Τάκης Κατσαρός- Λάκης Παρθενόπουλος: Εμείς και το «Αμερικανικό Σχέδιο Σωτηρίας» 2021 του Προέδρου Μπάιντεν

Posted on Μάρτιος 21, 2021, 12:52 μμ
27 secs

Στις 12 Μαρτίου 2021 ο πρόεδρος Μπάιντεν υπέγραψε τον Νόμο «Αμερικανικό Σχέδιο Σωτηρίας» 2021 (The American Rescue Plan Act 2021) με στόχο την ταχύτερη ανάκαμψη της χώρας από τις επιπτώσεις της πανδημίας  COVID-19. Το περιεχόμενο του Σχεδίου αλλά και οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για την έγκριση του, επιτρέπουν μία ανανεωμένη ανάγνωση των εξελίξεων στο Δημοκρατικό κόμμα και τη χώρα.

Όταν στις 14 Ιανουαρίου 2021 ο Μπάιντεν έδινε στη δημοσιότητα το περίγραμμα ενός φιλόδοξου Σχεδίου ύψους $1,9 τρισ., το ερώτημα της επόμενης μέρας αφορούσε στους αναγκαίους χειρισμούς που θα επέτρεπαν την υπερψήφιση του από τη Βουλή και τη Γερουσία. Η μικρή πλειοψηφία που διατήρησε το Δημοκρατικό κόμμα μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 2020 έδινε αυτή τη δυνατότητα στη Βουλή των Αντιπροσώπων (είναι επαρκής η οριακή πλειοψηφία), αλλά ο κανονισμός λειτουργίας και ο συσχετισμός δυνάμεων (50-50) καθιστούσαν το εγχείρημα δυσκολότερο στη Γερουσία. Η συνήθης έγκριση στη Γερουσία απαιτεί ουσιαστικά πλειοψηφία 60 ψήφων. Σύμφωνα με τον κανονισμό, η αντιπολίτευση έχει τη δυνατότητα να μπλοκάρει την ψηφοφορία εγκλωβίζοντας το σώμα σε μία ατελείωτη διαδικασία διαλόγου χωρίς περιορισμούς (filibuster), εκτός αν μια αυξημένη πλειοψηφία 2/3  αποφασίσει να θέσει τέλος στη διαδικασία διαλόγου. Θεωρητικά η απλή πλειοψηφία της Γερουσίας μπορεί να παύσει το filibuster, αλλά αυτό λογίζεται ως το «πυρηνικό όπλο» που καμία πλευρά δεν έχει χρησιμοποιήσει έως σήμερα.  Μία άλλη δυνατότητα αποτελεί η παράκαμψη του filibuster, η οποία μπορεί να επιτευχθεί μέσω της διαδικασίας budget reconciliation («συμφιλίωση προϋπολογισμού»). Απαιτείται πάλι απλή πλειοψηφία της Γερουσίας,  αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περιορισμένο αριθμό συνεδριάσεων (στην πράξη μία φορά κάθε χρόνο) και μόνο για την υπερψήφιση νομοσχεδίων που επηρεάζουν τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Στην ιστορία των ΗΠΑ το budget reconciliation έχει εφαρμοστεί 21 φορές μετά το 1980, με πιό πρόσφατες περιπτώσεις ορισμένες τροποποιήσεις του Obamacare το 2010 και τις μεγάλες περικοπές φόρων το 2017 επί προεδρίας Τραμπ.

Η προώθηση του Σχεδίου στο Κογκρέσο έγινε στον απόηχο των γεγονότων εισβολής διαδηλωτών στο Καπιτώλιο (5-6 Ιανουαρίου) και της διακηρυγμένης θέλησης του νέου προέδρου να θεραπεύσει τις πληγές της χώρας επιδιώκοντας ευρύτερες συναινέσεις κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του.

Λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση του Σχεδίου Μπάιντεν, εμφανίστηκε σε δημοσιεύματα του Τύπου η δημιουργία μιας διακομματικής ομάδας «κεντρώων» γερουσιαστών που ονομάστηκε “Sweet 16” (8 Δημοκρατικοί-8 Ρεπουμπλικάνοι). Η ομάδα δήλωνε πρόθυμη να παίξει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της νομοθετικής ατζέντας Μπάιντεν, αρχής γενομένης από το «Αμερικανικό Σχέδιο Σωτηρίας». Στη συνέχεια, στις 31 Ιανουαρίου έγινε γνωστή η πρόθεση 10 Ρεπουμπλικάνων γερουσιαστών να υποβάλλουν τη δική τους εκδοχή για το αναγκαίο πρόγραμμα τόνωσης της οικονομίας ύψους $600 δισ. Καθόλου τυχαία, ο αριθμός των 10 γερουσιαστών σηματοδοτούσε ότι μαζί με τους Δημοκρατικούς υπήρχε η βεβαιότητα της απαιτούμενης πλειοψηφίας στη Γερουσία χωρίς την ανάγκη προσφυγής στο budget reconciliation. Την επόμενη μέρα πραγματοποιήθηκε συνάντηση των 10 γερουσιαστών με τον Μπάιντεν, η οποία χαρακτηρίστηκε ως εγκάρδια και εποικοδομητική αλλά δεν κατέληξε σε συμφωνία. Λίγες ώρες αργότερα η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου ανακοίνωνε ότι ο προϋπολογισμός του Σχεδίου δεν τίθεται σε διαπραγμάτευση και η διαδικασία του budget reconciliation (που ήδη ζητούσαν ο Σάντερς και άλλα στελέχη του Δημοκρατικού κόμματος) είναι στο τραπέζι εφόσον δεν υπάρξει διακομματική συναίνεση.

Πράγματι μετά την ολοκλήρωση της νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας, το Σχέδιο υπερψηφίστηκε αρχικά στη Βουλή (219-212 με την αντίθεση όλων των Ρεπουμπλικάνων και 2 Δημοκρατικών) και οδηγήθηκε στη Γερουσία όπου και εγκρίθηκε στο πλαίσιο του budget reconciliation με ψήφους 50-49. Η έγκριση του έγινε εφικτή μετά από ορισμένες τροποποιήσεις προς χάριν των «κεντρώων» γερουσιαστών του Δημοκρατικού κόμματος (η ψήφος του γερουσιαστή Manchin που κλείδωσε την απαιτούμενη πλειοψηφία των 50 εξασφαλίστηκε μετά από την τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Μπάιντεν). Οι τροποποιήσεις αφορούσαν κύρια στη μείωση του επιδόματος ανεργίας από $400 σε $300 εβδομαδιαίως και στον περιορισμό του αριθμού φυσικών προσώπων και οικογενειών που είναι επιλέξιμοι αποδέκτες οικονομικής ενίσχυσης. Προηγουμένως, μετά τη γνωμοδότηση της νομικής συμβούλου της Γερουσίας, είχε αφαιρεθεί από το πακέτο των μέτρων η σταδιακή αύξηση του ομοσπονδιακού κατώτατου μισθού η οποία προβλεπόταν να ανέλθει στα $15 την ώρα το 2025.

Το τροποποιημένο Σχέδιο έγινε αποδεκτό από τη Βουλή στις 10 Μαρτίου με ψήφους 220-211. Στην τελική του μορφή περιέχει δαπάνες (συνδεδεμένες συνήθως με εισοδηματικά κριτήρια) που αφορούν στα ακόλουθα:

Προγράμματα σίτισης $12 δισ.

Υποστήριξη αγροτών $6 δισ.

Εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων $4 δισ.

Σχολεία $130 δισ.

Κολλέγια $40 δισ.

Υπηρεσίες φροντίδας παιδιών $42 δισ.

Προγράμματα εμβολιασμού $15 δισ.

Διαγνωστικοί έλεγχοι $50 δισ.

Πρόσληψη 100.000 υγειονομικών υπαλλήλων $8 δισ.

Κοινοτικά Κέντρα Υγείας $9 δισ.

Υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης $4 δισ.

Ιατρικά είδη $10 δισ.

Επιδότηση κατοικίας $36 δισ.

Βοήθεια αστέγων $5 δισ.

Μέσα Μαζικής Μεταφοράς $30 δισ.

Ενίσχυση μικρών επιχειρήσεων $60 δισ.

Αεροδρόμια $8 δισ.

Μισθοδοσία εργαζομένων σε αεροπορικές και αεροκατασκευαστικές εταιρίες $15 δισ.

Χρήση υπηρεσιών διαδικτύου σε σχολεία και βιβλιοθήκες $7 δισ.

