Σταμάτης Θεοδωρόπουλος: Για τη Ριζοσπαστική Αριστερά της νέας εποχής

Posted on 07 Σεπτεμβρίου, 2020, 9:44 μμ
4 secs

Ο μήνας που πέρασε ήταν δύσκολος για την ελληνική κοινωνία και σημαδεύτηκε από τις έντονες αδυναμίες της κυβέρνησης να διαχειριστεί τόσο την οικονομική κρίση όσο και την πανδημία. Ταυτόχρονα, όμως, χαρακτηρίστηκε και ως «μαύρος Αύγουστος» για τα όσα δυσάρεστα συνέβησαν στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι τα ζητήματα που ταλάνισαν το τελευταίο διάστημα το κόμμα -ίσως και από την εκλογική ήττα του 2019 και εντεύθεν- τελικώς τέθηκαν και συζητήθηκαν ανοιχτά. Οι συζητήσεις στην Πολιτική Γραμματεία και το Πολιτικό Συμβούλιο, αλλά κυρίως στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής και η απόφαση για αναβολή του συνεδρίου ανοίγουν πλέον το δρόμο για μια νέα περίοδο.

Δίνεται πλέον ο χρόνος για την αναγκαία συζήτηση στο κόμμα που θα οδηγήσει και σε συνέδριο, όταν οι υγειονομικές συνθήκες το επιτρέψουν, που θα είναι ένα πραγματικό συνέδριο με φυσική παρουσία, όπως αρμόζει στις παραδόσεις του χώρου της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, ανοιχτό και δημοκρατικό, το οποίο μπορεί και πρέπει να αποτελέσει καταλυτικό πολιτικό γεγονός για ευρύτατες ομάδες της κοινωνίας.

Τις τελευταίες ημέρες θα λέγαμε ότι άνοιξαν ζητήματα που μόνο να αποδυναμώσουν τον ΣΥΡΙΖΑ μπορούν και συζητήθηκαν ανοιχτά, με εκπεφρασμένη την πρόθεση όλων να δοθεί τέλος στην εσωστρέφεια.

Η αλλαγή Γραμματέα

Ο Δημήτρης Τζανακόπουλος αναλαμβάνει τη θέση του γραμματέα της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, με τον Πάνο Σκουρλέτη να γίνεται κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος. Η συνεδρίαση της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η ευκαιρία να συζητηθούν ανοιχτά οι ανθρωποφαγικές επιθέσεις και οι εξωθεσμικές προσπάθειες αμφισβήτησης που δέχτηκε ο πρώην γραμματέας και να αναγνωριστεί το σημαντικό έργο που επιτέλεσε στο κόμμα από το ’18 που ανέλαβε τα καθήκοντά του. Πολλά στελέχη αναγνώρισαν την προσφορά του στις τοποθετήσεις τους. Το ίδιο και ο πρόεδρος, Αλέξης Τσίπρας, που στην ομιλία του ευχαρίστησε προσωπικά τον απερχόμενο γραμματέα, σημειώνοντας ότι έδωσε «σε πολύ δύσκολες συνθήκες, αποφασιστικά τη μάχη, κάποτε και με προσωπικό κόστος, για να ανταποκριθεί το κόμμα στις απαιτήσεις τριών εκλογικών αναμετρήσεων, εκφράζοντας τη βεβαιότητα του ότι θα ανταποκριθεί και στα νέα του σοβαρά καθήκοντα (του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου), όπως και στο παρελθόν ανταποκρίθηκε με επιτυχία από διάφορα μετερίζια, στη συλλογική μας προσπάθεια». Αναγνωρίστηκε επίσης ότι, ενώ το προηγούμενο διάστημα είχε βρεθεί σε κυβερνητικές θέσεις, ανέλαβε τη θέση του στο κόμμα, πράγμα που δείχνει και τη σημασία που έδωσε στον ρόλο αυτό. Όπως ο ίδιος ο Πάνος Σκουρλέτης ανέφερε στην ομιλία του, θεωρεί τη θέση αυτή τιμητική, δηλαδή «να είναι γραμματέας ενός κόμματος της Αριστεράς, ενός κόμματος το οποίο οφείλει να λειτουργεί συλλογικά, δημοκρατικά, να θέλει να παίζει τον ρόλο του συλλογικού διανοούμενου». Ανέφερε όμως ότι όταν ανέλαβε «το κόμμα μας ήταν ξεχασμένο. Παρατημένο. Με μειωμένη αυτοπεποίθηση. Και με προβληματική, σε πάρα πολλούς τομείς, επικοινωνία με την κυβέρνηση. Όχι συνολικά, αλλά σε ορισμένους τομείς», τονίζοντας ότι μέσα από τη συλλογική προσπάθεια, σήμερα μιλάμε για ένα κόμμα που αυτά τα δύο χρόνια ξαναλειτούργησαν στην πλειονότητάς τους οι οργανώσεις, οι νομαρχιακές επιτροπές και έδωσε τρεις εκλογικές μάχες».

