Πάμε λοιπόν από την αρχή. Να ξαναμάθουμε την αλφαβήτα γιατί φαίνεται πως ξεχάσαμε αυτά που ξέραμε και θα πρέπει να επιστρέψουμε στα θρανία.

Κι ακόμη, θα πρέπει να ξανασυστηθούμε, καθώς φαίνεται πως έχουμε ξεχάσει με ποιους και ποιες φτάσαμε ως εδώ και μοιραστήκαμε οράματα, αγωνίες, ελπίδες και ατελείωτο χρόνο.

Αφορμή για το παρόν κείμενο αποτελεί ο ορυμαγδός ο οποίος ακολούθησε τα δύο εσωκομματικού κείμενα διαλόγου, της ΡΕΝΕ και της ΟΜΠΡΕΛΑΣ. Και μου προκάλεσε εντύπωση η επιθετικότητα με την οποία αντιμετωπίστηκαν, όχι επί της ουσίας και του περιεχομένου τους αλλά επειδή απλώς γράφτηκαν και δημοσιοποιήθηκαν. Κάτι που έγινε με όλες τις καταστατικές διαδικασίες που χρόνια τώρα έχουμε συμφωνήσει και έχουμε συνομολογήσει.

Και αν αντιλαμβάνομαι την κυβέρνηση και το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, που εκμεταλλευόμενοι την εσωκομματική κινητικότητα προσπαθούν να παρουσιάσουν εικόνα διάλυσης για το κόμμα μας, δεν μπορώ να καταλάβω τις εκ των έσω σφοδρές επιθέσεις.

Ξαφνικά διάφοροι-ες σύντροφοι και συντρόφισσες, δηλώνουν «αθώοι του αίματος» και πέφτουν από τα σύννεφα. Και πολλοί, -ες είναι οι ίδιοι-ες που στο παρελθόν έχουν συνδέσει τα ονόματά τους με τάσεις και ιδεολογικά ρεύματα. Τώρα όμως, στο όνομα της συγκυρίας, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους και στέλνουν στο πυρ το εξώτερον τους βλάσφημους.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