Ιατρική φροντίδα βετεράνων $15 δισ.

Οικονομική υποστήριξη ανέργων $205 δισ.

Οικονομική ενίσχυση φυσικών προσώπων $402 δισ.

Φοροαπαλλαγές λόγω παιδιών $89 δισ.

Ελαφρύνσεις φορολογίας εισοδήματος $22 δισ.

Αποζημίωση εργαζομένων που έχουν ασθενήσει καθώς και γονέων για τη φύλαξη των παιδιών τους $4 δισ.

Φροντίδα εξαρτώμενων μελών εργαζόμενων οικογενειών $4 δισ.

Επιδότηση ασφαλίστρων υγείας $25 δισ.

Συνταξιοδοτικά προγράμματα που καλύπτουν εργαζόμενους διαφορετικών εγοδοτών $85 δισ.

Φροντίδα παιδιών εργαζομένων $7 δισ.

Πρόγραμμα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης Medicaid $22 δισ.

Ενίσχυση πολιτειακών και τοπικών κυβερνήσεων, $362 δισ.

Ενίσχυση παρόχων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης $9 δισ.

Βοήθεια σε ιθαγενείς πληθυσμούς της Αμερικής $9 δισ.

Η στάση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος απέναντι στο «Αμερικανικό Σχέδιο Σωτηρίας» ήταν απόλυτα απορριπτική. Κυρίαρχες οι αντιδράσεις της μορφής “λίστα επιθυμιών της Αριστεράς”,  «αναδιαμορφώνει την Αμερική», “σε λίγα χρόνια η χώρα μας δεν θα είναι το έθνος που όλοι ξέρουμε”. Αλλά και περισσότερο σοβαρές, που επικέντρωναν στην έλλειψη διακομματικής συναίνεσης σε αντίθεση με τις πρώτες διακηρύξεις Μπάιντεν για ενότητα καθώς και στις επιπτώσεις των μέτρων στο χρέος και τον πληθωρισμό. Σε απάντηση οι Δημοκρατικοί επιχειρηματολόγησαν με τα υψηλά ποσοστά αποδοχής των μέτρων που προσεγγίζουν το 70% (διακομματική συναίνεση στο λαό) και υπενθύμισαν την αποτυχία της διαχείρισης του χρέους στην περίοδο διακυβέρνησης Τραμπ η οποία απεικονίζεται στα επόμενα διαγράμματα.

Τάκης Κατσαρός- Λάκης Παρθενόπουλος: Εμείς και το «Αμερικανικό Σχέδιο Σωτηρίας» 2021 του Προέδρου Μπάιντεν Τάκης Κατσαρός- Λάκης Παρθενόπουλος: Εμείς και το «Αμερικανικό Σχέδιο Σωτηρίας» 2021 του Προέδρου Μπάιντεν

Το «Αμερικανικό Σχέδιο Σωτηρίας» περιλαμβάνει τη γενναία επέκταση αρκετών μέτρων που εμπεριέχονταν στα προγράμματα Μαρτίου και Δεκεμβρίου 2020 της περιόδου Τραμπ,  ύψους $2,2  τρισ. και $900 δισ. αντίστοιχα. Ενδιάμεσα, τον Απρίλιο του 2020 είχαν δοθεί  επιπρόσθετα 500 δισ. για την ενίσχυση των επιδομάτων. Το πακέτο Μπάιντεν φιλοδοξεί παράλληλα να αντιμετωπίσει θέματα κοινωνικών ανισοτήτων,  στοχεύοντας στην ενίσχυση και προστασία των ασθενέστερων στρωμάτων που επλήγησαν δυσανάλογα από την επιδημία.

Το 61% του Προγράμματος προβλέπεται να αναλωθεί εντός του 2021, ενώ η κατανομή των δαπανών για τα επόμενα χρόνια ακολουθεί την εξής σειρά:  28% (2022), 6% (2023), 3% (2024), 2% (2025).

Η οικονομική επιτυχία του Σχεδίου, αν δηλαδή θα οδηγήσει σε στιβαρή ανάκαμψη ή αν αυτή θα παραμείνει υπονομευμένη από την αύξηση χρέους και πληθωρισμού, παραμένει προς αξιολόγηση με βάση τα δεδομένα της επόμενης περιόδου. Στο πολιτικό όμως επίπεδο είναι βέβαιο ότι το προηγούμενο δίμηνο ανέδειξε σημαντικά νέα στοιχεία.

