντήσεις  χρειάζονται εκτενή ανάλυση και παραπέμπονται σε μια άλλη ευκαιρία.

 

Μαρία Καραμεσίνη : «Φαίνεται ότι η κοινωνική πολιτική και η πολιτικής απασχόλησης των κρατών μελών της Ε.Ε. διεκδικούν λίγους πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης»

Η Μαρία Καραμεσίνη είναι καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας και της Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρώην Διοικήτρια του ΟΑΕΔ.

 

Με τα σημερινά δεδομένα, οι πόροι που θα διατεθούν από την Ε.Ε. μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης είναι επαρκείς; Υπάρχει πρόβλεψη για μια πιθανή δεύτερη φάση της υγειονομικής κρίσης;

 

Τα 750 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο ποσό, ιδίως αν αθροιστεί με την προτεινόμενη αύξηση του επταετούς προϋπολογισμού της Ε.Ε. και με τους επιπλέον πόρους που θα μοχλευτούν μέσω κοινοτικού δανεισμού. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ε.Ε. λαμβάνεται τέτοιου μεγέθους πρωτοβουλία σε κοινοτικό επίπεδο και δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί η σημασία της. Ωστόσο, το ποσό είναι αναντίστοιχο με τις ανάγκες στήριξης των κρατών μελών – ιδίως αυτών που επλήγησαν ή θα πληγούν περισσότερο – για την αντιμετώπιση των οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων της πανδημίας, αλλά κυρίως με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα κράτη μέλη με τους λιγότερους πόρους και την πιο αδύναμη παραγωγική και τεχνολογική βάση όσον αφορά τον οικολογικό και τον κοινωνικό μετασχηματισμό του αναπτυξιακού τους προτύπου προς την κατεύθυνση της βιώσιμης και δίκαιης ανάπτυξης. Δεν είναι τυχαίο που τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πίεζαν για μεγαλύτερο συνολικό ύψος πόρων του Ταμείου, για 1 τρισ. ευρώ και πάνω.

 

Βέβαια το τελικό ύψος πόρων του Ταμείου δεν έχει ακόμα «κλειδώσει». Δεδομένων των αντιρρήσεων των τεσσάρων «φειδωλών» χωρών, Αυστρίας, Ολλανδίας, Δανίας και Σουηδίας, στις οποίες προστέθηκε τελευταία και η Φινλανδία, που απαιτούν χαμηλότερο ύψος πόρων, οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν από τη γερμανική προεδρία και είναι πολύ πιθανό το προτεινόμενο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ποσό να μειωθεί και να αλλάξει η αναλογία επιχορηγήσεων/δανείων 2 προς 1 υπέρ των δανείων, δύο αλλαγές που είναι προφανώς εις βάρος των συμφερόντων των υπερχρεωμένων χωρών και λαών του ευρωπαϊκού Νότου.

Δεν υπάρχει πρόβλεψη για μια πιθανή δεύτερη φάση της υγειονομικής κρίσης. Εξάλλου, το μεγαλύτερο μέρος του προτεινόμενου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πακέτου των 750 δισ. ευρώ προορίζεται για την ανάκαμψη και το μετασχηματισμό των οικονομιών στο μεσο-μακροπρόθεσμο διάστημα με βάση τις προτεραιότητες της Ε.Ε. (Πράσινη Συμφωνία, ψηφιακή πολιτική στρατηγικές επενδύσεις, πρόγραμμα υγείας κλπ.). Μικρό μόνο μέρος του, περίπου 80 δισ. ευρώ, αφορά την κάλυψη άμεσων αναγκών στήριξης των κρατών για την αντιμετώπιση των οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών της πανδημίας (εισοδηματική στήριξη εργαζομένων, εγγυήσεις δανείων σε επιχειρήσεις, βοήθεια σε απόρους), αλλά και σε αυτήν την περίπτωση δύσκολα οι εκταμιεύσεις πόρων θα ξεκινήσουν πριν 2021. Εάν υπάρξει δεύτερη φάση της υγειονομικής κρίσης το φθινόπωρο, οι άμεσες κρατικές δαπάνες θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν με εθνικούς πόρους και τους ευρωπαϊκούς που προβλέφθηκαν από το προηγούμενο πακέτο (SURE, ΕΤΕΠ, ESM) ή προέρχονται από το ΕΣΠΑ.

