Σταμάτης Θεοδωρόπουλος: Μητσοτακισμός, ανώτατο στάδιο του Ορμπανισμού

Posted on 14 Ιουλίου, 2020, 8:30 πμ
4 secs

Είναι αλήθεια ότι μέχρι και το πρόσφατο παρελθόν, πριν από την εκλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη, δεν ήταν πολιτικά ορθό να χαρακτηρίζεται μια εκλεγμένη κυβέρνηση ως χούντα. Δυστυχώς τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή και το νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις σχετικοί χαρακτηρισμοί μπήκαν στο καθημερινό και το πολιτικό λεξιλόγιό μας.

Δεν ήταν λίγοι, άλλωστε, αυτοί που κατηγορούσαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη για Ορμπανισμό πολύ πριν καταλάβει την εξουσία και αρχίσει να στήνει το επιτελικό του κράτος. Αν και υπήρχαν φωνές που υποστήριζαν ότι ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και νυν πρωθυπουργός συρόταν σε ακροδεξιές θέσεις από μερίδα στελεχών, όπως οι Άδ. Γεωργιάδης και Μάκης Βορίδης, το αφήγημα αυτό δεν φαίνεται ιδιαίτερα πειστικό. Επρόκειτο για σαφή στρατηγική επιλογή της ελληνικής δεξιάς, που ακολούθησε το ευρωπαϊκό κύμα.

Ο ακροδεξιός πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Ορμπάν, φαίνεται ότι αποτέλεσε το πρότυπο, δεδομένου ότι η Ν.Δ. θέλησε να απορροφήσει κατά το δυνατόν τις ακροδεξιές ψήφους που έμειναν άστεγες μετά την αποδυνάμωση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής. Κι όχι μόνο.

Οι αντιμεταναστευτικές, ξενοφοβικές αντιλήψεις υιοθετήθηκαν βέβαια στη ρητορική της Ν.Δ., αλλά ταυτόχρονα στόχος ήταν η περιστολή των δικαιωμάτων, η παντελής διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων και η κυριαρχία της ζούγκλας στα εργασιακά, με στόχο την εξυπηρέτηση -στο όνομα της ανάπτυξης- συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων.

Ο Ορμπανισμός έδειξε το δρόμο. Ήταν εξ αρχής γνωστό ότι αυτό που συνέβαινε στην Ουγγαρία ήταν ενδεικτικό των τάσεων που αναπτύσσονταν στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η δεξιά του -δήθεν κεντροδεξιού- Μητσοτάκη επέλεξε γρήγορα τον απροκάλυπτο εναγκαλισμό του νεοφιλελευθερισμού με τον ακροδεξιό λαϊκισμό και εθνικισμό.

Η Ελλάδα έγινε ένα ακόμα παράδειγμα ενδυνάμωσης της ακροδεξιάς και εθνικιστικής ρητορικής (με την εκμετάλλευση του Μακεδονικού) και της ώσμωσής της με ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές επιλογές.

Με την εκλογική νίκη της Ν.Δ. το σχέδιο του επιτελικού (ακροδεξιού) κράτους μπήκε σε εφαρμογή. Επιθέσεις δέχτηκαν τα δικαιώματα (πανεπιστημιακό άσυλο), η βίαιη αστυνομική καταστολή έγινε μέρος της «κανονικότητας», η παιδεία δέχεται συνεχή πλήγματα μεσαιωνικής οπισθοδρόμησης, τα εργασιακά δικαιώματα διαλύονται.

Η δεξιά του Μητσοτάκη προελαύνει, λοιπόν, πάνοπλη με την στήριξη οικονομικών και μιντιακών (καλοπληρωμένων) συμφερόντων. Διαθέτει επίσης τη διαχρονική σχέση της με τη  δικαιοσύνη, το δημοσιοϋπαλληλικό κατεστημένο, αλλά και τους κάθε είδους κρατικούς θεσμούς. Παράλληλα, κατάφερε να ελέγχει το σύνολο σχεδόν των περιφερειών, αλλά και πλήθος δήμων, με εμβληματική περίπτωση αυτή του Δήμου Αθηναίων, και του ανιψιού Κώστα Μπακογιάννη.

Την ίδια ώρα οι κινηματικές δράσεις είναι περιορισμένες και η ανάπτυξη αξιόλογου κινήματος αντίστασης σε όλα αυτά τοποθετείται ακόμα και από τους πλέον αισιόδοξους στο μέλλον και τη συνεπαγόμενη γιγάντωση της εξαθλίωσης. Όσο για συνδικαλιστικό κίνημα ούτε λόγος, αφού αυτό φαντάζει ουτοπικό εν μέσω του εργοδοτικού συνδικαλισμού και των αναιμικών σωματείων.

Ο ρόλος της πανδημίας

Στην υπεροπλία της δεξιάς ήρθε να προστεθεί από την άνοιξη και μετά η πανδημία. Ο κίνδυνος του κορονοϊού λειτούργησε εξ αρχής καταλυτικά, δίνοντας νέα ώθηση στις επιδιώξεις της. Το πεδίο πλέον είναι ακόμα πιο ευνοϊκό τόσο για τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων εν μέσω γενικευμένης φτωχοποίησης και ανόδου της ανεργίας, όσο και για την πλήρη περιστολή των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Αν και θα ήταν λογικό σε τέτοιες συνθήκες να αναδειχθεί η ανάγκη προστασίας των κοινών αγαθών, ιδιαίτερα της δημόσιας υγείας, εν τούτοις αυτό δεν έγινε, αλλά η δεξιά κατάφερε μια ακόμα επικοινωνιακή νίκη, να επικεντρώσει το ενδιαφέρον της κοινωνίας στο γεγονός ότι δεν υπήρξαν πολλά θύματα από την πανδημία.

