Το 1959, ο σκηνοθέτης Πέτρος Τατασόπουλος γύρισε την ταινία «Ζάλογγο, το κάστρο της λευτεριάς»,  επίκαιρη φέτος καθώς γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821.
, Στράτος Κερσανίδης: ΔΗΜΟΣ ΣΤΑΡΕΝΙΟΣ – ΑΡΤΕΜΗΣ ΜΑΤΣΑΣ / Οι καλοί «κακοί» του ελληνικού κινηματογράφου, INDEPENDENTNEWS
Η ταινία αναφέρεται στην πολιορκία του Σουλίου από τον Αλή Πασά και την προδοσία του Πήλιου Γούση, ο οποίος υπέδειξε στον εχθρό ένα μυστικό πέρασμα, και έτσι οι Οθωμανοί κατάφεραν να καταλάβουν το ηρωικό χωριό. Στη συνέχεια οι Σουλιώτες υποχώρησαν και ακολούθησε η θυσία των γυναικών στο Ζάλογγο και του καλόγερου Σαμουήλ στο Κούγκι.
Η προδοσία του Πήλιου Γούση αποτελεί ακόμη μία περίπτωση παραποίησης της ιστορίας, καθώς ο άνθρωπος που κατεγράφη ως προδότης, όχι μόνον δεν πρόδωσε αλλά σκοτώθηκε τον Απρίλιο του 1826 πολεμώντας ηρωικά στην έξοδο του Μεσολογγίου. Το όνομά του μάλιστα, είναι χαραγμένο σε έναν από τους τάφους στο Ηρώο του Μεσολογγίου.
Η ιστορική παραποίηση ξεκίνησε από το εξής περιστατικό. Μετά το θάνατο του Γεώργιου Τζαβέλλα, οι Σουλιώτες έπρεπε να εκλέξουν νέο αρχηγό. Ανάμεσα στους διεκδικητές ήταν και ο Πήλιος Γούσης αλλά τελικά οι Σουλιώτες επέλεξαν το γιο του θανόντος, Φώτο Τζαβέλλα. Λέγεται πως ο Γούσης θύμωσε και οργισμένος άρχισε να φωνάζει «Γαμώ τη μάνα του, όλο οι Τζαβελλαίοι θα κυβερνάνε το Σούλι; Τώρα θα τους δείξω εγώ».
Για πρώτη φορά αναφορά στην προδοσία του Γούση γίνεται από τον Χριστόφορο Περραιβό ο οποίος αναφέρει πως  «ο Γεώργιος Μπότσαρης και οι συμπέθεροί του Πήλιος Γούσης και Κουτσονίκας επρόδωσαν στον Αλή Πασά την πατρίδα τους το Σούλι». Ο Περραιβός κατέγραψε τα γεγονότα με υποκειμενισμό καθώς ήταν οπαδός των Τζαβελαίων, σε αντίθεση με το Γούση ο οποίος επρόσκειτο στους Μποτσαραίους.
Μάλιστα ο Περραιβός, στην πρώτη έκδοση του βιβλίου, το 1803, τη χρονιά που συνέβησαν τα γεγονότα, αναφέρει ως προδότες για την πτώση και την καταστροφή του Σουλίου το Γιώργη Μπότσαρη, το Παλάσκα, το Διαμαντή Ζέρβα και το γέρο Κουτσονίκα. Πουθενά δεν αναφέρεται ο Γούσης, το όνομα του οποίου εμφανίζεται περιέργως στις δύο επόμενες εκδόσεις του 1815 και του 1857.
Επίσης μετά τη συνθηκολόγηση των Σουλιωτών, ο Γούσης, το πραγματικό όνομα του οποίου ήταν Σπύρος Πούσμπος,  βρέθηκε στην Κέρκυρα και σχεδίασε από κοινού με τους συμπατριώτες του την αντεπίθεση κατά του Αλή πασά. Σημαντική λεπτομέρεια: ο Γούσης έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας το 1819, κάτι που ήταν αδύνατον να συμβεί εάν εθεωρείτο προδότης!
Πήλιος Γούσης και γερο-Λαδάς
Μετά από τούτη την απαραίτητη ιστορική αναδρομή ας επανέλθουμε στα κινηματογραφικά. Στην ταινία, λοιπόν, «Ζάλογγο, το κάστρο της λευτεριάς» το ρόλο του Πήλιου Γούση ερμήνευσε ένας ηθοποιός ο οποίος άφησε τη σφραγίδα του σε παρόμοιους ρόλους: ο Δήμος Σταρένιος. Ο οποίος, όπως ακριβώς ο άνθρωπος που ερμήνευσε στην ταινία του Τατασόπουλου, όχι μόνον καμία σχέση δεν είχε με προδότες, δωσίλογους και μαυραγορίτες αλλά ακριβώς το αντίθετο.
