Λίγες ώρες μετά την ορκωμοσία του, ο πρόεδρος Μπάιντεν υπέγραφε μία σειρά εκτελεστικών διαταγμάτων που περιελάμβαναν μεταξύ άλλων και την επιστροφή των ΗΠΑ στη συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή.

Λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά δεδομένα, η ανταπόκριση των ΗΠΑ στις πρόνοιες της συμφωνίας του Παρισιού θα είναι μία απαιτητική άσκηση. Με βάση τα στοιχεία του 2019, η χώρα παρουσίαζε αύξηση 3% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με τα επίπεδα του 1990 και μείωση 14% σε σχέση με τα επίπεδα του 2005. Η υποβληθείσα, στο πλαίσιο της συμφωνίας του Παρισιού, Εθνικά Καθορισμένη Συνεισφορά (INDC) προέβλεπε μείωση 26-28% για το έτος 2025 σε σχέση με τα επίπεδα του 2005. Σημειώνεται ότι η προαναφερόμενη στοχοθεσία έχει χαρακτηριστεί ανεπαρκής από την πλειοψηφία της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας σε σχέση με την μακροπρόθεσμη επιδίωξη για κλιματική ουδετερότητα το έτος 2050.

Ανεξάρτητα από τις διακηρύξεις, ο σχεδιασμός και εφαρμογή πολιτικών για την πρόληψη και αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής έχει αδύναμο παρελθόν στις ΗΠΑ. Ο πρόεδρος Κλίντον, συνεχίζοντας την πολιτική των προκατόχων του, έδωσε έμφαση στη χρησιμοποίηση εργαλείων της αγοράς με αιχμή τα σχήματα εμπορίας ρύπων. Η προεδρία Μπους που ακολούθησε, χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια υποβάθμισης του κινδύνου και των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.

Μία διαφορετική προσέγγιση φάνηκε ότι υιοθετείται με την εκλογή του προέδρου Ομπάμα. Στο πλαίσιο του American Recovery and Reinvestment Act (Φεβρουάριος 2009), ένα  πακέτο $80 δισ. από το σύνολο των $800 δισ. του προγράμματος κατευθύνθηκε σε περιβαλλοντικές δράσεις. Μεγάλο μέρος αφορούσαν στην προώθηση καθαρών ενεργειακών τεχνολογιών και την ανάπτυξη δικτύων ηλεκτρικού ρεύματος. Η επόμενη πρωτοβουλία Ομπάμα εκδηλώθηκε με την υποβολή του American Clean Energy and Security Act το οποίο αποσκοπούσε στη μείωση των αερίων θερμοκηπίου κατά 17% το έτος 2020 σε σχέση με τα επίπεδα του 2005. Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά δεν κατατέθηκε στη Γερουσία λόγω των εξελίξεων που σημειώθηκαν το 2ο εξάμηνο του 2009 (προτεραιότητα για την προώθηση της μεταρύθμισης Obamacare, άνοδος Tea Party). Οι συσχετισμοί που διαμορφώθηκαν στο Κογκρέσο μετά την ήττα των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές του 2010, σήμαιναν το τέλος αυτής της πρωτοβουλίας.

Το κυριότερο γεγονός της δεύτερης θητείας Ομπάμα ήταν ο πρωταγωνιστικός ρόλος των ΗΠΑ για την υπογραφή της συμφωνίας του Παρισιού τον Δεκέμβριο του 2015 και η υιοθέτηση του μετριοπαθούς Αμερικανικού INDC. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς ανακοινώθηκε το Clean Power Plan, το οποίο καλούσε κάθε πολιτεία να υιοθετήσει συγκεκριμένους στόχους περιορισμού των εκπομπών άνθρακα από τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής και να οριστικοποιήσει μέχρι το 2018 Σχέδια για την επίτευξη τους. Το αναμενόμενο αποτέλεσμα θα ήταν η συνολική μείωση εκπομπών κατά 32% το έτος 2030, σε σχέση με τα επίπεδα του 2005. Παράλληλα υιοθετήθηκε σειρά κανονισμών και προδιαγραφών που αφορούσαν στην ενεργειακή απόδοση και την εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου από συσκευές, εξοπλισμό, οχήματα και εγκαταστάσεις.

