“Σύντροφε Μάνο, κρητικόπουλο, Ερωτόκριτέ μας άξιε γιε της Ρωμιοσύνης”

Posted on 02 Σεπτεμβρίου, 2020, 1:17 μμ
10 secs

Είναι, δίχως την παραμικρή αμφιβολία, μια από τις πιο εμβληματικές μορφές του ελληνικού θεάτρου αλλά και του κινηματογράφου. Η όψη του, η φωνή του και γενικά όλη του η παρουσία ήταν επιβλητική. Ίσως όλο αυτό να το προκαλούσε το πόσο εξαιρετικός ηθοποιός ήταν. Ίσως πάλι ο σεβασμός με τον οποίο σχεδόν σου επέβαλε να τον κοιτάζεις και να του συμπεριφέρεσαι ήταν απόρροια της εξαιρετικά δύσκολης ζωής που είχε ζήσει.

Ο Μάνος Κατράκης είχε όλη την λάμψη που μπορεί να έχει ένας ηθοποιός του δικού του μεγέθους, ωστόσο, μέχρι να φτάσει στην κορυφή είχε ν’ ανέβει ένα εξαιρετικά δύσκολο δρόμο. Γεμάτο εμπόδια. Τη φτώχεια την έζησε στο πετσί του, πολύ πριν υποδυθεί τον φτωχό στο θέατρο ή τον κινηματογράφο. Τις πολιτικές διώξεις τις βίωσε στα ξερονήσια, πριν μεταφέρει όλα αυτά τα δεινά στο θέατρο. Ο Μάνος Κατράκης έζησε τους ρόλους του πριν τους παίξει.

«Σύντροφε Μάνο, κρητικόπουλο, Ερωτόκριτέ μας άξιε γιε της Ρωμιοσύνης
Ερωτας είσαι και ομορφιά και λεβεντιά και αγάπη
στο μπόι σου παίρνει μέτρο η ανθρωπιά και η τέχνη
μες στη φωνή σου ακέριος ο λαός βρίσκει την πιο σωστή φωνή του
μες στη φωνή σου πέντε αηδόνια, τρεις αητοί κι ένα λιοντάρι δένουν τη φιλία του κόσμου.
Σύντροφε Μάνο εσένανε σου πρέπουν αψηλόκορφοι ύμνοι σαν τον πάππο σου τον ψηλορείτη…»

Αυτοί οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου έρχονται και διεκδικούν την πρώτη θέση στη σκιαγράφηση αυτής της πολυδιάστατης προσωπικότητας, διεκδικούν την πρώτη θέση για να μνημονεύσουν τον άνθρωπο, τον αγωνιστή και καλλιτέχνη, που πάντα βρίσκεται στην καρδιά και στη μνήμη μας, κι ας έχουν περάσει (…) χρόνια από τότε που έφυγε (2/9/1984). Τα λόγια αυτά του Ρίτσου ήταν το δώρο του για τον εορτασμό των 50 χρόνων στο Θέατρο του Μάνου Κατράκη , με τον οποίο πρώτα απ’ όλα μοιράστηκαν τα βάσανα της εξορίας, στη συνέχεια βρέθηκαν πλάι – πλάι στους αγώνες για την ειρήνη και το σοσιαλισμό, χτίζοντας έτσι μια βαθιά φιλία.