 

Οι προτεραιότητες που θέτει η Κομισιόν και τα κριτήρια διανομής του πακέτου είναι τα ενδεδειγμένα;

 

Δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς τις προτεραιότητες της ενεργειακής μετάβασης και των «κλιματικών» επενδύσεων στο πλαίσιο της Πράσινης Συμφωνίας, της οποίας βέβαια το κοινωνικό σκέλος είναι εντελώς ανεπαρκές. Ούτε μπορεί να αμφισβητήσει κανείς την ανάγκη στήριξης των συστημάτων υγείας και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων ή της ψηφιακής πολιτικής. Όμως δεν βλέπω π.χ. άξονα χρηματοδότησης επενδύσεων στην κοινωνική φροντίδα, στην παιδεία και την έρευνα ή στην αγροτική οικονομία. Επίσης, τα κονδύλια του React-EU ούτε επαρκούν ούτε προβλέπεται να καλύψουν τις ελλείψεις του SURE ως προς την αντιστάθμιση των μισθολογικών απωλειών των εργαζομένων που μειώνεται ο χρόνος εργασίας τους ή των ανέργων που έχει λήξει η επιδότησή τους. Φαίνεται δηλαδή ότι η κοινωνική πολιτική και η πολιτικής απασχόλησης των κρατών μελών της Ε.Ε. διεκδικούν λίγους πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης. Να αποσαφηνίσουμε βέβαια ότι είναι πρόωρο να προβούμε σε συνολική αποτίμηση των προτεραιοτήτων χρηματοδότησης πριν δούμε που θα καταλήξει η διαπραγμάτευση της γερμανικής προεδρίας ως προς το συνολικό ύψος των πόρων, τη λεπτομερή κατανομή τους στις διάφορες χρήσεις και κυρίως τους όρους εκταμίευσής τους. Οι όροι αυτοί μπορεί να αναιρούν τα όποια οφέλη του λαού μιας χώρας, μέσω προαπαιτούμενων θυσιών ως προς τα κοινωνικά κεκτημένα.

Από την άλλη πλευρά δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε ως θετικό ότι η κατανομή των πόρων του Ταμείου δεν θα γίνει, όπως σε άλλες περιπτώσεις, με βάση τη συνεισφορά αλλά με βάση τις ανάγκες των κρατών-μελών, κριτήριο που εισάγει τη διάσταση της αλληλεγγύης κυρίως προς τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, μέσω της (ανα)διανομής των πόρων προς όφελος των κρατών που έχουν πληγεί δυσανάλογα από την πανδημία ή/και βρίσκονται στην πιο αδύναμη θέση (κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ποσοστό ανεργίας κλπ.). Έτσι η Ελλάδα προβλέπεται να λάβει το 4,3% των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ η συμβολή της στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ είναι 1,3%.

 

Αλλάζει η πρόταση της Κομισιόν – που περιλαμβάνει τρόπον τινά μια μορφή αμοιβαιοποίησης του χρέους της Ε.Ε. – τον τρόπο με τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσει η ευρωπαϊκή ενοποίηση; Είναι εφικτό να αντέξει η Ένωση τον διχασμό μεταξύ των χωρών που έχουν πληγεί περισσότερο από την υγειονομική κρίση και της ομάδας των σκληρών του Βορρά;