Η προεδρία Τραμπ σηματοδότησε τον περιορισμό κονδυλίων και προσωπικού για τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τη χαλάρωση/κατάργηση υπαρχόντων κανονισμών και προδιαγραφών (εφαρμογή deregulation policy σε πάνω από 160 περιπτώσεις κύρια σε όφελος της βιομηχανίας υδρογονανθράκων), την προσπάθεια αντικατάστασης/ακύρωσης του Clean Power Plan με το Affordable Clean Energy Rule (το τελευταίο κατέπεσε δικαστικά την παραμονή της ορκωμοσίας Μπάιντεν) και τέλος την απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία του Παρισιού.

Στις ενδιάμεσες εκλογές του 2018, ένας μεγάλος αριθμός νέων υποψηφιοτήτων που ανήκαν στην αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού κόμματος ανέδειξαν τον όρο Πράσινη Νέα Συμφωνία (Green New Deal) στην πολιτική τους πλατφόρμα. Ο όρος που αποδίδεται στον αρθρογράφο T. Friedman των New York Times (2007) χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (2009), το Βρετανικό Εργατικό κόμμα και τα κόμματα των Πρασίνων σε Ευρώπη και Αμερική αλλά ήταν αδύνατο να ευδοκιμήσει στο άγονο κλίμα των προγραμμάτων λιτότητας, ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και μείωσης χρέους που επικράτησαν μετά το 2010.

Οι εκλογές του 2018 έδωσαν την πλειοψηφία της Βουλής των Αντιπροσώπων στους Δημοκρατικούς και έφεραν την εκλογή μιας ομάδας νέων προοδευτικών φωνών μεταξύ των οποίων η Alexandria Ocasio-Cortez. Αξιοποιώντας τη δυναμική των εκλογικών αποτελεσμάτων και το ισχυρό μήνυμα για την ανάγκη άμεσης δράσης που εξέπεμψε η έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής του Ο.Η.Ε. για την Αλλαγή του Κλίματος (Οκτώβριος 2018), τα μέλη της ομάδας και κινήσεις πολιτών ζήτησαν από την επικεφαλής των Δημοκρατικών Nancy Pelosi πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ιδιαίτερα επέμεναν στην εκλογή μίας επιτροπής η οποία θα είχε ως μοναδικό σκοπό να συντάξει μέσα σε ένα χρόνο το Αμερικανικό Σχέδιο για μία Πράσινη Νέα Συμφωνία. Η ηγεσία του Δημοκρατικού κόμματος αντιπρότεινε την αναβίωση μιας παλιάς επιτροπής χωρίς όμως συγκεκριμένη εντολή και αναγκαίες εξουσίες για το έργο της.

Αδυνατώντας να συμφωνήσουν με αυτή την παρελκυστική αντιμετώπιση και έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη σημαντικών μελών της Γερουσίας, η Ocasio-Cortez και ο γερουσιαστής Ed Markey προχώρησαν στις 7 Φεβρουαρίου 2019 στην ανακοίνωση ενός Ψηφίσματος για την “Πράσινη Νέα Συμφωνία”. Το 14 σελίδων κείμενο αποτελεί μία διακήρυξη για την ετοιμασία ενός Σχεδίου που υπερβαίνει σαφώς τα όρια της κλιματικής αλλαγής και αφορά στο μετασχηματισμό της οικονομίας και της κοινωνίας. Στο περιεχόμενο του συναρθρώνονται στόχοι, έργα και απαιτήσεις για τον μηδενισμό των εκπομπών μέχρι το 2050 με ενδιάμεσο την απανθρακοποίηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι το 2030, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων για τη δημιουργία καλά αμειβομένων θέσεων εργασίας και την εξασφάλιση μιας κοινωνικά δίκαιης μετάβασης. Το κόστος του Σχεδίου δεν προσδιορίστηκε, αλλά σε συντηρητική προσέγγιση εκτιμήθηκε ότι θα ξεπεράσει τα $10 τρισ. σε βάθος 10ετίας. Η διακήρυξη υποστηρίχτηκε από επιφανή στελέχη του Δημοκρατικού κόμματος μεταξύ των οποίων οι Bernie Sanders, Elizabeth Warren, Amy Klobuchar, Kamala Harris, Kirsten Gillibrand και Cory Booker που εκδήλωσαν προεδρική υποψηφιότητα στις προκριματικές του 2020, καθώς και από πληθώρα πολιτικών κινήσεων και περιβαλλοντικών οργανώσεων.