Όσο για την Ευρώπη, και πάλι δεν μπόρεσε να αναδείξει την αλληλεγγύη και τη συνεργασία απέναντι στην ξενοφοβία, τον αυταρχισμό και την προώθηση των ανισοτήτων προς όφελος, πάντα, των λίγων.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεχίζει ακάθεκτη το ακροδεξιό έργο της, συνεπικουρούμενη τόσο από τα ΜΜΕ, που πλέον μπορούμε να μιλάμε για ένα απολύτως αντιδημοκρατικό πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Λαμπρό παράδειγμα το χουντικής έμπνευσης νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις και η λυσσαλέα επίθεση σε όσους και όσες αντέδρασαν σ’ αυτό.

Ο ρόλος του ΚΙΝ.ΑΛΛ.

Η σταθερή προσήλωσή του ΚΙΝ.ΑΛΛ. και της Φώφης Γεννηματά προς τη Ν.Δ. είχε γίνει σαφής κατά το παρελθόν με την στάση στην ψήφιση της απλής αναλογικής αλλά και με τις Πρέσπες. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ πρόσφατα να θεώρησε (γιατί άραγε;) ότι υπάρχει πεδίο συνεννόησης με αφορμή κάποιες «σοσιαλδημοκρατικές – αντινεοφιλελεύθερες» κορώνες, όμως φαίνεται ότι το ΚΙΝ.ΑΛΛ. δεν αλλάζει στρατηγική, παραμένει προσηλωμένο στο αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο και απολύτως προσδεδεμένο στο άρμα της δεξιάς. Το απέδειξε με την ψήφιση του χουντικού νομοσχεδίου του πρώην (;) δικού του κ. Χρυσοχοΐδη.

Δεδομένου ότι το πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ, αν και αποδυναμωμένο εκλογικά, διαθέτει ισχυρό ακροατήριο κυρίως μέσα στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, συμβάλλει με τη στάση και τις θέσεις του στην ενδυνάμωση της «φωνής της λογικής». Αυτής της φωνής που βαφτίζει αναγκαίες, κοινωνικά δίκαιες και επωφελείς ακροδεξιές πολιτικές, όπως η απαγόρευση των διαδηλώσεων, και ευλόγως συμβάλλει επικοινωνιακά ώστε οι αντίθετες απόψεις να ακούγονται ακραίες και εξτρεμιστικές.

Αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι το ΚΙΝ.ΑΛΛ. της Φώφης Γεννηματά θα απορροφηθεί από τη Ν.Δ., φαίνεται ότι υπάρχει περιθώριο αυτό να αποτελέσει έναν κεντροδεξιό πόλο που ευελπιστεί να λειτουργήσει ως υποδοχέας των μετανιωμένων και απογοητευμένων από τον εναγκαλισμό τους με τον ΣΥΡΙΖΑ στελεχών ή και απλών ψηφοφόρων, τους οποίους ταυτόχρονα θα θέτει στις υπηρεσίες της Ν.Δ. για την εξυπηρέτηση των δικών της στρατηγικών, λειτουργώντας ως κόμμα παρακολούθημα.

Ο Μητσοτακισμός είναι εδώ

Όλα τα δεδομένα καταδεικνύουν πλέον ότι η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Ν.Δ., εκμεταλλευόμενη το πολιτικό περιβάλλον, την ευρωπαϊκή συγκυρία, αλλά και την πανδημία, μετατρέπεται σε μια χούντα που καταλύει κάθε έννοια δημοκρατίας και δικαιωμάτων. Τόσο που δεν θα είναι υπερβολή να πούμε ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα μπορούμε πλέον να μιλάμε για τον Μητσοτακισμό ως το ανώτατο στάδιο του Ορμπανισμού.

Η Ριζοσπαστική Αριστερά και το αναγκαίο ιστορικό βήμα 

Ο ΣΥΡΙΖΑ και τα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς, μπροστά σε αυτά τα εφιαλτικά δεδομένα, θα πρέπει να συναντηθούν εκ νέου και να προετοιμάσουν ένα ισχυρό κοινό μέτωπο απέναντι στα όσα ήδη διαδραματίζονται αλλά και στο χειρότερο που μέλλεται.

Καλές οι διευρύνσεις αλλά με μονόπατες ζυγαριές;

Όσα χώρισαν το ’15 μοιάζουν μακρινό παρελθόν μπροστά στην Alt Right λαίλαπα που έρχεται να σαρώσει τα πάντα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως το μεγαλύτερο κομμάτι της, θα πρέπει να κάνει το βαρύ ιστορικό βήμα και να καλέσει στο τραπέζι άπαντες από την Αριστερά. Ο καθένας με την αυτοτέλειά του μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός στιβαρού συγκροτημένου Αντιφασιστικού Μετώπου, το οποίο θα υπερασπιστεί λαό και δικαιώματα. Ολόκληρη η Αριστερά Υποχρεούται αυτή τη δεδομένη στιγμή να δηλώσει «παρών», αν θέλει να έχει και μέλλον.

 

...