«Αν ο Μάνος Κατράκης μεσουρανούσε στη θεατρική ζωή του τόπου μας, δεν το χρωστάει μονάχα στο λεβέντικο παράστημα και στο συναρπαστικό φωνητικό όργανο, μα στην απόλυτη ψυχική του αφοσίωση στην Τέχνη» επισημαίνει ο κορυφαίος σκηνοθέτης και συγγραφέας Αλέξης Σολομός, προλογίζοντας το λεύκωμα που κυκλοφορεί από τη «Σύγχρονη Εποχή» με τίτλο «Μάνος Κατράκης (Στη ζωή, στη σκηνή και την οθόνη)». Και συνεχίζει ο Αλέξης Σολομός: «Δίχως συμφεροντολογικά κίνητρα, δίχως συμβιβασμούς και αυτοθαυμασμούς, μας πρόσφερε παραστάσεις με πνευματικό μήνυμα, πατριωτικό αίσθημα και ανθρώπινη πνοή. Οσο παράξενο κι αν φαίνεται, η “υποκριτική τέχνη” δε στηρίζεται στην υποκρισία, αλλά στην ψυχική ειλικρίνεια. Και την ειλικρίνεια αυτή – που χαρακτήριζε τον Κατράκη σαν ηθοποιό και σαν άνθρωπο – τη συνδυάζω με κάτι που μου είπε, όταν ετοιμάζαμε μια παράσταση: “Θα προτιμούσα να μην τονίσω τη φράση αυτή όπως τη θέλεις, γιατί, αν την πω έτσι, δε θα είμαι εγώ”»…

Η γέννηση ενός αστεριού

Ο Μάνος Κατράκης γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου 1908 στο Καστέλι Κισσάμου της Κρήτης και πέθανε σαν σἠμερα στις 2 Σεπτεμβρίου 1984. Ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης.

Πριν κλείσει τα 10 του χρόνια ο μικρός Μάνος και η οικογένεια του, μετακομίζουν στην Αθήνα διότι οι δουλειές του πατέρα δεν πήγαιναν καλά και υπήρχε η ελπίδα πως στην πρωτεύουσα αυτό θα αλλάξει. Τα δύσκολα, όμως, ξεκίνησαν όταν αποδείχθηκε πως αυτό δεν ήταν εύκολο. Ο Μάνος ξαφνικά βρίσκεται να έχει αναλάβει σχεδόν μόνος του τις τύχες της οικογένειάς του, αφού ο πατέρας έλειπε όλη την ημέρα ενώ ο μεγάλος του αδερφός μετανάστευσε στην Αμερική.

Παρ’ όλα αυτά ο Μάνος αρχίζει ν’ ασχολείται με πράγματα που του αρέσουν. Αρχικά παίζει ποδόσφαιρο σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Γρήγορα, όμως, διαπιστώνει πως η μεγάλη του αγάπη είναι το θέατρο. Πριν καν κλείσει τα 18 του χρόνια κάνει ντεμπούτο στο θέατρο με το θίασο «Οι Νέοι» στο έργο «Για την αγάπη της». Είναι το έργο που του ανοίγει την πόρτα για τον κινηματογράφο καθώς το σπάνιο του ταλέντο τον κάνει να ξεχωρίζει. Τον εντοπίζει ο σκηνοθέτης Κώστας Λελούδας και την επόμενη χρόνια, το 1928, έπαιξε την πρώτη βουβή ταινία: «Το λάβαρο του 21’».

Ο Μάνος Κατράκης από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση στο θέατρο το 1928, φανέρωσε το υποκριτικό του ταλέντο και ανέβηκε γρήγορα την κλίμακα της θεατρικής ιεραρχίας, για να καταλάβει μια δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στους κορυφαίους ηθοποιούς μας.

Η κριτική αντιμετωπίζει με ενθουσιασμό την πρώτη κιόλας παρουσία του στο θέατρο (στο ρόλο του Χαρίδημου, στον Ερωτόκριτο). Ο Αλκης Θρύλος έγραψε: «Υπήρξε μια αποκάλυψη. Ο κ. Κατράκης γέμισε τη σκηνή μόλις παρουσιάστηκε, χόρεψε με χάρη γοητευτική και μια εξαιρετική ευλυγισία και έπαιξε σαν δοκιμασμένος ηθοποιός». Ενώ ο Μιχαήλ Ροδάς τον χαρακτήρισε «λεβέντη στην όψη και στο κορμί», «ελπίδα του νεωτέρου μας θεάτρου, ένα καλλιτεχνικό αστέρι λαμπρό», για το οποίο πίστευε ότι «η Κρήτη που τον έβγαλε έπρεπε να υπερηφανεύεται».

