Τάκης Κατσαρός: Στόχος της ΝΔ είναι το μικρό, κλειστό στους πολλούς και αστυνομοκρατούμενο Πανεπιστήμιο

Posted on 17 Δεκεμβρίου, 2020, 6:48 μμ
3 secs

Με τις ανακοινώσεις της για τον τρόπο πρόσβασης στα Πανεπιστήμια και την αστυνόμευση, η υπουργός Παιδείας επέμεινε στην κατευθυντήρια γραμμή της παράταξής της για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση:

– Μικρό, ώστε να παρακάμπτεται στην πράξη το άρθρο 16 του Συντάγματος, να  μειώνεται η ισχύς και η αξία του  δημόσιου Πανεπιστήμιου και να αυξάνει η δύναμη και η πελατεία των ιδιωτικών Κολλεγίων και των ΙΕΚ. 

– Κλειστό στους πολλούς, ώστε,  από το μαζικό Πανεπιστήμιο που είναι μια μεγάλη κατάκτηση της μεταπολιτευτικής περιόδου να μεταβούμε βίαια στο Πανεπιστήμιο των λίγων, δηλαδή, όσων μπορούν να αντεπεξέλθουν, στην περαιτέρω “φροντιστηριοποίηση” του Λυκείου, στους αλλεπάλληλους εξεταστικούς φραγμούς, στην Τράπεζα Θεμάτων και στην απειλή των διαγραφών. 

– Αστυνομοκρατούμενο, όσο η κρίση θα οξύνεται και η κυβέρνηση θα κατολισθαίνει ακόμη πιο έντονα στη βία και στον αυταρχισμό απέναντι στα κινήματα της νεολαίας

Η κυβέρνηση της ΝΔ, αξιοποιώντας την ευκαιρία της πανδημίας,  ετοιμάζει  ένα διπλό χτύπημα: το πρώτο  στο δικαίωμα των νέων παιδιών στη μόρφωση με τη δραστική μείωση του αριθμού των εισακτέων και το δεύτερο στην ακαδημαϊκή αυτονομία και αυτοτέλεια με την ίδρυση ειδικού αστυνομικού σώματος που θα υπάγεται στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.

Η άγρια επίθεση  της ΝΔ στον μαθητικό πληθυσμό εκδηλώνεται με την επιδίωξη της κυβέρνησης να μειώσει τον αριθμό των εισακτέων και να καταστήσει τις Πανεπιστημιακές Αρχές συνένοχες. Αν επιτύχει το σκοπό της πάνω από το 1/3   των σημερινών εισακτέων (περίπου 30.000 υποψήφιοι) θα βρουν κλειστή την πόρτα των Πανεπιστημίων. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία   πρόκειται για παιδιά των μεσαίων και των κατώτερων τάξεων, που σήμερα δοκιμάζονται από την πανδημία, τα κλειστά σχολεία και μια τηλεκπαίδευση που έχει αποσαθρώσει την εκπαιδευτική διαδικασία, αφού ένα στα πέντε παιδιά δεν συμμετέχει. Ταυτόχρονα, βέβαια,  ένας μεγάλος αριθμός πανεπιστημιακών τμημάτων κυρίως στην Περιφέρεια, θα οδηγηθούν στο μαρασμό και τελικά  θα κλείσουν.

Εκεί στοχεύουν οι συνεχείς αναφορές σε “υπερπληθυσμό” φοιτητών και σε πανεπιστήμια πρώτης και δεύτερης διαλογής, ανάλογα με τη βαθμολογία εισαγωγής. Το φαινόμενο επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο όταν ανακοινώνονται οι βάσεις εισαγωγής και πολλά παιδιά, που χάρη στην προσπάθειά τους  πέρασαν σε ένα τμήμα χαμηλής ζήτησης, όχι όμως και χαμηλού ακαδημαϊκού κύρους,  το βιώνουν ως ένα ανελέητο κοινωνικό bullying, εκτός σχολείου αυτή τη φορά. Bέβαια, οι εμπνευστές αυτών των επιθέσεων καμώνονται ότι δεν γνωρίζουν πώς ανάλογα με τη χρονιά και το βαθμό δυσκολίας των θεμάτων, η “βάση του 10” ή άλλο δήθεν αντικειμενικό όριο για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια, διαφοροποιούνται. Υπήρξε χρονιά που μόνο 2.000 υποψήφιοι έπεσαν κάτωαπό τη βάση του 10 και χρονιές που το ποσοστό ήταν ακόμη και 30% , δηλαδή, 30.000 υποψήφιοι.