Το θέμα της “Πράσινης Νέας Συμφωνίας” αποτέλεσε ένα από τα κεντρικά σημεία της προεκλογικής εκστρατείας του 2020 και κοινό σημείο αναφοράς στις πλατφόρμες των προοδευτικών υποψηφίων. Στις αρχές Ιουνίου και μετά την επικράτηση του στις προκριματικές των Δημοκρατικών, ο Μπάιντεν έδωσε στη δημοσιότητα το δικό του Σχέδιο για την ανάπτυξη σύγχρονων βιώσιμων υποδομών και ένα καθαρό ενεργειακό μέλλον για όλους τους πολίτες. Στην αρχική του μορφή, το Σχέδιο προέβλεπε ομοσπονδιακές δαπάνες ύψους $1,7 τρισ. σε βάθος 10ετίας ώστε οι ΗΠΑ να μετασχηματιστούν το 2050 σε οικονομία 100% καθαρής ενέργειας και μηδενικών εκπομπών. To Σχέδιο τροποποιήθηκε με βάση τα πορίσματα της κοινής ομάδας εργασίας Μπάιντεν-Σάντερς και στην τελική του μορφή (Ιούλιος 2020) ο προϋπολογισμός του ανήλθε σε $2 τρισ. σε βάθος 4ετίας και ο στόχος απανθρακοποίησης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας προσδιορίστηκε για το 2035.

Ο Μπάιντεν διευκρίνησε ότι αυτό είναι το πρόγρμμα που θα υπηρετήσει στη διακυβέρνηση του και όχι η “Πράσινη Νέα Συμφωνία”. Η πρόταση του δεν είχε τη φιλόδοξη στοχοθεσία και θεματολογική ευρύτητα της “Πράσινης Νέας Συμφωνίας”.  Παρουσίαζε όμως ομοιότητες και κοινές προσεγγίσεις καθότι αποδεχόταν την αλληλεξάρτηση οικονομίας και περιβάλλοντος και την επείγουσα ανάγκη για άμεση δράση. Παράλληλα αναγνώριζε ότι η απαίτηση αυτή μπορούσε να ικανοποιηθεί μόνο με μία μεγάλη επανατοποθέτηση του κράτους στην οικονομία που θα έπρεπε να είναι κατάλληλα στοχευμένη ώστε να καταστεί αποδοτική και κοινωνικά δίκαιη. Ένα πρόσθετο σημαντικό στοιχείο ήταν η δέσμευση του Μπάιντεν για τη μη αποδοχή προεκλογικών ενισχύσεων από στελέχη και εταιρίες ορυκτών καυσίμων καθώς και η απαγόρευση περαιτέρω παραχώρησης ομοσπονδιακής γης για εγκαταστάσεις της βιομηχανίας υδρογονανθράκων (θέματα που στο παρελθόν είχαν διχάσει το Δημοκρατικό κόμμα).