Το «μαξιλάρι»

Κομματικά μέλη και στελέχη βρέθηκαν αντιμέτωπα με ψέματα και διαστρεβλώσεις όσον αφορά το «μαξιλάρι» των 37 δισ. Μια αντιπαράθεση που φαίνεται να έκλεισε με την παραδοχή ότι αφορούσε επιλογή της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ που θωράκισε τη χώρα και τη γλίτωσε από μια χρεοκοπία που, αν δεν υπήρχε το μαξιλάρι, σήμερα θα είχε πραγματοποιηθεί. Για να θυμίσουμε ότι, με δεδομένο αυτό το απόθεμα ο ΣΥΡΙΖΑ πρότεινε τα προγράμματα «Μένουμε Όρθιοι 1 και 2» για να αποφευχθεί η κοινωνική καταστροφή. Αυτή η τοξική συζήτηση που θέλει το «μαξιλάρι» να ήταν καλό να διανεμηθεί σε προεκλογικές παροχές από αυτούς που πιστεύουν ότι έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κέρδιζε τις εκλογές φαίνεται να κλείνει και με την τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα που τόνισε ότι «μόνο περήφανοι μπορούμε να είμαστε για το “μαξιλάρι”».

Τα αρνητικά διλήμματα και η διεύρυνση

Τα αρνητικά διλήμματα που δηλητηρίασαν τις εσωκομματικές μας σχέσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα αφορούσαν τη διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ. Επιδιώχθηκαν ομαδοποιήσεις στη βάση του ποιοι είναι υπέρ και ποιοι κατά της διεύρυνσης και έγινε διάκριση στη βάση του «κόμματος του 3% και του 33%». Στην πραγματικότητα τα διλήμματα αυτά στερούνται πολιτικής ουσίας. Προφανώς δεν νοείται διεύρυνση μόνο με απευθείας «μεταγραφές» στελεχών από άλλους χώρους. Ούτε είναι δυνατόν να απαξιώνεται η ηγετική ομάδα που από το 2010 είχε μια νικηφόρα πορεία αποκαλούμενη «κόμμα του 3%». Μια ομάδα στην οποία οφείλεται, άλλωστε, η πραγματική διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ, η εκρηκτική αύξηση της εκλογικής του βάσης και οι εκλογικές νίκες. Μην παραγνωρίζουμε, επίσης, ότι στο έδαφος της Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ έγινε η συνάντηση αυτού που ονομάζουμε σήμερα Προοδευτική Συμμαχία και μάλιστα με πρόσωπα που δεν δικαιώθηκαν, ηττήθηκαν πολιτικά, όντας σε άλλα σχήματα.