Απ’ ότι φαίνεται, η πρόταση της Γερμανίας-Γαλλίας για το Ταμείο Ανάκαμψης, την οποία υιοθέτησε η Κομισιόν, που περιλαμβάνει και την αμοιβαιοποίηση του χρέους, αντανακλά τη μετατόπιση της γερμανικής κυβέρνησης προς την επιλογή μιας ισχυρότερης ευρωπαϊκής ενοποίησης που θα διευρύνει τις δημοσιονομικές μεταβιβάσεις, ώστε να αποφευχθούν οι διαλυτικές συνέπειες που θα είχε για την ευρωζώνη η εγκατάλειψη της Ιταλίας και της Ισπανίας στην τύχη τους, δηλαδή να τα βγάλουν πέρα μόνες τους απέναντι στην πανδημία και κυρίως στη φάση της ανάκαμψης. Κάποιοι «μεταφράζουν» αυτήν την απόφαση ως πρώτο βήμα στην κατεύθυνση της δημοσιονομικής ένωσης, την οποία λένε ότι βλέπει θετικά ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Όλαφ Σολτς, ενώ κάποιοι άλλοι ως ρεαλιστικό αναπροσανατολισμό της γερμανικής στρατηγικής στο εσωτερικό της Ε.Ε. με στόχο τη διάσωση της δυναμικής της οικονομίας της σε συνθήκες από-παγκοσμιοποίησης, χωρίς σαφές σχέδιο για εμβάθυνση της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης. Πολύ σύντομα θα φανεί εάν οι δρομολογούμενες αλλαγές με το Ταμείο Ανάκαμψης και τον προϋπολογισμό της Ε.Ε. θα έχουν συνέχεια. Το πρώτο τεστ είναι η διαπραγμάτευση που θα κάνει η γερμανική προεδρία με τις μέχρι τώρα συμμάχους της Γερμανίας «φειδωλές χώρες» για το ύψος του πακέτου ανάκαμψης, την αναλογία επιχορηγήσεων-δανείων και το χρόνο έναρξης αποπληρωμής των δανείων. Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης θα δείξει εάν η πολιτική τάξη της Γερμανίας έχει αποφασίσει να παίξει σοβαρά το χαρτί της περαιτέρω εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης τα επόμενα χρόνια ή αν προσπαθεί να επιλύσει πυροσβεστικά με «ανορθόδοξα» μέτρα την πρωτόγνωρη κρίση που δημιούργησε η πανδημία.

Σε κάθε περίπτωση, η πρωτόγνωρη ύφεση με αφορμή την πανδημία έχει δημιουργήσει ευνοϊκό έδαφος για να αναδειχθούν και να βρουν απήχηση στη δημόσια συζήτηση οι μέχρι τώρα επί πολλά χρόνια μειοψηφικές απόψεις της Αριστεράς και των ριζοσπαστικών κινημάτων για μεγάλες τομές στη νεοφιλελεύθερη αρχιτεκτονική και λειτουργία των κοινοτικών θεσμών και για την ανάγκη επαναθεμελίωσης της Ε.Ε. προς όφελος των ευρωπαϊκών λαών. Η πρώτη και κορυφαία μάχη της Αριστεράς και των προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης είναι να αποτρέψει τη συνέχιση της υπερχρέωσης των πιο επιβαρυμένων κρατών της ευρωζώνης και της Ε.Ε. καθώς και την επιβολή πολιτικών λιτότητας και νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων είτε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου είτε ως πρόσθετες αιρεσιμότητες για την άντληση πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης.

 

Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, οι όροι εκταμίευσης και η σκληρή εποπτεία της χρήσης των κονδυλίων θα οδηγήσουν σε μια νέα μορφή μνημονίων; Ποιες πρέπει να είναι οι προτεραιότητες ενός ελληνικού σχεδίου ανάπτυξης;

 