Και ενώ όλα έδειχναν να κυλούν όπως τα ήθελα και τα περίμενε ο Μάνος Κατράκης, έρχεται το ξέσπασμα του μεγαλύτερου πολέμου που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρωπότητα για να ανατρέψει τα πάντα. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος βρίσκει τον Κατράκη στο μέτωπο. Η Γερμανική εισβολή και η κατάρρευση του μετώπου, τον φέρνει και πάλι στην Αθήνα ενταγμένο στις γραμμές του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, του ΕΑΜ.

Όσο καλός ηθοποιός και να ήταν ο Κατράκης δεν θα μπορούσε να γλιτώσει από την μεγάλη πείνα του χειμώνα του 1941. Η πείνα θερίζει και ο Κατράκης προσπαθεί να βρει τρόπο για να εξασφαλίσει ένα πιάτο φαγητό. Δουλειές δεν υπάρχουν και έτσι αναγκάζεται να πουλήσει ακόμα και τα κοστούμια του για να φέρει λεφτά στην οικογένεια του (στο μεταξύ έχει χωρίσει και έχει παντρευτεί για δεύτερη φορά).

Ο ίδιος ο Μάνος Κατράκης στη βιογραφία του (εκδόσεις Κάκτος) αφηγείται στον Αλέξη Κομνηνό εκείνες τις δύσκολες ημέρες: «Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Ο μισθός του Εθνικού Θεάτρου είχε καταντήσει ίσα- ίσα για ένα πιάτο φαΐ. Που να φτάσει να θρέψεις, μάνα, αδελφή, γυναίκα έγκυο. Η γυναίκα μου τελικά έκανε αποβολή οκτώ μηνών, είχε δίδυμα.Αρχίσαμε να πουλάμε ότι είχαμε. Τελειώσανε και αυτά. Τώρα;…

Εγώ είχα κάτι κουστουμάκια γιατί ήμουν και λίγο μερακλής και πήγαινα και τα πούλαγα μόνος μου, αφού οι μεταπράτες παίρνανε όσο- όσο. Στην οδό Αθηνάς, έξω από τον ηλεκτρικό σταθμό, ήτανε το παζάρι τότε των αγοραπωλησιών. Πήγαινα λοιπόν κρατούσα το κουστουμάκι στα χέρια μου και περίμενα να έρθει ο πελάτης να το αγοράσει. Βλέπεις στα παλιατζίδικα μου παίρνανε μισοτιμής ό,τι είχα. Κάποτε ήρθε η ώρα να πουλήσω κι ένα κοστούμι που το αγαπούσα πολύ. Ήταν το καλύτερό μου. Μου το είχε ράψει ένας ράφτης ο Ζοφάκης που είχε έλθει από το Παρίσι και ραβότανε και ο Μινωτής σε αυτόν. Πάω λοιπόν στην οδό Αθηνάς στέκομαι και περιμένω. Κάποτε με πλησιάζει κάποιος καλή του ώρα και μου λέει:-κύριε Κατράκη το πουλάτε; – το πουλάω. Δεν το βλέπεις; Για να είμαι εδώ και να το κρατάω πάει να πει πως το πουλάω. – Θέλετε να έρθετε μαζί μου;…

Με παίρνει και με πάει σε μια λέσχη στην Ομόνοια. Εγώ δεν είχα δοσοληψίες με λέσχες. Λέω τι θα κάνουμε στη λέσχη; – είναι κάποιος που θα αγοράσει το κοστούμι σου. Να μη στα πολυλογώ πήγαμε, βρήκαμε τον άνθρωπο, δεν ήθελε τέτοιο κοστούμι γιατί ήταν πολύ λεπτό, με ρώτησε αν είχα κανένα άλλο σκωτσέζικο. Είχα. Μου είπε να του το πάω την άλλη μέρα. Πήγα την άλλη μέρα και πήρε το κοστούμι».