«Τιμωρία αντί για λύση»

Αυτή, η εν πολλοίς αποπροσανατολιστική συζήτηση, γίνεται από όσους/ες μοιράζονται με τη σημερινή υπουργό Παιδείας την αντίληψη ότι “για κάθε πρόβλημα χρειάζεται μια τιμωρία αντί για λύση”. Έτσι, περιορίζουν το ζήτημα των χαμηλών επιδόσεων που είναι σημαντικό πρόβλημα για κάθε εκπαιδευτικό σύστημα στη “στιγμή” των Πανελλαδικών Εξετάσεων, που παρά τον αδιάβλητο χαρακτήρα τους, είναι αδύνατο να αξιολογήσουν αντικειμενικά μια 12χρονη πορεία των μαθητών στο σύνολο των εκπαιδευτικών βαθμίδων. Για το σκοπό αυτό, όλα τα προηγμένα εκπαιδευτικά συστήματα ενδυναμώνουν το Λύκειο και το απολυτήριό του.  Κάτι, που άρχισε, με καθυστέρηση έστω, να γίνεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος άνοιξε τη συζήτηση για το χαρακτήρα του Λυκείου και την αναβάθμιση του απολυτηρίου του, ώστε, σταδιακά η φοίτηση στο Λύκειο να “μετράει” όλο και περισσότερο στην εισαγωγή στα Πανεπιστήμια και να καταξιώνεται, ως εναλλακτικό αδιάβλητο και αντικειμενικό σύστημα στην κοινωνική συνείδηση.

Αυτή την πορεία, που αναζητούσε λύσεις κι όχι εύκολους αφορισμούς και αναθέματα, ανέκοψε η ΝΔ. Έβαλε τέλος στις περιφερειακές εξετάσεις για την απόκτηση του απολυτηρίου Λυκείου, στα τμήματα ελεύθερης πρόσβασης, στα διετή προγράμματα τεχνικής εκπαίδευσης στα Πανεπιστήμια για τους αποφοίτους των  ΕΠΑΛ, στα νέα πανεπιστημιακά τμήματα που είχαν ιδρύσει με αποφάσεις τους τα Πανεπιστήμια. Έριξε όλο της το βάρος στην εξασφάλιση προνομίων στους επιχειρηματίες  της ιδιωτική εκπαίδευσης και  στα λίγα Πρότυπα σχολεία κι όχι στα 13.000 σχολεία όπου φοιτά το 90% των μαθητών της χώρας. Δείγμα της μειωμένης κοινωνικής αντίληψης της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας είναι το γεγονός ότι φέρνει τώρα τέτοιου τύπου ρυθμίσεις, στην κορύφωση της πανδημίας και με μια γενιά μαθητών να ζει μέσα σε ακραίες ψυχοφθόρες εντάσεις και να έχει υποστεί επί δύο σχολικές χρονιές σημαντική μείωση του μορφωτικού της κεφαλαίου, αφού, σύμφωνα με κάθε επιστημονική και παιδαγωγική παραδοχή, η τηλεκπαίδευση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσει το δια ζώσης μάθημα.

Η κυβέρνηση πετώντας στους Πρυτάνεις το “τυράκι” του καθορισμού από τα ίδια τα Πανεπιστήμια του αριθμού των εισακτέων, την ίδια ώρα που μειώνει τον προϋπολογισμό στην Παιδεία και  στα Πανεπιστήμια, επιδιώκει να εκμεταλλευτεί και στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το αίσθημα του κοινωνικού δαρβινισμού, που η ίδια με την πολιτική της προκαλεί. Ένα αίσθημα ασφυξίας, απόγνωσης και συχνά παραίτησης,  που συνέχει τον πανεπιστημιακό χώρο,  εξαιτίας των πραγματικών προβλημάτων της υποστελέχωσης και της υποχρηματοδότησης. Στις συνθήκες αυτές μια  μερίδα των Πανεπιστημιακών Αρχών, ειδικά των κεντρικών και πιο εύρωστων Ιδρυμάτων,  πιέζονται να δηλώσουν ότι τα Πανεπιστήμια δεν αντέχουν τον ίδιο με τον σημερινό  ή μεγαλύτερο αριθμό εισακτέων. Και με διάφορες τεχνικές να εισηγηθούν να μειωθεί η πρόσβαση της νέας γενιάς στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ιδιόμορφη ακαδημαϊκή ανθρωποφαγία