  1. Η αριστερά και δη η ανανεωτική και εν προκειμένω ο ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί έναν πολιτικό χώρο που πάντοτε, όχι μόνο σεβόταν αλλά και επεδίωκε το διάλογο και την ελεύθερη διατύπωση απόψεων. Έτσι, και για να αποφύγει την παλιά ασθένεια που την ταλάνισε, τον φραξιονισμό, προχώρησε σε ένα επαναστατικό βήμα, δηλαδή στην νομιμοποίηση των τάσεων εντός του κόμματος. Όπου ως τάσεις νοούνται οι ανοιχτές και εν γνώσει του κόμματος διαδικασίες, μελών τα οποία θεωρούν πως έχουν κοινές απόψεις για μια σειρά από ζητήματα τα οποία έχουν σχέση με την πολιτική και με τη λειτουργία του κόμματος. Πάντοτε, βέβαια, αποδεχόμενα το πολιτικό σχέδιο που έχει ψηφιστεί από το Συνέδριο αλλά και τις κομματικές αποφάσεις.
  2. Ως θητεύσαντες πολλοί και πολλές εξ ημών για χρόνια στην ανανεωτική αριστερά, έχουμε δει, ουκ ολίγες φορές, διάφορα κείμενα να περιφέρονται δεξιά κι αριστερά και να υπογράφονται από συντρόφους και συντρόφισσες. Ουδέποτε δημιουργήθηκε ζήτημα,, ουδέποτε απαγορεύτηκε, ουδέποτε προκάλεσε εντύπωση. Αντίθετα, όλα αυτά τα κείμενα, συζητήθηκαν και συνέβαλλαν, ως συνθετικό υλικό ιδεών και απόψεων, στις πολιτικές μας θέσεις.
  3. Επειδή είμαστε παλιοί –δυστυχώς!- και γνωριζόμαστε μεταξύ μας, ξέρουμε πολύ καλά ποιοι είναι οι ξιφουλκούντες εναντίον των κειμένων και των τάσεων. Και εάν ήταν κάποιοι οι οποίοι ουδέποτε μετείχαν σε τάση και ανέκαθεν ήταν εναντίον της λειτουργίας τάσεων, τότε δεν θα μπορούσε να τους κατηγορήσει κανείς και καμία. Όμως, αντίθετα, μετέχουν σε τάση και το μόνο το οποίο, καθώς φαίνεται τους ενοχλεί, είναι η ύπαρξη κι άλλων τάσεων. Οπότε, ας μου επιτραπεί να βγάλω το συμπέρασμα πως αυτό το οποίο επιδιώκουν είναι η κατάργηση όλων των άλλων τάσεων πλην εκείνης στην οποία πρόσκεινται.
  4. Από την άλλη μεριά έχουν συγκεντρωθεί μέλη και φίλοι του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία ως προερχόμενα από το παλιό ΠΑΣΟΚ –και δεν αναφέρομαι σε όλους και όλες- δεν έχουν ουδεμία σχέση με τις παραδόσεις και τις αξίες της ανανεωτικής αριστεράς. Αυτό που θέλουν είναι ένα κόμμα αρχηγικό, στο οποίο δεν υπάρχει ή δεν τηρείται κανένα καταστατικό κι αναπολούν την εποχή που όποιου δεν του άρεσε «κατέβαινε “ή τον κατέβαζαν” από το τρένο».
  5. Κοινός παρανομαστής και των μεν και των δε είναι η τακτική της δολοφονίας χαρακτήρων. Υπονομεύουν και υποσκάπτουν, στήνουν κατηγορίες και δημιουργούν κλίμα που θυμίζει τις δίκες της Μόσχας ή την εποχή του μακαρθισμού. Με λίγα λόγια μία κατάσταση στην οποία αναγκάζεσαι να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας.
  6. Άλλος κοινός παρονομαστής είναι το επιχείρημα, πως «δεν είναι κατάλληλες οι συνθήκες, πως τώρα προέχει να ρίξουμε την κυβέρνηση της ΝΔ και να είμαστε όλοι ενωμένοι και εξωστρεφείς και όχι διχασμένοι και εσωστρεφείς». Έωλο επιχείρημα, κατά τη γνώμη μου, επειδή οι συνθήκες για διάλογο είναι πάντοτε κατάλληλες καθώς με το διάλογο διαμορφώνεται η πολιτική της εκάστοτε συγκυρίας. Επίσης από κανένα εκ των κειμένων δεν προκύπτει πως το κόμμα είναι διχασμένο και εσωστρεφές. Αντίθετα, και τα δύο κείμενα είναι 100% ενωτικά και προφανώς εξωστρεφή καθώς θέτουν άμεσα τα ζητήματα της συγκυρίας. Και επιτέλους πρέπει να απαντήσουμε ποια πολιτική θα ακολουθήσουμε ως κυβέρνηση.
  7. Υποστηρίζεται επίσης πως η συζήτηση αυτή δημιουργεί εσωστρέφεια και έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κάνει σοβαρή αντιπολίτευση. Πρόκειται για μύθευμα καθώς το κόμμα κάνει την καλύτερη αντιπολίτευση που μπορεί, δεδομένων των υγειονομική συνθηκών (π.χ. αδυναμία συγκεντρώσεων). Αν κάποιος παρακολουθεί τη Βουλή και τις παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία θα διαπιστώσει το αντίθετο. Και τέλος πάντων, ας μας υποδείξουν ένα κόμμα το οποίο κάνει καλύτερη και πιο μαχητική αντιπολίτευση από τον ΣΥΡΙΖΑ.
  8. Δυστυχώς, συντρόφισσες και σύντροφοι, κανείς τους δεν αναρωτιέται για το γεγονός πως ενώ η ΝΔ ασκεί μία καταστροφική πολιτική και η δυσαρέσκεια των πολιτών εναντίον της αυξάνεται, ο ΣΥΡΙΖΑ ελάχιστα φαίνεται να κερδίζει από αυτή τη δυσαρέσκεια. Και κατηγορούν γι’ αυτό τις τάσεις και τη «φαγωμάρα» μέσα στο κόμμα. Κανείς δε διανοείται να σκεφτεί, μήπως αυτό οφείλεται στην απουσία πολιτικής πρότασης η οποία θα γοητεύσει και θα κινητοποιήσεις τις λαϊκές δυνάμεις; Και προς αυτήν την κατεύθυνση έρχονται να συμβάλλουν τα κείμενα τα οποία κατατίθενται. Στο άνοιγμα της πολιτικής συζήτησης επειδή πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς συζήτηση και σύνθεση απόψεων.