Η γνωριμία αυτή «έβαλε» τον Κατράκη στον κόσμο του τζόγου. Στην αρχή, όπως ο ίδιος αφηγείται, τον άφηναν να κερδίζει, ωστόσο, μετά άρχισε η «αφαίμαξη». Γρήγορα ο Κατράκης καταλαβαίνει τι συμβαίνει και ξεφεύγει από το βούρκο. Ψάχνει να βρει μια τίμια δουλειά για να ενισχύσει το εισόδημά του. Πουλάει ψάρια για περίπου ένα τετράμηνο.

Ο πόλεμος τελειώνει αλλά όχι και οι δυσκολίες. Ο Κατράκης επιστρέφει δυναμικά στο θέατρο αλλά η κομμουνιστική ιδεολογία του σε συνδυασμό με την αμετακίνητη στάση του, τον βάζουν σε νέες περιπέτειες.

Ο «αμετανόητος κομμουνιστής» και ο φάκελος 20822

Σύμφωνα με τα όσα γνωρίζουμε ο φάκελος του Κατράκη στην Ασφάλεια ανοίγει το 1942 και δεν σταματάει να γεμίζει μέχρι και την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών. Οι κρατικές αρχές ζητούν από τον Κατράκη να υπογράψει δήλωση μετάνοιας. Το 1947 είχε έρθει η ώρα της εξορίας και των διωγμών. Όσο περισσότερο επιμένει ο Κατράκης τόσο πιο εκδικητικό γίνεται το κράτος απέναντί του.

Η συνέχεια γνωστή. Ικαρία, Μακρόνησος, Άη Στράτης, για επτά ολόκληρα χρόνια. Και εκεί, όμως, ο Κατράκης συνεχίζει να αγωνίζεται. Έρχεται σε επαφή με τον Γιάννη Ρίτσο, τον Μενέλαο Λουντέμη και άλλους. Μέσα στο φάκελο του υπάρχει και ο «Χαιρετισμός Εξορίστων» από τον «Αγ. Ευστράτιον» προς το «Β Συνέδριον Ειρήνης». Το 1950, οι εξόριστοι στον Αη Στράτη είχαν στείλει στον ΟΗΕ κείμενο με τίτλο «Η Ειρήνη αξίζει όλας τας ουσίας»!

Στη βιογραφία του μεγάλου ηθοποιού υπάρχει ένας συγκλονιστικός διάλογος με τη μητέρα του, από εκείνα τα δύσκολα χρόνια της εξορίας και των διώξεων.

– Τι είναι Μανόλη;
– Θες να ‘ρθω στο σπίτι, μάνα;
– Πώς θα ‘ρθεις;
– Ε… θα υπογράψω και θα ‘ρθω
– Ιντα να υπογράψεις;
– Δήλωση
– Ιντα δήλωση;
– Οτι δεν είμαι αυτό που είμαι…
– Και δεν είσαι;
– Είμαι
– Μην υπογράψεις, κερατά, μην υπογράψεις…

Οι δυσκολίες της εξορίας, τα βασανιστήρια, η αλληλεγγύη ανάμεσα στους δοκιμαζόμενους συναγωνιστές καταγράφονται από τον Κατράκη με ποιητικό τρόπο:

«Κείνο το βράδυ στη χαράδρα…/ Δεν το ξεχνάω φίλε/ Είχανε σπάσει δυο μπαμπού/ στα κόκαλά μου…/ Η ανανδρία θυμάμαι/ τα ‘βαλε με τη λεβεντιά/ κείνο το βράδυ/ Μα το νεράκι πού το βρήκες/ σύντροφέ μου;/ Τώρα που πέρασαν οι πόνοι/ σε βλέπω αδύνατο κι ωχρό/ να σεργιανάς/ Κι είπα να σου ‘δινα το χέρι/ για να ξοφλήσω τη δροσιά/ κείνης της νύχτας/ Μα το νεράκι πώς το βρήκες/ το νεράκι/ σ’ εκείνο τ’ άνυδρο το ρέμα».