Η Ελλάδα βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου αλλά αυτό δεν οδηγεί αυτόματα σε σκληρότερους όρους για άντληση πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης. Η Αριστερά στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο δίνει μάχη ώστε να μην υπάρχουν επιπρόσθετοι όροι αποπληρωμής και για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος κρυμμένων μνημονιακών δεσμεύσεων. Ωστόσο, χωρίς επιπρόσθετες «μνημονιακές δεσμεύσεις» στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου και της «κανονικής» ενισχυμένης εποπτείας, θα μπορούσαν να υπάρχουν συστάσεις για σκληρή δημοσιονομική αναπροσαρμογή σε χώρες με μεγάλο δημόσιο έλλειμμα και χρέος και άρα για περικοπές μισθών και συντάξεων στη χώρα μας. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το δημόσιο έλλειμμα της Ελλάδας θα διαμορφωθεί φέτος στο 7,7% ή στο 8,8% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος στο 197% ή στο 209% το ΑΕΠ, ανάλογα με το εάν θα υπάρξει ή όχι δεύτερο κύμα πανδημίας το φθινόπωρο. Επίσης, στο  ευρωπαϊκό εξάμηνο θα μπορούσαν να προστεθούν συστάσεις για άλλες μεταρρυθμίσεις, από αυτές που δεν υλοποιήθηκαν στο πλαίσιο του 2ου Μνημονίου ή και καινούργιες, που επιθυμεί διακαώς να ολοκληρώσει αυτοβούλως η ΝΔ.

Οι προτεραιότητες ενός σχεδίου ανάπτυξης για τη χώρα – από την πλευρά της Αριστεράς – θα πρέπει να υπηρετούν πρώτα από όλα τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας που είναι η πηγή του πλούτου της κοινωνίας (καταπολέμηση της ανεργίας, προστασία της εργασίας, αξιοπρεπείς αμοιβές, κοινωνική προστασία και δικαιώματα, συνδικαλιστική εκπροσώπηση και συλλογική διαπραγμάτευση, ασφαλές και υγιές περιβάλλον εργασίας) και να βελτιώνουν το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας: το καλά εκπαιδευμένο νεανικό εργατικό της δυναμικό, με επενδύσεις στην δημόσια παιδεία και την έρευνα και με τη δημιουργία ενός σύγχρονου και αξιόπιστου συστήματος κατάρτισης, που θα υποστηρίξει την τεχνολογική αλλαγή και διάχυση. Θα πρέπει επίσης να υπηρετούν το στόχο της διαφύλαξης και επέκτασης των δημόσιων και κοινόχρηστων αγαθών, με έμφαση στην υγεία και την φροντίδα, σε συνδυασμό με την θέσπιση ενός δίκαιου συστήματος φορολογίας που θα χρηματοδοτεί τα κοινωνικά αγαθά και δικαιώματα, ώστε να μειώνονται οι κοινωνικές ανισότητες, ταξικές, έμφυλες, εθνοτικές κλπ. Τέλος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, θα πρέπει να υπηρετούν τη ριζική αλλαγή του παραγωγικού συστήματος και του καταναλωτικού μοντέλου στην κατεύθυνση της οικολογικής αλλά και της οικονομικής βιωσιμότητας, σε ένα ασταθές και γρήγορα μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.

Συνοψίζω τα παραπάνω σε τρεις προτεραιότητες: α) καταπολέμηση της ανεργίας, προστασία της εργασίας, και επενδύσεις στην εκπαίδευση και στην έρευνα (β) δημόσια αγαθά, κοινωνικό κράτος και καταπολέμηση κοινωνικών ανισοτήτων (γ) παραγωγική ανασυγκρότηση και οικολογικός μετασχηματισμός της οικονομίας.