Η κυβέρνηση μετατρέπει έτσι, τη δική της ευθύνη σε εσωτερικό ζήτημα των Πανεπιστημίων και τα  εξωθεί  σε μια ιδιόμορφη ακαδημαϊκή ανθρωποφαγία, με την κατηγοριοποίηση των Πανεπιστημίων σε “καλά” που αξίζει να ζήσουν και σε “κακά” που πρέπει να κλείσουν. Εν μέσω πρωτοφανούς υγειονομικής και οικονομικής κρίσης υποδαυλίζει  έναν  εξοντωτικό ανταγωνισμό μεταξύ ομοειδών τμημάτων, ώστε, να ξεχωρίσουν αυτά με το μεγαλύτερο “κύρος”, σε συνάρτηση πάντα με τις βάσεις εισαγωγής και τις προτιμήσεις των υποψηφίων. Στο σημείο αυτό, θα παρεμβάλλεται πλέον ως επιδιαιτητής,  δήμιος και τιμωρός η νέα ΑΔΙΠ, που θα κατανέμει (βάσει αξιολόγησης, αλίμονο…) τους ισχνούς πόρους του κρατικού προϋπολογισμού και το 20% του πριμ ή της ποινής (αναλόγως) και θα αποφασίζει ποια πανεπιστημιακά τμήματα θα οδηγούνται σε “ξαφνικό θάνατο” και ποια όχι.

Με τον τρόπο αυτό η ΝΔ και τα επιχειρηματικά συμφέροντα που την στηρίζουν,  επιδιώκουν  να διαμορφωθεί μια νέα  “αγορά” ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικά  κατάρτισης και επαγγελματικής ειδίκευσης,  ύψους 300 εκ. ευρώ, που ισοδυναμεί με το 0,2% του ΑΕΠ. Κομμάτι αυτής της πίτας θα κατευθυνθεί σύμφωνα με τους εμπνευστές αυτού του σχεδίου, ως “αντίδωρο”, σε τμήμα του πανεπιστημιακού κόσμου είτε για να συναινέσει είτε για να υποταχθεί και να έχει ελπίδες απασχόλησης στα ιδιωτικά Κολλέγια και τα ΙΕΚ μετά την κατάργηση πλήθους πανεπιστημιακών σχολών και τμημάτων.

Σε αυτήν τη διευρυμένη ιδιωτική αγορά πώλησης τίτλων ισοδύναμων με τα πτυχία των δημόσιων  Πανεπιστημίων (φρόντισε και γι` αυτό η κυρία υπουργός με το περίφημο άρθρο 50 του νόμου για τα Κολλέγια), δεν θα υπάρχει, βέβαια,  κανένα αντικειμενικό κριτήριο ή προαπαιτούμενο για την πρόσβαση. Ούτε “βάση του 10”, ούτε καν “βάση του 1”. Μοναδική “βάση” θα είναι η δυνατότητα του “σπουδαστή- πελάτη”να αποπληρώνει τα δίδακτρα.

Αυτή είναι η “αξιοκρατία” και η “αριστεία” που πρεσβεύει η ΝΔ.

Με τους λόγους, με τις πράξεις της σήμερα και, συντόμως, με τα γκλοπ και τις χειροπέδες των πανεπιστημιακών χωροφυλάκων. Αν, παρά τις αντιδράσεις της Πανεπιστημιακής κοινότητας,  επιμείνει να καταλύσει μετά το Άσυλο και το Αυτοδιοίκητο. Αν τολμήσει αντί για υγειονομική ασφάλεια, καθηγητές, υποτροφίες, φοιτητικές εστίες, βιβλιοθήκες, ερευνητικές υποδομές και επιστημονικά όργανα  να “εφοδιάσει” τα Πανεπιστήμια με “όργανα” του νόμου και της τάξης. Αναβιώνοντας εν έτει 2021 την ανελευθερία του αλήστου μνήμης “Σπουδαστικού της Ασφάλειας” της χούντας και των μετεμφυλιακών κυβερνήσεων. Ένα ανώμαλο και αυταρχικό καθεστώς στα Πανεπιστήμια που κατάργησαν οι αγώνες της φοιτητικής νεολαίας και  απονομοθέτησε  η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1975.

Η λεπτομέρεια, βέβαια, που ξεχνά η ραγδαία “ορμπανοποιούμενη” ΝΔ, όπως και όλες οι αυταρχικές εξουσίες είναι οι αντιδράσεις που θα προκαλέσουν στη νεολαία,  στον εκπαιδευτικό κόσμο και στις οικογένειες αυτοί οι σχεδιασμοί. Ας συνεχίσει να λογαριάζει “χωρίς τον ξενοδόχο” η κυβέρνηση και σύντομα θα βρεθεί προ δυσάρεστων εκπλήξεων.

Πηγή: alfavita

...