«Η ζωή άρχισε από τότε που μπήκα στο Κόμμα μου», είχε πει ο ίδιος. «Διάλεξα να είμαι κομμουνιστής. Αισθάνομαι υπερηφάνεια για το κόμμα, για τις εκατοντάδες χιλιάδες τους συντρόφους, που αποτελούν τον κορμό του μεγάλου δέντρου του μέλλοντος. Από αυτό αντλούμε όλη τη δύναμη για την τελική δικαίωση των αγώνων και θυσιών του λαού μας. Από τη ζωοδότρα πηγή αυτού του λαού παίρνουμε εμείς οι καλλιτέχνες το υλικό, που το κάνουμε λόγο, εικόνα, ποίηση, μουσική, θέατρο και ό,τι άλλο βοηθά στην καλυτέρευση του νου και της ψυχής».

Επέστρεψε στην Αθήνα το 1952, διοργανώνοντας «ποιητικές απογευματινές» στο θέατρο Μουσούρη. Ξανανέβηκε στη σκηνή με το θίασο της Κατερίνας Ανδρεάδη, λίγο αργότερα με τον θίασο του Αδαμάντιου Λεμού και αμέσως μετά με τον Θυμελικό Θίασο του Λίνου Καρζή (Προμηθεύς Δεσμώτης). Στη συνέχεια και μέχρι το 1955 εμφανίστηκε με την Κυβέλη και αμέσως μετά συγκρότησε δικό του θίασο με την Ασπασία Παπαθανασίου (Ευγενία Γκραντέ, Βαθιές είναι οι ρίζες, Το κορίτσι με το κορδελάκι κ.ά).

Το “Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο”

Το 1955 ίδρυσε το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο και εγκαταστάθηκε στον υπαίθριο χώρο του Πεδίου του Άρεως, τον οποίο εγκαινίασε με τον Αγαπητικό της Βοσκοπούλας. Σ’ αυτό το θέατρο, με μεγάλη συμμετοχή κοινού και καλλιτεχνική επιτυχία, συνέχισε ως το 1967, υποστηρίζοντας συστηματικά το ελληνικό έργο (Ο μονοσάνδαλος, Το κορίτσι με το κορδελάκι, Η Αντιγόνη της Κατοχής, Ο Πατούχας και διασκευές από έργα του Καζαντζάκη όπως Ο Χριστός ξανασταυρώνεται και Ο Καπετάν Μιχάλης). Σποραδικά ανέβασε και κλασικό ρεπερτόριο (Ιούλιος Καίσαρ, Φουέντε Οβεχούνα). Τους χειμώνες, το ΕΛΘ φιλοξενείτο σε διάφορα θέατρα ή περιόδευε στην επαρχία, την Κύπρο και την Κωνσταντινούπολη.

Καθώς το 1968 του έγινε έξωση από το Πεδίο του Άρεως, ο Κατράκης συνέχισε την πρωταγωνιστική του πορεία, πότε με το θίασό του, πότε με άλλους πρωταγωνιστές. Το 1972 επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο και πρωταγωνίστησε στον Οθέλλο και τον Δον Κιχώτη, και στην Επίδαυρο στον Οιδίποδα Τύραννο (1973) και στον Προμηθέα Δεσμώτη (1974).

Αργότερα, συνεργάστηκε με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, το ΚΘΒΕ, για να επανιδρύσει το 1977 το ΕΛΘ, ανεβάζοντας έργα Αρμπούζοφ (Φθινοπωρινή ιστορία με την Έλλη Λαμπέτη), Γκόρκι (Οι Τελευταίοι), Μπρεχτ (Συντροφιά με τον Μπρεχτ, με τη Μελίνα Μερκούρη), Λέοναρντ (Ντα), Μασάρι (Ταμπού) και τη Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη του Νικηφόρο​υ Βρεττάκου. Η τελευταία του εμφάνιση έγινε το 1984 στο Ηρώδειο, με το μουσικό έργο του Θόδωρου Αντωνίου Προμήθεια.