 

Γιώργος Σταμπουλής : «Ένα σημαντικό ζήτημα είναι η καταλληλότητα των προτεραιοτήτων για όλες τις χώρες και περιφέρειες. Η παρέμβαση χαρακτηρίζεται από τη λογική ότι “ένα κουστούμι μπορεί να ταιριάζει σε όλους”»

Ο Γιώργος Σταμπουλής είναι Επίκουρος Καθηγητής Διοίκησης, Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, πρώην μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας

 

Με τα σημερινά δεδομένα, οι πόροι που θα διατεθούν από την Ε.Ε. μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης είναι επαρκείς; Υπάρχει πρόβλεψη για μια πιθανή δεύτερη φάση της υγειονομικής κρίσης;

 

Η επάρκεια των πόρων μπορεί να κριθεί σε δύο άξονες. Ο πρώτος στον οποίο εστιάζει η παρέμβαση της ΕΕ αφορά στην αντιμετώπιση των συνεπειών στη λειτουργία της οικονομίας. Εδώ οι πόροι που προβλέπεται να διατεθούν είναι μάλλον αποτέλεσμα των γνωστού ευρωπαϊκού συμβιβασμού και βασίζονται στην ελπίδα ότι η απορρόφησή τους θα γίνει έγκαιρα και σωστά (πράγμα αμφίβολο ειδικά για τις πιο αδύναμες χώρες). Η Ευρώπη φαίνεται να λειτουργεί σε δεύτερο χρόνο, οι παρεμβάσεις δεν είναι εμπροσθοβαρείς, αλλά μάλλον ετεροχρονισμένες. Οι ποσοτικές εκτιμήσεις μάλλον υποτιμούν την επίδραση της κρίσης στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και μάλλον και τη ανθεκτικότητα των υπολοίπων. Στις περιπτώσεις των χωρών όπως η Ελλάδα που δεν αναπτύσσουν οι ίδιες εμπροσθοβαρή πολιτική το κενό θα είναι μεγάλο. Έτσι γίνεται ακόμη πιο σημαντική η κριτική που αφορά στο, δεύτερο, άξονα των ανισοτήτων. Τόσο οι περιφερειακές όσο και οι κοινωνικές ανισότητες αναμένεται να ενταθούν, όμως οι παρεμβάσεις είναι λίγες και συντηρητικές, πολιτικά και προγραμματικά. Συνολικά το πρόγραμμα δεν φαίνεται να απαντά στην ανάγκη άμεσης παρέμβασης για τη στήριξη των εισοδημάτων και της εργασίας, και μέσω της ζήτησης του παραγωγικού δυναμικού. Βέβαια στην Ελλάδα υπάρχει καθυστέρηση ακόμη και στα περιορισμένα εργαλεία που διατίθενται σε αυτή την κατεύθυνση.

Τα σενάρια των υπηρεσιών της ΕΕ αναφέρονται και στην αντιμετώπιση ενός «δεύτερου κύματος», όμως είναι υποτιμημένο σε ότι αφορά την πιθανότητα να συμβεί, τη διάρκειά του και τις επιπτώσεις του. Σε ότι αφορά την πιθανότητα ενός 2ου και 3ου και πιθανά επόμενων κυμάτων αυτή συνδέεται από τη μία με τη βιασύνη «επανέναρξης» ευάλωτων τομέων της οικονομίας όπως η αναψυχή και ο τουρισμός. Ενώ από τη μία τα αποτελέσματα θα είναι φτωχότερα από ότι οι προσδοκίες που ενθαρρύνονται στη δημόσια σφαίρα υπονοούν, θα επιταχύνουν την επανάκαμψη της επιδημίας. Τα σενάρια βασίζονται σε υπερβολικά αισιόδοξες (και μάλλον μη ρεαλιστικές) εκτιμήσεις για την ανάπτυξη νέων θεραπειών και εμβολίων. Εφόσον αυτές οι εκτιμήσεις διαψευσθούν η επιπτώσεις είναι πιθανό να κρατήσουν ακόμη και μετά το 2021. Αυτό είναι πιθανό να συμβεί ακόμη και αν  έχουμε θεραπείες και εμβόλιο εντός του πρώτου εξαμήνου του 2021 καθώς η αναδιάρθρωση των αλυσίδων αξίας θα διαρκέσει περισσότερο, ούτως ή άλλως. Τέλος, μάλλον υποτιμάται η επίπτωση της κρίσης στις ανισότητες και στην ψυχολογία των πολιτών, ιδίως εάν διαψευσθούν οι προσδοκίες ανάκαμψης στις αρχές του 2021.