Από τις πρώτες μέρες της εκλογής του ο Μπάιντεν εξήγγειλε δύο μεγάλες παρεμβάσεις της κεντρικής κυβέρνησης στην οικονομία: το Αμερικανικό Σχέδιο Σωτηρίας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας Covid-19 και το Σχέδιο ανάπτυξης βιώσιμων υποδομών και αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Στις 31 Μαρτίου 2021 λίγες μέρες μετά την υπογραφή του Αμερικανικού Σχέδιου Σωτηρίας, ο πρόεδρος Μπάιντεν ανακοίνωσε το περιεχόμενο του δεύτερου Σχεδίου. Η επικοινωνιακή προβολή του εστίασε στη δημιουργία εκατομμυρίων, καλά αμειβομένων θέσεων εργασίας (The American Jobs Plan). Ταυτόχρονα τονίστηκαν οι αδυναμίες και προκλήσεις που φιλοφοξεί να αντιμετωπίσει: η υποβάθμιση των υποδομών της χώρας (στην έκθεση του 2021 η Ένωση Πολιτικών Μηχανικών αξιολόγησε με βαθμό C την κατάσταση των φυσικών υποδομών), οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οι συνέπειες των φυλετικών διακρίσεων και ανισοτήτων, η πτώση των δημοσίων επενδύσεων (40% σε σχέση με τη δεκαετία του ’60) και η απειλή επικράτησης της Κίνας σε τομείς όπως η τεχνολογική έρευνα και ανάπτυξη, η κατασκευαστική παραγωγή και η εκπαίδευση. Οι επιθετικές  αναφορές στην Κίνα (αλλά και στη Ρωσία) στο δημόσιο λόγο της κυβέρνησης Μπάιντεν  αντανακλούν τους γενικότερους προβληματισμούς για τη διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ στην αντιπαράθεσή τους με τις άλλες υπερδυνάμεις και τα ανδυόμενα πλανητικά κέντρα ισχύος, στοιχεία  τα οποία δεν πρέπει να υποτιμώνται.

Ο ύψους $2,3 τρισ. προϋπολογισμός πρόκειται να χρηματοδοτήσει σε βάθος 8ετίας: υποδομές μεταφορών $620 δισ. (αεροδρόμια, λιμάνια, κανάλια, δρόμοι, γέφυρες, δημόσιες συγκοινωνίες, σιδηρόδρομοι καθώς και $174 δισ. για εκπτώσεις/φοροαπαλλαγές στην αγορά ηλεκτροκινούμενων αυτοκινήτων και ανάπτυξη 500.000 σταθμών φόρτισης), δίκτυα υδάτων $110 δισ., ευρυζωνικά δίκτυα $100 δισ., υποδομές/δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας $100 δισ., προγράμματα προσιτής κατοικίας $210 δισ., δημοτικά σχολεία και κοινοτικά κολλέγια $140 δισ., νοσοκομεία βετεράνων $18 δισ., ομοσπονδιακά κτίρια $10 δισ., υποδομές φροντίδας ηλικιωμένων και ατόμων με αναπηρίες $400 δισ., τεχνολογική έρευνα & ανάπτυξη $180 δισ., τομείς εγχώριας κατασκευαστικής βιομηχανίας (ημιαγωγοί, ιατρικός εξοπλισμός, βιοασφάλεια, καθαρές ενεργειακές τεχνολογίες, θερμοκοιτίδες και κέντρα καινοτομίας, αγροτική παραγωγή) $300 δισ., ενίσχυση δεξιοτήτων εργατικού δυναμικού $100 δισ. Ποσοστό 40% από το όφελος των πράσινων επενδύσεων προβλέπεται να κατευθυνθεί σε υποβαθμισμένες λόγω φυλετικών διακρίσεων κοινότητες. Η αποπληρωμή των πόρων που θα διατεθούν αναμένεται να γίνει σε βάθος 15ετίας μέσω της αύξησης του φόρου εταιρικών κερδών από 21% σε 28% και μέτρα όπως αύξηση του παγκόσμιου ελάχιστου φόρου πολυεθνικών σε 21%, παγκόσμια συνεργασία για την αποτροπή της χρήσης φορολογικών παραδείσων, απόρριψη φοροαπαλλαγών που ισχύουν για εξωχώριες δραστηριότητες πολυεθνικών, αποκλεισμός δαπανών που συνδέονται με εξωχώριες θέσεις εργασίας από τα φορολογικά έξοδα πολυεθνικών, αναθεώρηση του φορολογικού κώδικα ώστε να ευνοηθεί η εγχώρια τεχνολογική έρευνα και ανάπτυξη, επιβολή ελάχιστης φορολογίας 15% στις μεγάλες επιχειρήσεις με βάση τα αποτελέσματα που ανακοινώνουν στο επενδυτικό κοινό, εξάλειψη επιδοτήσεων και φοροαπαλλαγών για τις βιομηχανίες ορυκτών καυσίμων και δίκαιη συμμετοχή τους στο κόστος καθαρισμού και αποκατάστασης περιοχών, ενίσχυση δημόσιων φορολογικών υπηρεσιών.