Συνεργάστηκε με πολύ σημαντικούς καλλιτέχνες (Δ. Ροντήρη, Π. Κατσέλη, Τ. Μουζενίδη, Μ. Βολανάκη, Σπ. Ευαγγελάτο, Μ. Θεοδωράκη, Σπ. Βασιλείου, Α. Κατσέλη, Τ. Καρούσο, Ελ. Χατζηαργύρη, Αν. Βαλάκου) και συμμετείχε σε εκατοντάδες εκδηλώσεις, όπου με την ανεπανάληπτη φωνή του δικαίωνε το νεοελληνικό ποιητικό λόγο. Οι αναγνώσεις του σε κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας παρέμειναν κλασικές.

Οι ταινίες

Ο Κατράκης έπαιξε και σε πολλές ταινίες στον κινηματογράφο. Αξιόλογες είναι οι ερμηνείες του στο Μαρίνο Κοντάρα του Γιώργου Τζαβέλα (1948), στη Συνοικία το όνειρο του Αλέκου Αλεξανδράκη (1961) στην Ηλέκτρα του Μιχάλη Κακογιάννη (1962), στο Ένας Ντελικανής του Μανόλη Σκουλούδη (1963). Βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο, για την ερμηνεία του στον ρόλο του Κρέοντα στην Αντιγόνη του Γ. Τζαβέλλα, και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τη συμμετοχή του στο Συνοικία το όνειρο.

Λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της τελευταίας ταινίας Ταξίδι στα Κύθηρα, με σκηνοθέτη το Θόδωρο Αγγελόπουλο, άφησε την τελευταία του πνοή, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984, χτυπημένος από καρκίνο των πνευμόνων.

Ο Μάνος Κατράκης που στη διάρκεια του βίου του πληγώνεται, βασανίζεται, καταδιώκεται, εξορίζεται τελικά τιμάται όχι μόνο με πολιτειακές και κοινωνικές διακρίσεις εντός της χώρας του αλλά και εκτός.

Το Μάρτη του 1981 διοργανώνεται στο Παρίσι τιμητική εκδήλωση από τον σκηνοθέτη Γιάννη Ιορδανίδη. Στην εναρκτήρια βραδιά της εκδήλωσης ο Μάνος Κατράκης απευθύνεται στους παρευρισκόμενους με τη γλώσσα της καρδιάς όπως έκανε πάντα:

«Και να γνώριζα τη γλώσσα του Ρακίνα και του Μολιέρου πάλι θα σας μίλαγα ελληνικά. Δεν θέλω τίποτα να ψευτίσει τη συγκίνησή μου και την ευγνωμοσύνη μου για την τιμή που μου κάνετε. Γι’ αυτό χρησιμοποιώ τις λέξεις της γλώσσας μου που ταυτίζονται με την ψυχή μου. Είναι λέξεις που κρύβουν μέσα τους την καθαρότητα του ελληνικού ουρανού και του ασίγαστου πόντου. Εσείς τιμάτε τα 50 χρόνια της καλλιτεχνικής μου δραστηριότητας. Σας ευχαριστώ. Εγώ όμως θέλω να σας πω ποιος είμαι. Θέλω να με γνωρίσετε σωστά. Θέλω να σας πω πως γεννήθηκα στην Κρήτη. Μεγάλωσα ξυπόλητο παιδί στις αμμουδιές της πατρίδας μου, που έβαζα στ’ αυτιά μου τα κοχύλια της θάλασσας να ακούσω τη βουή του ωκεανού. Δεν ήξερα να αποζητώ την ομορφιά, μα η ομορφιά ξεδιπλωνόταν ολόγυρά μου. Δεν ήξερα να αποζητώ τη λεβεντιά. Μα η λεβεντιά με συνέπαιρνε μέσα μου από τις ιστορίες του παππού μου. Αφήστε να παινέψω την πατρίδα μου. Το αξίζει. Εγινα ηθοποιός όπως θα μπορούσα να γίνω και σιδηρουργός. Ηθελα να ξοδιάσω όσες δυνάμεις κρύβαν τα μπράτσα μου και η ψυχή μου»…

ΠΗΓΕΣ: ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, NEWBEAST

...