Ο Μπάιντεν προβάλλεται με την εικόνα του πραγματιστή πολιτικού  που αξιοποιεί τη δυναμική της εκλογής του, θέτει προτεραιότητες και ενδιαφέρεται για τη γρήγορη υλοποίηση τους. Οι πρώτες μέρες της διακυβέρνησης του δεν αντιστοιχούν ακριβώς στο κλίμα ενότητας που εξέπεμπε το αρχικό διάγγελμα του, αλλά το μήνυμα διατυπώθηκε με σαφήνεια: υπάρχει και άλλος δρόμος.

Το Δημοκρατικό κόμμα μοιάζει να γέρνει προς τα αριστερά και η ηγεσία του δείχνει να έχει αντιληφθεί διδάγματα του παρελθόντος. Ήδη από την προεκλογική περίοδο του 2020 είχε διαφανεί ότι το Δημοκρατικό κόμμα δεν κινείται πλέον στις ράγες της Χίλαρι Κλίντον. Η ομάδα Μπάιντεν ασπάστηκε τα περισσότερα σημεία της πλατφόρμας Σάντερς μετριάζοντας το κόστος τους. Στη συνέχεια διάβασε σωστά τα αποτελέσματα της προεδρικής νίκης που δεν αποδόθηκε στην υποστήριξη των «κεντρώων» Ρεπουμπλικάνων αλλά στη μαζική προσέλευση νέων ψηφοφόρων στις κάλπες.

Η προοδευτική πτέρυγα του Δημοκρατικού κόμματος αισθάνεται δικαιολογημένα πολιτικά ενισχυμένη. Στελέχη της φιλοδοξούν ότι ορισμένες από τις πρόνοιες του Σχεδίου θα είναι δύσκολο να απομακρυνθούν ακόμη και μετά την εκπνοή του προγράμματος. Ο ίδιος ο Σάντερς μετά και την απόρριψη της τροπολογίας του για την αύξηση του κατώτατου μισθού (42-58 σε μία μάλλον συμβολική ψηφοφορία που απαιτούσε πλειοψηφία 60 Γερουσιαστών), έσπευσε να δηλώσει ότι θεωρεί το Σχέδιο ως «το πιο σημαντικό κομμάτι της νομοθεσίας της σύγχρονης ιστορίας των ΗΠΑ προς όφελος των εργαζόμενων».

Ο πονοκέφαλος της κυβέρνησης Μπάιντεν προκαλείται από μικρή ομάδα Δημοκρατικών «κεντρώων» γερουσιαστών που εμφανίζονται διστακτικοί να ασπαστούν την μετατόπιση του κόμματος και να στηρίξουν την εφαρμογή πολιτικών ακόμη και με την κατάργηση του filibuster εφόσον απαιτηθεί.

Το Ρεμπουμπλικανικό κόμμα συντονίζει τον βηματισμό του στην κατεύθυνση της συνολικής αντίθεσης που είχε υιοθετήσει και την περίοδο διακυβέρνησης Ομπάμα. Η τακτική της απόρριψης είναι συνήθης στην αντιπολιτευτική πρακτική. Στη συγκεκριμένη όμως συγκυρία, οι αντικειμενικά ισχνές πιθανότητες διαφοροποιήσεων ελαχιστοποιούνται λόγω της ισχυρής πολιτικής παρουσίας του Τραμπ. Καταψηφίζοντας την πρόταση παραπομπής του Τραμπ,  οι Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές έκαναν την επιλογή του μικρότερου εκλογικού κόστους. Ταυτόχρονα όμως παρέδωσαν την πρωτοβουλία κινήσεων που επιζητούσε ο πρώην προέδρος (εκτός αν αποφασίσει διαφορετικά η Δικαιοσύνη που διερευνά τις υποθέσεις του). Ο Τραμπ παραμένει με διαφορά ο δημοφιλέστερος πολιτικός στην εκλογική βάση του κόμματος και έχει προειδοποιήσει ότι θα τιμωρήσει τους εσωκομματικούς επικριτές του στηρίζοντας άλλους υποψηφίους στις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικάνων το 2022.