Συνεπώς η πρόβλεψη για την αντιμετώπιση πιθανής δεύτερης φάσης είναι μάλλον αδύναμη.

 

Οι προτεραιότητες που θέτει η Κομισιόν και τα κριτήρια διανομής του πακέτου είναι τα ενδεδειγμένα;

 

Φαίνεται ότι υπερτιμώνται τόσο οι δυνατότητες των πιο αδύναμων χωρών και περιφερειών να αξιοποιήσουν τα κονδύλια, όσο το μέγεθος των διαρθρωτικών προκλήσεων. Ένα σημαντικό ζήτημα είναι η καταλληλότητα των προτεραιοτήτων για όλες τις χώρες και περιφέρειες. Η παρέμβαση χαρακτηρίζεται από τη λογική ότι «ένα κουστούμι μπορεί να ταιριάζει σε όλους».

Ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία των παρεμβάσεων να είναι η υποτίμηση της σημασίας της υγειονομικής κρίσης. Δεν πρόκειται για μία κρίση που προστίθεται στις ήδη υπάρχουσες προκλήσεις. Λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ώς καταλύτης κοινωνικο-τεχνικών αλλαγών που θα έχουν δραματικές επιπτώσεις στην εργασία, το εμπόριο, το διεθνή καταμερισμό εργασίας και τομείς όπως, για παράδειγμα, η λειτουργία και η οικονομία των πόλεων.

Έτσι, επιταχύνονται τεχνολογικές εξελίξεις όπως η ψηφιοποίηση της οικονομίας, που φέρνουν ακόμη μεγαλύτερη ανεργία και επισφάλεια. Η πραγματικότητα σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες είναι ότι τα τελευταία 50 χρόνια έχει μειωθεί η απαιτούμενη εργασία τόσο ώστε η πραγματική πλήρης απασχόληση με τους μεταπολεμικούς όρους να είναι αδύνατη. Μέχρι σήμερα αυτό καλύπτονταν εν μέρει από τη μερική απασχόληση και την επισφάλεια, με δραματικές επιπτώσεις τόσο σε ότι αφορά στις ανισότητες όσο και στην ίδια την ανάπτυξη. Η επιτάχυνση των εξελίξεων απαιτεί πολύ περισσότερους πόρους στη στήριξη της εργασίας και στην αντιμετώπιση των ανισοτήτων (συμπεριλαμβανομένου και του ψηφιακού χάσματος). Είναι πλέον άμεσα απαραίτητη τη μείωση του χρόνου πλήρους απασχόλησης, ως όρος επιβίωσης των Ευρωπαϊκών οικονομιών και μετάβασης στο νέο πολύ-πολικό γεωπολιτικό περιβάλλον. Ταυτόχρονα αναδεικνύεται και η ανάγκη διαμόρφωσης νέων μετώπων όπως η εξασφάλιση για το σύνολο του πληθυσμού του δικαιώματος στην υγεία, τη στέγη, τη σύνταξη κλπ.

Τέλος, απουσιάζει από την Ευρωπαϊκή παρέμβαση η αναπτυξιακή βοήθεια προς τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Εκεί οι παρεμβάσεις θα κόστιζαν λιγότερο, όμως με σημαντικό αναπτυξιακό αποτύπωμα και θα μπορούσαν να έχουν ισχυρά πολιτικά αποτελέσματα για την Ευρώπη.