Ο Μπάιντεν κάλεσε το Κογκρέσο να εργαστεί διακομματικά για την έγκριση του προγράμματος μέχρι το τέλος καλοκαιριού. Η έκκληση της διακομματικής συνεργασίας δεν βρήκε ανταπόκριση στα στελέχη του Ρεπουμπλικανικού κόμματος που στο σύνολο τους απέρριψαν το Σχέδιο (η πλειοψηφία τους δήλωσε ικανοποιημένη με το 6% του προγράμματος που αφορά στην κατασκευή/επισκευή δρόμων και γεφυρών). Απαιτείται όμως για τη διαδρομή του πακέτου μέσα από τις δύσκολες ισορροπίες που επιβάλλουν οι συσχετισμοί δυνάμεων στη Βουλή των Αντιπροσώπων και ιδιαίτερα στη Γερουσία (50-50). Ήδη εξετάζεται, σε συνεργασία με τη Νομική Σύμβουλο της Γερουσίας, αν είναι δυνατόν να επαναληφθεί η διαδικασία του “budget reconciliation” που χρησιμοποιήθηκε για την έγκριση του Αμερικανικού Σχεδίου Σωτηρίας τον Φεβρουάριο 2021. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει στην ουσία ότι το νέο Σχέδιο θα αναγνωσθεί ως τροπολογία του προηγούμενου. Διαφορετικά θα απαιτηθεί να μετατεθεί η ψήφιση του μετά την έλευση του νέου δημοσιονομικού έτους (1 Οκτωβρίου 2021). Τότε θα χρειαστούν πάλι οι ψήφοι όλων των Δημοκρατικών Γερουσιαστών. Και ο «κεντρώος» γερουσιαστής Manchin που θα είναι η κρίσιμη 50η ψήφος έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν θα αποδεχτεί ξανά το budget reconciliation αν προηγουμένως δεν γίνει ειλικρινής διαπραγμάτευση με τους Ρεπουμπλικάνους.  Σημειώνεται ότι ο Manchin που εκλέγεται στην υπερσυντηρητική W. Virginia, δεν είχε συμφωνήσει στο παρελθόν με το Clean Power Plan του Ομπάμα ενώ υποστήριξε το Affordable Clean Energy Rule της προεδρίας Τραμπ.

Η προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών υποδέχτηκε θετικά το American Jobs Plan, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν είναι επαρκές για τις ανάγκες που καλείται να αντιμετωπίσει. Πράγματι αν κάποιος κοιτάξει, με μοναδικό κριτήριο το ύψος του προϋπολογισμού, τη διαδρομή από το Σχέδιο Ιουνίου 2020 στο Σχέδιο Ιουλίου 2020 και την κατάληξη στο American Jobs Plan του Μαρτίου 2021, εύκολα συμπεραίνει ότι ο Μπάιντεν έβγαλε αριστερό φλας και έστριψε στο κέντρο. Όμως τα στελέχη της προοδευτικής πτέρυγας έχουν επιδείξει το τελευταίο διάστημα μια εξαιρετική ικανότητα συνεργασίας με την ηγετική ομάδα και αυτό φαίνεται ότι αναζωογονεί το Δημοκρατικό κόμμα. Αξιοποιώντας το γενικότερο πολιτικό κλίμα μετά την περίοδο Τραμπ, συνδύασαν την ακτιβιστική δράση με την προγραμματική επεξεργασία και βρέθηκαν δίπλα στον πραγματιστή Μπάιντεν για να πετύχουν σύγκλιση σε θέματα που μετατοπίζουν την πολιτική κατεύθυνση του Δημοκρατικού κόμματος. Όπως δήλωνε πρόσφατα η Ocasio-Cortez, μπορεί τμήματα του κόμματος να αποφεύγουν να πουν τον όρο «Πράσινη Νέα Συμφωνία» αλλά στην πραγματικότητα ακροβατούν γύρω του και έχουν αποδεχτεί το πλαίσιο του.