Ο Δήμος Σταρένιος γεννήθηκε το 1909 στο Κάιρο και το 1932 ήρθε στην Ελλάδα όπου και σπούδασε υποκριτική στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Το ντεμπούτο του στο θέατρο έγινε το 1934 με τον θίασο της Αλίκης (Θεοδωρίδου)-Κώστα Μουσούρη στην κομεντί του Μπέρνσταϊν, «Ευτυχία».
Άγνωστο γιατί, αλλά οι σκηνοθέτες τον επέλεγαν συνήθως για ρόλους κακών, συνεργατών του εχθρού, τοκογλύφων. Από Πήλιος Γούσης, γερο-Λαδάς στη σειρά «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και συνεργάτης των Γερμανών στη «Χαραυγή της νίκης» (1971) του Ντίμη Δαδήρα, όπου λέει και την περίφημη ατάκα “Μας αγαπάνε οι Γερμανοί, σαν φίλοι ήρθανε ”.
Στην πραγματική ζωή ο Δήμος Σταρένιος πολέμησε τον κατακτητή μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και το 1945 πρωτοστάτησε στη δημιουργία των Ενωμένων Καλλιτεχνών, που ίδρυσε το ΕΑΜ μαζί με άλλους συναδέλφους του, άνδρες και γυναίκες, όπως ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Λυκούργος Καλλέργης, ο Νάσος Κεδράκας, ο Θόδωρος Μορίδης, ο Τίτος Βανδής και η Αλέκα Παϊζη.
Στα χρόνια της Κατοχής, όπως όλοι οι Έλληνες, ήρθε αντιμέτωπος με την πείνα. Μάλιστα ένα βράδυ, λιποθύμησε κατά τη διάρκεια της παράστασης «Απόψε θα γελάσουμε» και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
Ο Σταρένιος ανήκε σε εκείνη τη ρομαντική γενιά κομμουνιστών που δεν μπόρεσε να συμβιβαστεί με την ιδέα της διάσπασης του 1968 με αποτέλεσμα να μην αρνείται οικονομική ενίσχυση ούτε στο ΚΚΕ ούτε στο ΚΚΕ εσωτερικού με την ελπίδα της επανένωσης των δύο κομμάτων. Εκτός όμως από ρομαντικός κομμουνιστής υπήρξε και ένας βαθιά καλλιεργημένος, ευγενής, δοτικός και γλυκύτατος άνθρωπος.
Κατά τη διάρκεια της χούντας η εμφάνισή του στο Εθνικό Θέατρο αλλά και σε κρατικές κινηματογραφικές παραγωγές ήταν απαγορευμένη. Οι συνταγματάρχες δεν επέτρεπαν ούτε την αναφορά του ονόματός του. Μάλιστα σε μια εκπομπή, όταν ο Φρέντυ Γερμανός ανέφερε τυχαία το όνομα του Σταρένιου, παρενέβη η λογοκρισία και έκοψε σε εκείνο το σημείο τη φωνή του παρουσιαστή.
Ο Δήμος Σταρένιος έπαιξε σε 66 ελληνικές ταινίες. Η πρώτη του εμφάνισή του έγινε το 1943 στη «Μάγια η Τσιγγάνα» του Γιάννη Χριστοδούλου και το 1946 έπαιξε στα «Πρόσωπα λησμονημένα» (φωτό) του Γιώργου Τζαβέλλα.
Ανάμεσα στις ταινίες που εμφανίζεται είναι και οι διεθνείς παραγωγές «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (1957) και «Ποτέ την Κυριακή» (1960) του Ζιλ Ντασέν, «Ο λέων της Σπάρτης» (1962), του Ρούντολφ Ματέ, «Αμέρικα, Αμέρικα» (1963) του Ελία Καζάν κ.α. 
Αξέχαστη είναι η ερμηνεία του (γερό-Λαδάς) στο σίριαλ του Βασίλη Γεωργιάδη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (1975-76).
Ο Δήμος Σταρένιος πέθανε στις 23 Οκτωβρίου 1983 σε ηλικία 74 ετών.
Με την κουκούλα του καταδότη
Ένας άλλος ηθοποιός που το όνομα συνδέθηκε με προδοσία, δοσιλογισμό και μαυραγορατισμό ήταν ο Αρτέμης Μάτσας, του οποίου η ζωή βρισκόταν στον αντίποδα των ρόλων που ερμήνευσε.