Στο πλαίσιο αυτό, η δέσμη μέτρων των 10 Ρεπουμπλικάνων Γερουσιαστών αποδείχτηκε γρήγορα πολιτικός ελιγμός χωρίς συνέχεια. Η απόρριψη του σχεδίου Μπάιντεν που ακολούθησε, συνοδεύτηκε με δηλώσεις προθέσεων που δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας για τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της νέας κυβέρνησης. Η επόμενη πολιτική αντιπαράθεση φαίνεται ότι θα αφορά στο Νομοσχέδιο For The People Act το οποίο ήδη έχει περάσει από την Βουλή των Αντιπροσώπων και έχει προωθηθεί στη Γερουσία, όπου χρειάζεται πλειοψηφία 60 γερουσιαστών για την έγκριση του. Το Νομοσχέδιο αποσκοπεί στη διατήρηση και ενίσχυση των διευκολύνσεων ψηφοφορίας στις εκλογές ούτως ώστε κάθε ψηφοφόρος που πληροί τις προϋποθέσεις, να μπορεί να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα του. Παράλληλα όμως με το Νομοσχέδιο έχουν εκδηλωθεί πρωτοβουλίες Ρεπουμπλικάνων νομοθετών σε τοπικό επίπεδο (σύμφωνα με δημοσιεύματα υπάρχουν ήδη 250 νομοσχέδια σε 43 πολιτείες, εκ των οποίων σε πιο προχωρημένο στάδιο στην Georgia και Arizona) που στο όνομα της προστασίας της ακεραιότητας των εκλογών, περιορίζουν την ευκολία πρόσβασης στις κάλπες και τις εναλλακτικές δυνατότητες ψηφοφορίας. Καθόλου παράξενο, οι πρωτοβουλίες αυτές απηχούν ουσιαστικά τους αβάσιμους ισχυρισμούς Τραμπ για απάτες στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στις εκλογές του Νοεμβρίου 2020.

Είναι βέβαιο ότι η αξιολόγηση του «Αμερικανικού Σχεδίου Σωτηρίας» θα συνδεθεί και με τα αποτελέσματα της κάλπης των ενδιάμεσων εκλογών του 2022. Στις εκλογές αυτές οι Δημοκρατικοί φιλοδοξούν να διατηρήσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και να αποκτήσουν αριθμητική υπεροχή στους συσχετισμούς της Γερουσίας. Σε μία πρώτη ανάγνωση τα δεδομένα δεν είναι αποθαρρυντικά για τις εκλογές της Γερουσίας. Πρόκειται να εκλεγούν 34 γερουσιαστές, οι θέσεις αυτές κατέχονται σήμερα από 20 Ρεπουμπλικάνους και 14 Δημοκρατικούς, οι 2 από τις 20 έδρες των Ρεπουμπλικάνων βρίσκονται σε πολιτείες που επικράτησε ο Μπάιντεν, καμία προηγούμενη έδρα των Δημοκρατικών δεν βρίσκεται σε πολιτεία που υπερίσχυσε ο Τραμπ (υπάρχουν 2 σε πολιτείες που κερδήθηκαν οριακά από τον Μπάιντεν), ένας αριθμός (μάλλον 5) Ρεπουμπλικάνων Γερουσιαστών φέρεται ότι δεν θα διεκδικήσει την επανεκλογή του, ενώ ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι δεν θα υποστηρίξει την Γερουσιαστή L. Murkowski (Alaska) που ψήφισε υπέρ της παραπομπής του. Η προϊστορία όμως των ενδιάμεσων εκλογών δείχνει σταθερά απώλειες για το κόμμα το οποίο έχει κερδίσει τις προεδρικές εκλογές που προηγήθηκαν.