 

Αλλάζει η πρόταση της Κομισιόν – που περιλαμβάνει τρόπον τινά μια μορφή αμοιβαιοποίησης του χρέους της Ε.Ε. – τον τρόπο με τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσει η ευρωπαϊκή ενοποίηση; Είναι εφικτό να αντέξει η Ένωση τον διχασμό μεταξύ των χωρών που έχουν πληγεί περισσότερο από την υγειονομική κρίση και της ομάδας των σκληρών του Βορρά;

 

Οι κρίσεις που αντιμετωπίζουμε είναι όλο και πιο πολύπλοκες και πολύπλευρες. Απαιτούν ολιστικές και ριζοσπαστικές προσεγγίσεις, που μόνο ένα νέο κοινό ευρωπαϊκό όραμα μπορεί να προωθήσει. Κάθε κρίση που αντιμετωπίζει η ΕΕ τη φέρνει πιο κοντά σε υπαρξιακές προκλήσεις. Η λογική του εφικτού που χαρακτηρίζει τη λειτουργία της ΕΕ τείνει πλέον να μην είναι ρεαλιστική, με την έννοια ότι αυτό που  μπορεί να γίνει δεν είναι αρκετό, από όποια πλευρά και αν το δει κανείς. Καθώς οι πολιτικές έρχονται αντιμέτωπες με την απουσία πολιτικής νομιμοποίησης, την οποία εκμεταλλεύονται οι ακραίες εθνικιστικές δυνάμεις, γίνονται και πιο άτολμες οπότε και πιο αναποτελεσματικές. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το πεδίο της σύγκρουσης είναι κοινό και υπερβαίνει τα παλιά σύνορα. Ότι η αλληλεγγύη θα πρέπει να είναι κοινωνική αλλά και διαπεριφερειακή. Σε αυτό το πλαίσιο η αμοιβαιοποίηση του χρέους (ιδίως εφόσον γίνεται δίχως άλλους όρους) σπάει δόγματα και ταμπού που φρέναραν την Ευρωπαϊκή υπόθεση. Απαιτούνται άμεσα και άλλα που για την ώρα διατυπώνονται στα κείμενα ως ευχές, όπως η φορολογική ενοποίηση, ο Ευρωπαϊκός βασικός μισθός κ.ο.κ. Όμως δίχως την πολιτική ενοποίηση που θα νομιμοποιεί πολιτικά τη λήψη αυτών των αποφάσεων με ταχύτητα και αποφασιστικότητα θα έχουμε πολλά πισωγυρίσματα. Τα σενάρια μιας μετα-δημοκρατικής Ευρώπης δεν θα καλύψουν το κενό της νομιμοποίησης από τους Ευρωπαϊκούς λαούς και θα στερούνται τη δύναμη ενός κοινού Ευρωπαϊκού οράματος που θα μπορεί να αποτυπωθεί σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.

 

Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, οι όροι εκταμίευσης και η σκληρή εποπτεία της χρήσης των κονδυλίων θα οδηγήσουν σε μια νέα μορφή μνημονίων; Ποιες πρέπει να είναι οι προτεραιότητες ενός ελληνικού σχεδίου ανάπτυξης;

 

Η ελληνική οικονομία έχει άμεση ανάγκη αξιοποίησης των κονδυλίων για την επιτάχυνση πραγματικά διαρθρωτικών αλλαγών. Σε συνδυασμό με την προοδευτική φορολογία η έμφαση πρέπει να είναι στη θωράκιση της δημόσιας υγείας, των υποδομών και υπηρεσιών όπως η ενέργεια, το νερό και οι μεταφορές (ειδικά οι αστικές), η ενίσχυση των δημόσιων χώρων στις πόλεις που είδαμε πόσο λείπουν τώρα που συνωστιστήκαμε στις λιγοστές οάσεις των πόλεών μας.

Όμως ένα ρεαλιστικό σχέδιο ανάπτυξης πρέπει να βασιστεί στην ενίσχυση της βασικής παραγωγικής δύναμης, της εργασίας. Μόνο έτσι μπορούμε να περάσουμε από ένα μοντέλο εξαγωγής υπεραξίας από την εργασία και το περιβάλλον (την καταστροφή του) σε ένα μοντέλο δημιουργίας αξίας.