Εστιάζοντας στα θέματα της κλιματικής αλλαγής, το επόμενο αποφασιστικό βήμα προβλέπεται ότι θα είναι οι φιλόδοξες δεσμεύσεις για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που υποσχέθηκε ότι θα συμπεριλάβει στο αναθεωρημένο Αμερικανικό NPC ο ειδικός απεσταλμένος Τζον Κέρι. Και μετά η εφαρμογή ενός διευρυμένου πλέγματος κανονισμών και προδιαγραφών σε συνέχεια του Clean Power Plan της προεδρίας Ομπάμα, που θα αναστρέφουν την απορρύθμιση η οποία επήλθε την περίοδο Τραμπ. Γιατί η ίδια η πορεία της κλιματικής αλλαγής έχει δείξει ότι τα οικονομικά εργαλεία δεν αρκούν για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος που τρέφεται από τις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς.

Το American Jobs Plan θα παραμείνει στο επίκεντρο της Αμερικανικής πολιτικής ζωής την επόμενη περίοδο. Ανεξάρτητα από την τελική τύχη του Σχεδίου, προβάλλοντας το περιεχόμενο του σε μεγάλη οθόνη φανερώνονται οι αδυναμίες μιας πολιτικής που εφαρμόστηκε με συνέπεια τις τελευταίες δεκαετίες στην πιο πλούσια χώρα του κόσμου. Η αποτυχία δεν εξαντλείται στη διαχείριση μιας έκτακτης ανάγκης (πανδημία). Αφορά τη λειτουργία φυσικών, κοινωνικών και παραγωγικών υποδομών που διαμορφώνουν την καθημερινότητα του πολίτη, καθώς και την επικράτηση συνθηκών που επηρεάζουν καθοριστικά το μέλλον του πλανήτη.

Το 1981 η ομιλία του Ρήγκαν κατά την ανάληψη των προεδρικών καθηκόντων του, έδινε το σήμα της επίθεσης για λιγότερο κράτος (government is not the solution to our problem, government is the problem). Μετά την επανεκλογή του το 1996, ο Κλίντον έσπευδε να επιβεβαιώσει το τέλος εποχής για το «μεγάλο κράτος» (the era of big government is over). Τα χρόνια που ακολούθησαν η πολιτική αυτή δεν αμφισφητήθηκε ουσιαστικά εντός του Δημοκρατικού κόμματος.  Οι όποιες διαφορετικές προσεγγίσεις παρέμειναν εξαιρετικά χαμηλόφωνες στο όνομα της δημοσιονομικής υπευθυνότητας και της διακομματικής συναίνεσης. Ακόμη και οι πιό προοδευτικοί από τους προοδευτικούς υποφέρουν από ένα είδος συνδρόμου της Στοκχόλμης, έχοντας ζήσει 40 χρόνια κάτω από την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού σημείωνε ο Chakrabarti, βασικό στέλεχος των πρωτοβουλιών που οδήγησαν στην ετοιμασία της «Πράσινης Νέας Συμφωνίας».

Η εξαγγελία και το περιεχόμενο του American Jobs Plan σε συνέχεια του American Rescue Plan, είναι σημάδια αλλαγής εποχής για το Αμερικανικό Δημοκρατικό κόμμα. Το μέγεθος και η διάρθρωση των προϋπολογισμών υπογραμμίζουν τη διαφοροποίηση από την προηγούμενη ορθοδοξία η οποία απεχθανόταν οτιδήποτε περιείχε αύξηση φόρων ή κοινωνικών δαπανών. Η επάρκεια όμως των προγραμμάτων δεν μπορεί να θεμελιωθεί μόνο σε σύγκριση με τα δεδομένα της προηγούμενης περιόδου. Υποχρεωτικά θα μετρηθεί σε σχέση με τις συσσωρευμένες ανάγκες και τις σύχρονες προκλήσεις. Η ειρωνεία της ιστορίας έφερε τον Μπάιντεν, ένα διακεκριμένο μέλος του πολιτικού κατεστημένου τις τελευταίες δεκαετίες, να ηγείται μίας προσπάθειας που πρέπει να αναιρέσει μέρος και της δικής του διαδρομής.

 

independentnews