Η αντιστοίχιση με τις ενδιάμεσες εκλογές του 2010 μοιάζει αναπόφευκτη. Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2010 διεξήχθησαν στη σκιά των αντιπαραθέσεων για το πακέτο τόνωσης της οικονομίας (2009) και το πρόγραμμα Obamacare (2010). Τα αποτελέσματα των εκλογών χαρακτηρίστηκαν ως Ρεπουμπλικανικό κύμα. Οι Δημοκρατικοί έχασαν με πολύ μεγάλες απώλειες (63 εδρών) την πλειοψηφία που είχαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τον αριθμό των κυβερνητών, ενώ διατήρησαν μειωμένη την πλειοψηφία τους στη Γερουσία. Η ανάλυση των αιτίων της οδυνηρής ήττας είναι μία ανοικτή συζήτηση στις γραμμές του Δημοκρατικού κόμματος. Όταν τον Φεβρουάριο του 2009 ο πρόεδρος Ομπάμα υπέγραφε το American Recovery and Reinvestment Act of 2009, ένα πακέτο μέτρων ύψους $ 800 δισ.,  ο στόχος ήταν η αντιμετώπιση της ύφεσης του 2008. Σήμερα οι περισσότεροι οικονομολόγοι συγκλίνουν ότι ήταν αναγκαίο ένα πρόγραμμα όχι μικρότερο του $1 τρισ.  18 μήνες αργότερα, την περίοδο των προκριματικών εκλογών (Νοέμβριος 2010) ο ρυθμός ανάπτυξης είχε περάσει σε θετικό πρόσημο αλλά τα επίπεδα της ανεργίας παραμέναν πολύ υψηλά και πρακτικά αμετάβλητα (9,8%).

Ο πρώην πρόεδρος Ομπάμα σημείωνε πρόσφατα ότι αρκετά πράγματα της διακυβέρνησης του θα έπρεπε να τα είχε κάνει διαφορετικά, χωρίς να δίνει περισσότερες διευκρινίσεις. Ο ίδιος ο Μπάιντεν δήλωσε ότι το πακέτο του 2009 προπαγανδίστηκε σε χαμηλούς τόνους και το λάθος αυτό δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Πιο σαφής στην αυτοκριτική του ο σημερινός επικεφαλής της πλειοψηφίας της Γερουσίας Chuck Schumer, αναγνώρισε ως λάθος τους συμβιβασμούς που έγιναν το 2009 και 2010. Όπως είπε, οι περικοπές που αποδέχτηκε το Δημοκρατικό κόμμα προς χάριν της διακομματικής συναίνεσης είχαν σαν αποτέλεσμα την παράταση της ύφεσης για 5 χρόνια. Η πραγματικότητα είναι ότι η διακομματική συναίνεση για το σχέδιο τόνωσης της οικονομίας του 2009, εκφράστηκε με 3 θετικές ψήφους Ρεπουμπλικάνων στη Γερουσία και 0 στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι 3 αυτοί ψήφοι εξασφάλισαν την πλειοψηφία των 60 που ενέκρινε το πρόγραμμα στη Γερουσία, χωρίς να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία του budget reconciliation σύμφωνα με τη θέληση της κυβέρνησης Ομπάμα εκείνη την περίοδο.

Σήμερα η κυβέρνηση Μπάιντεν φαίνεται ότι κάνει μία άλλη επιλογή. Αποφασίζει μία υψηλού κόστους παρέμβαση της κεντρικής κυβέρνησης στην οικονομία χωρίς να την περάσει μέσα από τις συμπληγάδες του παραλυτικού συμβιβασμού. Δηλώνει έτοιμη να τη συνεχίσει με ένα φιλόδοξο πρόγραμμα υποδομών  και προστασίας του περιβάλλοντος που θα στοχεύει στη δημιουργία θέσεων εργασίας και την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης. Εφόσον χρειαστεί θα τη συνοδεύσει με την αύξηση της φορολογίας επιχειρήσεων και πολύ υψηλών εισοδημάτων. Και θα την πλαισιώσει με παρεμβάσεις για τα δικαιώματα ψήφου, το μεταναστευτικό και την αστυνομική βία.

Το «Αμερικανικό Σχέδιο Σωτηρίας» αποτελεί κεντρικό στοιχείο στην προσπάθεια του Δημοκρατικού κόμματος να επανασυνδεθεί με κοινωνικά στρώματα από τα οποία είχε αποκοπεί τα τελευταία χρόνια.  Όπως τονίζεται «θα δείξουμε ότι το πρόγραμμα έχει σημαντικά αποτελέσματα για τον κόσμο που βρίσκεται σε ανάγκη».