Η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, όπως περιγράφηκε παραπάνω αποτελεί το απαραίτητο υπόβαθρο. Για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας είναι απαραίτητο να αξιοποιηθεί η δημιουργικότητα του ανθρώπινου δυναμικού. Όχι μόνο να καλλιεργηθούν οι ψηφιακές δεξιότητες και να μειωθεί το ψηφιακό χάσμα, αλλά να ενισχυθούν οι δραστηριότητες δημιουργίας αξίας στον παραγωγικό ιστό. Η  Ελλάδα υστερεί δραματικά στο επίπεδο καινοτομικών δραστηριοτήτων και την δημιουργία άυλου ενεργητικού, ιδίως στον ιδιωτικό τομέα. Οι προτεραιότητες των Ευρωπαϊκών πολιτικών μπορεί να είναι σχετικά επαρκείς (αν όλα πάνε καλά) για τις πιο αναπτυγμένες και πλούσιες χώρες, όμως στην περίπτωση της Ελλάδας απαιτούνται πραγματικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις στην παραγωγική δομή, που (δεν αφορούν σε ιδιωτικοποιήσεις, το αντίθετο) αλλά στην ενίσχυση του παραγωγικού οικοσυστήματος με νέες παραγωγικές μονάδες έντασης γνώσης και καινοτομικής δραστηριότητας. Με την παράλληλη ενίσχυση του δημόσιου συστήματος παιδείας και έρευνας πρέπει να αναπτυχθούν οι απαραίτητες οικονομίες συγκέντρωσης γνώσης που θα απαντούν στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας.

[*] Το ποσό θα κατευθυνθεί για τα προγράμματα REACT-EU, το Μέσο Στήριξης της Φερεγγυότητας και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Βιώσιμης Ανάπτυξης, δεδομένου του επείγοντος χαρακτήρα αυτών των αναγκών.

[†] Η νέα πρόταση είναι μειωμένη κατά 35 δις € σε σχέση με την αρχική πρόταση της Επιτροπής (Μαϊος 2018 – 1.135 δις €).

[‡] Ϊδιοι πόροι που θα συγκεντρωθούν από την επέκταση του συστήματος εμπορίας εκπομπών στους τομείς της ναυτιλίας και της αεροπλοΐας (έσοδα περίπου 10 δις €), την επιβολή φόρου στις επιχειρήσεις που αποκομίζουν μεγάλα κέρδη από την εσωτερική αγορά (έσοδα περίπου 10 δις € ετησίως), επιβολή τέλους στις εισαγωγές άνθρακα (έσοδα περίπου 14 δις €) και επιβολή ψηφιακού φόρου σε εταιρίες με κύκλο εργασιών μεγαλύτερο των 750 εκ ευρώ ετησίως.

[§] Στην πρόταση της Επιτροπής αναφέρεται ότι το «Next Generation EU» αποτελεί έκτακτο μέσο λόγω έκτακτης ανάγκης που τίθεται σε εφαρμογή προσωρινά και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για αυτόν τον σκοπό.

[**] Ο συνολικός προϋπολογισμός είναι 560 δις € εκ των οποίων 310 δις € αποτελούν επιχορηγήσεις και 250 δις € δάνεια. Χρηματοδοτούνται εθνικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.

[††] Νέο Μέσο Στήριξης της Φερεγγυότητας με σκοπό τη στήριξη του μετοχικού κεφαλαίου βιώσιμων εταιρειών. – 31 δις €. Ενίσχυση του προγράμματος Invest EU, συμπεριλαμβανομένου ενός Μηχανισμού Στρατηγικών Επενδύσεων 30.5 δις €.

[‡‡] H Ελλάδα ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που συγκρότησε Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης (2018) και σύμφωνα με την πρόταση αυξάνεται το αντίστοιχο ποσό για την χώρα από 295 εκ €. σε 1.725 εκ.

 

[§§] Κ. Μελάς, Η Σαστισμένη Ευρώπη σε Περιδίνηση Καταστροφής – Ινστιτούτο Πουλαντζά ,  https://poulantzas.gr/yliko/kostas-melas-i-sastismeni-evropi-se-peridinisi-katastrofis/

...