Σε κείμενό μου που είχε δημοσιευτεί στην Εποχή στις 21/11/2020, είχα αναφερθεί στις τάσεις και στις όποιες ενστάσεις έχω στον τρόπο λειτουργίας τους. Σε εκείνο το κείμενο έγραφα:  «Προσωπικά πιστεύω πως δεν επιδείξαμε την ωριμότητα που έπρεπε όσον αφορά τη λειτουργία των τάσεων. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τα συνέδρια με τις παρασυνάξεις, με τις κατευθυνόμενες σταυροδοτήσεις, εικόνα η οποία μας προσβάλλει και είναι άκρως απωθητική, ιδίως για εκείνους/ες οι οποίοι/ες δεν αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους σε κάποια από τις τάσεις».

Θεωρώ, λοιπόν, πως όλα αυτά πρέπει να τα αποφύγουμε από δω και πέρα, βλέποντας ένα διαφορετικό τρόπο λειτουργίας αλλά ακόμη και να σταματήσουμε πλέον να μιλάμε για «τάσεις» αλλά για «ρεύματα ιδεών».

Επίσης δεν νοούνται «ρεύματα ιδεών» τα οποία έχουν μέλη. Μέλη έχουν τα κόμματα, εν προκειμένων ο ΣΥΡΙΖΑ και όχι οι τάσεις ή τα ρεύματα ιδεών. Και αυτά είναι ρευστά, υπάρχουν και συσπειρώνουν κάποιους ανθρώπους που δεν είναι απαραίτητο να είναι πάντα οι ίδιοι.

Για το λόγο αυτό χαίρομαι που η ΡΕΝΑ δεν αυτοπροσδιορίστηκε ως τάση αλλά ως ρεύμα ιδεών. Χαίρομαι επίσης που η ΟΜΠΡΕΛΑ λειτούργησε ως ρεύμα ιδεών καθώς συσπείρωσε στελέχη τα οποία μετείχαν σε διαφορετικές τάσεις. Και χαίρομαι επειδή σε αυτό το κόμμα εξακολουθούμε να είμαστε ζωντανά κύτταρα ενός ζωντανού οργανισμού που έχει μάθει να συζητάει, να συνθέτει και μέσω της συζήτησης και της σύνθεσης να παράγει και να χαράσσει πολιτική.

Προσωπικά βρίσκομαι κοντά στις απόψεις του ιδεολογικού ρεύματος των 53+ που στελέχη τα οποία κινούνται εντός αυτού του ρεύματος συνυπογράφουν το κείμενο της ΟΜΠΡΕΛΑΣ. Αυτό δεν με κάνει λιγότερο ή περισσότερο ΣΥΡΙΖΑ από άλλους ή άλλες. Κι έτσι δε δίνω το δικαίωμα σε κανέναν και καμία να με θεωρεί ως υπονομευτή του κόμματος το οποίο υπηρετώ με συνέπεια στα εύκολα και, κυρίως, στα δύσκολα, από την ίδρυσή του, και της αριστεράς στην ανήκω εδώ και 45 χρόνια.

Αναφορικά με το κείμενο της ΟΜΠΡΕΛΑΣ έχω να πω ότι σε γενικές γραμμές συμφωνώ μαζί του, αν και το βρήκα μακροσκελές και χαλαρό. Αντιλαμβάνομαι βέβαια πως έγινε έτσι ώστε να χωρέσει όσους, -ες περισσότερους, -ες συντρόφους και συντρόφισσες ήταν δυνατόν κάτι που αποδεικνύει την ενωτική διάθεση όσων μόχθησαν για τη σύνταξή του.

Δε θέλω να σχολιάσω το ανυπόγραφο κείμενο που κυκλοφόρησε, το οποίο τάσσεται εναντίον των κειμένων και των ρευμάτων ιδεών και το οποίο αναζήτησε εκ των υστέρων υπογραφές. Ούτε επί της ουσίας ούτε επί της διαδικασίας επειδή ούτε συνομωσιολόγος είμαι ούτε ντεντέκτιβ θέλω να γίνω.

Το ζητούμενο είναι να ανοίξει κι άλλο ο διάλογος μέσα στο κόμμα ενόψει του συνεδρίου. Θεωρώ ευπρόσδεκτα όσα κείμενα συμβολής κι αν κατατεθούν επειδή μόνον έτσι θα καταλήξουμε στην καλύτερη δυνατή σύνθεση και παραγωγή πολιτικής ώστε να αντιμετωπίσουμε ενωμένοι τις προκλήσεις της εποχής και να ανοίξουμε το δρόμο για την κυβερνητική αλλαγή η οποία θέλουμε να έχει αριστερό πρόσημο.

Πηγή: commonality.gr