Τα πρώτα μηνύματα της κυβέρνησης Μπάιντεν στην οικονομία επιτρέπουν την αισιοδοξία. Δυστυχώς σκιάζονται από την ψυχροπολεμική πρόσφατη ρητορική εναντίον της Ρωσίας. Μένοντας στην οικονομία, πιστεύουμε πως τα αποτελέσματα θα είναι ενθαρρυντικά και  θα επηρεάσουν τις επιλογές πολιτικής για την αντιμετώπιση των υφέσεων σε όλο τον κόσμο. Το συνολικό πακέτο των μέτρων 2020-2021 ανέρχεται σε $5,5  τρισ., το 26% του αμερικανικού ΑΕΠ, πολύ παραπάνω από τα μέτρα που έχουν ληφθεί οπουδήποτε αλλού. Για τη χώρα μας, σε όρους ΑΕΠ 2019 κάτι ανάλογο θα σήμαινε μέτρα τόνωσης της οικονομίας 47 δισ. περίπου, ενώ για την Ε.Ε. μέτρα ύψους 4, 4 τρισ. ευρώ. Επειδή κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται να  συμβεί, γίνεται φανερό ότι ΗΠΑ και Ευρώπη κινούνται σε διαφορετικό μονοπάτι. Έτσι, οι ΗΠΑ αναμένεται να καλύψουν δύο φορές το παραγωγικό χάσμα που δημιούργησε η πανδημία και να ανακάμψουν με διπλάσιο ρυθμό σε σχέση με την Ε.Ε. Ταυτόχρονα, η προεδρία Μπάιντεν βάζει στόχο την 1η Ιουνίου να είναι διαθέσιμο ένα εμβόλιο για κάθε έναν Αμερικανό, όταν η Ε.Ε. αγκομαχά και ελπίζει τον Σεπτέμβριο να έχει εμβολιάσει το 70% του πληθυσμού.

Μια νέα “οικονομική ορθοδοξία” αναδύεται από την κρίση πανδημίας. Μέτρα, που όταν προτάθηκαν για την αντιμετώπιση της κρίσης που έπληξε τη χώρα μας, προσέκρουσαν στο τείχος της αδιαλλαξίας και της εχθρότητας όλων των διεθνών και ευρωπαϊκών θεσμών χάραξης πολιτικής, υιοθετούνται σήμερα ή βρίσκονται στο τραπέζι του διαλόγου  (ευρωομόλογα, εκτύπωση χρήματος σε τεράστιες ποσότητες, διαγραφές χρεών, ομόλογα στο διηνεκές κλπ). Ο άτεγκτος με την Ελλάδα κ. Ντράγκι που έκλεισε τις κάνουλες της χρηματοδότησης στη χώρα μας, δηλώνει, ως πρωθυπουργός της Ιταλίας πλέον,  ότι όσο διαρκεί η ύφεση δεν είναι πρόβλημα το χρέος και ετοιμάζει μερική διαγραφή χρεών για τους πιο αδύναμους οικονομικά Ιταλούς πολίτες.

Αν κάτι διδάσκει η κρίση της πανδημίας και η πολιτική που ασκεί τώρα η διοίκηση Μπάιντεν, στηριγμένη σε μεγάλο βαθμό στην πλατφόρμα Σάντερς, είναι ότι η επιμονή σε μια ορθή πολιτική, χωρίς υπαναχωρήσεις σε ζητήματα αρχών,  έρχεται η ώρα να ανταμειφθεί.  Οι μάχες που κερδίζονται στο κέντρο, είναι συνήθως Πύρρειες και αφήνουν ανοιχτό  το έδαφος για μια συντηρητική αντεπίθεση, από λαϊκιστές τύπου Τραμπ. “Φιγούρες” όπως η Κλίντον  στην Αμερική ή η δεξιά σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη τύπου Ρέντσι , ανήκουν στο παρελθόν. Ο κόσμος, η Ευρώπη και η χώρα μας έχουν ανάγκη από ριζοσπαστικές προτάσεις για την ανασυγκρότηση των κοινωνιών μετά την κρίση της πανδημίας. Ο προοδευτικός- αριστερός  χώρος μόνο αν προσδιοριστεί ως τέτοιος, μακριά από τις σειρήνες της λεγόμενης “κεντροποίησης” μπορεί να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει τον κόσμο των “από κάτω” και τη νεολαία σε μια στρατηγική εκλογικής νίκης,  που όμως θα συνοδεύεται από αλλαγές και κατακτήσεις, υπέρ των δυνάμεων της εργασίας και της μετάβασης σε έναν δικαιότερο κόσμο με βιώσιμη ανάπτυξη.

 

...