Ο Αρτέμης Μάτσας γεννήθηκε το 1930 και ήταν ηθοποιός, σκηνοθέτης και κριτικός κινηματογράφου. Έχασε μικρός τη μητέρα του και στα 14 του χρόνια έχασε και τον πατέρα του ο οποίος έπεσε θύμα προδοσίας, συνελήφθη από τους ναζί, οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου και πέθανε. Το όνομα του πατέρα του ήταν  Πίνχας Μάτσας και ήταν εβραϊκής καταγωγής.
Για την ημέρα της σύλληψης του πατέρα έγραψε ο αδελφός του Αρτέμη, ο συγγραφέας Νέστορας Μάτσας: «Δεν τον περιμέναμε γιατί ξέραμε πως ο πατέρας αργεί να έρθει τα μεσημέρια. Έρχεται πάντα με τα πόδια από τη δουλειά του που είναι μακριά γιατί δεν του αρέσει να μπαίνει στο γκαζόζεν (…) Μας ήρθε ξαφνικό, όταν χτύπησε η πόρτα δυνατά και άνοιξε η αδελφή μας και μπήκε ένα ψηλός κύριος που δεν τον ξέραμε. Μας είπε καλημέρα, αλλά έδειχνε σα να μη μπορούσε καθόλου να μας πει τι ήθελε». Μετά από αυτό το περιστατικό το μόνο που έμαθαν για την τύχη του πατέρα τους ήταν ένας αριθμός: 47712. Ίσως γι’ αυτό ο Αρτέμης να ήταν τόσο πειστικός σε ρόλους κακών, επειδή όπως έχει πει, «παίζω τόσο καλά τον καταδότη για να κάνω τον κόσμο να μισήσει τους καταδότες».
Τα χρόνια ήταν δύσκολα και τα δύο αδέλφια αναγκάστηκαν να πουλάνε τσιγάρα στους δρόμους για να επιβιώσουν ενώ η αδελφή τους ανέλαβε το νοικοκυριό του σπιτιού. Σε αυτήν έδιναν τα όσα κέρδιζα κι εκείνη φρόντιζε να αγοράζει ό,τι μπορούσε από τους μαυραγορίτες για να μην πεθάνουν από την πείνα. Εν τω μεταξύ είχαν φύγει από το σπίτι που έμεναν επειδή φοβόταν πως οι Γερμανοί μπορεί να ξανάρθουν και γι’ αυτούς. Νοίκιασαν ένα σπίτι στα Εξάρχεια από μία ιερόδουλο η οποία τους φέρθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Ιερόδουλες ήταν και οι καλύτερες πελάτισσές τους οι οποίες αγόραζαν τσιγάρα από αυτούς.
Από μικρός ήθελε να ασχοληθεί με το θέατρο και το σινεμά και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών με δασκάλους τους Αιμίλιο Βεάκη, Δημήτρη Ροντήρη και Κώστα Μουσούρη και αρχικά εργάστηκε ως πολιτιστικός συντάκτης. Ως ηθοποιός εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1949 στην ταινία του Γιώργου Καρύδη, «Ερωτικό ταξίδι» και ένα χρόνο μετά στα «Αρραβωνιάσματα» της Μαρίας Πλυτά.
Έπαιξε σε 60 ταινίες ανάμεσα στις οποίες «Το νησί των γενναίων» (1959) του Ντίμη Δαδήρα, «Μπουμπουλίνα» (1959), του Κώστα Ανδρίτσου και, «Ποτέ την Κυριακή» (1960) του Ζιλ Ντασέν. Στην τελευταία μάλιστα, παίζει μαζί με το Δήμο Σταρένιο. Στο «Νησί των γενναίων», έπαιξε το ρόλο του προδότη, ένα ρόλο τόσο κακό που κανείς άλλος δε δεχόταν να παίξει! Ήταν δε τόσο πειστικός ώστε θεατές της ταινίας, τουλάχιστον δύο φορές, του επιτέθηκαν στο δρόμο και τον ξυλοφόρτωσαν. «Ανηλεές κυνηγητό περίμενε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης τον κακό του κινηματογράφου Αρτέμη Μάτσα», έγραψε τότε η Καθημερινή.
Ο ίδιος ο Αρτέμης Μάτσας, ευγενής και δοτικός στη ζωή του, μιλώντας για τον εαυτό του και για τους κόντρα ρόλους του στο σινεμά έχει πει: «Δεν μπορώ να κόψω ούτε λουλούδι, κι όμως στον κινηματογράφο έχω σκοτώσει περίπου 120 ανθρώπους».
Ο Αρτέμης Μάτσας έχει παίξει και έχει σκηνοθετήσει στο θέατρο, έχει γράψει θεατρικά βιβλία και έχει ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία.
Πέθανε στις 7 Σεπτεμβρίου 2003 σε ηλικία 73 ετών.
                                                                                    strakersan@gmail.com
                                                                            https://kersanidis.wordpress.com