Η συζήτηση θα πρέπει να επικεντρωθεί πλέον στο περιεχόμενο της διεύρυνσης και στο πώς θα διαμορφωθεί ο σύγχρονος φορέας της Αριστεράς της εποχής μας. Και φυσικά σε αυτό συμβάλλουν ήδη άνθρωποι που εντάχθηκαν και συντελούν στη γείωσή του με την κοινωνία, ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να απευθύνεται άμεσα σε όλο και περισσότερους ανθρώπους, να τους εμπνέει, να έχει διάλογο μαζί τους και μέσω αυτών να έχει φωνή σε ολοένα και περισσότερους κοινωνικούς χώρους. Και πράγματι αυτοί οι άνθρωποι που εντάσσονται στον ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία πρέπει να γίνουν ολοένα και περισσότεροι και η διεύρυνσή του να συνεχιστεί.

Στην ουσία, επομένως, αυτό που πρέπει να συζητάμε είναι τι κόμμα θέλουμε, τι κόμμα έχει ανάγκη ο τόπος, η κοινωνία.

Τι κόμμα θέλουμε

Το μεγάλο θέμα που ανοίγεται μέχρι και το συνέδριο, στο οποίο θα φτάσουμε στην αναγκαία σύνθεση, είναι το τι κόμμα θέλουμε. Προφανώς όλοι και όλες θέλουμε ένα μεγάλο, ηγεμονικό αριστερό κόμμα, το οποίο θα γίνει πλειοψηφικό και θα κυβερνήσει ξανά τη χώρα. Και οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ένα κόμμα της κοινωνικής πλειοψηφίας δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται από αρραγή ιδεολογική ενότητα. Αυτό όμως δεν μπορεί να μεταφράζεται σε κόμμα χωρίς ιδεολογική ταυτότητα.

Δεν μπορεί η υπόθεση της διεύρυνσης να αφορά μια άμορφη αναφορά σε έναν φορέα που θα ταυτίζεται με την παράταξη. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι είναι άλλο παράταξη και άλλο κόμμα. Ένα κόμμα μπορεί να εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης παράταξης, να έχει αντίληψη συμμαχιών σε προγραμματική βάση, να το επιδιώκει, να προσπαθεί να ωριμάσει αυτές τις συνθήκες της συνεργασίας, αλλά πρέπει να έχει σαφή προσανατολισμό και ιδεολογικό στίγμα.

Αυτή είναι, λοιπόν. η συζήτηση που πρέπει να ανοίξει στο κόμμα, στα μέλη στις οργανώσεις και να κλείσει τον κύκλο του «μη διαλόγου», όπως αυτού που με θλιβερό τρόπο έγινε στα social media.

Η Ριζοσπαστική Αριστερά συγκροτημένα, δημοκρατικά και ανοιχτά οφείλει να συζητήσει και να αξιοποιήσει τις εμπειρίες και των άλλων χωρών ώστε να δημιουργήσει ένα κόμμα που να απαντάει στις σύγχρονες ανάγκες, σημείο αναφοράς και για παραδοσιακές, ιστορικές, αριστερές δυνάμεις, αλλά και για τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, που κι αυτός σήμερα έχει τις δικές του διεργασίες.

Η συζήτηση αυτή πρέπει να γίνει στο έδαφος της Αριστεράς της εποχής μας, που δεν παύει, όμως, να οραματίζεται μια διαφορετική κοινωνία. Μια Αριστερά με τη δική της πολύμορφη ταυτότητα, τη δικαιωματική ταυτότητα, την οικολογική ταυτότητα, η οποία θα επιβεβαιώνει τον συλλογικό και δημοκρατικό τρόπο λειτουργίας της και ταυτόχρονα θα μπορεί να κάνει πράξη μια νέα σχέση με την πολιτική με στόχο μια νικηφόρα πορεία.

Ζητούμενο είναι ένα δημοκρατικό κόμμα, όπου τα μέλη νιώθουν ότι έχουν λόγο, δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όπου οι αποφάσεις μας δεσμεύουν όλες και όλους, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι έχουν ληφθεί συλλογικά.  Ένα κόμμα που ανταποκρίνεται στην απαίτηση της κοινωνικής βάσης ότι χρειαζόμαστε κάτι τελείως διαφορετικό από το υφιστάμενο. Ένα κόμμα που θα έχει και παιδαγωγικό ρόλο, θα παρεμβαίνει στις ιδεολογικές διαμάχες και θα πείθει ότι μια αριστερή πολιτική είναι η μόνη που μπορεί να μας βγάλει από το αδιέξοδο που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες τις τελευταίες δεκαετίες, που θα καταστήσει ηγεμονικό το ρεύμα της κοινωνικής προόδου.

Οφείλουμε να συζητήσουμε και να διαμορφώσουμε ένα κόμμα αριστερό και ριζοσπαστικό, ικανό να αναλύει την πολύπλοκη κρίση και να προτείνει στρατηγικές εξόδου από αυτήν, που θα έχει απαντήσεις για τις ανισότητες, την κλιματική κρίση, τον ψηφιακό καπιταλισμό και ιδιαίτερα με την κρίση της δημοκρατίας και τη βιοεξουσία.

Και, τέλος, οφείλουμε να διαμορφώσουμε ένα κόμμα αριστερό και ριζοσπαστικό για να ενισχύσει τους ανθρώπους της κοινωνικής πλειοψηφίας, για να μειώσει τις ανισότητες, να οικοδομήσει κοινωνικό κράτος, να ενισχύσει τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα.

Πολιτική, δομική αντιπολίτευση

Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε τώρα -και χρόνος δεν υπάρχει για συζήτηση- είναι δομική αντιπολίτευση. Απέναντί μας έχουμε τη δεξιά κυβέρνηση Μητσοτάκη με τις νεοφιλελεύθερες επιλογές και τις ακροδεξιές αντιλήψεις, μια κυβέρνηση κάκιστη για τον τόπο και την κοινωνία, ειδικά σε συνθήκες υγειονομικής και οικονομικής κρίσης.

Με δεδομένο ότι επί χρόνια με συστηματικό τρόπο στήθηκε απέναντί μας το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, οφείλουμε να το διαρρήξουμε και να επικοινωνήσουμε και πάλι μέσω του αντιπολιτευτικού μας λόγου με τις κοινωνικές ομάδες που πλήττονται από τις δεξιές πολιτικές, με τη νεολαία, με τον κόσμο που απέχει από τα πολιτικά πράγματα.

Ο βούρκος και η λάσπη, ο λαϊκισμός δεν είναι όπλα σε αυτή τη μάχη. Η κριτική στις καταστροφικές πολιτικές οφείλει να ακολουθείται από προτάσεις για το τι θα πρέπει να αλλάξει, τι μπορεί να γίνει. Μέσω σοβαρής πολιτικής δουλειάς στο κόμμα θα πρέπει να διαμορφώνεται πολιτική ατζέντα και να αποφεύγεται η σκανδαλολογία στην αντιπαράθεση με τη Νέα Δημοκρατία και την κυβέρνηση, σε αυτούς που θεωρούν ότι η δημοκρατία και οι θεσμοί είναι εργαλεία που τα χρησιμοποιείς κατά το δοκούν και με σκοπό την εξυπηρέτηση συμφερόντων.

Οφείλουμε να προτάξουμε τα κοινωνικά ζητήματα, την ανεργία, τη νέα φτώχεια, την υπεράσπιση των κοινών αγαθών, της δημόσιας υγείας και της δημόσιας παιδείας, την προστασία της εργασίας. Έτσι θα απευθυνθούμε σε όσους και όσες κινητοποιούνται ενάντια στο κράτος της εξαίρεσης, στο δόγμα του «Νόμος και της Τάξη», στο κράτος της μεγάλης και μικρής διαφθοράς. Με πρόσημο πάντα ταξικό και αντι-νεοφιλελεύθερο.

Έτσι θα συγκροτήσουμε εναλλακτική πρόταση εξουσίας τόσο στο περιεχόμενο όσο και στον τρόπο άσκησης πολιτικής, που θα διευρύνει την απήχηση του κόμματος και να συσπειρώσει την κοινωνική πλειοψηφία.

 

...